Thursday, 3 May 2007
Μικρά κόκκινα επαναστατικά λουλούδια
Θα έχετε παρατηρήσει ότι μέσα από το blog δεν αναφέρομαι σχεδόν ποτέ σε ταινίες ή μουσικές ή οποιοδήποτε άλλο πολιτισμικό δρώμενο. Αυτό συμβαίνει, κυρίως, για τρεις λόγους. Κατ' αρχάς γιατί δεν θέλω μέσω του βήματος αυτού να προωθήσω οιουδήποτε είδους κατανάλωση. Κατά δεύτερον γιατί υπάρχουν εξειδικευμένα τόσο sites όσο και blogs στην παρουσίαση και κριτική τέτοιου τύπου, οπότε δεν νιώθω ότι χρειάζεται να καλυφθεί κάποιο κενό -το οποίο δεν είμαι και σίγουρη ότι θα μπορούσα να καλύψω. Κατά τρίτον, η κριτική απαιτεί ήθος (για αυτό και πολύ συχνά θεωρώ ότι καταλήγει να είναι ανήθικη) και δεν έχω διάθεση να αντιμετωπίσω το ενδεχόμενο -ακόμα και λόγω παρεξήγησης - να ασκήσω κακόπιστη ή ανήθικη κριτική σε οποιονδήποτε δημιουργό.
Κατά παρέκκλιση αυτή τη φορά -και επειδή οι κανόνες επιβεβαιώνονται και από την εξαίρεση- ήθελα να αναφερθώ στην ταινία αυτή και στο μέλλον, όποτε ξανανιώσω την ανάγκη, θα αναφερθώ σε κάτι που θεωρώ σημαντικό.
κλειστόν λόγω αυστηρής λογοκρισίας

Φαντάσου ότι είσαι ένας νέος 25 χρονών που μένεις σε μια χώρα, η οποία συστηματικά καταπιέζει την ελευθερία της έκφρασης. Οι περισσότερες ιστοσελιδες με θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα “μπλοκάρονται” από ένα εθνικό φίλτρο και δεν εμφανίζονται ποτέ στην οθόνή σου. Θέλεις να επικοινωνείς με ανθρώπους από όλο τον κόσμο κι έτσι χρησιμοποιείς το PalTalk, ένα chat room που αν και η έδρα του είναι στην Νεά Υόρκη αλλά πολλοί χρήστες του μιλάνε τη γλώσσα σου. Στην ουσία είναι το παράθυρο του απομονωμένου κόσμου σου.
Μια μέρα που έχετε μαζευτεί στο σπίτι σου με φίλους και μιλάτε με άλλους χρήστες στο chat room, εισβάλλουν ξαφνικά στις τρεις το πρωί 50 αστυνομικοί, σας χτυπάνε και σε φυλακίζουν σε πλήρη απομόνωση για 9 ολόκληρους μήνες χωρίς ποτέ να σου απαγγελθούν κατηγορίες.
Περνάνε αυτοί οι μήνες και αφήνεσαι «ελεύθερος». Δε φοβάσαι να κατακρίνεις δημόσια την κυβέρνηση και υποστηρίζεις την αναγκαιότητα ειρηνικής αλλαγής της πολιτικής κατάστασης (στη χώρα σου είναι νόμιμο μόνο ένα πολιτικό κόμμα). Περίπου έξι βδομάδες μετά όμως, εκεί που κάθεσαι σε ίντερνετ-καφέ παρέα με τον αδερφό σου και διαβάζεις τα email σου και ειδησεογραφικά sites, σε πλησιάζουν άντρες της Ασφάλειας, σου φοράνε χειροπέδες και σε αναγκάζουν να τους οδηγήσεις σπίτι σου, όπου βρίσκουν και κατάσχουν, μία κάμερα, ένα κασετόφωνο, 2 CD και ένα βιβλίο που για κακή σου τύχη είναι απαγορευμένο επειδή υποστηρίζει την αναγκαιότητα δημοψηφίσματος για πολυκομματισμό στη χώρα.
Αν σε έλεγαν Truong Quoc Tuan και έμενες στο Βιετνάμ, τι νομίζεις ότι θα συνέβαινε μετά;
Θα ήσουν σε ένα κελί σε πλήρη απομόνωση χωρίς καμιά επαφή με δικηγόρους ή συγγενικά πρόσωπα. Θα σε κατηγορούσαν για προπαγάνδα εναντίον του κράτους και θα αναρωτιόσουν, στα αλήθεια για ποιο λόγο και για πόσα κλικ του ποντικιού σου αντιμετωπίζεις 20 χρόνια κάθειρξη…
Ή φαντάσου να δουλεύεις ως δημοσιογράφος σε κινέζικη εφημερίδα.
