Thursday, 16 August 2007

Εγκληματισμός

Λατρεύω:

Την υπερένταση πριν την αναχώρηση.
Το ταξίδι.
Την αίσθηση ότι ποτέ αυτά τα ίδια δεν σου φαίνονται ίδια.
Την ωκεάνια ηρεμία του Χαλικούνα.
Τις ντομάτες και τα φασολάκια από το χωράφι της γιαγιάς.
Τον δρόμο δίπλα στη θάλασσα στις έξι το πρωί.
Το Λιστόν να μυρίζει φρέσκο καφέ και απουσία κάφρων στις εφτά το πρωί.
Το πράσινο με μπλε του Ιονίου.
Το κίτρινο με μπλε του Αιγαίου.
Τον μαΐστρο.
Τα μελτέμια.
Τα λαβυρινθώδη άγνωστα καντούνια.
Την καινούρια κάρτα της φωτογραφικής που απελευθέρωσε το χέρι μου να πατάει συνεχώς το πράσινο κουμπάκι.
Οι βραδινές παπαρο – μπυρο - παρασπονδίες κάτω από καμάρες.
Το ότι έμαθα “αγωνία” σε ένα μπαλκόνι με θέα το ατελείωτο μπλε.
Να είναι οι διακοπές γεμάτες από κούραση και από ανάπαυλα – ταυτόχρονα.
Τα πετόνια.
Τα μακροβούτια στο γυάλινο ύδωρ όταν αργοψήνομαι στους 39 βαθμούς.
Να συλλαμβάνω επ' αυτοφώρω κερκυραϊκές μπουγάδες.
Την απαξίωση για την θερινή ενδυμασία που καλύπτει το σώμα.
Που το κινητό μου δεν έπιανε σχεδόν σε κανένα από τα μέρη που λατρεύω.
Τις συζητήσεις με ανθρώπους “απελέκητους” που μέσα στο κουφάρι τους κρύβουν σοφίες που δεν βρίσκεις γραμμένες πουθενά.
Την αγρύπνια που συνδέει και συγχέει τον χρόνο.
Τα κείμενα του Ραφαηλίδη.
Την μυρωδιά της αμμωνίας πάνω στα καλοκαιρινά δερματικά μου έπαθλα.
Την γρανίτα φράουλα.
Τον freddo με τάβλι στην προνομιακή τιμή των 2,10 ευρώ.
Την κούραση από τις ρακέτες – όχι γιατί τα κατάφερα αλλά γιατί με πόνεσαν οι κοιλιακοί μου από τα γέλια που προκαλούν οι κοροϊδίες “ειδικών”.
Τα στριφτά που μέσα έχουν λίγο αρμύρα και άμμο.
Το περπάτημα του πατέρα μου.
Τα δάχτυλα φίλων που παίζουν με τις μπούκλες μου όταν αυτές γεννούν αλάτι.
Την τραγουδιστή κερκυραϊκή παραφορά που μου κολλάει κάθε καλοκαίρι.
Τον “Γεια σου Γιάννη” που κάθεται με τον μαύρο γάτο του σε μια ξεχασμένη γωνιά και χαιρετά τα αυτοκίνητα που περνούν.
Τις τζιτζιμπύρες.
Τον Κάφκα να χαλαρώνει με λίγη δόση αλατιού κάνοντας τον Πύργο του κατάλυμα κάτω από τον ήλιο.
Την εσωτερική αναστάτωση κάθε που αεροπλάνο απογειώνεται πάνω από το κεφάλι μου στο Πέραμα και γύρω μου υπάρχει μόνο ουρανός, θάλασσα και υστεριάζοντα φωτάκια αεροδιαδρόμου.
Το αλάτι στο σώμα για πάνω από εικοσιτέσσερις ώρες.
Τις καλοκαιρινές μουσικές του πατέρα μου.
Την μυρωδιά υγρασίας και ρίγανης του σπιτιού.
Τις καλοκαιρινές συμπτωματικές συναντήσεις.
Την αγωνία μου μέχρι την εκτύπωση των “μαρμαρωμένων” στιγμών.
Την απόσταση από την Χιμαιροαθήνα.
Την ενδόμυχη χαρά που γυρίζω σε αυτήν.
Το αντάμωμα.

Μισώ:

