Thursday, 19 April 2007

Λα μινόρε του άχρονου

Λα μινόρε. Σολ Ματζόρε. Θλιμμένος, σκυφτός. Το τσιγάρο του στάχτη στο τασάκι και το φίλτρο καμμένο. Η κιθάρα του ξεκούρδιστη. "Το Λα μινόρε δεν ακούγεται έτσι κανονικά -είναι πιο θλιμμένο...". (Κουδούνισμα τηλεφώνου -το αφήνει μέχρι να σταματήσει.) "Τι συγχορδία είναι το κουδούνισμα;" (Μικρός έπαιρνε τηλέφωνα στην τύχη για να φτιάχνει μελωδίες με τα κουμπάκια του τηλεφώνου).

"Η κυρία, κύριε, έφυγε σήμερα το πρωί."
"Δεν είπε πού πάει;"
" Όχι κύριε."
"Ούτε πόσο θα αργήσει;"
" Όχι κύριε. (Κάνει να φύγει. Ξαναγυρίζει.) Θα αργήσει πολύ, όμως. Σας κοίταζε πολλή ώρα που κοιμόσασταν..." (Φεύγει)

Οι περυσινές του διακοπές ήταν σε ένα νησί, ένα από αυτά της γραμμής. Του πλοίου. Το όνομα δεν έχει σημασία -ας το πούμε "άκρη του πελάγου", ήταν το τελευταίο που πιάνει καράβι. Την ξαναβρήκε. Λίγο μαυρισμένη, αρκετά πιο παχουλή. Της πέταξε από μακριά μια πέτρα. Δεν την πέτυχε -κι αυτή συνέχισε να τον αγνοεί. Πήγε κοντά της, πέρασε το χέρι του κάτω από τη φούστα της κι αυτή συνέχισε να φροντίζει το βασιλικό της αμέριμνη. Το πλοίο έριξε άγκυρα στο μπαλκόνι της, ένας καμαρότος έκλεψε τη βαλίτσα από το χέρι του κι ένας μούτσος τον σήκωσε στα χέρια -μέσα σε ένα κασόνι με αγκινάρες- και ανέβηκε τη σκάλα.

Φέτος το χειμώνα πήρε το αυτοκίνητό του μια νύχτα, φόρεσε το σμόκιν των γάμων τους κι έβαλε μπρος. Ο κύριος "Ο" -ντεντέκτιβ της παλιάς σχολής- τού είχε προσφάτως παρουσιάσει φωτογραφίες της. Εξ Αγγλίας. Κατά τα φαινόμενα ζούσε πλέον εκεί. Μια ζακέτα από καμήλα σε χρώμα καμηλό, τα χέρια της σκασμένα από το κρύο να μουλιάζουν στα βρύα, το σώμα της προστατευμένο από ένα παχύ στρώμα λίπους. Οδήγησε ως εκεί -Middleborough str., ο δρόμος με τις λεύκες και το πάρκο δίχως πάπιες- ακούγοντας τραγούδια για το δρόμο, γραμμένα για όλους αυτούς τους δρόμους που διαβήκανε μαζί αλλά κυρίως για αυτούς που διάβηκε μονάχος του.

"Το σπίτι πίσω από την όγδοη λεύκα". Σίγουρα ο κύριος "Ο" ήξερε καλά να δίνει οδηγίες. "Όλα τα σπίτια στο δρόμο αυτό είναι ίδια." Η όγδοη λεύκα. Μπουρδουκλώθηκε πάνω στον κάδο απορριμάτων, έσιαξε το κολάρο του (αυτό που τον κρατούσε δεμένο μ' αυτήν τόσα χρόνια), καθάρισε το λαιμό του και χτύπησε δειλά το μπρούτζινο κουδούνι. "Μελωδικό." Άνοιξε μπροστά του ένα φωτισμένο περιέργεια αγγλομούτσουνο πρόσωπο. "Yeees? May I help you?" Είχε προλάβει να προσλάβει κι εκεί υπηρετικό προσωπικό -δεν την ένοιαζε που έμενε με το σωρό, που το σπίτι της ήταν, επιεικώς κρινόμενο, μεσοαστικό, οι υπηρέτες τη μάραναν. Ανασκουμπώθηκε. "Yes, please. I am looking for Mrs. Goldencollar. Mrs. Rose Goldencollar. Tell her it's her husband.", απάντησε σε άπταιστη προφορά Λονδίνου. "Oh, I'm sorry. She passed away two years ago. Didn't you know? Her husband you said?..."