Τις παραμονές της 15ης επετείου από τη σφαγή στην πλατεία Τιενανμέν, σε συνάντηση του προσωπικού της εφημερίδας, σάς δείχνουν ένα μέμο από το Κεντρικό Τμήμα Προπαγάνδας για το πώς θα πρέπει να καλύψετε τις επετειακές εκδηλώσεις. Σε αυτό δίνονται οδηγίες στους εργαζόμενους στα ΜΜΕ να «κατευθύνουν σωστά την κοινή γνώμη», να «μην δημοσιεύουν ποτέ απόψεις που δεν είναι σύμφωνες με την επίσημη πολιτική» και να καταδίδουν στις αρχές τυχόν υποψίες που έχουν για συναδέλφους τους που επικοινωνούν με δημοκρατικά στοιχεία στο εξωτερικό.
Εσύ κρατάς σημειώσεις από αυτό το μέμο και το στέλνεις με email από τον προσωπικό σου yahoo! λογαριασμό σε κάποιον γνωστό σου στην Αμερική που διαχειρίζεται ένα πολύ γνωστό κινέζικο website, το Δημοκρατικό Φόρουμ. Το email δημοσιεύεται την ίδια μέρα με το ψευδώνυμο “198964” στα ανεξάρτητα κινεζόφωνα websites του εξωτερικού που έτσι κι αλλιώς είναι απαγορευμένα στη χώρα.
Σε συλλαμβάνουν μερικούς μήνες αργότερα. Η εταιρία Yahoo! θα έχει πολύ απλά δώσει τα στοιχεία του λογαριασμού της ηλεκτρονικής σου διεύθυνσης και την ακριβή τοποθεσία από την οποία στάλθηκε το επίμαχο email.
Αν το όνομά σου ήταν Shi Tao και έμενες στην Κίνα, τι νομίζεις ότι θα συνέβαινε μετά;
Θα καταδικαζόσουν με την κατηγορία της προδοσίας κρατικών μυστικών σε 10ετή κάθειρξη. Η γυναίκα σου θα ανακρινόταν καθημερινά από τις αρχές και η δουλειά θα της πίεζε να σε χωρίσει, πράγμα που τελικά θα έκανε. Θα είχες ελάχιστη επαφή με την οικογένειά σου. Θα μεταφερόσουν σε φυλακές υψίστης ασφάλειας και θα σου απαγόρευαν γράφεις ή να διαβάζεις. Η Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων θα σου απένειμε το Διεθνές Βραβείο Τύπου για την Ελευθερία, το οποίο φυσικά δε θα μπορούσες να παραλάβεις.
Φαντάσου να μπορούσες να απελευθερώσεις τον Truong Quoc Tuan και τον Shi Tao. Μπορείς!
Μπες στο www.amnesty.org.gr και πάρε μέρος στην εκστρατεία της Διεθνούς Αμνηστίας για την ελευθερία της έκφρασης στο ίντερνετ!
Sunday, 29 April 2007
Το ρετιρέ του εβδόμου
Κατάλαβα, πρόσφατα, τι εννοούν όσοι υποστηρίζουν ότι ο Θεός ζει ανάμεσά μας. Για την ακρίβεια δεν το κατάλαβα, το είδα με τα μάτια μου. Και για να είμαι πιο ακριβής, ξέρω που μένει. Ο Θεός είναι γείτονάς μου και για του λόγου το αληθές (επειδή ξέρω τι σινάφι απίστων είστε) ορίστε και η φωτογραφία από το κουδούνι του στην είσοδο της πολυκατοικίας μας (ήτοι του Παραδείσου).

Καταλαβαίνετε ότι το σοκ ήταν μεγάλο. Οι εξυπνάδες μου σε σχέση με την ύπαρξή του ή όχι σταμάτησαν ακαριαία κι αμέσως ένιωσα την ανάγκη να δω το πρόσωπό του. Κινήθηκα ύπουλα, έπιασα τη θυρωρό. Με φοβερή γαλιφιά, την ώρα που έψαχνε ρέστα για τα κοινόχρηστα και την απόδειξή μου, κατάφερα να αποσπάσω τις πληροφορίες που ήθελα. Ο «Κύριος» όπως με ενημέρωσε κατοικεί στον προτελευταίο όροφο, οροφοδιαμέρισμα διαμπερές (εδώ ζήλεψα λίγο, οι υπόλοιποι στοιβαζόμαστε σε έξι ορόφους, από οχτώ διαμερίσματα έκαστος -αλλά όπως και να το κάνεις Θεός είναι αυτός), επιφανείας επτακοσίων τετραγωνικών κι επτά δωματίων -ένα για κάθε ημέρα.
«Μόνος του μένει;», ρώτησα δήθεν αδιάφορα.
«Με τον γιο του. Έρχεται και μία κυρία μία στο τόσο, αλλά νομίζω είναι η καθαρίστρια. Μαγδαληνή την λένε, πολύ καλή κοπέλα.»