Την τετράτροχη λατρεία μου που μου έριξε χυλόπιτα ολκής φέτος και με άφησε να φύγω μακριά της.
Την έλλειψη ύπνου που στις διακοπές αυξάνεται.
Την ημέρα που έχει 24 ώρες.
Το ότι κάθε καλοκαίρι η ομάδα γίνεται φτωχότερη -φέτος κατά έναν τεράστιο Bergman και Antonioni.
Τα αυτοκίνητα που βρίσκονται σε κάθε όμορφη γωνιά του νησιού καταλύοντας το φωτογραφικό μου άσυλο.
Τους μαυρισμένους αναψοκοκκινισμένους κάφρους που τολμούν να ανασάνουν δίπλα μου (έχει και δόσεις αυτοσαρκασμού αυτό, μην με σταυρώσετε).
Το κουμ κουάτ από τότε που γεννήθηκα.
Τις γραμμωμένες υπάρξεις της παραλίας ως αναγκαίο κακό κάθε καλοκαιριού κι ως προσωπικό μου δαίμονα.
Τα σουβενιρ σοπς που μετατρέπουν σε τσόντα το πορτοφόλι κάθε καλοκάγαθου ασπρουλιάρη τουρίστα και την άποψή μου περί αισθητικής σε ανέκδοτο.
Την αποτρίχωση.
Το ψάξιμο στην βαλίτσα.
Το ξύλινο μπαράκι που την είδε Μύκονος.
Την δύσπνοια ως αντίποινα του νησιού για την εισβολή μου.
Τις πλαστικές καρέκλες στην ωραιότερη ταράτσα της Κέρκυρας.
Τους σερβιτόρους στο Λιστόν -και σχεδόν σε κάθε σημείο που σερβίρει καφέ στην Κέρκυρα.
Τα ΚΤΕΛ.
Τα διόδια που σε φέρνουν φτωχότερο κοντά στην Αθήνα.
Την Κεφαλλονιά.
Το γκρι χωρίς μπλε και πράσινο της Αθήνας.
Που πρέπει με κάποιον τρόπο να στρωθώ στο διάβασμα και να χέσω τα μυαλά μου στο χαρτί.
Τον ανεμιστήρα του οποίου την αντιαισθητική παρουσία είχα ξεχάσει τόσες μέρες.
Τους τοίχους.
Τα πρώτα πρωινά μετά την επιστροφή.
Τη φράση “τα κεφάλια μέσα”.
Τη φράση “καλό χειμώνα” εν μέσω Αυγούστου.
Που ένας άνθρωπος δεν βρίσκεται να πει καλημέρα.
Που ποτέ δεν καταφέρνω να μαυρίσω ως λευκοεπιδερμίτισσα που μοιάζει να το έχει σκάσει από τάφο.
Τον πυρετό που με ακολούθησε έως εδώ.
Τις ντομάτες που δεν μου θυμίζουν σε τίποτα αυτές τις γιαγιάς.
Που πάντα αφήνω πίσω ανθρώπους που αγαπώ -και η απουσία τους με στοιχειώνει.

Θλιβερό update: ΜΙΣΩ ΜΙΣΩ ΜΙΣΩ ΜΙΣΩ ΜΙΣΩ ΜΙΣΩ ΜΙΣΩ ό,τι σκοτώνει το πράσινο και το κάνει στάχτη. Ό,τι μας κάνει να ανασαίνουμε θάνατο κι όχι οξυγόνο. Τον κάθε μαλάκα που θα πάει να φυτέψει μπετόν κι όχι δέντρα. ΤΗΝ ΓΑΜΗΜΈΝΗ ΑΥΤΗ ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗ ΤΗΝ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΦΕΡΕ ΣΤΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΗΣ.

Saturday, 28 July 2007

KAOPACKA (μην με ρωτήσετε τι σημαίνει, κάποιος με δούλευε και μου έμεινε)

CUT

FADE IN

(Η Industrial Daisies αγχωμένη κάθεται στο γραφείο και πληκτρολογεί)

Το blog αυτό αναχωρεί για ολιγοήμερες (σχετικό είναι αυτό για κάποιον κακομαθημένο όπως ο κάτοχός του) διακοπές. Τα κείμενα για τον θεατή και το θέαμα θα συνεχιστούν όταν με το καλό το μυαλό μας πάρει λίγες τζούρες αρμύρας και νησιώτικης αύρας.

Εύχομαι σε όλους σας καλές διακοπές και με το καλό να ανταμώσουμε όταν επιστρέψουμε. Τρέχω να προλάβω να κλείσω βαλίτσες. Σε δύο ώρες... πετάαααααω!

Υ.Γ.: Κι επειδή το ότι φεύγω διακοπές δεν σημαίνει ότι κλείνω κεραίες πηγαίντε μια βόλτα κι από εδώ. Οι τολμηροί.

CUT

Thursday, 26 July 2007

Το θέαμα και ο θεατής - Ο κινηματογράφος (1)

Περί τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα έσκασε σαν πυρηνική βόμβα ο κινηματογράφος, μία προτερόχρονη ιδέα η οποία έβρισκε την εφαρμογή της με την εξέλιξη της φωτογραφίας και του μοντάζ. Αρχικά στερούμενος ήχου. Κάτι, όμως, που δεν ήταν ικανό ελάττωμα ώστε να ανακόψει τις συνέπειές του τόσο στην τέχνη όσο και σε ένα ευρύτερο πολιτικο-οικονομικό περιβάλλον. Η κινούμενη εικόνα κατάφερε να προκαλέσει το ενδιαφέρον κοινού και θεωρητικών της τέχνης. Ο θεατής επανατοποθετήθηκε απέναντι στο θέαμα, το θέαμα μίας πραγματικότητας εγκλωβισμένης σε φιλμ και σερβιρισμένης ετεροχρονισμένα σε αυτόν. Αναρωτιέμαι αν έναν αιώνα μετά ο άνθρωπος έχει ξεπεράσει την αρχική του αμηχανία και ενθουσιασμό απέναντι στις δυνατότητες του μέσου τούτου. Γιατί ο κινηματογράφος είναι μέσον πάντα και τέχνη ενίοτε, βιομηχανία και αυστηρώς μοναχικός ταυτόχρονα... Ας ξεκινήσουμε από κάπου.

