Friday, 8 June 2007

Επιστροφή σε βασικές σκέψεις

Τελικά, τα γουρούνια παντού την ίδια όψη έχουν.

Wednesday, 6 June 2007

Πορτραίτο της ελευθερίας ή πώς αυτή δεν χωρά σε κορνίζες

Ο τοίχος έλαμπε. Φρεσκοβαμμένος, σε μία παλ κρεμ απόχρωση. Πρώτα βρήκε τη θέση της σε αυτόν η παλιά εικόνα της Παναγίας με το Χριστό αγκαλιά, δώρο της γιαγιάς του όταν εκείνος πέρασε στο Πανεπιστήμιο. Δεξιά, ψηλά. Δίπλα ακριβώς κρέμασε το δώρο του φίλου του Αμπντούλ στα προηγούμενα γενέθλιά του. Μια εικόνα που αναπαριστούσε τον Μωάμεθ στην Kaaba, μια εικόνα γεμάτη χρώματα. Σκέφτηκε να την βάλει αλλού, ότι δεν ταίριαζε με την εικόνα της Παναγίας. «Μπα, ενδιαφέρον είναι», σκέφτηκε και χαμογέλασε με την πρωτοτυπία της σύλληψης. Σειρά είχαν δύο αφίσες του Lautrec, το «Woman pulling up her stocking» και το «Rue des Moulins: The Medical Inspection». Βρήκαν το χώρο τους στο κέντρο του τοίχου, ακριβώς πάνω από εκεί που θα έβαζε το γραφείο του. Αγαπημένος του ο Lautrec, στο σαλόνι είχε αποφασίσει να βάλει τις άλλες δύο, από το καμπαρέ.

Ο χώρος λιγόστευε, έπρεπε να βρει έναν τρόπο να χωρέσει σε αυτόν τον τοίχο και τα υπόλοιπα που είχε στο μυαλό του. «Σίγουρα θα μπει εδώ κι ο πίνακας της Νάντιας», τον άρπαξε κι άρχισε να κοιτά τον τοίχο διερευνητικά, ψάχνοντας για το σημείο εκείνο που θα του ταίριαζε η πρόκληση. «Αριστερά, ψηλά!», έπιασε ένα καρφί και άρχισε μια νέα τρύπα. «Νέμεσις» ήταν ο τίτλος του πίνακα της καλύτερής του φίλης, αριστούχου της Σχολής Καλών Τεχνών και άνεργης από όταν τελείωσε. Άνεργης γιατί ναι μεν έβγαζε κάποια χρήματα σχεδιάζοντας αφίσες για διαφημιστικές καμπάνιες, πουθενά όμως δεν έβρισκε να εκθέσει τα έργα της. Οι πόρτες κλειστές κι εκείνη απόλυτη, δεν ήθελε ποτέ να παρακαλέσει κανέναν. Η «Νέμεσις», λοιπόν, κρεμάστηκε διαμετρικά αντίθετα από την εικόνα της Παναγίας και του Μωάμεθ, αριστερά ψηλά. Ένας άνδρας φορούσε φουστάνι, σε έναν πίνακα εμφανώς αναφερόμενο στην περίοδο της Αναγέννησης, και μια γυναίκα, από πίσω του, το είχε ανασηκώσει ενώ εύκολα κάποιος διέκρινε ένα αντρικό μόριο να ξεπροβάλλει από το παντελόνι της, σε πλήρη στύση. «Είναι θεόμουρλη», σκέφτηκε· αυτό σκεφτόταν πάντα όταν έβλεπε έναν νέο της πίνακα. Τη θαύμαζε για τις ιδέες της, για τη ριζοσπαστικότητα της τέχνης της· αυτός ήταν ένα απλό θετικό μυαλό, χωρίς άνεση στην επιπρόσθετη σκέψη.

Λίγες ώρες μετά είχαν κρεμαστεί και τα υπόλοιπα. Το πτυχίο του, ένα ημερολόγιο τοίχου με φωτογραφίες από τη φύση και η πινακίδα του αυτοκινήτου του στην Ιταλία. Το τελευταίο του άρεσε πολύ, θεωρούσε ότι ήταν το πιο πρωτότυπο αντικείμενο που είχε κρεμαστεί ποτέ σε τοίχο. Τις επόμενες ημέρες κατάφερε να φτιάξει το σπίτι όπως ήθελε. Η καινούρια του ζωή ξεκινούσε, έμενε μόνο να τελειώσει και η Μαρίλια με τις σπουδές της και να μετακομίσει. Αυτό, όμως, μετά τις διακοπές που ξεκινούσαν την Δευτέρα. Έφυγαν, το Αιγαίο τους περίμενε για να τους ξεκουράσει, να τους δροσίσει και να τους προσφέρει απλόχερα τους αέρηδές του.

«Κάτσε, παιδί μου, λίγο ήσυχα στο κάθισμα. Έχω να πω δυο λογάκια με τον κύριο δίπλα.»

(Αφήνει το παιδί στο ξύλινο κάθισμα, εκείνο ήσυχο, παρατηρεί.)