«Και με τι ασχολείται ο Κύριος;»
«Εμπόριο. Εισαγωγαί – Εξαγωγαί. Τι εμπορεύεται δεν γνωρίζω ακριβώς, πάντως πηγαινοέρχεται κόσμος. Ξέρεις, ο Θεός είναι πολύ κλειστός τύπος, δεν βγαίνει συχνά από το σπίτι του. Ρυθμίζει όλες τις δουλειές του από εκεί. Τον γιο του τον έχω δει κάποιες φορές, τον στέλνει για κανα θέλημα που και που... (βλέμμα καχυποψίας) Εσένα τι σε κόφτει ξαφνικά και κάνεις τόσες ερωτήσεις; Έχετε κανένα θέμα ανοιχτό;»
«Όχι, αν είναι δυνατόν... Ενημερωτικά... Έτσι, για να μαθαίνω σιγά σιγά τους νέους μου γείτονες. Τι διάολο, μια πόρτα είμαστε...»
«Σωστά... Λοιπόν, καλημέρα.»
Μετά από εβδομάδες παρακολούθησης συνειδητοποίησα πως, για φοβερή μου τύχη, μένω ακριβώς από κάτω από το δωμάτιο που ο Θεός περνάει τις Κυριακές του -την ημέρα, δηλαδή, που χαλαρώνει και ασχολείται με αυτά που του αρέσουν. Το θέμα κατάντησε εμμονή. Φύτεψα κοριό στο τηλέφωνο, ένα τηλεσκόπιο στην απέναντι ταράτσα, έστησα κι ένα εξελιγμένο σύστημα βιντεοσκόπησης για να συλλέξω ακόμα περισσότερες πληροφορίες για αυτόν. Και σας λέω, μα την πίστη μου πλέον, πως είναι πολύ cool τύπος.
Κατ' αρχάς φιλόζωος. Ένα θα σας πω. Ακόμα και τα «γαμοπερίστερα» που λέω εγώ, αυτός τα έχει σπίτι του και τα προσέχει. Φαίνεται, μάλιστα, πως έχει φοβερή αδυναμία σε ένα πάλλευκο κι όλη την ώρα κάθεται στον -αριστερό συνήθως- ώμο του (σαν πειρατικός παπαγάλος!). Κατά δεύτερον, είναι τελείως ξένος με την τεχνολογία. Όταν ξεκίνησα, δηλαδή, την παρακολούθησή του περίμενα πως θα έχει από ένα laptop σε κάθε δωμάτιο κι εξελιγμένο call center για γρήγορη εξυπηρέτηση. Έσφαλα, καθώς το μόνο που εντόπισα ήταν ένα χρυσό τηλέφωνο, παλαιάς τεχνολογίας, το οποίο μάλιστα έχει μπροστά μια μαρμάρινη επιγραφή στην οποία αναγράφεται «Στον Θεό για να μπορεί να επικοινωνεί μαζί μου. Andy Warhol». Αν αυτός ο κύριος δηλαδή δεν είχε φροντίσει να του κάνει δώρο ένα τηλέφωνο, τότε μπορεί κανένας να μην μπορούσε να τον βρει! Ακόμη, ανακάλυψα ότι ο Θεός είναι λάτρης του καλού φαγητού, παρακολουθεί μανιωδώς ειδήσεις, ντύνεται απλά μέσα στο σπίτι χωρίς καμία προτίμηση σε μάρκες και περνάει πολλές ώρες με το γιο του, πράγμα σπάνιο στη σύγχρονη εποχή για γονιό.
Ο οποίος γιος του, έχω να πω για το κουτσομπολιό, όσες φορές έρχεται αυτή η καθαρίστρια είναι μες στην τρελλή χαρά, κι όλο την ρωτάει αν χρειάζεται κάτι, κι όλο την κοιτάει με κάτι πολύ περίεργα βλέμματα. Κατά τα άλλα, όμως, φαίνεται μια χαρά παιδί. Μου κάνει εντύπωση πόσο υποχωρητικός και σεβαστικός είναι απέναντι στον πατέρα του. Μια φορά μόνο τους άκουσα να τσακώνονται, ενεργοποίησα τα συστήματα παρακολούθησης αλλά επειδή μάλλον τους πρόλαβα στο τελείωμα του καυγά, πρόλαβα να ακούσω μόνο ένα «Πατέρα, γιατί με εγκατέλειψες τότε;». Πολλά πράγματα δεν κατάλαβα από αυτό για αυτό και υπέθεσα ότι δεν είναι κάτι σοβαρό και πρόκειται περί παρεξηγήσεως.