Η κιθάρα του σκονισμένη, δύο χορδές έχουν σπάσει. Η χρυσή επίστρωση από το τασάκι ξεθώριασε και τούτο το σπίτι είναι πια πολύ μικρό για να χωράει τη μοναξιά του. Είναι σίγουρος ότι έτσι έγιναν τα πράγματα. Το σμόκιν υπάρχει ακόμα. Και το αυτοκίνητο. Και σίγουρα πήγε διακοπές πέρυσι το καλοκαίρι. Σε έναν χρόνο άχρονο σίγουρα κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα.

Tuesday, 17 April 2007

Το άσπρο που δεν φαίνεται...

Πέρασα ένα απόγευμα ταξιδεύοντας. Ταξιδεύοντας πάνω στα κύματα της βραχνής φωνής του Μάνου... Θυμήθηκα τα ζεϊμπέκικα που χτυπούσαν αλύπητα το ξύλινο πάτωμά μας στο παλιό μας σπίτι. Κάθε τρεις και λίγο αφορμή για μάζωξη φίλων και συγγενών. Ο Μάνος, η Μελίνα, ο Νιόνιος, όλοι οι παλιοί ρεμπέτες ήταν εκεί. Έστηναν το πάλκο τους και απογείωναν τους αγαπημένους μου, τους σήκωναν πάνω σε μαγικά χαλιά κι εγώ έμενα να "παλαμοκροτώ" με το στόμα ανοιχτό.

Θυμήθηκα όταν ήμουν μικρή, γύρω στα τέσσερα με πέντε. Τον πατέρα μου να με καθίζει στο γραφείο του, να σκίζει το χάρτινο περιτύλιγμα από ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο με τραγούδια του Μάνου και ασπρόμαυρες γραμμές ανυπόμονες να γεμίσουν με χρώμα. Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα τότε γιατί μου άρεσε τόσο πολύ ο "δρόμος" ή το "ακκορντεόν". Ήξερα μόνο να φωνάζω "δεν θα περά- δεν θα περάσει ο φασισμός!", παράφωνα, με ενθουσιασμό, κουνώντας χέρια και πόδια, με τον μπαμπά μου να σιγοψιθυρίζει μαζί μου τη μελωδία. Μετά έμαθα. Να μην τον αφήνω να περνά. Τουλάχιστον όσο καταλαβαίνω. Από το δέρμα μου και μέσα δεν θα περάσει.

Η μαμά μού μάθαινε να ζωγραφίζω. Έξω από τις γραμμές, δεν πειράζει. "Σημασία έχει να μην αφήνεις τίποτα άσπρο", να τα γεμίζεις όλα χρώμα. "Και το άσπρο είναι χρώμα. Αλλά φαίνεται μόνο πάνω από τα άλλα...". Και μου γέμιζε τα άσπρα κενά. Και σήμερα. Ήρθε από εδώ. Να μου φέρει κάτι να φάω. Όχι τον τρόμο ότι δεν τρώω δεν θα τον ξεπεράσει ποτέ, αυτό το ξέρω. Και με βρήκε να ακούω Μάνο. "Βάλε ρε Industrial Daisies την Ευδοκία. Πόσο καιρό έχουμε να την ακούσουμε...". Και την Edith μαμά. Θυμάσαι; Τότε που με ανέβαζες στα πόδια σου και χορεύαμε "Noooon, rien de rien...". Τίποτα δεν βγαίνει από το τίποτα μαμά. Στο τίποτα φοβάμαι να σας βρίσκω.

Το νερό κυλάει από τις γλάστρες. Έχω ενθουσιαστεί με το χρώμα στο μπαλκόνι μου. Φοβάμαι τόσο μήπως ξεθωριάσει που ρίχνω κάθε μέρα νερό. Χθες είδα εφιάλτη με τον Ήλιο-τρομοκράτη, λέει, που με απειλούσε ότι θα μου τα ξεράνει όλα κι εγώ έκλαιγα. Κατάλαβες; Η χαρά μου στον ξύπνιο εφιάλτης στον ύπνο...