«Συγγνώμη, κύριε, νομίζω ότι θα πρέπει να επιδείξετε σεβασμό και να αποχωρήσετε αυτοβούλως.»
«Σε εμένα μιλάτε μανδάμ;»
«Ναι, σε εσάς απευθύνομαι, μην κάνετε τον αδιάφορο. Παρ' όλο που δεν έχετε την στοιχειώδη ευγένεια να μας δείξετε το πρόσωπό σας εγώ σας απευθύνω το λόγο.»
«Και τι θέλετε, δηλαδή; Να αποχωρήσω για ποιον λόγο;»
«Ακούστε, κύριε, δεν είναι δυνατόν να μπούμε σε μια τόσο μεγάλη συζήτηση. Το ξέρω ότι το παιδί σας έβαλε εδώ, όμως υπάρχει χώρος για έναν από τους δύο μόνο. Σε λίγο καιρό θα αρχίσει να καταλαβαίνει κι ο γιος μου και δεν θέλω να μεγαλώνει δίπλα σε κακά πρότυπα...»
«Να με συγχωρείτε, κυρία, πρόκειται περί παρεξηγήσεως. Δεν ξέρω ποιος σας έχει μιλήσει άσχημα για εμένα, σας διαβεβαιώ, όμως, ότι μάλλον πρόκειται περί συκοφαντίας. Και πριν κάνουμε την συζήτηση αυτή, και αντιληφθείτε το σφάλμα σας, έχετε δει τι μένει απέναντί μας;»
«Όχι, δεν μπορούσα να γυρίσω από εκείνη την πλευρά. Ξέρετε, έχω πρόβλημα εκ γενετής στους μυς του λαιμού και δεν μπορώ να γυρίσω προς τα αριστερά. Καθίστε να κάνω μια προσπάθεια. Μου επιτρέπετε να έρθω λίγο στην δική σας πλευρά για να μου είναι ευκολότερο;»
«Βεβαίως, παρακαλώ!»
«Μα... Μα, αυτό είναι απαράδεκτο! Θεός φυλάξοι! Πόσες μέρες είναι αυτό το έκτρωμα κρεμασμένο στον ίδιο τοίχο με εμάς;»
«Κάτι ημέρες, από όταν το κρέμασε το παιδί προσεύχομαι· προσεύχομαι στον Αλλάχ να το πάρει από τα μάτια μου...»
«Κάτι πρέπει να κάνουμε. Δεν μπορεί αυτό το βλάσφημο δημιούργημα να παραμένει εδώ! Μεγαλώνουμε και μικρά παιδιά!!»
«Έχετε δίκιο... Έχετε απόλυτο δίκιο. Σκεφτόμουν, αν θέλετε, να πάμε από εκεί και να έχουμε δυο λογάκια με αυτά τα δύο τέρατα!»

Δένει το γιο της στο κάθισμα, ξεπηδούν οι δυο τους από τις εικόνες και πλησιάζουν τη «Νέμεσις».

(Ξερόβηχας, να καθαρίσει ο λαιμός)


«Δεν θα υπάρξει άλλη προειδοποίηση. Σηκωθείτε και φύγετε πριν η οργή του Αλλάχ πέσει στα κεφάλια σας! Η κυρία από εδώ μεγαλώνει παιδί κι εσείς ντροπιάζετε τα δύο φύλα και μόνο με την ύπαρξή σας!»

(Χασκόγελα από τις δύο φιγούρες)


«Μα, δεν είστε σοβαρός μου φαίνεται! Εμείς κανέναν δεν προσβάλλουμε, κριτική ασκούμε. Κι αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμά μας!»
«Δεν θα το πω άλλη φορά! Γυναίκα είσαι εσύ κι εσύ άνδρας; Θα έπρεπε να έχετε αυτοκτονήσει για λόγους ευθιξίας! Ποια κριτική; Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάζει τη βούληση του Αλλάχ!»
«Ούτε του Κυρίου! Τι πράγματα είναι αυτά παιδιά μου; Ζητήστε συγχώρεση κι Αυτός θα είναι μεγαλόψυχος. Μην συνεχίσετε έτσι, είναι παιχνίδια του Διαβόλου αυτά! Μάζεψε παιδί μου τα φουστάνια σου. Κι εσύ, κούμπωσε το παντελόνι σου... Δεν μπορώ ούτε να σας αντικρίζω!»
«Ακούστε, επιστρέψτε στα πόστα σας κι αφήστε μας να χειριζόμαστε τα κεφάλι μας όπως θέλουμε... Δεν τα βάζουμε με εσάς, ο άνθρωπος έχει ξεφύγει από το νόημα των λεγομένων σας. Τον άνθρωπο προσπαθούμε να ξυπνήσουμε, όχι να πυρπολήσουμε τη θέση σας.»
«Τελευταία ευκαιρία.»
«Φύγετε!»

Στον δρόμο της επιστροφής τα κεφάλια σκυφτά, γεμάτα οργή.
«Τι θα κάνουμε;», ρωτάει πρώτη εκείνη.
«Μην ανησυχείς, σε λίγη ώρα θα έχουμε απαλλαχτεί από τους βλάσφημους...»
Γυρίζουν, αγκαλιάζει το γιο της γεμάτη στοργή, του χαϊδεύει το κεφαλάκι στρέφοντάς το επίμονα προς τον κόρφο της όποτε πάει να το γυρίσει αλλού. Ακούει έναν ψίθυρο.
«Ψψψτ! Μ' ακούς;»
«Ναι!»
«Λοιπόν, πάνω στην βιβλιοθήκη, ακριβώς δίπλα μου, το παιδί έχει παρατάξει τα ξύλινα στρατιωτάκια που είχε μικρός. Τους τα είπα όλα και ήδη ετοιμάζουν επιχείρηση! Σε λίγη ώρα οι άπιστοι θα είναι παρελθόν!»

(Χαμογελάει κάτω από τα μουστάκια της)


«Ωραία, λέει, δεν μένει παρά να περιμένουμε!»

(Λίγη ώρα μετά ακούγονται κλαγγές όπλων, στρατιωτικά συνθήματα. Ο χώρος γεμίζει καπνό.)


«Τι γίνεται; Δεν μπορώ να γυρίσω το κεφάλι μου!»
«Αντιστέκονται οι βλάσφημοι. Οι δικοί μας, όμως, έχουν ήδη καταφέρει να πιάσουν αιχμάλωτο τον φουστανάτο! Η κοπέλα τρέχει να ξεφύγει... Για μισό λεπτό, έχει πολύ καπνό... Την ξυλοφορτώνουν τώρα.»

(Ένας πυροβολισμός ακούγεται.)


«Τι έγινε; Το παιδί κλαίει! Σσσσσς, σώπα μωρό μου. Τίποτα δεν είναι!»
«Την σκότωσαν! Πήγε να τραβήξει το όπλο ενός και την εκτέλεσαν! Τα πράγματα πάνε καλύτερα από όσο πίστευα!»

Μετά από λίγη ώρα ο καπνός είχε εξαφανιστεί. Οι δυο φιγούρες έλειπαν, τα αίματα είχαν καθαριστεί και στον πίνακα είχε απομείνει μόνο το αναγεννησιακό τοπίο.
«Ελάτε από εδώ, κυρία. Ελάτε να δείτε πόσο όμορφα είναι τώρα!»