Οι μέρες περνούσαν με ένα νέο ενδιαφέρον πια στη ζωή μου, όμως ό,τι και να έκανα ακόμα δεν είχα καταφέρει να μάθω δύο πράγματα -τα δύο που με απασχολούσαν περισσότερο από τα υπόλοιπα. Το ένα ήταν τι εμπορεύεται ο Θεός. Στο διαμέρισμά του δεν διέκρινα κάτι χαρακτηριστικό. Από τα τηλεφωνήματά του δεν έβγαλα άκρη. Αναφέρθηκαν, βέβαια, πολλά γνωστά ονόματα αλλά καταλαβαίνετε πως ο σεβασμός του απορρήτου των επικοινωνιών δεν μου επιτρέπει να σας τα μεταφέρω εδώ.
Το άλλο ήταν ποιος μένει στο ρετιρέ. Είναι αλήθεια ότι εξεπλάγην όταν έμαθα ότι κοτζάμ Θεός κατοικεί στον έκτο, στον προτελευταίο δηλαδή όροφο, αλλά αυτό έδωσε μια νέα τροπή στις έρευνές μου, οι οποίες επεκτάθηκαν και στον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας. Το κουδούνι της εισόδου δεν αναγράφει όνομα -αυτό πιστεύω το διαπιστώσατε και από την φωτογραφία. Με το τηλεσκόπιο σχεδόν μόνιμα πια στραμμένο στον έβδομο δεν κατάφερα να μάθω τίποτα. Τα παντζούρια είναι πάντα κλειστά, το μπαλκόνι άδειο και στην εξώπορτα του διαμερίσματος το κουδούνι έχει ένα λευκό χαρτάκι -άδειο. Το βράδυ, όμως, από τις γρίλιες φαίνεται φως αναμμένο -άρα κάποιος μένει εκεί και από ό,τι φαίνεται έχει λόγους να κρύβεται...
Απηύδησα, έχασα τον ύπνο μου, η παρακολούθηση μού έγινε μονομανία. Έχασα τη δουλειά μου επειδή δεν μπορούσα να ξυπνήσω πρωί λόγω των αϋπνιών μου, αρρώστησα γιατί με έφαγε το κρύο στην ταράτσα να κατασκοπεύω με το τηλεσκόπιο, ο φίλος μου με χώρισε γιατί πίστεψε πως ήμουν παθολογικά ερωτευμένη με τον γιο του Θεού και οι φίλοι μου δεν μου μιλάνε πια γιατί πιστεύουν -λένε- πως τους κοροϊδεύω και πως στην πραγματικότητα δεν τους βλέπω γιατί τους αποφεύγω. Ώσπου το Σάββατο αποφάσισα να βάλω τέρμα σε αυτήν την ξέφρενη πορεία μου προς την παρακμή.
Μπανιαρίστηκα πρωί πρωί, αρωματίστηκα, ντύθηκα σεμνά κι ανέβηκα στον έκτο. Ήμουν αποφασισμένη να πάρω τις απαντήσεις που ζητούσα. Μου άξιζε, γαμώτο, και μόνο που είχα καταφέρει μόνη μου να ανακαλύψω τόσα πράγματα! Χτύπησα το κουδούνι της εξώπορτας. Άνοιξε μετά από λίγο ο γιος.
«Καλημέρα.», είπε με την απορία εμφανώς σχηματισμένη στο πρόσωπό του.
«Καλημέρα, αντέτεινα εγώ. Παρακαλώ, θα ήθελα να μιλήσω για λίγο με τον Κύριο του σπιτιού.»
«Είστε...;»
«Industrial Daisies, μένω από κάτω.»
«Μισό λεπτό... (γυρίζει προς το εσωτερικό του σπιτιού) Πατέέέέέρα! Σε ζητάνε στην εξώπορτα. Περιμένετε λιγάκι,ε;»
«Πώς πώς... Παρακαλώ...»
(Μετά από λίγο ανοίγει η πόρτα ενός δωματίου, βγαίνει ο Θεός, σέρνει τα πασούμια του μέχρι την εξώπορτα.)
«Παρακαλώ;»
«Καλημέρα. Εεε, δεν με ξέρετε. Industrial Daisies λέγομαι, γειτόνισσα είμαι. Για την ακρίβεια μένω από κάτω σας...» (Με διακόπτει, καταφανώς ανήσυχος)
«Αν είναι για κάτι φωνές που ακούστηκαν πριν από λίγες μέρες, σας ζητώ χίλια συγνώμη. Είχαμε έναν μικρό διαπληκτισμό με τον γιο μου. Δεν θα επαναληφθεί...»
«Όχι όχι, μην το συζητάτε, αλίμονο. Για άλλο σας ήθελα... Ξέρετε, μου είπε η θυρωρός ότι ασχολείστε με το εμπόριο αλλά δεν ήξερε να μου πει λεπτομέρειες. Σκοπεύω κι εγώ να ανοίξω δική μου επιχείρηση και θα ήθελα αν μπορείτε να με κατατοπίσετε. Είμαι νέα στο επάγγελμα και δεν ξέρω κάποιον να με βοηθήσει. Κι έχω ακούσει τα καλύτερα για εσάς, για αυτό σκέφτηκα μήπως...»
