Wednesday, 4 July 2007

Η βραχεία μνήμη του ανδρείκελου

Είναι φορές που αναρωτιέσαι αν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο από το να αφεθείς στην περιδίνηση της ζωής για να φύγεις από το σημείο που βρίσκεσαι και να βρεθείς σε κάποιο άλλο. Απογοητεύεσαι με αυτήν την προοπτική, ψάχνεις τον μοχλό σου, ψάχνεις την επόμενη λαβή, στρέφεις το βλέμμα αλλού σαν ικεσία. Είναι μετεωρισμός να περιμένεις την ζωή να σε πάει μπροστά, γίνεσαι μια μαριονέτα στο θέατρο του παραλόγου που παίζεται γύρω σου.

Αυτά σκεπτόμενη τις τελευταίες μέρες βρέθηκα μπροστά σε ένα φοβερό λογικό lapsus. Όσο και να ψάχνω, με όσα πράγματα και να ασχολούμαι αυτόν τον καιρό (και είναι πολλά) δεν μπορώ να ξεκολλήσω το μυαλό μου από το τι έγινε στην Πάρνηθα. Όχι τοπικιστικά, όχι δηλαδή πως οι υπόλοιπες πυρκαγιές δεν με αφορούν, αλλά ως προς την έντονη τραγικότητα του συμβάντος. Είναι σαν όλοι οι Αθηναίοι να αυτοκτόνησαν... Μόνο που τους έβλεπα τις ημέρες αυτές να κινούνται νωχελικά στα μαγαζιά, να βγαίνουν το βράδυ... Έστησα αυτί, δεν πήρε πουθενά το αυτί μου την λέξη «πυρκαγιά» ή «Πάρνηθα». Στο κυριακάτικο τραπέζι έγινα ενοχλητική λόγω της ενασχόλησής μου με το θέμα, την ίδια στιγμή που μυρωδάτα γεμιστά και ζουμερή σαλάτα άπλωναν θελκτικά την μυρωδιά τους στο χώρο. Ο χρόνος δεν σταματά πια για εμάς, τα ρολόγια μας είναι καλοκουρδισμένα και θαρρείς πως το μόνο που θα σταμάταγε τον χρόνο θα ήταν μια νέα Χιροσίμα ή ένα νέο Άουσβιτς.

Πλέον, λοιπόν, εντόπισα το λογικό lapsus. Η ζωή με προσπερνά αυτές τις μέρες, δεν την βάζω μέσα μου όπως πριν. Από την άλλη δεν μπαίνω σε κανένα από τα τρένα που φέρνει εμπρός μου. Όχι μόνο γιατί δεν μπορώ. Δεν θέλω. Εδώ κοντράρεται πλέον η εσωτερική μου ανάγκη με το εξωτερικό κάλεσμα, μόνο που πιάνω τον εαυτό μου να μην παρακινείται από αυτήν την "δυσαρμονία", να μην αισθάνεται το χρέος να προχωρήσει.

Σκεφτόμαστε με όρους «μιντιακούς», τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας που προφήτευε κάποτε ο Warhol δεν βρίσκουν αναφορά στο άτομο μόνο. Βρίσκουν αναφορά εν γένει στην πληροφορία, την πληροφορία η οποία έχει αναχθεί σε περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται ο άνθρωπος. Καταιγιστικοί ρυθμοί μετάδοσης πληροφοριών συνδυάζονται με μηδενική εντρύφηση. Αποδεσμεύεται πλέον η πληροφορία από το συγκινησιακό της περιεχόμενο, έτσι μας είναι εύκολο να την προσπεράσουμε και να πάμε στην επόμενη. Ο homo universalis σήμερα έχει εξελιχθεί σε stand εφημερίδων και τηλεοπτικών ειδήσεων. Ποιοτική διαφορά, γιατί το πρότυπο του homo universalis στηριζόταν στην ουσιαστική και εις βάθος γνώση ποικίλων γνωστικών αντικειμένων ενώ ο σημερινός άνθρωπος είναι η ποσότητα της πληροφορίας την οποία συγκεντρώνει. Η οποία, βέβαια, ουδεμία σχέση έχει με την εμβάθυνση σε αυτήν την πληροφορία. Άρα πλέον δεν μιλάμε για γνώση. Μιλάμε για πληροφορία. Ακόμα και το γεγονός ότι χειριζόμαστε διαφορετικούς όρους δείχνει ότι υποσυνείδητα γνωρίζουμε την διαφορά.

Δεν θέλω, λοιπόν, να λειτουργήσω έτσι. Η αυτοκτονία πέντε εκατομμυρίων ανθρώπων δεν μπορεί να έχει το ίδιο βάρος με την απόπειρα δολοφονίας Βουλγαράκη. Η πνευματική διεργασία και το ψυχικό τραύμα από μία πράξη μαζικού παραλογισμού δεν μπορεί να εξισωθεί με τα βραβεία Αρίων.

Δεν έχει χαθεί η ανθρωπιά, δεν έχει χαθεί η ευαισθησία. Έχει αλλάξει χρόνους. Είναι στιγμιαία, όπως η κίνηση αλλαγής καναλιού. Κάνουμε zapping στα συναισθήματα, η μνήμη μας είναι βραχεία κι άρα καταλήγουμε στον καταναλωτισμό, ως λογικό επόμενο. Το εφήμερο, το τώρα, ο άνθρωπος-θεός, η ταχύτητα με την οποία διακινείται η πληροφορία είναι η σκηνή πάνω στην οποία στηρίχθηκε ο καπιταλισμός για να ανεβάσει την παράστασή του, να εγκλωβίσει τον άνθρωπο-θεατή πλέον σε ένα και μόνο θέαμα – αυτό που κάθε φορά προβάλλεται πάνω στην σκηνή αυτή.

Ποια είναι η δική μου αντίδραση σε αυτό; Η εμμονή, η επιμονή, η εσωτερική διεργασία, οι αργοί ρυθμοί. Είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον ιδιωτικό χώρο και τον δημόσιο, ανάμεσα στον ατομικό χρόνο και τον δημόσιο. Για παράδειγμα τον θάνατο ενός κοντινού προσώπου ο δυτικός άνθρωπος δεν τον ξεπερνά με το επόμενο άγγιγμα ενός κοντινού προσώπου ούτε με το άνοιγμα της τηλεόρασης. Σαφώς πιο γρήγορα μπορεί να ξεπερνά μια επαγγελματική αποτυχία και ακόμα πιο γρήγορα έναν διαπληκτισμό με έναν άγνωστο στον δρόμο.

Αυτή η εσωτερική διεργασία, ο εσωτερικός χρόνος είναι που έχει αλλοτριωθεί. Σε γεγονότα που δεν μας αφορούν -θεωρητικά- άμεσα βρίσκει πλέον αυτόματα εφαρμογή ο δημόσιος χρόνος. Η εξατομίκευση της πληροφορίας έχει θυσιαστεί στον βωμό της πληροφορίας. Έτσι απομακρυνόμαστε από την γνώση, έτσι απομακρυνόμαστε από τις πνευματικές αλλά και συναισθηματικές διεργασίες. Αλήθεια, όμως, τι καταλήγουμε έτσι;

Η δική μου απάντηση μπορεί να βρει αντίθετους πολλούς από εσάς, όμως μου μοιάζει ο σύγχρονος άνθρωπος με ανδρείκελο, σαν εκείνα που δεσπόζουν στους πίνακες του De Chirico, ανέκφραστα, χωρίς ψυχή, τοποθετημένα θαρρείς από κάποιο ξένο χέρι σε ένα τοπίο απειλητικό αλλά συνάμα που τα ξεπερνά. Τι είναι αλήθεια ο άνθρωπος ο οποίος έχει χάσει επαφή με τον εσωτερικό του χώρο, την ιδιωτική αντίληψη του χρόνου, με τα ίδια του τα συναισθήματα εν τέλει;

Λέω, επομένως, να σταματήσω το zapping, ίσως είναι αρκετό για να διαβάσεις λεζάντες ειδήσεων και να σταθείς λίγο παραπάνω σε μια εικόνα επιβλητική (με τον όρο αυτόν πλέον ολοένα και να διολισθαίνει καθώς περιλαμβάνει τόσο την φυσική επιβολή ενός θεάματος όσο και το τεχνητό glam της βιομηχανίας του θεάματος).