(Αφήνει απαλά το παιδί που έχει αποκοιμηθεί στο κάθισμα και πάει στην πλευρά του.)


«Τώρα μάλιστα! Σας ευχαριστώ πολύ για την παρέμβασή σας... Δεν ξέρω αν θα τα είχα καταφέρει μόνη μου. Με ένα μωρό παιδί στην αγκαλιά... Ίσως τελικά να έχετε δίκιο. Ίσως να πρέπει να συζητήσουμε οι δυο μας και ίσως και να μην έχουμε μόνο σημεία διαφωνίας...» «Είμαι όλος στη διάθεσή σας...»

Ασφαλώς, παρέλειψαν να κοιτάξουν χαμηλά... Οι φιγούρες του Lautrec τα είχαν δει όλα. Ανήμπορες να αντιδράσουν, ανήμπορες να κατανοήσουν όλη αυτή τη βαρβαρότητα που εξελίχθηκε μπροστά στα μάτια τους. «C' est terrible!», μονολογούσαν κουνώντας το κεφάλι τους. Σουλουπώθηκαν, έσιαξαν τα ρούχα τους και συγκάλεσαν έκτακτο συμβούλιο. Αρκετή ώρα μετά η απόφαση πάρθηκε. Ακούστηκαν πολλές απόψεις, όλοι όμως συμφωνούσαν ότι αυτό δεν έπρεπε να περάσει έτσι. «Ο πατέρας μας δεν θα το άφηνε έτσι το πράγμα!». Σε αυτό συμφώνησαν. Είδαν ότι δεν ήταν αρκετοί, ούτε τόσο δυνατοί, για να τα βάλουν με το στρατό και με την άνωθεν βούληση και συμπέραναν πως η διαμαρτυρία τους θα έπρεπε αλλιώς να εκφραστεί. Τελικά, έβγαλαν τα χέρια τους έξω από τις αφίσες, ξεκόλλησαν το blutack από τον τοίχο κι έπεσαν πάνω στο γραφείο, γυρισμένες ανάποδα.

«Ελπίζω να επιστρέψει γρήγορα ο φίλος μας, δεν νομίζω ότι έτσι έχουμε επαρκή αέρα για να επιβιώσουμε», είπε η μία.
«Μέχρι τέλους θα το πάμε, ό,τι χρειαστεί... Την αγάπη μου αδέρφια...», αντέτεινε μια άλλη.

Τρεις ημέρες μετά ο Φοίβος ξεκλείδωνε την εξώπορτα. Καλύπτοντας με τις παλάμες του το πρόσωπο της Μαρίλιας την έβαλε στο χώρο. «Voila!» και τις τράβηξε από τα μάτια της σαν αυλαία θεάτρου. Έμειναν έκπληκτοι. Η Μαρίλια από το πόσα είχε φτιάξει μόνος του ο Φοίβος. Εκείνος από το θέαμα του τοίχου.

«Όχι, όχι, δεν ήταν έτσι. Κάτι έγινε όσο έλειπα! Κάποιος μπήκε στο σπίτι!»
Έψαξαν, δεν έλειπε τίποτα.
«Εντάξει, αγάπη, μπορεί να μην τα είχες στερεώσει καλά και να έπεσαν!»
«Δεν καταλαβαίνεις; Καλά του Lautrec, ξεκόλληασαν... Δεν μπορώ να καταλάβω τι έγινε με τον πίνακα της Νάντιας!»
«Καλού κακού να κάνουμε κανένα ευχέλαιο», είπε εκείνη ειρωνικά ώρα μετά, αφού δεν κατάφεραν να φτάσουν σε λογικό συμπέρασμα.
«Α, και να σου πω μωρό μου... Νομίζω ότι είναι λίγο υπερβολικός ο τοίχος. Πολλά πράγματα έχεις βάλει, και ετερόκλιτα μεταξύ τους!»
«Τώρα που είσαι εσύ εδώ θα τα φτιάξεις όπως θες! Γυναίκα είσαι, κάτι παραπάνω από εμένα τον άτεχνο θα ξέρεις!»

Εκείνο το απόγευμα η εικόνα της Παναγίας και εκείνη του Μωάμεθ βρήκαν τη θέση τους σε ένα συρτάρι του γραφείου. Οι αφίσες του Lautrec μπήκαν σε κορνίζα και κρεμάστηκαν από δύο γερά καρφιά στο κέντρο του τοίχου, πάνω από το γραφείο. Τραβούσαν το βλέμμα όλων όσοι τους επισκέπτονταν για ποδαρικό και τα σχόλια για το καλό γούστο του οικοδεσπότη και της οικοδέσποινας. Η Νάντια χάρισε στον Φοίβο έναν άλλο πίνακά της, τον «Δάφνις και Χλόη 2000», ο οποίος κρεμάστηκε σε περίοπτη θέση στο σαλόνι.

Monday, 4 June 2007

Στον πάτο του πηγαδιού πέταξα το παιδί



Τις τελευταίες ημέρες αποζητώ με μεγάλη αγωνία στιγμές. Ψάχνω να θυμηθώ στιγμές που σήμαναν για εμένα στροφή, παράκαμψη, αλλαγή. Άρχισα να αναρωτιέμαι αν κάποτε ένιωθα πως ανήκω κάπου, κάτι που αδυνατώ να θυμηθώ από πότε έχει να μου συμβεί. Δεν νιώθω να ανήκω σε μια περίεργη ελίτ ούτε μόνη μου ακριβώς. Πάντα, όμως, φρόντιζαν οι γύρω μου να μου υπενθυμίζουν τη διαφορετικότητά μου με το να μην με κάνουν να αισθάνομαι ότι ανήκω. Ή μήπως φρόντιζα εγώ να μην νιώθω ότι ανήκω; Δεν είμαι τέρας στην εμφάνιση, ούτε έχω διανοητική υστέρηση. Δεν είμαι διάνοια ούτε μοντέλο. Κάτι αντιδρά μέσα μου, κάτι ανθίσταται στην απορρόφηση από το συλλογικό. Αλλά, πάλι, ούτε ατομίστρια είμαι... Χαμένη σε όλα αυτά το Σαββατοκύριακο που πέρασε σκόνταψα πάνω σε στιγμές που είχα θάψει, συνειδητά ή όχι. Θυμήθηκα ένα περιστατικό που έχει να κάνει με τον αδελφό μου.