(Βγάζει το κεφάλι του έξω από την πόρτα, κοιτάζει διερευνητικά στον διάδρομο και χαμηλόφωνα γυρίζει προς το μέρος μου)
«Περάστε λίγο μέσα. Αυτά τα πράγματα δεν συζητώνται στην είσοδο.»
(Μπαίνω διστακτικά -όσο να 'ναι σε ένα σπίτι, πρώτη φορά, με δύο άγνωστους άνδρες μέσα- και κλείνει την πόρτα πίσω μου.)
«Ακούστε, δεσποινίς. Ευχαρίστως αν μπορούσα θα σας βοηθούσα.»
«Μα δεν σας ζητάω κάτι σπουδαίο. Ενημερωτικά να μου πείτε κάποια πράγματα, έτσι για να ξεκινήσω!»
«Δεν με καταλάβατε. Δεν είμαι έμπορος. Αυτή είναι η ιδιότητά μου στα χαρτιά.»
«Δεν σας καταλαβαίνω.»
«Δεσποινίς, και σας παρακαλώ αυτό να μείνει μεταξύ μας, δεν είμαι έμπορος. Για φορολογικούς λόγους μπαίνει δίπλα στο όνομά μου αυτή η ιδιότητα.»
«Και με τι ασχολείστε τότε; Πώς συντηρείτε τέτοιο σπίτι και παιδί;»
«Ο κύριος του εβδόμου.»
(Συγκρατώ την ψυχραιμία μου. Αν το χειριστώ σωστά ξέρω ότι θα μάθω ό,τι θέλω.)
«Ο κύριος του εβδόμου τι; Είναι έμπορος αυτός; Να απευθυνθώ σε εκείνον δηλαδή για βοήθεια;»
«Σσσσσσσσσςςς! Μην τα φωνάζετε αυτά, όχι, όχι, αν είναι δυνατόν! Ο κύριος του εβδόμου είναι ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος αυτού. Η συμφωνία μας λέει πως αυτός θα μας παρέχει στέγη και τροφή κι εγώ θα βάζω το όνομά μου στις επιχειρήσεις του. Καταλάβατε; Για φορολογικούς λόγους. Και για λόγους αξιοπιστίας.»
«Καλά, και γιατί δεν βάζει το δικό του; Πώς τον λένε, Ρωχάμη;»
«Χριστόδουλο.»
Υ.Γ.: Για όσους δεν το κατάλαβαν, ο Άγιος Πέτρος είναι γυναίκα.
Friday, 27 April 2007
Όταν ο Σούπερμαν συνάντησε τη Βαρύτητα
Το ξέρω.
Με θάνατο τρομερό θ' ανταμειφθώ
Μα όταν θά'ρθει η ώρα εκείνη
Θέλω μαζί μου να πάρω
Ένα φανάρι
Μην χάσει ο βαρκάρης το δρόμο
Και από λάθος
Βρεθώ πάλι εδώ.
Είναι δίπλα μου, ο Ε. μου, μιλώντας για τον έρωτα που μπήκε σε ένα καρβουνοκαπνισμένο τρένο κι έφυγε. Με μια παντόφλα και ξεβράκωτος το μαντήλι του κούνησε στον εαυτό που πέθανε εκείνη τη μέρα. Η αντανάκλαση της αγάπης του πάνω της τού γυρίζει λογαριασμό τη ζωή του. Μια ματιά της κι ένα ψίχουλο θα τον κάνουν να αντέξει λίγο ακόμα. Μετά... Μετά η δίνη, να στροβιλίζεται να καβαλάει τεράστιες μπάλλες, γεμάτες παράνοια κι επιστροφές, να τους δίνει μια στα καπούλια και να τραβάει για τον γκρεμό.
Και τώρα φίλε μου,
Αδερφέ μου,
Αγαπημένε μου,
Θα πρέπει απ' την αρχή να μάθουμε
Να ζούμε.
Από παιδί ένιωθα μόνη. Το είχα πάρει απόφαση πως ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι μόνος. Χωρίζεται απλά σε τρεις κατηγορίες. Σε αυτούς που δεν το ξέρουν, σε αυτούς που το ξέρουν αλλά ξεγελούν τον εαυτό τους για να ξεχάσουν και σε αυτούς που το ξέρουν και πρέπει να πορευτούν με αυτό. Έκανα λάθος. Υπάρχουν κι αυτοί που δεν μπορούν να υπάρξουν μόνοι. Αυτοί που χρειάζονται τον έρωτα -τον έρωτα της ζωής τους- για να πουν πως έζησαν.
Και στο 'χα πει.
Ο Σούπερμαν ποτέ δεν πέταξε για εμάς
Κι εγώ που πάντα φώναζα
Πως η Ωραία Κοιμωμένη προσποιούταν
Μαζί σου περιμένω
Να ζήσουμε εμείς καλά
Κι οι άλλοι καλύτερα.