Κι ας μου έλεγε σήμερα η αγαπημένη μου δασκάλα, η Πέπη Ρηγοπούλου, πως είναι τόσα πολλά τα οποία καλείται να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος σήμερα. Το γεγονός ότι μας πετάνε πολλά μπαλάκια δεν μεγαλώνει και το τέρμα, ούτε τις παλάμες μας. Ίσως είναι τελικά η επιστροφή στην λεπτομέρεια που θα κάνει την διαφορά, η επιμονή στην εμβάθυνση. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι εμμονές και η ενασχόληση με σταθερές της ανθρώπινης ύπαρξης -όπως είναι ο έρωτας κι ο θάνατος- αφήνονται στα χέρια των καλλιτεχνών, σαν να μην μας αφορούν. Έτσι διαμορφώνονται οι ελίτ, έτσι γκετοποιείται η ανθρώπινη διανόηση, έτσι πάει προς το τυράκι πάνω στην φάκα ο σύγχρονος άνθρωπος, εξελισσόμενος σε μία ύπαρξη απροβλημάτιστη την ίδια στιγμή που η ύπαρξή του απειλείται και προσβάλλεται περισσότερο παρά ποτέ.

Κι αν όλα αυτά φαίνονται άσχετα με την Πάρνηθα, δεν είναι. Όπως δεν είναι άσχετα με την δικαστική διαμάχη μεταξύ των παραγωγών καφέ του Τρίτου Κόσμου (τι μισητός όρος αλήθεια!) και του μεγαλομπακάλη των Starbucks (ο διαδικτυακός μου φίλος dirtyjazz έχει επανειλημμένως γράψει για το θέμα αυτό και σας παραπέμπω εκεί). Όπως δεν είναι άσχετο με γεγονότα τα οποία έχουν, φαινομενικά, ήδη διολισθήσει στα σκουπίδια της βραχείας μνήμης μας. Η εσωτερίκευση ενός κόσμου διαρκώς εξελισσόμενου, περικυκλωμένου ταυτόχρονα από την στατικότητα ενός βάλτου, το ξεδιάλεγμα της γνώσης μέσα στην πληροφορία ίσως είναι αυτό που θα οδηγήσει σε ένα αύριο του οποίου η παλέτα θα έχει ακόμα να επιδείξει χρωματική ποικιλία.

Update 6/7/07: Πριν από λίγο άκουσα τις δηλώσεις ενός της Ν.Δ. που κάτι κάνει κι αυτός σε κάποιο υπουργείο με τις οποίες εισηγήθηκε οι μεγαλύτερες 25 λέει επιχειρήσεις στην Ελλάδα να αναλάβουν την αναδάσωση 25.000 στρεμμάτων καμμένης γης. Δεν μπορώ να προσφέρω πλήρη ενημέρωση γιατί αφού άκουσα τις δηλώσεις έκλεισα τον πομπό από τα νεύρα μου. Γιατί, αλοίμονο, δεν μας κρατάνε ήδη σφιχτά από τα αρχίδια οι μεγαλομπακάληδες, θα έχουν να λένε ότι μας αναδάσωσαν κιόλας -μέχρι τώρα μόνο να μας απαλλοτριώνουν ξέρουν!

Κι όχι, αν μη τι άλλο είναι λογικό. Το κράτος είναι μόνο για καταστολή και αρπαχτή. Η κοινωνική πρόνοια, το κράτος δικαίου και λοιπές μαλακίες σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις δεν ισχύουν. Και είμαι πολύ μα πολύ περίεργη να δω την λίστα. Των 25 μεγαλύτερων μεγαλομπακάληδων. Ε ρε Vodafone διαφήμιση πάνω στα έλατα που έχει να πέσει... Έ ρε άτοκες δόσεις κολλημένες πάνω σε ράχες ελαφιών... Αει στο διάολο μεσημεριάτικα.

Sunday, 1 July 2007

Αποκαϊδια

Κι επειδή έχουμε μάθει να καταλαβαίνουμε ό, τι μας δίνεται με όρους καλοψημένης πάπιας. Κι επειδή το προηγούμενο κείμενό μου δεν έγινε αντιληπτό. Κι επειδή, όσο και να μισώ τις συνθήκες, απόψε έχω μεγάλη ανάγκη να γράψω για αυτά που σκέπτομαι όχι τόσο λακωνικά όπως χθες. Κι επειδή έχω ανάγκη να το κάνω για εμένα περισσότερο κι όχι για να το διαβάσετε εσείς. Κι επειδή έχω τρία βράδια να κοιμηθώ από τις σκέψεις μου, κι άλλα τέσσερα πριν από αυτά λόγω ζέστης. Ξεκινάω.

Υπάρχουν καταστάσεις ή γεγονότα που με ξεπερνούν. Εμένα, για τους άλλους δεν ξέρω. Με ξεπερνούν σημαίνει ότι καμία δική μου αντίδραση δεν βγαίνει από μέσα μου. Χρειάζομαι χρόνο να καταλάβω, να θυμώσω, να αντιδράσω, να τα βάλω μέσα μου και να γίνουν δικά μου. Απλά πετρώνω. Γϊνομαι άγονη. Niente ρε παιδί μου, πώς το λένε;

Μέρες τώρα λοιπόν εκτυλίσσεται η ελληνική τραγωδία, η σύγχρονη, σε όλο της το μεγαλείο. Η Πάρνηθα καίγεται, τα σπίτια απειλούνται, το καζίνο απειλείται, ο δρυμός εξαφανίστηκε, τα ελάφια κάηκαν, τα λουλούδια κάηκαν, τα έλατα κάηκαν, οι οικοπεδοφάγοι παραμονεύουν, το κράτος φταίει, οι πυροσβέστες φταίνε, ο καύσωνας φταίει, εμείς φταίμε, να μην επιτραπεί η ανοικοδόμηση, να αναδασώσουμε, να βρούμε ποιος φταίει, η Αθήνα ή θα βουλιάξει ή θα πεθάνει από ασφυξία... Κι εγώ απλά δεν μπορώ να συμμετέχω. Σε τίποτα. Είμαι εκτός, όλο αυτό με ξεπερνάει. Δεν ψάχνω τι και ποιος φταίει, δεν ψάχνω ούτε για την ελπίδα στα αποκαΐδια. Απλά, ακατανόητα, εγωιστικά πείτε το όπως θέλετε. Αυτά είναι τα όριά μου.

Ψάχνω να θυμώσω, να μαζέψω τον εαυτό μου στις συνήθεις του αντιδράσεις. Γαμώ τους Θεούς όλων των θρησκειών και τα σκατά που είμαστε όλοι αλλά θέλει πολύ θράσος για να εκπλήσσεται κάποιος με ό,τι έγινε. Θράσος ή βλακεία, διαλέγουμε και παίρνουμε τι από τα δύο μας ορίζει περισσότερο. Θέλει να μην καταλαβαίνεις το μέγεθός σου απέναντι στην φύση το να ψάχνεις την ελπίδα στα αποκαΐδια, το μέγεθος της φύσης και του ανθρώπου. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο συντρίβομαι και βγαίνω στο πουθενά, στο τίποτα. Ελπίδα μου είναι μόνο ότι η φύση θα μας αποβάλει σύντομα όπως το πεπτικό μας σύστημα χέζει βρωμερά περιττώματα.