Καλοκαίρι, λοιπόν, και την βγάζουμε με την γιαγιά στο χωριό. Ο παράδεισός μας ήταν αυτοί οι δύο μήνες στη γιαγιά. Μαθαίναμε την αξία του παιχνιδιού στην αυλή, να αγαπάμε τα δέντρα και τα λουλούδια, να σεβόμαστε κάθε μορφή ζωής... Νιώθαμε ελεύθεροι, βιώναμε την ανεμελιά με όρους που τον υπόλοιπο χρόνο δεν μας επιτρεπόταν. Απόγευμα καλοκαιρινό, και στο μπαλκόνι του σπιτιού έχει στηθεί το απογευματινό τραπέζι με καφέδες, παρουσία μεγάλων και μικρών. Η αυλή αντιλαλεί από τις παιδικές φωνές, το μπαλκόνι από συζητήσεις και γέλια μεγάλων. Κάποια στιγμή, άγνωστο πώς, η αυλή αδειάζει και μένει μόνος ο αδερφός μου. Τριών ετών, φύσει περίεργος απέναντι στα πράγματα, διαολεμένα αθόρυβος και ήσυχος με ό,τι καταπιανόταν καταφέρνει να σκαρφαλώσει στο πηγάδι. Το πηγάδι που τότε ακόμα ήταν χρηστικής αξίας για το σπίτι, ακάλυπτο λόγω καθημερινής χρήσης για το πότισμα των φυτών της αυλής. Είχε κάτσει εκεί ο μπαγάσας, όρθιος, και κοίταζε τον πάτο του πηγαδιού.

Ένας θείος έτυχε να βγαίνει εκείνη την ώρα και με κίνηση αιλουροειδούς έριξε έναν σάλτο και τον γράπωσε. Τη στιγμή που ο πιτσιρικάς άπλωνε το πόδι του, έδειχνε με το χέρι του τον προορισμό που είχε επιλέξει. Οι σκηνές υστερίας που ακολούθησαν από τους γονείς μου και τους λοιπούς παρευρισκόμενους δεν έχει καμία σημασία να εξιστορηθούν εδώ. Με θυμάμαι, ώρες μετά, όταν όλοι φαινομενικά είχαν συνέλθει και επανέλθει στις καθημερινές συζητήσεις, να κάθομαι δίπλα στο πηγάδι κλαίγοντας. Είχα αποφασίσει να μην κουνήσω από εκεί, να στέκω φρουρός μην πάει και πέσει κάποιος μέσα. Η γιαγιά με μάζεψε το βράδυ, λέγοντάς μου πως το πηγάδι την επόμενη κιόλας μέρα θα σφραγιζόταν.

Θυμάμαι να αλλάζω μετά από αυτό. Έξι ετών ήμουν και νομίζω πως σε αυτό το πηγάδι αυτοκτόνησε εκείνη την ημέρα η παιδική μου αθωότητα. Είδα τη ζωή με άλλους όρους, είναι σαν να κατάλαβα πως αυτός ο καθρέφτης γίνεται θρύψαλα με μια γροθιά και μετά δεν είναι το είδωλό μας εκεί, είναι σπασμένο σε κομμάτια που δεν μας περιλαμβάνουν ολόκληρους. Είναι βλακώδης άποψη, από την δική μου πλευρά, αυτή που υποστηρίζει ότι η παιδική αθωότητα χάνεται με την πρώτη φορά που κάποιος κάνει έρωτα. Ενδέχεται να την έχει χάσει καιρό πριν ή να την χάσει πολύ μετά από αυτό το σημείο. Σε τι συνίσταται η αθωότητα αυτή;

Στην απλότητα με την οποία αντιμετωπίζει ένα παιδί τη ζωή; Ή μήπως με το παιδικό των φόβων του οι οποίοι δεν έχουν «ενηλικιωθεί» ακόμα; Ή μήπως σε μια γενικώς οριζόμενη αγνότητα ψυχής; Έχω γνωρίσει ανθρώπους, μεσήλικες ή και ηλικιωμένους, των οποίων η ψυχή είναι τόσο αγνή, ανέγγιχτη θαρρείς από την κακία του κόσμου αυτού. Άρα, τι είναι αυτή η περιβόητη «παιδική αθωότητα»; Νιώθω, μέσα μου, πως εκείνη την ημέρα ένα κομμάτι της το έχασα. Οι φόβοι μου άλλαξαν, ενηλικιώθηκαν. Δεν φοβήθηκα ποτέ μάγισσες ή φαντάσματα και αδυνατώ να θυμηθώ τι φοβόμουν πριν από αυτό το σημείο. Σίγουρα μετά από αυτό, όμως, με θυμάμαι να φοβάμαι για την ζωή των αδελφών μου και αυτών που αγαπώ. Ενήλικος φόβος σε μυαλό παιδιού...

Δεν ξέρω γιατί σας τα γράφω όλα αυτά. Ίσως γιατί από όλα όσα σκεφτόμουν να σας γράψω αυτό είναι το πιο δυνατό, αυτό που έχει καρφωθεί στο κεφάλι μου δυο μέρες τώρα και δεν λέει να με αφήσει. Πότε σταμάτησα να είμαι παιδί, σταμάτησα ποτέ; Γιατί πάντα ήμουν «εκτός», πώς γίνεται ένα παιδί έξι, επτά ετών να μην ανήκει όχι λόγω μιας εξόφθαλμης διαφορετικότητας αλλά για κάποιον λόγο που ακόμα δεν μου αποκαλύπτεται, κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια;

Για ενημερωτικούς και μόνο λόγους να σας πω πως ο αδελφός μου φρόντισε κι άλλες φορές να με ταρακουνήσει, εμένα και την λοιπή οικογένεια. Λίγους μήνες αργότερα κατάφερε να κατεβάσει μερικά σφηνάκια Soflan και να μας προσφέρει λίγες μέρες παραθερισμού στο «Παίδων», ενώ ένα από τα αγαπημένα του χόμπι ήταν να αποσπάται από το χέρι της μαμάς ή του μπαμπά και να τρομάζει διερχόμενα αυτοκίνητα... Σήμερα είναι γερός και συνεχίζει να με τρομάζει, με άλλους τρόπους...