Θυμάσαι τότε που φυτεύαμε φασολιές σε κεσεδάκια γιαουρτιού και τα υιοθετούσαμε όλοι στην τάξη; Ποτέ άλλοτε δεν έχω φανεί τόσο υπεύθυνη όσο τότε. Ήταν μαγικές φασολιές.

Θυμάμαι όταν η γιαγιά μου έραβε αριστουργηματικές μπλούζες τραγουδώντας "Αχ, χελιδόνι μου...". Θυμάμαι όταν η γιαγιά άνοιγε με τα κοκαλιάρικα δάχτυλά της το τσίγκινο κουτάκι. Αυτό που έκρυβε μέσα του τον σκαλισμένο σε ξύλο πόνο της εξορίας. Ένα σκάκι, με σκαλισμένα πιόνια από χέρια πονεμένα, δουλευτάδικα. Μυαλό ελεύθερο. Το έστηνε αργά, σαν να μετρούσε προσεκτικά τις στιγμές της -όπως τότε, στη Σπιναλόνγκα της ελεύθερης νόησης. Και πάντα έπαιζε σοβαρά μαζί μου. Ποτέ να μην με αφήσει να κερδίσω, να μην μου χαρίσει τίποτα. Να βρει ευκαιρία να μου πει ότι τα πιόνια δεν πρέπει να θυσιάζονται τόσο εύκολα στο σκάκι όπως στην πραγματική ζωή... Ξύλινα πιόνια -με καρδιά γεμάτη από τον πόνο της- θυσίαζα εγώ βλακωδώς τότε. Πιόνι κανενός προσπαθώ τώρα να μην είμαι. Τι θα έλεγε άραγε τώρα;

Ο Μάνος... Όταν μικρή είδα πρώτη φορά το πρόσωπό του αποτυπωμένο σε φωτογραφία τρόμαξα. Αγριάνθρωπος, "σαν το θείο Γάκια που ανηφορίζει μουρμουρίζοντας το καλντερίμι κάθε μεσημέρι". Μετά κατάλαβα... Πως οι ωραίοι άνθρωποι, οι καλλιτέχνες της ζωής -κυρίως- κουβαλάνε την ομορφιά παντού, ταξιδιάρικο σύννεφο. Στο πρόσωπό τους καθρεφτίζεται απλά αυτός ο ρούφουλας, η αγωνία για το ταξίδι στην ομορφιά και την ελευθερία...

Monday, 16 April 2007

Το Δελτίο των 8

Ακολουθεί το ραπόρτο της ημέρας, γραμμένο σε γλώσσα σύγχρονη - λόγο αμείλικτα γρήγορο, έτσι για να συνηθίζω. Από ό,τι φαίνεται η γλώσσα, οι ρυθμοί, η πληροφορία πρέπει να κυλάνε γρήγορα, να μην καταλαβαίνει ο κόσμος τι ακούει, πριν καταλάβει να ξεχάσει, να αποκτήσει μνήμη χρυσόψαρου -για να επιβιώσει στη γυάλα που φτιάξαν -και φτιάξαμε- για αυτόν.

Η μελαγχολία συνεχίζεται. Δεν ανεβαίνεις έτσι απλά, η κάθοδος είναι ευκολότερη -κατρακυλάς και πιάνεις πάτο. Ο Σίσυφος είναι μέσα μας -τιμωρημένοι για το αμάρτημα της σκέψης. Άνθρωποι με προσπερνούν γρήγορα στο δρόμο, μια κυρία κρατάει την τσάντα της σφιχτά -οι κλέφτες καραδοκούν για χρυσά βραχιόλια και κινητά. Έναν μπόμπιρα τον πήρε ο ύπνος στο πίσω κάθισμα του πολυτελούς αυτοκινήτου -μα πώς τα κατάφερε ο μπαγάσας με τόσο θόρυβο γύρω του; -ο μπαμπάς του κατεβαίνει, τον ανασηκώνει στην αγκαλιά του, τον χαϊδεύει στην πλάτη, τον δένει στο κάθισμα. Συγκινητικό -απορώ γιατί, τόσο σκληροί έχουμε γίνει άραγε;

Δουλεύω άρα δεν σκέφτομαι. Δεν σκέφτομαι άρα συνεχίζω. Δυστυχώς παραιτήθηκα. Σε δέκα μέρες θα έχω φύγει. Κρίμα, μόλις ήρθε ένας καινούριος που βάλθηκε να με μάθει πασιέντζα. Τώρα δεν θα έχω κανένα απαραίτητο προσόν για το Δημόσιο. Δεν γυρίζω πίσω κουφάλες - η ψυχή μου δεν πουλιέται.