Γιατί εγώ, εσύ, ο καθένας μας φταίει το ίδιο. Και μπορώ να το αναλύσω αλλά θα πάρει ένα ολόκληρο κείμενο που θα με πάει αλλού και δεν θέλω. Εδώ θέλω να μείνω. Στο κενό μου. Στο κενό μας. Που το βαφτίζουμε έκπληξη, οργή, ελπίδα, ευθύνες ή όπως διάολο αλλιώς το λέει ο καθένας για να ξεπερνάει το τι έγινε. Και δεν με νοιάζει καθόλου σε τι κόσμο θα έρθουν τα παιδιά μας. Με νοιάζει μόνο να μας αποβάλει η φύση. Θα αρχίσω να πιστεύω στο Θεό στο τέλος με ό,τι βλέπω. Εξ αντιδιαστολής βέβαια, πιστεύοντας στον Διάολο. Είναι σαν οντολογική φάρσα όλο αυτό. Είναι σαν στον κόσμο που έφτιαξε ο Θεός να φύτεψε ο Διάολος τον άνθρωπο για να του την βγει και να τον καταστρέψει. Ένα ανέκδοτο είμαστε που ξέφυγε κι έγινε προσβολή κι όπου να' ναι θα εξαφανιστούμε. Αθώος δεν είναι κανείς κι ίσως όταν εξαφανιστούμε να επιβεβαιωθεί η υποψία μου ότι υπάρχει και η Νέμεσις σαν φυσικός νόμος. Οι πλημμύρες, οι καύσωνες, τα ελ Νίνιο ήταν ευγενικές προειδοποιήσεις, τώρα είναι αργά, την γαμήσαμε.

Είμαι τόσο απέναντί μου τώρα κι έξω από τα γνωστά μου μονοπάτια που αρχίζω και χάνω την πίστη μου στην αξία της ανθρώπινης ζωής. Ο μισητός Στάλιν είχε πει το γνωστό για τις στατιστικές. Μπορεί να είναι κι έτσι, όλη η ανθρώπινη πορεία το καταδεικνύει κι όποιοι δεν θέλουμε να το πιστεύουμε είμαστε ρομαντικοί και ηλίθιοι. Είμαστε όντως στατιστική την ίδια στιγμή που μερικές χιλιάδες δέντρα δεν είναι. Σε όλα θέσαμε ανθρώπινους νόμους, ανθρώπινα μέτρα και σταθμά για να μετράμε το σύμπαν γύρω μας, να το κατέχουμε, να το πουλάμε και να το αγοράζουμε με χαρτί που κλέψαμε και πλασματικά ορίσαμε ως αξία. Πόσο κοστίζουν οι ανάσες μας ρε; Πόσο η ομορφιά; Ή μήπως η μόνη ομορφιά που καταλαβαίνουμε είναι αυτή που φτιάχνουμε, αυτή που κατέχουμε;

Θυμάμαι όταν κάηκε η Πεντέλη, όταν χάθηκαν τα μέρη που με τους γονείς μου πηγαίναμε κάθε Σαββατοκύριακο σαν οικογένεια να αποδράσουμε από τον κλοιό της κακογουστιάς. Ένα κομμάτι μου πέθανε τότε. Έκανα χρόνια να ξαναπάω και από τότε την διασχίζω σαν να τρέχω να φύγω από εκεί. Έβαλα κι εγώ το δέντρο μου κάπου, εκεί που παλιά δροσιζόμουν στον ίσκιο ενός άλλου... Με μια απίστευτη θλίψη. Χωρίς αυταπάτες. Δεν χρειάζεται να σώσουμε την φύση από τίποτε άλλο παρά από εμάς. Το ήξερα τότε, κι ας ήμουν μικρή, το πιστεύω ακόμα πιο βαθειά σήμερα.

Κάποιος είπε πως ένα έλατο σαν αυτά που κάηκαν ισοδυναμεί με τρία κλιματιστικά των 9.000 BTU. Δεν μπόρεσα να κρατηθώ και να μην φανταστώ την Πάρνηθα γεμάτη με τεράστιες εγκαταστάσεις κλιματιστικών να στέλνουν αέρα στην Αθήνα. Και γέλασα, γέλασα πικρά γιατί φαντάστηκα ότι κάποιος μπορεί να πλουτίσει από αυτήν την διαστροφή. Σκέφτηκα επίσης τα λίγα χρόνια που μας απομένουν στην Αθήνα να τα εκμεταλλευτούμε, να βγάλουμε στην φόρα τον εαυτό μας σε όλο του το μεγαλείο. Αν, λοιπόν, η Ακρόπολη δεν συμπεριληφθεί στα θαύματα του κόσμου, διόλου απίθανο, προτείνω να την κατεδαφίσουμε και αντ' αυτής να χτίσουμε έναν ακόμα γυάλινο πύργο στη θέση της. Εννοείται πως η Πλάκα, το Θησείο και λοιπές μαλακίες που συντηρούνται λόγω Ακρόπολης έχουν φύγει. Φουντάρουμε τα αρχαία σε χωματερή, γιατί αν τα πάρουν οι Άγγλοι ή άλλοι ξένοι θα πληρώνουμε αιώνες δημόσιο χρήμα σε διεκδικήσεις, και ξεκινάμε το σκάψιμο. Κοντά στο σπίτι μου έχει ένα αλσύλλιο. Προτείνω την υλοτόμησή του προς κατασκευή επίπλων και την παραχώρησή του χώρου στην εκκλησία δίπλα προς επέκταση ή χώρο προσευχής, έτσι για να συντηρούμε μαζικές παραισθήσεις για μεταθανάτια συγχώρεση (δεν είναι κακό, κομμάτι της φύσης μας είναι κι αυτό). Αυτό που με τρομοκρατεί είναι πως όταν η Αθήνα θα είναι ακατοίκητη όλοι εμείς, ή οι επόμενοι, θα διασκορπιστούν προς άλλες κατευθύνσεις, ήτοι θα ξεσπάσουν την καταστροφική τους μανία και σε άλλα μέρη. Για αυτό εγώ θα κάτσω εδώ. Αρνούμαι να κάνω άλλο κακό. Κάντε κι εσείς το ίδιο, είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε.

Μπορεί κάποιοι από εσάς που με διαβάζετε καιρό τώρα, και σας θεωρώ φίλους μου, να μην μου ξαναμιλήσετε ποτέ. Να ξέρετε ότι ό,τι έγραψα το πιστεύω μέχρι και τον τελευταίο τόνο του. Δεν έχω να προτείνω τίποτα, δεν μπορώ να συνταχτώ αυτήν τη στιγμή με την οργή πολλών από εσάς ή την θλίψη. Πολύ θα το ήθελα. Δεν τα γράφω όλα αυτά πιστεύοντας ότι ανακάλυψα την πυρίτιδα ούτε για να διαβάσω με ναρκισσισμό τα σχόλιά σας. Αυτή είμαι, το να σιωπώ σας βγάζει απέξω κι άρα μιλώ, κι ας ξέρω πως μπορεί να μου βγει και σε κακό ή, σε τελική ανάλυση, δεν έχει και κανένα νόημα.