Σε ανταπόδοση των ψυχολογικών διαταραχών και εφιαλτών που μου προξένησε φρόντισα να εντάξω στα παιχνίδια μας το θέατρο. Όταν ήμασταν μόνοι στο σπίτι (κάτι που συνέβαινε πολλάκις από όταν εγώ ήμουν οχτώ κι εκείνος πέντε) έκανα πως σωριαζόμουν και πέθαινα και τον παρατηρούσα να σκύβει από πάνω μου και να ουρλιάζει, τον άφηνα να κλαίει μην ξέροντας τι να κάνει μέχρι που τραβιόταν σε μια γωνία και κούρνιαζε στα γόνατά του. Πεταγόμουν τρομάζοντάς τον κι εκείνος ανταπέδιδε με μπουνιές... Σκέφτομαι πόσο, άραγε, να θεωρείται φυσιολογικό για ένα παιδί επτά κι οχτώ ετών να εντάσσει στα παιχνίδια του τον θάνατο, έχοντας στο βάθος του μυαλού του να εκπαιδεύσει το μικρό του αδερφάκι να τα βγάλει πέρα σε μια τέτοια περίπτωση. Διότι, δεν ήταν ένα απλό παιχνίδι για εμένα. Ήθελα να τον μάθω πως αν είμαστε μόνοι μας κι εγώ πάθω κάτι θα πρέπει να καταφέρει να επιβιώσει μέχρι να επιστρέψουν οι γονείς μας, να προσέξει τον μικρότερο αδερφό μας (που τότε ήταν ενός έτους) και αν καταφέρει να ειδοποιήσει δια τηλεφώνου κάποιον... Νιώθω, ξέρω μέσα μου, πως παιδί δεν υπήρξα για πολύ καιρό. Ίσως αυτό με έκανε να μην μπορώ να ανήκω τότε. Για τώρα δεν ξέρω...

Saturday, 2 June 2007

Αληθειότητες

- Απαντησέ μου σε αυτό που σε ρωτάω!
- Ποια αλήθεια θες;
- Μία είναι η αλήθεια.
- Δεν θυμάμαι.
- Άρα, δεν μπορεί να λες αλήθεια.

- Μπορώ να σου πω ψέμματα.
- Αν δεν θυμάσαι πώς θα μπορέσεις να μου πεις ψέμματα;

- Προσπάθησε να θυμηθείς. Τι έκανες χθες το πρωί;
- Δεν θυμάμαι!
- Χθες το μεσημέρι;
- Ούτε αυτό μπορώ να στο πω.
- Αύριο πρωί θα θυμάσαι τι έκανες σήμερα;
- Δεν μπορώ να σου απαντήσω αλήθεια σε αυτό που με ρωτάς, η λήθη έχει να κάνει με το παρελθόν όχι με προγνωστικά του μέλλοντος.

Friday, 1 June 2007

Για την Αμαλία


«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του.»

(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)


«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»


(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)

Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια κι επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εκτός από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.

Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαΐου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.

Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον Ορκο του Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.

«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»

(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:

«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας.»

Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:
  • ΝΑ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ
  • ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ
  • ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ
  • ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.
  • ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ
ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.
  • ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ
  • ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ
  • ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ
ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.

(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία").


ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ

Wednesday, 30 May 2007

Πορτραίτο της ομορφιάς ή μια αλληγορία πάνω στην κονιορτοποίησή της από την επιβολή της μετριότητας


Τα γεγονότα που εξιστορούνται παρακάτω είναι αποκυήματα της φαντασίας μου, όπως και οι ήρωες...


Τη θυμάμαι... Με τα ξανθά της μαλλιά να μυρίζουν αμύγδαλο, να γυαλίζουν σαν μαλλιά ξωτικών που έπλαθες κάποτε μικρός με τη φαντασία σου ότι σε προσέχουν όταν κοιμάσαι, με τα μαύρα της μάτια, μάτια τσιγγάνας βαλμένα σε πρόσωπο αγγελικό για να σπάει η βαρεμάρα της τέλειας μετριότητας και να δημιουργείται η ίδια η τελειότητα· το κορμί της σατανικό, συγκέντρωνε όλες τις αρρωστημένες ανδρικές φαντασιώσεις και τη γυναικεία ζηλοφθονία, ήταν το απαγορευμένο μήλο που καλογυαλισμένο κραύγαζε σε κάθε της κίνηση «Φάε με...».

Τη θυμάμαι... Εκείνο το βράδυ να μπαίνει στο club θριαμβεύτρια, σίγουρη ήδη από πριν για την άνευ όρων παράδοση κάθε αρσενικού στο βωμό του βλέμματός της και μόνο. Κινήθηκε νωχελικά προς το bar, έβγαλε ένα τσιγάρο, πριν προλάβει να ψάξει για αναπτήρα είχε ήδη ανάψει... Έκανε το χατήρι μερικών, ήπιε το κέρασμά τους -μια ματιά μόνο τους έριξε και τίποτα παραπάνω για ευχαριστώ- και μετά άρχισε να μετράει το χώρο γύρω της, να ορίζει την περιοχή της. Τα μάτια της έσμιξαν, οι κόρες διαστάλθηκαν και μετά από λίγα λεπτά είχε ήδη βολιδοσκοπήσει την τροχιά που θα διέγραφε εκείνο το βράδυ. Ο «εκλεκτός» ήταν μάλλον αδιάφορος, μια αστραφτερή μετριότητα από αυτές που κάποιες σαν κι αυτή εύκολα μπορούσαν να θαμπώσουν με την αυτόφωτη λάμψη τους, να τις χώσουν στο βρακί τους και μετά να τους το δώσουν, μυρωδάτο ενθύμιο να τους στοιχειώνει για πάντα στα συζυγικά κρεβάτια τους.