Το χρώμα. Που αποφάσισα να βάλω στη ζωή μου. Είναι ένα πράσινο μακό. Είναι τέσσερις νέες γλάστρες με λουλούδια. Τώρα ανοίγω την κουρτίνα και στους τοίχους της απέναντι πολυκατοικίας φυτρώνουν πεόνιες, μαργαρίτες και γιασεμί. Οι κηρομπογιές - 0,99 ευρώ. Τελευταία φορά ζωγράφιζα με κάρβουνο. Μετά είπα στον εαυτό μου "Όχι άλλο κάρβουνο" - και αγόρασα κηρομπογιές. Ένα καράβι πετάει σε πορτοκαλί θάλασσα και μωβ ουρανό. Κάποτε ήμουν παιδί - τώρα ακροβατώ επικίνδυνα κάθε που θυμάμαι.

Αν ο Rimbaud έγραφε τώρα το "Μια εποχή στην Κόλαση" άραγε τι αλφάβητο να έφτιαχνε; Τι χρώμα να είχαν τα γράμματα; Μια διαφήμιση με πληροφορεί ότι συνάνθρωποί μου κάθονται στην τηλεόραση και δεν ακούν -πρέπει να αγοράσουν το προτεινόμενο ακουστικό. Κι εγώ που νόμιζα ότι πρέπει να σταματήσουν τις παπαρολογίες, τις άναρθρες πιθηκίσιες κραυγές που συντονίζονται και εξακοντίζονται ταυτόχρονα προς το θεατή τα τηλεκατακάθια για να βγάλουμε τα χέρια μας από τα αυτιά. Καταλάβατε κύριοι διαφημιστές; Δεν είναι παθολογικό το ζήτημα - τουλάχιστον από την πλευρά των θεατών.

Ούτε εφημερίδες αγοράζω τον τελευταίο καιρό - αλλαγές και αλλαξοκωλιές. Άλλαξαν οι δημοσιογράφοι ή τα αφεντικά; -το πρόβλημα είναι στην υπαγόρευση ή στην μετάφραση; Ελέγχομαι. Περπατώντας, ανεβοκατεβαίνοντας σκαλιά, μπαίνοντας σε τράπεζα. Στην Αγγλία ήμουν η "Falakri Tragoudistria" κι ο συγκάτοικός μου ο "Labros Kostantaras Veggos". Τουλάχιστον πριν να κλάψουμε με το περιεχόμενο ρίχναμε κι ένα κοροϊδευτικό γέλιο -και μούντζα- στους άρχοντες του ελέγχου...

Όταν δουλεύω δεν σκέφτομαι. Θα σταματήσω να δουλεύω. Θα σκέφτομαι. Θα υπάρχω άραγε τότε ή θα καώ; Το μέλλον...

Sunday, 15 April 2007

Μοντέρνοι Καιροί...

Κλεισμένη στο καβούκι μου όλο το Σαββατοκύριακο, δεν τόλμησα να γράψω. Πιστεύοντας πως όλα αυτά δεν αφορούν εσάς, πως είναι τόσο προσωπικά και δυσνόητα -σε εμένα την ίδια ακόμα- που θα χαράμιζα το χρόνο σας και την καλή σας διάθεση (όσοι τέλος πάντων με επισκέπτεστε και όσο καλή διάθεση έχετε κάνοντας κλικ). Όμως είμαι εδώ, τρεις μέρες μετά το τελευταίο post, φοβισμένη ότι έχω στερέψει, κλεισμένη στο καβούκι μου. Θυμωμένη. Με εμένα, με τους άλλους, με τίποτα και κανέναν συγκεκριμένα.