Καλά θα κάνουμε κάποια στιγμή να καταφεύγουμε στην σιωπή αντί να μιλάμε για να δείξουμε ότι υπάρχουμε. Σημασία έχει όλη μας η πορεία και οι πράξεις κι όχι τα «υγιή» αντανακλαστικά μας. Αυτά είναι για να σκοτώνουμε τις τύψεις μας ή να μπορούμε να κοιτάζουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Δεν είναι όμως αρκετά. Και δεν θέλω να ξαναδιαβάσω κείμενο που να μιλά για ευθύνες. Αυτές έχουν από κάτω έναν κατάλογο με τα ονόματα όλων μας. Ζούμε με αυτό, καιρός να σταματήσουμε να κοροϊδευόμαστε. Όποιος δεν αντέχει ας κάνει ό,τι νομίζει. Είμαι πολύ εκτός για να αντιδράσω διαφορετικά, το ξαναλέω, όλο αυτό με ξεπερνά. Ζηλεύω αυτούς που το ξεπερνούν, εγώ όμως, με κάτι τέτοια φτάνω στα όριά μου.

Τέλος.

Saturday, 30 June 2007

Σιωπώ άρα Υπάρχω

Το πρόβλημα ξεκινά από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό. Από την λογική αντιστροφή της πυραμιδικής ιεραρχίας «Θεός-άνθρωπος-ζώο» σε «Άνθρωπος-Θεός-ζώο». Εκείνο ακριβώς το σημείο που ο άνθρωπος πίστεψε το «Σκέφτομαι άρα Υπάρχω», και άρα αφού υπάρχω στον υλικό κόσμο είμαι ο Θεός -γιατί καταλαβαίνω τι υπάρχει, ήταν το σημείο που αποφάσισε να καταταγεί στην βάση της πυραμιδικής ιδεολογικής κατασκευής του, ήτοι στα ζώα.


Γιατί υπέκυψε στην κυκλικότητα της ύπαρξης ως μοιραία διαδοχή στην αναμονή. Στην αναμονή του συμβάντος, αυτού του συμβάντος που θα επιβεβαίωνε μία γραμμικότητα που τείνει στο άπειρο. Δεν κατάλαβε ότι πέταξε τον διαβήτη και έμεινε στον κύκλο. Πως καταδίκασε το είδος στην ακινησία. Στην ακινησία μέσα σε ένα περιβάλλον που ξέρει να επιβιώνει στους κύκλους του.


Πώς να μιλήσεις για συναισθήματα όταν όλα έχουν ειπωθεί; Και πώς να μιλήσεις για το νέο όταν αυτό δεν υπάρχει; Πρέπει να μάθουμε να σιωπούμε. Εκεί κρύβεται ίσως το νέο.

Wednesday, 27 June 2007

Θερμό επεισόδιο

Γκρ... Γκρρρρρ... Γγγγγγγγγγγκκκκκκρρρρρρρρρρρρρ... Ένα δύο... Τεστ... «I.D.; Μ' ακούς;» Γκρρρρρρρρρ... «Ωχ, παιδιά, δεν είναι καλά! Φέρτε την ένεση!» Γγγγκρρρρρρρρρ... «Γρήγοραααααα!!!»

Λοιπόν, σήμερα ήταν μία υπέροχη καλοκαιρινή ημέρα! Δεν καταλαβαίνω τον λόγο που όλοι γκρινιάζουν και τρομοκρατούνται με την ζέστη, λέει. Ποια ζέστη; Καταπληκτική ημέρα, ηλιόλουστη, οι δημόσιοι υπάλληλοι πήραν το ρεπό τους, διακοπές ρεύματος (κάποτε πρέπει να κάνει κι αυτό τις διακοπές του), οι δρόμοι άδειοι... Δηλαδή, πόσο γκρινιάρηδες είμαστε για λαός; Ε; Τίποτα δεν μας ικανοποιεί... Βρέχει. «Ωχ, αμάν!», πλημμύρες σκεφτόμαστε εμείς. Έχει ήλιο. «Ωχ, αμάν!», γκρινιάζουμε για την ζέστη. Κίνηση στους δρόμους. «Γαμώ την πουτάνα τους!», βρίζουμε όλη μέρα στο φανάρι. Άδειοι οι δρόμοι. «Γαμώ τα όρια ταχύτητας!», ξαναβρίζουμε μόλις βάλουμε τετάρτη. Όχι φίλοι μου! Το νόημα της ζωής δεν βρίσκεται εκεί, δηλαδή στην γκρίνια. Όχι... Όλα αυτά μας διδάσκουν ότι τα γαμημένα σκατά που μας περικυκλώνουν γ#$... Γκρ... Γκρρρ... Γκρρρρρρρρρρρ...

Ναι, συγγνώμη, τι έλεγα... Α, ναι! Αρμονικά πλασμένα είναι όλα γύρω μας και πρέπει να είμαστε και γαμώ τα μίζερα πλάσματα για να μην το καταλαβαίνουμε αυτό. Ας πούμε σήμερα. Ό,τι τηλέφωνο δέχτηκα όλη μέρα (μαμά, μπαμπάς, αδέρφια, θείες, φίλοι, συμφοιτητές, καθηγητές...) ήταν για να ερωτηθώ αν ζω (προφανές σφάλμα, αφού απαντάω το τηλέφωνο), αν είμαι σπίτι (προφανώς και όχι, θέλω να πιστεύω ότι είμαι άνθρωπος) κι αν δροσίζομαι (προφανές σφάλμα, το σώμα μου δεν διαθέτει air-condition). Κάλλιστα, όμως, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για το τι θα κάνουμε το βράδυ, τι κάναμε χθες, τι κάνει η Μαριγούλα, για τις πολικές αρκούδες, το τέρας του Λοχ Νες, τις φονικές σαρανταποδαρούσες, τα ωραία πόδια που ξεπροβάλλουν από τις καλοκαιρινές φούστες, τα εξώπλατα και πάει λέγοντας... Λοιπόν, δεν ξέρω τι ζόρι τραβάτε εσείς, εγώ όμως μια χαρά τις βρίσκω τις καιρικές συνθήκες.

Κατ' αρχάς, ακυρώθηκε το σημερινό μάθημα. Άρα δεν έκανα την παρουσίαση που ήταν να κάνω και ξενύχτησα τρία βράδια, άρα πάει για μια εβδομάδα αργότερα κι άρα γαμώ την μαλακία #$%^%*... Γκρ... Γκρρρρρρρρ... Ναι, λοιπόν, έφυγε από πάνω μου ένα άγχος και είχα όλη την ημέρα ελεύθερη! Φυσούσε ένα καταπληκτικό αεράκι στην σάουνα (=ανεμιστήρας στο σπίτι), τόσο δηλαδή, που ενώ κυκλοφορούσα με το μαγιό μου και ίδρωνα και αποβάλλονταν οι τοξίνες ταυτόχρονα κι ένα καυτό αεράκι υπνηλίας έφτανε σε εμένα και γλάρωνα... Κοιμήθηκα λοιπόν και ταυτόχρονα έκαιγα και λίπη... Αμ το άλλο; Εγώ, που υπό κανονικάς συνθήκας είμαι γκαμήλα και το νερό έχω ξεχάσει τι γεύση έχει, σήμερα κατανάλωσα πάνω από τρία λίτρα. Κι όπως όλοι γνωρίζουμε το νερό είναι ο καλύτερος φίλος του σώματος!