Wednesday, 25 April 2007
Monday, 23 April 2007
Ο Πόντιος Πιλάτος, τα Παρίσια και η δημοκρατία
Θα γράψω, όμως, για μια άλλη χούντα. Μια χούντα που δεν έχει μία μόνο θλιβερή επέτειο, ούτε περνά από δίκη. Θα γράψω για τον φασισμό όπως εγώ τον αντιλαμβάνομαι στο σήμερα, στο εδώ. Έτσι το ζω. Έτσι το παρατηρώ. Να το ξορκίσω δεν ξέρω. Να το παλέψω προσπαθώ.)
Αυτήν την φράση την έχω ξεκινήσει και την έχω σβήσει πέντε φορές μέχρι τώρα -ένδειξη εκνευρισμού. Και τώρα που έγραψα αυτό μπορώ να συνεχίσω χωρίς να με νοιάζει πώς πρέπει να ξεκινήσω την παράγραφό μου. Είναι φασισμός για την ψυχή μου να είμαι παρά τη θέλησή μου σε βαφτίσια, να ακούω υπομονετικά τον παπά να διαβάζει όλα τα προσευχητάρια και ό,τι άλλο μπορεί να διαβαστεί στην περίσταση, να ακούω υποδείξεις προς τη νονά ότι δεν διάβασε δυνατά το "Πιστεύω" και μετά λογύδριο περί του ανιστόρητου Έλληνα που δεν γνωρίζει απέξω το "Πιστεύω". Που τολμά να αμφισβητήσει την ελληνικότητα του κειμένου αυτού. Που δεν πιστεύει ακράδαντα, διατεθειμένος να χύσει και το αίμα του για αυτό, πως ορθόδοξη εκκλησία-ελληνισμός-δημοκρατία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.
Ξέρω, παπά μου, ο Απόστολος Πέτρος γεννήθηκε στα σημερινά Καμίνια και ψάρευε πέρκες μέχρι που ο Ιησούς -που γεννήθηκε στον Κολωνό, φτωχογειτονιά από τότε- κατηφόρισε στα μέρη του και τον πήρε μαζί του. Ξέρω, παπά μου, η κεφαλή της ορθόδοξης εκκλησίας πώς στήριξε την επανάσταση στα πρώτα της βήματα. Αλλά, επειδή υποθέτω πως όχι τυχαία έβγαλες τέτοιο φλογισμένο λόγο μία μέρα μετά την επέτειο της ανόδου των συνταγματαρχών (με μικρό το "σ", όσο πιο μικρό γίνεται, να εξηγούμαστε), ξέρω παπά μου το μίσος που τρέφατε οι περισσότεροι ιεράρχιδες(sic) για τα φασιστόμουτρα. Ξέρω, παπά μου. Με το ζόρι σας τραβούσαν σε πανάκριβα δείπνα. Με το ζόρι σας αποσπούσαν πληροφορίες για αγωνιστές. Με το ζόρι ο χριστόδουλος (με μικρό το "χ", να εξηγούμαστε) σπούδαζε στα Παρίσια τότε. Ξέρω, παπά μου, από σεμνότητα δεν λέει ότι με τη Μελίνα και το Μάνο πάλευαν τότε στο εξωτερικό για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, έτσι δεν είναι;
Είναι φασισμός να κουνάς το σκήπτρο σου μέσα στο ανάκτορό σου και να απαιτείς από τους υπηκόους να συμφωνούν κουνώντας το κεφάλι τους συγκαταβατικά. Είναι φασισμός να στηρίζεσαι στην παραπληροφόρηση και την προπαγάνδα για να σχηματίζεις "ορδιές πιστών" που όμοια με ξύλινα ανεγκέφαλα στρατιωτάκια θα σε ακολουθούν σε κάθε εκστρατεία. Είναι φασισμός με παντιέρα εικόνες (σύμβολα ουσιαστικής πίστης για κάποιους)να καταλαμβάνεις "ελέω Θεού" θέση από την οποία μιλάς για τα πάντα και επηρεάζεις κατά το συμφέρον σου.