Κι όλα αυτά είναι δυσνόητα. Όχι γιατί δεν σας έχω πει τι έγινε. Αλλά γιατί δεν έγινε τίποτα για να σας πω κι όμως εγώ αισθάνομαι έτσι. Για εκατομμυριαστή φορά. Η αγωνία. "Πάντα έτσι θα είναι;" Ες αεί καταδικασμένη σε μελαγχολία; Χωρίς λόγο... Αυτά στριφογυρίζουν στο μυαλό μου, και όλα γυρίζουν γύρω από εμένα τις τελευταίες μέρες που τίποτα δεν είναι αρκετό και τίποτα δεν θέλω να ζητήσω. Δοκίμασα την ευτυχία, την περιέργεια, την επιτυχία, τη δημιουργικότητα, την αγάπη. Και τα αντίθετά τους. Ποτέ δεν με άφησε στην ησυχία μου αυτή η "μελαγχολία". Το παίρνω απόφαση λοιπόν. Είμαι καταδικασμένη. Να περνάω από όλα, να τα αλλάζω και να αλλάζουν όλα. Εκτός από αυτό. Θυμός.

Προσπαθώντας να σκεφτώ κάτι που να σας ενδιαφέρει δεν μπορώ να βρω τίποτα άλλο εκτός από τα δύο παρακάτω.

Το ένα είναι αυτό, το οποίο ένας πολύ καλός μου φίλος είχε την ευγενή καλοσύνη να μου δείξει.

Το άλλο είναι πως μέσα σε όλο αυτό το ντελιριακό εγωκεντρικό ξέσπασμα κάπου πήρε το αυτί μου ότι εμείς οι γυναίκες σε κάποιο διάστημα, λένε οι επιστήμονες, θα μπορούμε να αναπαραγόμαστε μόνες μας. Με σπέρμα δικής μας παραγωγής! Διασκεδάζοντας με όλη την παραφιλολογία που δεν ξέρω αν έχει εγερθεί ήδη, αλλά είμαι βέβαιη ότι θα γίνει, φαντάζομαι την εποχή που οι άνδρες θα πέφτουν στα πόδια μας παρακαλώντας για λίγη σημασία, λίγη ευχαρίστηση ρε αδερφέ!, προσφέροντας στην αρχή cd και εγκυκλοπαίδειες και σε πιο άγριες εποχές... προίκα!!!

Όλα εδώ πληρώνονται κουφάλες! Η πρόοδος στα λάθος χέρια με λάθος πλαίσια, η εκμετάλλευση, η αδιαφορία, η έλλειψη γνώσης και αυτογνωσίας, η έλλειψη μέτρου... το να χάνεις τα αυγά και τα πασχάλια... Όλα εδώ. Άμεσα.-

Thursday, 12 April 2007

Αργά...

(Αφιερωμένο στον πατέρα μου που σήμερα σφραγίζει την πέμπτη δεκαετία και ανοίγει το κεφάλαιο της έκτης. Μοναχικός, ανεξάρτητος, καλλιτέχνης, υπέροχος... Είναι μακριά για να φτάσουν τα χείλη μου στο μάγουλό του αλλά ξέρω πως έχει τη φωνή μου και την εικόνα μου μαζί του κάθε στιγμή.)

Έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου. Μόνος. Ξανά. Είδε το καράβι να μπαρκάρει, τα παιδιά του παραδομένα στο αναπότρεπτο της φυγής, τους βαριεστημένους λιμενικούς να ανάβουν τσιγάρο και να απομακρύνονται. Έβαλε μπρος τη μηχανή, γύρισε το κουμπί του ραδιοφώνου, η ένταση τον τάραξε. Αστραπιαία μελαγχολία, άνοιγμα παραθύρου, "μην κοιτάξεις άλλο", έβαλε ταχύτητα και έκανε αναστροφή.

Οι κουτσουπιές τον συντρόφευαν στο δρόμο, μωβ και πένθιμες -για την περίσταση. Η θάλασσα στο πλάι, παράθυρο ανοιχτό και η μυρωδιά απ' τ' αλάτι και τα φύκια να κατακλύζουν το αυτοκίνητο. Τράβηξε κατά την παραλία -"Κανείς δεν με περιμένει". Κάθησε εκεί, σκυφτός, τα βλέφαρα μισόκλειστα να φιλτράρουν τον ήλιο, ούτε να πετάξει μια πέτρα να κάνει βατραχάκια δεν είχε όρεξη, "σαν τότε που ήταν μικρά". Μεσημέρι, απόγευμα, δύση κι αυτός ακόμα εκεί, σκυφτός, να κλαίει με αόρατα θαλάσσια δάκρυα. Σηκώνεται, μπαίνει στο αυτοκίνητο, βάζει μπρος, αναστροφή.