Ξύπνησα λοιπόν, τελειωτικά, κάποια στιγμή κατά τις δώδεκα το μεσημέρι. Κι εκεί κατάλαβα πως αυτός ο καιρός έχει κι άλλα καλά! Εδώ και τρεις μέρες κάνω αποτοξίνωση από τον καφέ! Χωρίς να το έχω επιδιώξει. Αυτό το καταπληκτικό θερμό αθηναϊκό κλίμα με κάνει να αποστρέφομαι τον καφέ φίλτρου (φραπέ δεν πίνω ούτε με σφαίρες) και τον ελληνικό κι άρα... Να μην φτιάχνω καφέ! Έχω βέβαια κάτι πονοκεφάλους, πρόσφατα είδα ότι είναι τυπικό σύμπτωμα κατά τη φάση απεξάρτησης από τον καφέ, αλλά νιώθω υπέροχα! Τα τσιγάρα έχουν άλλη γεύση, ποτέ πριν δεν τα απολάμβανα τόσο όσο τώρα με το νερό! Γαμώ το φελέκι τους γαμώ έτσι που τα έχουν κάνει πουτάνα με το κλίμα και μας @!@%$%&&*(%$... Γκρρρρρρρρρ... Γκρρρρ...

Έχοντας λοιπόν όλη τη μέρα ελεύθερη αποφάσισα να κάνω μία επανάληψη τα επεισόδια του πρώτου κύκλου του Flying Circus των Monty Python. Εκπληκτικά, αυτοί οι φοβεροί τύποι κάποτε έβγαζαν την γλώσσα σε ένα ολόκληρο σύστημα με τρόπο ευρηματικό κι όχι πουλώντας την γλώσσα που βγαίνει κοροϊδευτικά χτίζοντας περιουσίες (ονόματα δεν λέμε)... Αφού, λοιπόν, τέλειωσα και με αυτό σκέφτομαι πως μου έχει λείψει μεσημεριανό φαγητό με ουζάκια και καλή παρέα. Κάνω τις ψακτικές μου, παίρνω τα τηλέφωνά μου... Όλοι ήταν στα σπίτια τους! Κάνω την πρότασή μου, όοοοχι μου λένε, είμαι τρελλή;, έξω είναι κόλαση!, μέσα είναι παράδεισος. Μπράβο, νοικοκυρεύτηκαν οι φίλοι μου, άρχισαν να κοιτάνε την οικογένειά τους, το αμόρε, έκοψαν το φαγητό έξω και τα ποτά, σοβαρεύτηκαν και κατάλαβαν ότι δεν πρέπει να κοπροσκυλιάζουν συνέχεια... Κι όλα αυτά χάρη στον εκπληκτικό καιρό των τελευταίων ημερών!

Έβαλα, λοιπόν, και είδα το The Queen του Stephen Frears, καταπληκτική ταινία! Ε, λοιπόν, σήμερα ήταν η ημέρα του αγγλικού θριάμβου! Εκατό στραβά να τους καταλογίσει κάποιος, όταν όμως θέλουν το έχουν... Χαλαρά! Ενθουσιάστηκα λοιπόν, πω πω, τόσο απροσδόκητη και απρογραμμάτιστη χαλάρωση και χαρά είχα καιρό να νιώσω. Έπιασα μουσικές που είχα να τις ακούσω χρόνια. Έπεσα πάνω στο Signify των Porcupine Tree, στο The Contino Sessions των Death In Vegas και στο Renegades των Rage Against The Machine (έπεσα και σε άλλες αλλά δεν είχα χρόνια να τις ακούσω). Και ταυτόχρονα ίδρωνα, αφυδατωνόμουν, πονούσε το κεφάλι μου γαμώ τους παπάρηδες@$#%&^^%*(^()()$#$!$%^&& ... Γκρ... Γκρρρρρρρρρρρ... Γκρρ...

Το απόγευμα αργά, πήγα για καφέ σε μία καφετέρια με κλιματισμό. Τρεις ώρες κάτσαμε, πρώτη φορά αντέχω τόσο σε καφετέρια χωρίς να με πιάσει εκνευρισμός στην καρέκλα! Είδα τους φίλους μου, μιλήσαμε, γελάσαμε, φάγαμε το παγωτό μας, ήπια και έναν καφέ μπόμπα!!! Απίστευτα πράγματα για καθημερινή δηλαδή, να έχω τρεις ώρες ελεύθερες για καφέ! Μετά γύρισα στο σπίτι, στην τηλεόραση έπαιζε το Casino του Scorsese. Μαγεία. Σκέτη μαγεία είναι ο άτιμος όποτε το θελήσει. Ποτάκι, σάουνα, αεράκι και ταινιάρα. Μεγαλεία, αυτό είναι ζωή! Και μετά από αυτό, βέβαια, η βραδιά έκλεισε με παγάκια να εξατμίζονται σε καυτά σώματα και γλώσσες. Ό,τι καλύτερο...

Για αυτό λοιπόν σας λέω... Είμαστε πολύ αχάριστο είδος εμείς οι άνθρωποι. Όλο γκρινιάζουμε, καταστροφολογούμε, ασχολούμαστε με μερικά πταισματάκια κακόμοιρων πολιτικών, ανίδεων διοικήσεων, παραγόντων δημοσίου βίου, προέδρων και κάθε λογής πλασμάτων... Αφού όλα πάνε ρολόι, γιατί είμαστε τόσο κακοί; Ο πλανήτης πάει από το καλό στο καλύτερο, η πείνα και η φτώχεια καταπολεμώνται, οι πόλεμοι έχουν εξαλειφθεί, η αδικία και η διαφθορά πατάσσονται, τα οικονομικά μας είναι ανθηρότατα, έχουμε άπλετο χρόνο ελεύθερο από εργασία, τα ατομικά, κοινωνικά κι εργασιακά δικαιώματά μας τα σέβονται με ευλάβεια οι συμπολίτες μας και το κράτος, οι θάλασσές μας είναι πεντακάθαρες και συνεχίζουμε να χτίζουμε άψογης αισθητικής κτίρια γύρω μας και να κυκλοφορούμε με οικολογικότατα αυτοκίνητα γιατί η ζέστη των ημερών έχει να κάνει μόνο με κάποια ανεξήγητη δυσλειτουργία του καιρού...

Γκρ... Γκρρρρρρρρρρρ... Γκρρρρρρρρρρρρρρρ.....

Ρε δεν πάνε στο διάολο όλοι; Ποιοι; Όλοι, κι εμείς μαζί τους, γιατί τα ίδια σκατά έχουμε γίνει. Σήμερα, ερήμην μου, μού παρήγγειλαν κλιματιστικό για να μην πεθάνω λέει ενώ είχα πει κατηγορηματικά όχι. Όχι ρε, τα ίδια σκατά είμαστε, με μικρότερο ή μεγαλύτερο δάχτυλο, πάντως δάχτυλο στην πίτα όλοι βάζουμε. Άει στο διάολο ρε, που λίγες εβδομάδες πριν ασχολούμασταν με την Σύνοδο των Οχτώ και τώρα πάμε κι αγοράζουμε όλοι κλιματιστικά!

Γκρρρρρ... Γκρ... Γκρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρ...

Άει στο διάολο που γκρινιάζουμε άτομα 15, 25, 35 χρονών για την ζέστη και άτομα τρίτης ηλικίας έβγαιναν πρωί για να ψωνίσουν με την πενιχρή τους σύνταξη το ψωμί της ημέρας, επιστρέφοντας μετά σε ένα σπίτι χωρίς κλιματιστικά κι ανεμιστήρες. ´Αντε και στο διάολο με υπηρεσίες ΔΕΗ, λέει, που περήφανα πριν από τρεις μέρες δήλωναν πανέτοιμες να αντιμετωπίσουν την ζήτηση της αγοράς, σήμερα έκοβαν το ρεύμα (δεν άκουσα για διακοπή στο Κολωνάκι, στη Ρηγίλλης ή στην Αρχιεπισκοπή) αλλά κατά τα άλλα... Πόσο είναι οι απολαβές του καινούριου μεγαλοϋπαλλήλου της ΔΕΗ; Πόοοοοσο;

Γκρ... Γκρρρρρρρρρρρρ... Γκρρρρρρρρ...