Μεγάλωσα ακούγοντας μεγαλύτερους να μου λένε να σωπάσω. Γιατί εγώ δεν έζησα την Χούντα. Εγώ μεγάλωσα με όλες τις ανέσεις σε μια δημοκρατία. Για πόσο ηλίθιους μας έχετε; Εγκλωβισμένοι πάντα στην ηρωποιημένη εικόνα σας. Παλέψατε για την αποκατάσταση της δημοκρατίας και μετά αυτοχριστήκατε Πόντιοι Πιλάτοι της σύγχρονης εποχής. Πόντιοι Πιλάτοι εδραιωτές και στρατιωτάκια ενός καπιταλισμού που επί ημερών σας έθεσε και θέτει θεμέλια. Διαιωνιστές σαθρών αντιλήψεων, επιφανειακών. "Δημοκρατία είναι η ψήφος κάθε τέσσερα χρόνια." Δεν είναι δημοκρατική η αγορά σας. Δεν είναι δημοκρατικά τα μέσα ενημέρωσής σας. Δεν είναι δημοκρατικό το σύστημα υγείας σας. Δεν είναι δημοκρατική η κοινωνική πρόνοιά σας. Δεν είναι δημοκρατική η δικαιοσύνη σας. Δεν είναι δημοκρατική η παιδεία σας. Δεν είναι δημοκρατικά τα όνειρά σας.
Νομίζετε ότι αυτά δεν τα καταλαβαίνουμε; Σας μυριστήκαμε. Σας μυριστήκαμε από την μπόχα που ξεχύνεται από τα γραφεία σας, από τα πολυτελή αυτοκίνητα και σπίτια σας, από το κορμί που περιφέρετε άσκοπα σε διασκεδάσεις. Σας μυριστήκαμε από τη σάπια τηλεόρασή σας, από τη βρώμα που ξεχύνεται από τα στόματά σας όταν μιλάτε για εμάς. Από τη γλοιώδη εξάρτησή σας από τους κουμπάρους και τους νταβατζήδες, από το αίμα αυτών που δείρατε στο δρόμο όταν φώναζαν για δημόσια δωρεάν παιδεία -δεν ήταν τα ΜΑΤ που έδερναν, ήσασταν όλοι εσείς που βρίζατε τους "αλήτες". Φασίστες είστε γιατί ποτέ δεν ήσασταν κάτι άλλο. Δεν παλέψατε όλοι για την δημοκρατία. Σας βόλεψε όταν ήρθε από τους αγώνες κάποιων. Αλλά και πριν μια χαρά την είχατε βολέψει -σας έφτιαχναν δρόμους, σας θάμπωναν με παρελάσεις και μια χαρά τη βγάζατε.
Δεν είναι θράσος το δικό μας. Που φωνάζουμε. Που δεν σκύβουμε το κεφάλι όταν περνάτε δίπλα μας. Που κατακρίνουμε το βόλεμά σας. Που αρνούμαστε να μυρίσουμε τη μπόχα σας για τριαντάφυλλο.
Θράσος είναι το δικό σας. Που μιλάτε για καταπάτηση του δημοκρατικού σας δικαιώματος να βρωμίσετε με το πολυτελές αυτοκίνητό σας για ακόμη μια μέρα την πόλη επειδή φωνάζουμε για δωρεάν παιδεία. Που μιλάτε για δημοκρατία όταν τα παίρνετε για να κράζετε από δημόσια βήματα σαν τα κοράκια όποιον σας υποδείξει ο νταβατζής σας. Που μιλάτε, ιεράρχιδές μου, για δημοκρατία όταν όντας ο πιο προσοδοφόρος οργανισμός ξοδεύετε τα χρήματα του λαού για θρησκευτικές κρουαζιέρες και λιτά δείπνα. Που "σπουδάζατε στα Παρίσια" πώς να χτίσετε την κοιλιά σας -και το δέρμα φράπα- και τώρα φασιστικά θέλετε να μας διδάξετε ιστορία.
Θράσος και φασισμός είναι να πιστεύετε ότι τίποτα δεν καταλαβαίνουμε, ότι για τίποτα δεν έχουμε δικαίωμα να μιλάμε κι ότι η δική μας η ψυχή εξαγοράζεται με οθόνες εκπομπής ηλιθίων. Θράσος είναι να πιστεύετε ότι σε μια κοινωνία που ό,τι το παίζεις είσαι -που εσείς φτιάξατε- εμείς θα το παίξουμε φτηνές πόρνες. Σας καταλάβαμε, ρε. Ξυπνήστε, βρωμίστε τα χέρια σας μαζί μας (τους Πόντιους Πιλάτους η ιστορία δεν τους δικαίωσε ποτέ) κι ελάτε να ονειρευτούμε παρέα. Η δημοκρατία θέλει όνειρο, όραμα και φαντασία. Αυτό δεν το μάθατε εκεί στα Παρίσια;
Friday, 20 April 2007
Ιερή Βία
Τη νύχτα κοιμήθηκε πιο ήσυχα από ποτέ. Είδε, λέει, πως πήγε κοντά της, ξεκόλλησε απαλά τα κολλημένα στο δέρμα με αίμα μαλλιά της κι εκείνη του χαμογέλασε. "Ποιά μοίρα δίπλα σου με φέρνει;", ψιθύρισε αποκαμωμένη και το κεφάλι της ξανάπεσε άπνοο στο μπράτσο του. Εκείνος έσκυψε, λέει, στο αυτί της -οι μπούκλες του της γαργάλισαν τα ματοτσίνορα κι εκείνα σάλεψαν ενοχλημένα- και της είπε απαλά "Αδιάρρηκτη μοίρα καλή μου. Μην φοβάσαι."