Τον πλησίασε αγέρωχα, περήφανα, με το βηματισμό χαδιάρας γάτας που ανά πάσα στιγμή μπορεί να προτάξει τα νύχια της. « Το ποτό μου τελείωσε...», έσκυψε και του ψιθύρισε στο αυτί αδιαφορώντας για αυτήν που τον συνόδευε. Την κοίταξε μαγεμένος, η καρδιά του ξέχασε το ρυθμό της και βάλθηκε να τον ταρακουνάει συθέμελα. Έριξε μια ματιά δίπλα του, δεν είδε κανέναν, σηκώθηκε και πήρε θέση ακόλουθου... Η καμία δίπλα του έμεινε σύξυλη, θαρρείς μαγεμένη κι αυτή από την απόλυτη επιβολή της ομορφιάς. Εκείνος έσκυψε με τη σειρά του στο αυτί της και της είπε ένα « Τα ποτά, αντίθετα από ότι εγώ, τελειώνουν γρήγορα...». Τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα της -δεν μπορεί να είχε τυχαία τσιγγάνικο χρώμα ματιών αυτή η κοπέλα, είχε και κάτι ακόμα στο βλέμμα της- προσγειώνοντάς τον, υπενθυμίζοντάς του πως παιχνίδι δεν κάνουν οι μετριότητες. Ζάρωσε στη χούφτα της που τον κρατούσε γερά σέρνοντάς τον προς το bar, τής παρήγγειλε άλλο ένα ποτό και βάλθηκε να παίξει το παιχνίδι με τους όρους της.

Την θυμάμαι... Να γελάει κελαρυστά με τις κρυάδες του, να τον ηλεκτρίζει με το άγγιγμά της στο μπράτσο του, να του ρίχνει ματιές σφραγισμένες με την υπόσχεση για ένα γαμήσι αθάνατο... Εκείνος όρμαγε, ζαλισμένος από την τόση ομορφιά και τα ποτά, για να εισπράξει την οπισθοχώρησή της και το ψαλίδισμα των ελπίδων του. Ήταν εκεί, εκείνο το βράδυ, για να του θυμίζει την μετριότητά του, την εκ γενετής ανάγκη του για φως από αλλού, την γενετήσια ορμή του που τον καταδίκαζε σε μέτριες εκτονώσεις μετά ημιμέτρων... Ούτε ένα βλέμμα δεν μου είχε ρίξει τόση ώρα κι ας ήμουν μπροστά της. Ήταν σαν ακόμα και το βλέμμα της να ήταν κουρδισμένο να πέφτει πάνω στο αστραφτερό, πάνω στο καλογυαλισμένο... Τέσσερα ποτά μετά, τον ευχαρίστησε με ένα αιθέριο φιλί στα χείλη, του ψιθύρισε ένα «Η κοπέλα σου έχει φύγει εδώ και ώρα...» και σηκώθηκε να φύγει.

Τα πόδια της ξετυλίχθηκαν σε ύψος από το πάτωμα τσαλαπατώντας κάθε ίχνος αυτοεκτίμησής του, τίναξε θριαμβευτικά τα μαλλιά της λες για να ισοπεδώσει τον ανδρισμό του ολοκληρωτικά, πέρασε την τσάντα της στον ώμο και τράβηξε για την πόρτα. Έμεινε για λίγο αποσβολωμένος, κατέβασε την τελευταία γουλιά και πέταξε πάνω στον πάγκο ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα που ανέσυρε τρεμάμενος από την τσέπη του. Όταν σηκώθηκε το τρέμουλο είχε σταματήσει. Βάδισε προς την έξοδο όπως ο επιτιθέμενος βούβαλος. Την βρήκε στην γωνία να περιμένει ταξί και να τρίβει τα πόδια της μέσα στο νάυλον καλτσόν για να ζεσταθεί.

Τη θυμάμαι... Το πρόσωπό της να ρυτιδιάζει από τον φόβο όταν αυτός της εγκλώβισε τους καρπούς στην παλάμη του... Την φωνή της να βγαίνει στριγγή σαν κορακιού μόλις προσπάθησε να καλέσει σε βοήθεια... Την στρίμωξε σε μια γωνία, τα μαλλιά της εκεί δεν έλαμπαν, της έσκισε το καλτσόν και τα χείλια για να το βουλώσει... «Καριόλα, αν δεν σκάσεις πέθανες, το καταλαβαίνεις αυτό;» γρύλλιζε προσπαθώντας να συγκεντρωθεί στο μόνο πράγμα που τον ένοιαζε... Οι μπογιές είχαν πασαλείψει το άλλοτε ροζ μάγουλο, το βλέμμα της ήταν ψαριού που χάνεται στο υδάτινο περιτύλιγμα. Η τραχιά επιφάνεια του τοίχου σημάδεψε τα χέρια και τους γοφούς της, τραυματίζοντας την άλλοτε περιφερόμενη σε αυτούς σαγήνη της. Όταν τελείωσε βάλθηκε να την αποτελειώσει.

Η γροθιά του σακάτεψε τα σωθικά της σώζοντας κάθε ανάσα της, η μύτη του παπουτσιού του στράβωσε την μύτη της κι εκείνη ήταν πλέον πεσμένη κάτω σαν ένας μποξέρ που μετράει τις σταγόνες του στην αρένα. Έφαγε μερικές ακόμα στο πρόσωπο -αυτό που κάποτε ήταν το πρόσωπό της τώρα ήταν σαν μια κολοκύθα που κάποιος δαίμονας την καταδίκασε να φορέσει- και λιποθύμησε. Εκείνος, εκτονωμένος και ξέπνοος από το παιχνίδι στην σκακιέρα, νόμισε πως αυτή έσβησε. Έσιαξε τα παντελόνια του, κόλλησε το λιγδιασμένο από την μπριγιαντίνη μαλλί του στο κρανίο και κοίταξε γύρω. Δεν φαινόταν κανείς, ούτε ήχοι δεν έφταναν στα αυτιά του, γύρισε και ανασήκωσε την τούφα που σκέπαζε ό,τι φαινόταν από τα μάτια της. «Εμένα δεν έχει γεννηθεί η γυναίκα που θα με γαμήσει, κούκλα. Κατάλαβες;» Γέλασε και έφυγε σαν τη ζέβρα που την κυνηγάνε τίγρεις μοιράζοντας ανήσυχες ματιές στο διάβα του.