«Ωχ, παιδιά, δεν πιάνει ούτε η ένεση! Run for your life!!!!»

Sunday, 24 June 2007

Το φανταχτερό περιτύλιγμα του κόσμου

«(...) Επίσης, βάσει επιστημονικών ερευνών των τελευταίων δεκαετιών, υποστηρίζεται ότι υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να συμβάλουν στην εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς.(...)»

Είμαι εικοσιτεσσάρων χρονών και νιώθω να βράζω. Κι όσο μεγαλώνω τόσο μεγαλώνει η θερμοκρασία, κάποτε θα εξατμιστώ φοβάμαι... Δεν φταίει ο καύσωνας και σίγουρα δεν φταίει το αίμα, που από ό,τι έχω καταλάβει όλοι θεωρούν ότι έχει σημείο βρασμού τις ηλικίες 16-28. Μετά πήζει, σχηματίζει σβώλους και το άτομο τελικά πεθαίνει από θρόμβωση. Η διανοητική θρόμβωση πάντως σίγουρα δεν γνωρίζει ηλικία.

Τα στερεότυπα. Μείζον δείγμα διανοητικής θρόμβωσης. Ας το δούμε, όμως, λίγο αναλυτικότερα πριν αρχίσουμε τους αφορισμούς. Πάντα με εκνεύριζαν οι γενικολογίες και τα στερεότυπα. «Οι γυναίκες μπλα μπλα...», «Όλες οι γυναίκες μπλα μπλα...», «Όλοι οι άνδρες είναι γουρούνια. Μπλα μπλα...». Αυτόματος συναγερμός μη συνεννόησης με τον άλλον. Παλιότερα προσπαθούσα να τους αλλάξω γνώμη, μετά την είδα μεγαλύτερη και τους δούλευα. Τώρα πατάω κάτι φοβερά βρισίδια μέσα στο κεφάλι μου και παίρνω την βαριεστημένη μου φάτσα μπροστά τους.

Μέχρι που πριν από αρκετούς μήνες άρχισα να βλέπω την άλλη πλευρά. Επειδή ποτέ δεν είχα γυναίκες κοντινές φίλες, παρά μόνο αγόρια, ήταν και δύσκολο να αντιληφθώ την γυναικεία ψυχολογία σε όλο της το μεγαλείο σε νεώτερη ηλικία. Ας μην γενικεύσω, όμως. Βασική μου αντίληψη είναι πως πέρα από άνδρες και γυναίκες είμαστε και άνθρωποι. Όταν δεν είμαστε τελείως ζώα δηλαδή.

Θυμώνω. Φοβερά. Με ανθρώπους που το παίζουν για να είναι. Χωρίς να είναι, είναι επειδή το παίζουν. «Το παίζω άρα υπάρχω». Και πείθει αυτό, μια ολόκληρη κοινωνία έχει μείνει με το στόμα να χάσκει μπροστά στην πρωτοφανή ερμηνεία μη όντων.

Θυμώνω. Με αυτούς που τα θέλουν όλα έτοιμα, σερβιρισμένα. Που χωρίς να κουνήσουν το μικρό τους δαχτυλάκι θέλουν παλάτια. Κι αυτό σημαίνει ότι κάποιος μαλάκας πρέπει να γίνει το χέρι που θα τα κάνει όλα.

Συναντώ, λοιπόν, ανθρώπους που την δική τους ανικανότητα την φορτώνουν σε πλάτες άλλων. Χωρίς την στοιχειώδη αξιοπρέπεια να βοηθήσουν στο κουβάλημα· έστω, να μοιραστούν ένα τσιγάρο μαζί με τον άλλο στην ανάπαυλα. Κάντε μόνοι σας τις αναγωγές, μην σας περιορίσω με τα δικά μου παραδείγματα. Κάντε αναγωγές στον εργασιακό χώρο, στις σχέσεις ή όπου αλλού νομίζετε.

Μαζί με αυτόν τον «σταρχιδισμό» λοιπόν, και συγγνώμη για την γλώσσα μου, έρχεται και η δειλία. Πακέτο ασυναγώνιστο. Είναι λοιπόν γαϊδούρι ο άλλος, είναι και μπουχέσας. Γιατί δεν έχει, κατ' αρχήν, την ειλικρίνεια και το θάρρος να παραδεχτεί στον εαυτό του το πόσο άδικος και χέστης είναι. Κι έτσι, αναγκαστική συνθήκη, για ό,τι μπορεί να του πάει στραβά φταίει ο άλλος, αυτός που τραβάει την ανηφόρα κουβαλώντας και το γεμάτο λίπος σώμα του άλλου.

Φοβερή αδικία γύρω μου. Πώς κλείνεις τα μάτια σου σε αυτήν; Πώς κλείνεις τα μάτια στα στραβά του κόσμου αυτού; Αυταπάτες ότι μπορείς να τον αλλάξεις δεν έχεις. Και δεν είναι κι εκεί το θέμα. Ούτε είναι το πώς να την βγάλεις καθαρή. Δεν γίνεται. Κάποια στιγμή θα σου χτυπήσει την πόρτα το «απαράδεκτο». Θα σκύψεις κεφάλι; Θα του σπάσεις το κεφάλι; Θα κάνεις ότι απουσιάζεις; Τι σκατά υποτίθεται ότι κάνει ο άνθρωπος με όλα αυτά που γίνονται γύρω του; Ο άνθρωπος, όχι το ζώο. Το ζώο κοιτά να επιβιώσει· βασικό ένστικτο. Ο άνθρωπος, όμως; Μένει σε αυτό;

Βράζω, λοιπόν. Στο ζουμί μου προς το παρόν. Χάνω από αυτό, το ξέρω. Οι άνθρωποι δεν έχουν συνηθίσει να ακούνε τα πράγματα όπως τα σκέφτεται κάποιος. Θέλουν γυαλιστερές λέξεις, κοπλιμέντα τυλιγμένα σε fancy περιτύλιγμα. Οι γυναίκες τώρα τελευταία αρχίζω επικίνδυνα να πιστεύω ότι θέλουν κι έναν μαλάκα τυλιγμένο σε fancy περιτύλιγμα. Πολύ μαλάκα όμως. (Αρχίζω να γενικεύω τώρα. Μην πέσετε να με φάτε, απαραίτητη συνθήκη η υπερβολή σε τέτοιου είδους θέματα.)

Να τραβάει κουπί χωρίς να κατσαρώσει από την υγρασία ούτε μισή τρίχα από το «κομμωτηριακό» μαλλί της απαυτής. Να κουβαλάει τα ψώνια του σούπερ μάρκετ σαν τον Ινδό βαστάζο παλιών ταινιών. Το περιτύλιγμά του να είναι πάνω από 100 ίππους, να έχει πιστωτικό όριο το Έβερεστ και σωματικά προσόντα Mr. Universe. Αυτό που ξεχνάνε, βέβαια, είναι ότι οι ίδιες δεν είναι από στόφα σταρ του Χόλυγουντ ούτε έχουν το μυαλό του Αϊνστάιν. Συνήθως είναι η μετριότητα καμουφλαρισμένη κάτω από τόνους πούδρας και μάσκαρας και το βλέμμα της αγελάδας κρυμμένο κάτω από τεράστια γυαλιά ηλίου. Το ακόμα καλύτερο, όμως, είναι ότι πείθουν. Κι έτσι μπορεί ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου να πιστέψει ότι είναι βλάκας, ο ωραιότερος άνδρας να νομίζει ότι είναι για τα μπάζα. Κι ότι η απαυτή του κάνει χάρη που τον φορτώνει.