Καρυωτάκης -
"Όλα τα πράγματα μου έμειναν όπως
να' χω πεθάνει πριν από καιρούς."
Κρυώνει, είναι βράδυ, η σκόνη γεμίζει το άδειο τούτο σπίτι, η φλόγα πάει να σβήσει και τα μακαρόνια κρύωσαν. Τηλέφωνο - έφτασαν, ακούγονται κουρασμένα, φωνάζει η μαμά - πρέπει να κλείσουν, τους λείπει ήδη. Του λείπουν πάντα.

"Αύριο πρέπει να θυμηθώ γιατί ξυπνάω πια. Αλλιώς δεν θα τα καταφέρω." Το ήξερε κάποτε, τώρα ξεχνάει γιατί είναι εκεί, δεν μπορεί να φύγει - ο δεσμοφύλακας λείπει και τα κλειδιά δεν φαίνονται πουθενά. "Για απόψε ας φτιάξω τα λουλούδια."

Αιωρείται πάνω σε μυρωδιές γιασεμιού, λαντάνας, βουκαμβίλιας και λεμονιάς. Ο αέρας εκεί είναι ελαφρύς -δια της άνωσης ευφραίνεται λίγο και η ψυχή του. Νερό, μυρωδιά μουσκεμένης γης, μυρωδιά ανοιξιάτικης νύχτας, ξεραμένα φύλλα στοιβαγμένα στη χούφτα του - "Η Άνοιξη πάντα είχε συντροφιά στους πίνακες."

Μόνος, σκυφτός, ένα πιάνο να συντροφεύει την μοναξιά του μέσα από νότες γδαρμένες. "Δειλός." Το φευγιό, δυσνόητο, μεμπτό. Ανάθεμα κι αν μπόρεσαν ποτέ να καταλάβουν τη σκληρότητα του χρόνου που κυλά μακριά τους. Γέρασε. Αυτά μεγάλωσαν και νιώθουν πως όλα μπορούν να τα κρίνουν. Τα ξέρουν όλα. Ίσως και ναι. Ίσως αυτός να είναι δειλός, ανεύθυνος. Αλλά, πάλι, έτσι νιώθει αυτός την αγάπη. Με φόβο, δισταγμό. Παρών απών. Το χάδι που δεν ένιωσε ποτέ βράδυ πριν πέσει για ύπνο, την τσίμπλα που δεν ένιψε ποτέ από τα πρόσωπά τους, το μπαμπάκι που δεν μούσκεψε ποτέ με ιώδιο να περιποιηθεί την πληγή τους.

Είναι αργά. Αν κανείς δεν θυμάται να σου πει καληνύχτα. Είναι αργά. Αν κανείς δεν ξέρει αν ζεις ή αν πέθανες.

Καρυωτάκης -
" Α! Πρέπει τώρα να φορέσω
τ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Έτσι με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ'αρέσω."

Tuesday, 10 April 2007

Τα όμορφα όνειρα όμορφα διαλύονται...

Γύρισα χθες βράδυ, αργά, εξαντλημένη και με μια περιέργη διάθεση. Είμαι σήμερα εδώ και γράφω μην ξέροντας τι να γράψω.

Να σας πω ότι σχεδόν μια εβδομάδα δεν "ενημερώθηκα", δεν επεδίωξα καμία επαφή με τον κόσμο που δεν ήταν εκεί όπου βρισκόμουν εγώ. Ό,τι έμαθα το έμαθα από άλλους που ενημερώθηκαν από τα Μέσα ή από άλλους. Και αποφάσισα να μην αφήσω τίποτα από αυτά που έφτασαν στα αυτιά μου να με ρίξει. Και ηρέμησα. Ηρέμησα πολύ, γέλασα πολύ, γέμισα πολύ και με πολλά.

Αυτό το post δεν έχει να κάνει με τίποτα από αυτά που γεμίζουν (ή αδειάζουν) τη ζωή μου στην πόλη, το μυαλό μου στην καθημερινότητά του. Έχει να κάνει με την ανάγκη μου να σας δείξω κάποια από τα όμορφα πράγματα που με γέμισαν αυτές τις μέρες (αφήνοντας εκτός προς το παρόν ωραίους διαλόγους, εκφράσεις, ήχους και μουσικές που με συντρόφευαν) κι αν μπορέσω έστω και λίγο να μοιραστώ μαζί σας την πεποίθησή μου ότι αυτός ο κόσμος έχει και τόση ομορφιά που καταφέρνει να επιβιώσει και να μην τη σκεπάσει καθόλου τίποτα άσχημο. Ας μην το ξεχνάω αυτό (κι εσείς αν μπορείτε) όταν από παντού μας περικυκλώνουν... Και από αύριο, που η επιστροφή μου θα γίνει πλέον πιο βάρβαρη, εδώ θα είμαστε...