Τη θυμάμαι... Μια άμορφη σάρκινη μάζα, να λιώνει πάνω στο τσιμέντο σώζοντας κάθε ανάσα μέσα στο αίμα. Ήταν μια άλλη, δεν ήταν αυτή που έβλεπα πριν. «Παρακαλώ...» κατάφερε να ψελλίσει μόλις με αντιλήφθηκε. Ήταν ακόμα λιπόθυμη όταν βγήκα πίσω από τον κάδο που είχα κρυφτεί και βάλθηκα να την περιεργάζομαι. Δεν επρόκειτο ποτέ ξανά να είναι όμορφη. Όλη της η μαγεία είχε βιαστεί και είχε τσαλαπατηθεί εκείνο το βράδυ στο σοκάκι. Πήρα ένα σιδερένιο κάδο και την αποτελείωσα με ένα χτύπημα στο κεφάλι, κάνοντας και στις δυο μας την μεγαλύτερη χάρη. Τον επόμενο χρόνο η έκθεσή εικοσιτεσσάρων πινάκων, με θέμα «Πορτραίτα της ομορφιάς», σε κεντρική γκαλερί, μού απέφερε διθυραμβικές κριτικές και μία παχυλή κατάθεση στην τράπεζα.

Monday, 28 May 2007

Χλωμή Δευτέρα

Δευτέρα. Ξεκινά με Nick Cave και βροχή. Πόσο καλό σημάδι είναι αυτό; Μαλακίες, δεν υπάρχουν σημάδια. Η γιαγιά πέθανε μια μέρα τόσο ήρεμη που κι ο θάνατος δείλιασε κι εκείνος έφυγε μια μέρα που ήταν για μπάνιο και καφέ στην παραλία...

Πότε μιλάς για το πώς περνάς το χρόνο σου; Χάνεσαι σε αναζητήσεις τέτοιες που ξεχνάς συχνά το εδώ. Τώρα πίνω βυσσινάδα και καπνίζω το πρώτο στριφτό της ημέρας. Η κανάτα με τον καφέ είναι έτοιμη και όλο το σπίτι, και τα 60 τετραγωνικά του, ευωδιάζουν φουντούκι. Μισώ το φουντούκι, δεν ξέρω πώς γίνεται να μου αρέσει τόσο στον καφέ. Ξύπνησα στο σπίτι μου, μόνη. Το σπίτι που με καρτερεί. Να το προσέξω, να το απαλλάξω από τη βρώμα του. Και τώρα που βρέχει μακάρι να γινόταν να ανοίξω τα γυάλινα κάγκελά του, να μπει μέσα η βροχή και να το ξεπλύνει για μένα.

Έχω δουλειές πολλές πάλι σήμερα. Τόσες πολλές που δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω. Θα είναι πάλι από εκείνες τις ημέρες που τόσο θα βαλτώσω και τελικά στο ίδιο σημείο θα μείνω; Το σπίτι είναι σκοτεινό, η σκόνη μπαίνει στα ρουθούνια μου, όπου κι αν πατήσω πατάω βιβλίο, τα πιάτα στο νεροχύτη κοιτάζουν την βρύση όπως ο πιστός κοιτάζει την εικόνα παρακαλώντας για θαύμα, «Μάνα, κουράγιο» στο γραφείο· ο Μπρεχτ δεν είναι αυτό που όλοι νομίζουμε· γιατί δεν ξεκινά καμία ημέρα με χαρούμενη μουσική πια;

Ο μπαμπάς ήρθε προχθές, θα φύγει πάλι σήμερα, ένα κυριακάτικο γεύμα είναι αρκετό για να καταλάβω πως μου λείπει, το πόσο δεν θα το μάθω ποτέ. Ο μικρός μου αδερφός δίνει Πανελλήνιες, το στομάχι μου χορεύει φλαμένκο από τότε που ξεκίνησε -με κοπανάει τόσο δυνατά όσο κι εγώ το ξύλινο πάτωμα με τα τακούνια μου. Τι θα κάνει μετά, τι θα γίνει αν δεν περάσει εκεί που θέλει, εγώ τι κατάλαβα, τίποτα. Πόσο δύσκολο είναι να σε αφήσουν να γίνεις αυτό που θες, πόσο δύσκολο είναι να ξέρεις τι θες να είσαι, πόσο δύσκολο είναι να σε αφήσουν να είσαι;

Το άσπρο μου δέρμα θα παραμείνει έτσι κι αυτό το καλοκαίρι, οι εργασίες θα παραδοθούν τέλη Ιουλίου και τέλη Σεπτεμβρίου, πόση γνώση χωράει ο εγκέφαλός μου;, κάποιες φορές νομίζω πως ένα απλό σκορ ενός ποδοσφαιρικού αγώνα μου πέφτει βαρύ, η νεωτερικότητα, οι εικαστικές τέχνες, μη λεκτική επικοινωνία, η εκδίκηση, ο Μπρεχτ, ο Μουνκ, ο Μπέκετ, στοιχειώνουν τα όνειρά μου και θα με κρατάνε εδώ, η θάλασσά μου, η μάνα, φέτος θα με στερηθεί, αλλά εγώ δεν μπορώ χωρίς θάλασσα. Εκεί με βρίσκω, εκεί μου αρέσει να με χάνω, αφρός να γίνομαι στην άκρη των κυμάτων. Αλλά η γνώση θέλει θυσίες, δεν γκρινιάζω, την θάλασσα την βρίσκω παντού μέσα μου και γύρω μου. Θάλασσα στο σπίτι μου, θάλασσα στο μυαλό μου, θάλασσα στην ψυχή μου, θάλασσα στα βιβλία μου...