Γιατί, κι έτσι επιστρέφουμε από ό,τι διαπιστώνω στην αρχή του κειμένου, είσαι ό,τι το παίζεις. Μόνο που αν δεν έχεις καμία διάθεση να το παίξεις κάτι κάνεις τον ταξιθέτη στην παράσταση των άλλων. Και περιμένεις κάποιον να σου χτυπήσει υποτιμητικά το μάγουλο και να σου δώσει φιλοδώρημα ψιθυρίζοντας «Για τον κόπο σου». Και δεν τα γράφω όλα αυτά γιατί μου συνέβη ή συμβαίνει κάτι τρομακτικό αυτόν τον καιρό. Με τα νεύρα που έχω αν μου συνέβαινε και κάτι φοβερό μάλλον θα είχα πάρει γραμμή για ίδρυμα.

Παρατηρώ απλά, παρατηρώ ακόμα και σε περιπτώσεις που θέλω να μπω μέσα στην κατάσταση και να γίνει πανικός. Κάποιες φορές είμαι σαν τους γέρους του Muppet Show, κυνική και απόμακρη. Άλλες πάλι, αυτή η ανικανότητά μου να παρέμβω, με κάνει να θέλω να τα σπάσω όλα.

Είναι κι αυτή η γαμημένη ζέστη που μαζί με την ηλιθιότητα που κινείται γύρω μας γίνεται αφόρητη... Και πώς να μην συνδυαστεί μετά η ζέστη με την επιθετική συμπεριφορά; Το εξωτερικό, εύκολα παρατηρήσιμο, φαινόμενο θεωρείται πάντα η αιτία... Για τον κόσμο του περιτυλίγματος.

Tuesday, 19 June 2007

Η Μελίνα, τα ούζα και ο ασθενής

Όπως θα έχετε καταλάβει ήδη, διανύουμε τον πρώτο μήνα του θέρους. "Θέρος" παλιά, βεβαίως, σήμαινε τέλος το σχολείο, μπάνια, γιαγιάδες, καιρός για δύο, τριο και δεν συμμαζεύεται... "Θέρος" πλέον, για τον φτωχό πλην τίμιο φοιτητή, σημαίνει μαθήματα αναπλήρωσης των ωρών που δεν καλύφθηκαν τον χειμώνα (μέσα σε μια εκπληκτική ατμόσφαιρα σάουνας στην αίθουσα), διάβασμα, έξοδοι, μπάνια και τύψεις γιατί, τελικά, μετά από τόσες εξόδους και μπάνια μόνο διάβασμα δεν κάνεις.

Βρίσκομαι λοιπόν στον Ιούνιο του επεισοδιακού έτους 2007, κάθε εβδομάδα όλο και κάτι έχω να παρουσιάσω στα μαθήματα του μεταπτυχιακού και... (το καλύτερο έρχεται)... για τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο παραδίδω εννέα εργασίες -μεγέθους πτυχιακής. Έκαστη (αμ, πώς; Τα σοβαρά μεταπτυχιακά προκαλούν σοβαρές βλάβες στον εγκέφαλο).

Έχω, λοιπόν, να γράψω κείμενο από την Παρασκευή. Είναι Δευτέρα. Και δεν έχω τίποτε άλλο στο μυαλό μου παρά αυτό που διαβάζω για την παρουσίαση της Τετάρτης. Μέχρι την Παρασκευή που μας πέρασε είχα στο μυαλό μου την παρουσίαση της Παρασκευής. Και μετά την Τετάρτη θα έχω στο μυαλό μου την παρουσίαση της άλλης Τρίτης. Και πάει λέγοντας αγαπημένοι μου. Εγώ, όμως, θέλω να γράψω. Έτσι νιώθω χαλαρή, θέλω να σας μιλήσω κιόλας βρε αδερφέ! Βέβαια, επειδή διαβάζω και οι μετακινήσεις περιορίζονται στα απαραίτητα συνήθως, νέα δεν έχω ακούσει, ούτε εκνευρίστηκα με κάτι. Είμαι αυτό που λέμε «Σχολή-Σπίτι, Σπίτι-Σχολή». Αρχίζω και ανησυχώ φοβερά. Οι κοινωνικές μου ευαισθησίες με έχουν αφήσει στην ησυχία μου, οι πολιτικο-οικονομικές μου τσαντίλες έχουν απομακρυνθεί και φαίνεται να αντιμετωπίζω όλο αυτό το φοιτητικό καλοκαιρινό ντελίριο με χιούμορ και καλή διάθεση. Γκρινιάζω, βέβαια, με κάθε ευκαιρία... Αλλά μέσα μου τα περισσότερα από αυτά που κάνω τα γουστάρω τρελά (εκτός από το γεγονός ότι πρέπει να τα κάνω καλοκαιριάτικα, το είπαμε αυτό). Και ακριβώς λόγω αυτής μου της διάθεσης και της άγνοιας περί του πολιτικο-οικονομικο-κοινωνικού γίγνεσθαι θα γράψω για το Σαββατοκύριακο!!!

Ναι, ναι, αγαπημένοι μου φίλοι κι αναγνώστες. Η I.D. (οι κρίσεις μεγαλείου μετά από τόση ζέστη και διάβασμα είναι δεδομένες σε εμάς τα ψώνια) θα γράψει για κάτι απλό. Χωρίς φανφάρες, χωρίς τις συνήθεις εξυπνάδες της, χωρίς γκρίνια και υπαινιγμούς, άνευ διανοία διάνοιας. Το "σεντόνι" (μισητή έκφραση) μην νομίζετε βέβαια ότι θα το γλιτώσετε.

Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε όποιος ήξερα και δεν ήξερα πήρε τα μπογαλάκια του, πήρε τον ομματιών του, οι τυχεροί πήραν και το αμόρε, και την κοπάνησαν. Αυτά, βέβαια, εγώ δεν τα συγχωρώ στους φίλους μου, την πληρώνουν με έξτρα δόση γκρίνιας την επόμενη φορά που συναντιόμαστε. Παρασκευή, όμως, μετά από μια επεισοδιακή παρουσίαση της «Όπερας της Πεντάρας» του Μπρεχτ, όσο και θερμή (μόνο οι συνθήκες στην αίθουσα ήταν... μπλα μπλα, μην τα ξαναλέμε), λέω δεν γίνεται. «I.D., δεν θα την βγάλεις καθαρή. Πρέπει να ξελαμπικάρεις!» Και αυτό έκανα. Την Παρασκευή το βράδυ, λοιπόν, κοπάνησα τα ούζα μου και στάνιαρα. Τα απόλαυσα με μια καταπληκτική παρέα, η οποία σημειωτέον έπινε όλη κρασί, από αυτά τα ξύδια που σερβίρουν στις ταβέρνες, αλλά εγώ, επειδή έχω εκλεπτυσμένα γούστα αν δεν μου αρέσει το κρασί προτιμώ το ούζο. Πού είχα μείνει... Μούμπλε, μούμπλε... Α, ναι.