Στον ξύπνιο του, μέχρι χθες, ήταν ανήσυχος. "Αρκεί, πατέρα, το δικό μου αίμα; Είναι καλό;" Χίλιες φορές είχε ακούσει πως αυτός είναι ο εκλεκτός -αθώος, αμόλυντος όπως ήταν κι εκείνη πριν τη σφάξει σαν γουρούνα ο μεγάλος του αδερφός. Βασανίστηκε. Αναρωτιόταν πώς ο αδερφός του έκανε κάτι τέτοιο. "Δεν μπορεί, επαναλάμβανε μέσα του, κάτι θα του έκανε. Δεν ήταν βίαιος ποτέ μέχρι τώρα. Δεν μπορεί, κάτι θα του έκανε." Λέξη δεν του πήρε κανείς. Προθυμοποιήθηκαν οι γονείς τους να το ρίξουν ότι αυτή τον κορόιδευε, ότι τον ατίμασε. Δεν δέχθηκε. Ένα απλό "Εγώ το έκανα." και μετά η σιωπή του. Μια ατάραχη σιωπή, ένα βλέμμα που ξεκουραζόταν ήσυχο στην επιφάνεια της λίμνης του αίματός της.
Σήμερα, όμως, είναι γαλήνιος. Μετά από αυτό τα πράγματα θα ηρεμήσουν πάλι στο χωριό. Θα σταματήσει η οικογένειά του να είναι στιγματισμένη, θα ξαναγίνουν όλα όπως παλιά. Δεν είχε κι άλλη επιλογή. Όμως το θεωρούσε χρέος. Στο αίμα της που δεν έπρεπε να μολυνθεί με βρώμικο, αενάως ρέον αίμα. Το δικό του θα συμπλήρωνε το δικό της. Και οι άλλοι θα μπορούσαν να γυρίσουν στους ρυθμούς της ζωής. Τίμια πράγματα. Ο ουρανός είναι καταγάλανος, οι μυρωδιές τον ταξιδεύουν. "Πώς να είναι άραγε;" Μειδιά. "Θα μάθω σύντομα."
Έφτασε τελευταίος στην πλατεία. Η ξύλινη εξέδρα είχε στηθεί προχείρως κάτω από τον μοναδικό εναπομείναντα πλάτανο στο χωριό. Με ένα βλέμμα χαιρέτησε τους δικούς του, ανέβηκε σταθερά τα ξύλινα σκαλιά κι ακούμπησε το κεφάλι του στον πάγκο. Περίεργη ομοιότητα με τον πάγκο που είχαν στο αγρόκτημα για να ξελαιμιάζουν τις κότες. Ο δήμαρχος πλησίασε. Με ένα ξυράφι πριόνισε τις μπούκλες του. Τις έσφιξε στην παλάμη του και μουσκεμένες τις παρέδωσε στην μητέρα του. Εκείνη τις έχωσε βιαστικά στον κόρφο της και γύρισε από την άλλη. Είχε υπέροχα μαλλιά η μάνα του. Κατάμαυρα και μακριά -"Ευτυχώς που δεν βρίσκεται αυτή στη θέση μου. Δεν θα το άντεχε."
Έκλεισε τα μάτια του. Έβλεπε καθαρά τώρα. Μόνο αυτός είχε γλιτώσει από τον νόμο του αίματος. Ναι, σίγουρα εκεί που πήγαινε δεν χρειαζόταν τις μπούκλες του. Ήθελε όλα να τα βλέπει.
Η εξέδρα ξεστήθηκε πρόχειρα, όπως είχε στηθεί. Κανείς δεν ασχολήθηκε να σφουγγαρίσει τα πλακάκια της πλατείας από τις πιτσιλιές. Ούτε να ξύσει τον πλάτανο. Πρόχειρα και σταθερά όλα έγιναν. Όπως πριν...
Υ.Γ.: Με θέμα την εκδίκηση έχω αναλάβει μια εργασία στα πλαίσια του μεταπτυχιακού που παρακολουθώ. Ήταν δική μου επιλογή και την δουλεύω με υπομονή, επιμονή, με παραίτηση κι έλλειψη έμπνευσης ενίοτε αλλά κυρίως με αμείωτο ενδιαφέρον και περιέργεια από την αρχή έως σήμερα. Την βλέπω παντού, εκφρασμένη ή μη, καθαρή ή μεταμορφωμένη σε κάτι άλλο. Η ιστορία αυτή γεννήθηκε μέσα μου διαβάζοντας κάποια στιγμή το -πάντα εντυπωσιακό- βιβλίο του Rene Girard "Το Εξιλαστήριο Θύμα - Η βία και το ιερό".