Την Παρασκευή γνώρισα ένα φάντασμα, ένα φάντασμα που γελάει και λάμπει θαρρείς πιο πολύ από ζωντανούς, ένα φάντασμα που μου θύμισε πως κάποτε περπατούσα στην Ερμού κι έβαζα τρικλοποδιές στους μπροστινούς μου. Γέλαγε το φάντασμα, γέλαγα κι εγώ και μετά κατάλαβα πως ένα κομμάτι μου έχει πεθάνει για πάντα, αυτό το κομμάτι που έβαζε τρικλοποδιές σε άλλους· τώρα βάζω μόνο σε εμένα και σε αυτούς που αγαπώ. Και μετά ήρθε το Σαββατοκύριακο, το Σαββατοκύριακο που πάντα τρέμω· τρέμω τις προσδοκίες που γεννά, πως όλα πρέπει να πάνε τέλεια, πρέπει να ξεκουραστώ, πρέπει να διασκεδάσω, πρέπει να δω ανθρώπους που αγαπάω ή απλά περνάω καλά μαζί τους, πρέπει αυτήν τη φορά να φτιάξω το σπίτι, να πάω στο μαρκάντε και τελικά φεύγει, μου αφήνει μια χλωμή Δευτέρα· μια Δευτέρα που μου θυμίζει όσα δεν έκανα, που με κατηγορεί για όσα έκανα και με φοβερίζει με τις μέρες που ακολουθούν. Μπύρες έπινα όλο το Σάββατο, ξύπνησα μεσημέρι -καινούρια, απεχθής συνήθεια αυτή- ίσα που πρόλαβα το μαρκάντε και μετά έπινα καφέ και μπύρες μέχρι το βράδυ.

Μέχρι το βράδυ που άκουσα πως φεύγω. Αυτό είναι το όπλο μου, έτσι φοβίζω αυτούς που αγαπώ, τους κάνω να φοβούνται πως πάντα θα φεύγω, ξέρουν πως πάντα έφευγα, και τώρα φεύγω κι ας είμαι πάντα εδώ, στην βυσσινί καρέκλα μου με το ξεφτισμένο δέρμα από τα πόδια μου που είναι πάντα οκλαδόν επάνω της, αποδρώ από το εδώ, από το τώρα, χάνομαι, φοβάται η αγάπη μου ότι έφυγα, ένα φιλί, ένα τσιγάρο και γύρισα πάλι, ως πότε θα γυρίζω;, «Μόνο μην φύγεις...», πότε έφυγα;, εγώ πάντα εδώ ήμουν, πάντα φυλακισμένη μέσα σου, πάντα φυλακισμένη από εμένα, ποτέ δεν έχω φύγει όπως θα ήθελα, ελεύθερη, πάντα έφευγα για να μην σου κάνω κακό, να μην σε πληγώσω, να μην χαθείς στο λαβύρινθό μου όταν δεν έχει φως και γίνομαι τόσο τρομακτική... «Μόνο μην φύγεις...», και πού να πάω;, αν δεν είμαι μαζί σου δεν έχω ούτε εμένα, κι αν δεν έχω εμένα από ποιον να φύγω;, ποιος να με διώξει;, σε ποιον να επιστρέψω;

Ο θάνατος πάντα μέσα μου, οι άνθρωποι φεύγουν όταν πεθάνουν, γυρίζουν από εκεί;, εγώ όταν φεύγω δεν ξέρω πού πρέπει να επιστρέψω, πού είναι οι βαλίτσες μου, όταν κάποιος πεθάνει απλά έφυγε, δεν άφησε βαλίτσες, ούτε σημείωμα ότι θα λείψει, μόνο κάθεσαι εσύ και φαντάζεσαι τι θα ήθελες να συμβαίνει, πως κάπου θα είναι και θα περνάει φίνα από εδώ και μπρος, πως έχει πάει κάπου να εξαργυρώσει την επιταγή που του έλαχε εδώ, πως σε κάποια ονειρική προβλήτα σε περιμένει μέχρι να πας να τον ανταμώσεις... Κι, όμως, έχει φύγει για μέρη απλησίαστα, μέρη που ποτέ κανείς δεν ανταμώνεται με άλλον, μέρη που μόνο με τον εαυτό του πορεύεται κι εσύ το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να κρατάς κομμάτια του εδώ, να τα κουβαλάς μαζί σου μέχρι το δικό σου φευγιό, ανήμπορος να κάνεις κάτι, να αρνηθείς κάτι από αυτό το φορτίο, είσαι εσύ που συνεχίζεις να ζεις κουβαλώντας κι ένα κομμάτι που λαθραία ξέκλεψες από τον θάνατο.

Τώρα τελευταία όλο πονάω, στην πλάτη, στα πόδια, το στομάχι, από το πρωί με συνοδεύει πονοκέφαλος κι εγώ, όταν είμαι σκοτεινή όπως το σπίτι, νομίζω η χαζή ότι πεθαίνω... Κι εκεί έρχεσαι εσύ, με κάνεις μια αγκαλιά, μαλάζεις το μέρος που πονάω, «Πιάσιμο είναι βρε χαζό!», θαύμα, περνάει στο λεπτό και μετά χανόμαστε σε μια ρουφήχτρα έρωτα και πάθους... Λες μόνο έτσι να διώχνεις το θάνατο, με τον έρωτα; Με την αέναη κίνηση των κορμιών, τις στάλες ιδρώτα να ποτίζουν τα σεντόνια, την καρδιά να ξεχνάει το σώμα στο οποίο ανήκει κι όλη την τέχνη να την βρίσκεις σε δυο ανάσες μέσα; Δεν φεύγω, δεν θέλω να φύγω, είναι άδικο αυτό που λες, έξω με περιμένει θάνατος, ακινησία, μέσα σου είναι θάλασσες, είναι κίνηση, είναι πόνος, είναι αρώματα από ποτά κι ερωτικά υγρά, είναι θάρρος και σεβασμός, είναι αλήθεια και σκίρτημα... Όταν χάνομαι μονάχα να μου θυμίζεις πως εδώ είναι τα μπαγκάζια μου, εδώ είναι η ζωή και να με παίρνεις από το χέρι, μικρή είμαι, δεν πειράζει, δεν θα γίνω κακομαθημένη όταν μεγαλώσω, στο υπόσχομαι...