Τα κοπάνησα, λοιπόν, τα ουζάκια μου, περδίκι μετά!! Να σας ενημερώσω ότι οι αντοχές μου στο ποτό είναι τεράστιες, ολυμπιακών διαστάσεων και βάλε. Το Σάββατο καταπολέμησα τις τύψεις μου, εμπέδωσα ότι δεν πρόκειται να διαβάσω τίποτα και το απόλαυσα. Σκηνές απείρου κάλλους, σπιτική θεσσαλονικιώτικη πίτα το μεσημέρι, ύυυυυυυπνος μέχρι το βράδυ και μετά... Ουζάκιαααααααααααα! Περιττό δε να σας πω ότι μετά από αυτό το καταπληκτικό Σαββατοκύριακο ανακήρυξα ποτό του φετινού καλοκαιριού το ούζο (πέρυσι ήταν πάλι -έχει καταντήσει σικέ πλέον- το κρασί του μπαμπά!). Από εδώ και πέρα, λοιπόν, μετά από κάποια χρόνια απουσίας, το ούζο επιστρέφει δυναμικά στην ζωή μου, δίνοντας μια άλλη διάσταση στα πανεπιστημιακά μου πονήματα. Η Κυριακή, όμως, ήταν... Το κάτι άλλο!

Κατ' αρχάς κοιμήηηηηηηηηηηηηθηκα. Με επανέφερε στην τάξη ο δικός μου πολύπαθος Οδυσσέας κατά τις τρεις το μεσημέρι, μπορεί να είχε να μου συμβεί αυτό και πάνω από πέντε χρόνια. Η μέρα δική μας. Είναι λίγο δύσκολο να κουμαντάρεις τόσες ελεύθερες ώρες όταν δεν έχεις συνηθίσει. Και τι καλύτερο από το να καταστρέψεις την κουζίνα, αυτήν την κουζίνα που έχεις καταφέρει να μετατρέψεις σε απαστράπτον παλατάκι την προηγούμενη μόλις μέρα. Γενικά, επειδή δεν είμαι και πολύ της λάντζας, όταν την βλέπω καθαρή δεν θέλω να ξαναπατήσω το πόδι μου, δεν θέλω να ρισκάρω να βγει άπλυτο ούτε ένα ποτηράκι (το ούζο πίνεται κι από το μπουκάλι -δεν το ξέρατε;). Μου ανακοινώνει λοιπόν περιχαρής ο "Οδυσσέας", ας πούμε, πως έχει μια καταπληκτική συνταγή, απλούστατη, για παρασκευή σπιτικών ζυμαρικών. "Δεν πάει στο διάολο" σκέφτομαι, ο καλός μου είναι μέγας σεφ, κάτι θα ξέρει.

Δύο ώρες μετά η κουζίνα είχε γίνει άσπρη από αλεύρι, άμορφες μάζες ζυμαριού έβγαιναν από την κατσαρόλα και δεν υπήρχε πλυμμένο σκεύος ούτε για δείγμα. Δυόμιση ώρες μετά χαχανίζαμε νηστικοί κι αποφασίζαμε να παίξουμε αλευροπόλεμο με το υπόλοιπο αλεύρι. (Σ.τ.Σ.:Να σας ενημερώσω ότι πάντα θεωρούσα μια από τις πιο απολαυστικές σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου την σκηνή με τον τουρτοπόλεμο στο «Θ.Β. Φαλακρός Πράκτορας»). Μετά κι από το φιάσκο του μεσημεροαπογευματινού φαγητού οργανωθήκαμε, όχι δεν πλύναμε την κουζίνα, κάναμε μπάνιο και βγήκαμε για καφέ με δύο φίλους μας που είχαμε να τους δούμε μήνες. Οι οποίοι μας ανακοίνωσαν ότι παντρεύονται...

Συνήθως εγώ, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις δηλαδή, αρχίζω και βράζω στον κυνισμό μου και τον μηδενισμό. Έλα, όμως, που τα παιδιά ήταν χαρούμενα, έλα που ήταν πανέμορφα εκεί που ήμασταν, έλα που με πέτυχαν σε αδύναμη περίοδο (εργασίες, μπλα μπλα, μην τα ξαναλέμε). Και να οι ευχές, να τα τσιγάρα, να οι αφηγήσεις για το πώς έκανε την πρόταση ο άλλος πολύπαθος "Οδυσσέας" (καλά, δεν το συζητώ, αν εμένα είχε γίνει τέτοια μηχανορραφία για πρόταση ο άλλος θα είχε φάει σφαλιάρα) πάει βράδυ αργά...

Σπίτι. Η Κυριακή τελειώνει. Όχι πριν το πω εγώ! Για εκατοστή φορά, μιας και δεν ήμουν σε φάση για καινούρια ταινία, το "Ποτέ την Κυριακή". Και να πάλι τα ούζα μου εγώ, να τα ζεϊμπέκικα.

Η Μελίνα, φίλοι μου. Δεν ακούω τίποτα. Η ΓΥΝΑΙΚΑ. Αν και απεχθάνομαι τα πρότυπα και δεν είμαι και πολύ σίγουρη τι λειτουργία επιτελούν... Η Μελίνα. Ολόκληρο κεφάλαιο, άλλη φορά ίσως το ανοίξω. Ξημερώματα λοιπόν, ο "Οδυσσέας" σκέφτεται πια ότι θα ήταν προτιμότερο να ξαναφύγει για την Τροία παρά να υφίσταται όλη αυτήν την ταλαιπωρία μαζί μου, κι αρχίζω να σαρτεύω σαν το κατσίκι από την χαρά μου. Σαν παιδί (είναι μερικές ταινίες που όσες φορές και να τις δεις κάθε φορά θα είναι αλλιώτικη). Κι επειδή τόση ενέργεια με έναν μόνο τρόπο φεύγει, η Κυριακή έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο. Μεγάλα παιδιά είμαστε, καταλαβαινόμαστε. Όπως και το πόσο υπέροχο είναι να ενώνεσαι με τον άλλον με ένα εκατομμύριο τρόπους...

Πάει, λοιπόν, το Σαββατοκύριακο. Χωρίς καμία δόση μελαγχολίας. Γιατί ήταν γεμάτο αγάπη, ξεκούραση, χαλάρωση, δημιουργικότητα, χαρούμενες συναντήσεις, σημαντικές ανακοινώσεις, έρωτα και μεγάλες συγκινήσεις. Γιατί σας τα γράφω όλα αυτά τώρα;

Δεν έχω αυταπάτες ότι χέστηκε η φοράδα στο αλώνι για το δικό μου Σαββατοκύριακο. Επίσης, ήδη αρχίζει και με πιάνει εκνευρισμός που δεν γράφω για κάτι σοβαρό (ένα βρισίδι με το γάντι βρε αδερφέ για τα όσα στραβά συμβαίνουν). Και είπα, δεν θα γράψω κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικό σχόλιο, όμως δεν αντέχω...

Καλά, εγώ κάτι μήνες τώρα έχω αρχίσει να χάνω τον κόσμο λόγω διαβάσματος. Ο ρασοφόρος ασθενής τόσα χρόνια που «διάβαζε» δεν εκνευριζόταν; Πώς ξεμούδιαζε; Η μαμά του, οι φίλοι του τι του έλεγαν, «Διάβασε εσύ παιδί μου κι αν μας βρεις όταν επιστρέψεις μας βρήκες;» Ήμαρτον δηλαδή! Τέλος πάντων. Τι έλεγα;Μούμπλε, μούμπλε...

Ναι. Γιατί σας τα γράφω όλα αυτά. Γιατί είναι Δευτέρα βράδυ, ξημερώματα Τρίτης, μεθαύριο παρουσιάζω και δεν προλαβαίνωωωωωωωωωωωωωωωωωω. Αλλά τα υπέροχα που πέρασα ρίχνουν στα αυτιά στο άγχος που περνάω τώρα. Για αυτό.