Το ταξίδι ξεκίνησε...
















































































































































































Με το τέλος της μέρας όνειρα έρχονται να σε κλέψουν και να σε απιθώσουν στο λίκνο της φαντασίας, όπως η απύθμενη ησυχία του βυθού. Καλωσβρεθήκαμε πάλι.

Tuesday, 3 April 2007

Το τέλος της ελεύθερης συνουσίας

(Σε αυτό το post δεν υπάρχει χώρος για όμορφες, ποιητικές εκφράσεις. Ζητώ συγγνώμη εκ των προτέρων αν κάποιος θιχτεί με τη γλώσσα ή το ύφος. Δεν συνηθίζω να γράφω έτσι αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν σκέφτομαι και έτσι.)

Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω. Δεν έχει να κάνει με αμηχανία, ούτε με έλλειψη έμπνευσης. Έχει να κάνει με το πώς μπορείς να μεταφέρεις σε δομημένο λόγο, ορθολογικό, το "άντε και γαμηθείτε". Από πού ξεκινάς; Το αντιμετωπίζεις χρονικά, από πότε δηλαδή ξεκίνησες να το φωνάζεις μέσα σου; Ή μήπως το αντιμετωπίζεις "ποιοτικά", ποιό από όλα τα "άντε και γαμηθείτε" δηλαδή φωνάζεις πιο δυνατά; Μήπως προσωπικά, ανά κατηγορίες προσώπων που απευθύνεται; Άντε και γαμήσου εαυτέ μου. Αποδομήσου, αφέσου και προσπάθησε να εκφραστείς αυθόρμητα... Προσπάθεια χρειάζεται πια ο αυθορμητισμός...

Άντε και γαμηθείτε, λοιπόν, που είμαστε σήμερα εδώ και ψάχνουμε να βρούμε τι φταίει. Τι φταίει που σκοτώνονται παιδιά στο δρόμο, που χωριζόμαστε σε ίσους και πιο ίσους, που τόσοι άνθρωποι είναι άνεργοι, που ο πλανήτης πάει κατά διαόλου, που πρέπει να σκοτώνονται άμαχοι για τις τσέπες της ακαταμάχητης απανθρωπιάς και βλακείας, που γίναμε όλοι τόσο "δυνάμει" τρομοκράτες και φονιάδες, που είμαστε όλοι φυλακισμένοι σε ένα ατέρμονο "τι φταίει".

Άντε και γαμηθείτε που μέσα σας (και έξω σας) φοράτε το χαμόγελο της αυταρέσκειας και του τοκογλύφου, που ποτέ δεν σας ένοιαξε το "είναι" αλλά το "φαίνεσθαι", που μας καροϊδεύετε (ναι, "καροϊδεύετε", σαν το σκίτσο με το καρότο κρεμασμένο μπροστά στη μούρη του γαϊδάρου) για να κουβαλάμε τα λίπη σας στην ανηφόρα και μετά μας ζητάτε να σας αποζημιώσουμε για το καρότο που καταναλώσαμε.

Άντε και γαμηθείτε που μας κάνετε να αισθανόμαστε ανίσχυροι, που μας κάνετε να απαξιώνουμε ό,τι καλό έχει απομείνει, που αξία για εσάς έχει μόνο ότι αποτελεί νομισματική μονάδα.

Άντε και γαμηθείτε που σήμερα που κλείνω τα εικοσιτέσσερα, επίσημα με αξιολογείτε 300 ευρώ, που το πτυχίο μου και μεταπτυχιακό δεν σας κάνουν, που παραείμαι εξειδικευμένη για τα γούστα σας αλλά χωρίς προϋπηρεσία για να είμαι παραγωγική. Που νιώθω κουρασμένη να ακολουθήσω αυτό που μου αρέσει, που πρέπει να νιώθω τυχερή που δεν με έχετε βάλει με τους υπόλοιπους απόκληρους στα πεζοδρόμια, που ψάχνω να βρω αν είμαι κάπου ξεχωριστή ή καλή και τίποτα δεν έχει σημασία γιατί όλα στο αποτέλεσμα βρίσκονται και αξιολογούνται.

Άντε και γαμηθείτε που το δικό μου αποτέλεσμα είναι ένα στομάχι άρρωστο, μια διαρκής μελαγχολία, ένα πτυχίο που μετράει για εσάς πολλά για μένα τίποτα, ένα μεταπτυχιακό που δεν προχωράει γιατί έτσι αντιστεκόμαστε εμείς, με αυτοκαταστροφή και προσωπικό κόστος -όχι με μαλακίες ρε, πολιτικό κόστος και ένα χρόνο μετά να τα τσεπώνουμε από άλλη θέση-, μια δουλειά που δεν μ'αρέσει, δεν με πληρώνει αλλά πρέπει να την κάνω αλλιώς το πτυχίο που μετράει δεν πιάνει μία -ως μη γενόμενο ρε, αέρας αυτό αέρας και τα μυαλά μας-, παρατημένες ασχολίες γιατί κοστίζουν -κοστίζει ρε μαλάκα αυτό που ανατίμησες και ξέχασες να μου δώσεις τα ρέστα μου-, δυο θανάτους προσώπων που αγαπώ -αγαπώ γιατί αυτό ρε καραγκιόζηδες δεν τελειώνει ούτε αν το πείτε εσείς ούτε ο θάνατος ο ίδιος- σε ιδρύματα για ηλικιωμένους και άτομα με ειδικές ανάγκες -εκεί που δεν μπήκατε ποτέ ούτε εσείς ούτε κανείς που αγαπάτε, ούτε για τα φλας που τόσο σας αρέσουν δεν κάνατε τον κόπο ξεφτίλες-, μία σχεδόν βεβαιότητα που λέει ότι ποτέ δεν θα γίνω αυτό που πάντα ήθελα γιατί δεν πουλάει, δεν συμφέρει, δεν ανήκει καν στη δική σας λίστα της "δωρεάν" παιδείας, γιατί για να το κάνω πρέπει να με ανεχτείτε φοιτήτρια για δυο χρόνια ακόμα -και αυτό μαλάκες σας χαλάει τα σχέδια για Μύκονο ή μήπως σας τρομάζει να "παραμορφωθούμε";

Άντε και γαμήσου εαυτέ μου που το θάρρος να τα βροντήξεις όλα δεν το έχεις, που φοβάσαι να πιστέψεις ότι κάπου θα είσαι κι εσύ καλός, που κλείνεις τα εικοσιτέσσερα και νιώθεις κουρασμένος -γιατί ρε μαλάκα, τι ξέρεις εσύ από βάσανα,ε;-, που ψάχνεις μια ώρα ελεύθερη να καθαρίσεις το αχούρι που μένεις, που δεν δένεσαι με κανέναν γιατί βαριέσαι εύκολα, που γράφεις την άποψή σου και την κριτική σου ξέροντας μέσα σου ότι ειδικός δεν είσαι σε τίποτα, που το αποτέλεσμα σου φωνάζει ότι η εξίσωση είναι λάθος και δεν αλλάζεις το χ. Άντε και γαμήσου που είσαι τόσο σικέ και σε πιάνει κρίση στα γενέθλιά σου. Άντε και γαμήσου που ούτε τη Μεγάλη Εβδομάδα δεν σέβεσαι και βρίζεις σαν νταλικιέρης. Μαλάκα!

Όμως αρκετά το ευχαριστηθήκατε δεν νομίζετε; Είμαστε αυτό που ξέφυγε από το σπασμένο προφυλακτικό σας. Οι μέρες της ανέμελης συνουσίας τελείωσαν. Έσπασε ρε καραγκιόζηδες το πλαστικό και ξεχυνόμαστε πια, με ορμή. Και θα φτάσουμε εκεί όπου είναι να φτάσουμε. Χαμένοι δεν πάμε, γιατί τρέχουμε -δεν πεθαίνουμε πια σε αποστειρωμένο περιβάλλον που μας έφραξε το δρόμο, μας έκοψε στην εκτίναξη. Είμαστε αυτό που απευχόσασταν. Το ανέμελο γαμήσι τελείωσε. Τώρα είναι η ώρα των ευθυνών.