Μέχρι την εμφάνιση του κινηματογράφου ανάμεσα στο θέαμα και τον θεατή δεν παρεμβαλλόταν τίποτε. Οι ηθοποιοί ερμήνευαν τον ρόλο τους χωρίς μεσάζοντα και ταυτόχρονα με την παρακολούθησή τους. Τα λάθη, η ατολμία, η ένταση, η πρωτοτυπία, η φρεσκάδα της ερμηνείας έβρισκαν άμεσο αποδέκτη τον θεατή. Με τον κινηματογράφο ανατρέπεται όλο αυτό το status. Αμέτρητα πλάνα μπορούν να συνδέουν αχανείς τοποθεσίες, υπέρογκο αριθμό κομπάρσων, το χρονικό ασυνεχές (!), το χωρικό ασύμπτωτο (!) και την προγενέστερη ολοκλήρωση του θεάματος με την υστερόχρονη θέασή του. Η συλλογικότητα στην τέχνη ποτέ άλλοτε δεν λάμβανε τέτοια χροιά όπως με την εξέλιξη του κινηματογράφου. Είναι μια τέχνη, όμως, που απευθύνεται άμεσα στον θεατή της; Ή μήπως η παρεμβολή του τεχνικού μέσου επηρεάζει όλο αυτό το καλλιτεχνικό αλισβερίσι μεταξύ δημιουργών- συντελεστών και κοινού;

Ο σεναριογράφος κι ο σκηνοθέτης εξακολουθούν να κρατούν τα ηνία της δημιουργίας, η οποία μονίμως τίθεται υπό δοκιμή κάτω από τεχνικά εφικτό. Αν μη τι άλλο τα κινηματογραφικά κείμενα μπορούν να προσεγγίσουν τόσο τον ρεαλισμό όσο και την λακωνικότητα με τρόπους που το θεατρικό κείμενο αδυνατούσε να κάνει για αιώνες. Κι αυτό χάρη στην δυνατότητα που παρέχει το μέσον για ρεαλιστική αναπαράσταση, για την απεικόνιση και την εστίαση στο άλλως ανείπωτο. Ξεφεύγει, λοιπόν, το κινηματογραφικό σενάριο από τον αναγκαίο συμβολισμό και βερμπαλισμό (πολλάκις) του θεατρικού κειμένου. Η εικόνα, από την άλλη, αποκτά νέα δυναμική. Αλληλοσυμπληρώνει το κείμενο, πολλές φορές του επιβάλλεται. Καταιγιστική αλληλοδιαδοχή εικόνων (ας μην μιλήσουμε για frames και βιολογικής δυνατότητας του ματιού, πολλώ δε μάλλον για τις ευφάνταστες χρήσεις του μοντάζ) η οποία πολλές φορές καταφεύγει στον "εσωκλεισμό" ολόκληρων κειμένων που απουσιάζουν. Αφαιρετικό μέσον, λοιπόν, ο κινηματογράφος όσον αφορά στη γλώσσα. Και πλουραλιστικό όσον αφορά στην εικόνα.

Απέναντί του τοποθετείται ο θεατής. Όν πολυσυλλεκτικό, ιδίως στις μέρες μας, ικανό να "αποκωδικοποιήσει" το μήνυμα της εικόνας - ανίκανο, όμως, πλέον να παρακολουθήσει βερμπαλιστικούς ή γρήγορους διαλόγους. Η αξία του κινηματογραφικού διαλόγου έγκειται στον ρεαλισμό του και στην αφαίρεση. Η πραγματικότητα του θεατή, από την άλλη, έγκειται στην αφαίρεση; Ένας διάλογος μεταξύ ενός ζευγαριού, άραγε, χαρακτηρίζεται περισσότερο από την αφαίρεση ή από την ακατάσχετη λογοδιάρροια; Κι όμως, με ένα καταπληκτικό τέχνασμα ο κινηματογράφος πετυχαίνει να λανθάνει της προσοχής μας η α-φυσικότητα αυτή του κινηματογραφικού κειμένου και να προβάλλεται ως πιστή προσομοίωση της πραγματικότητας. Το τέχνασμα αυτό είναι η λειτουργία της εικόνας και του μοντάζ. Τα οποία έρχονται να καλύψουν περίτεχνα το λεκτικό "lapsus" χωρίς ο θεατής να καταλάβει τον δούρειο ίππο.

Όσον αφορά δε στην υποκριτική, πρωταρχική διαπίστωση αποτελεί ότι ανάμεσα στον ηθοποιό και τον θεατή παρεμβάλλεται ένα ξένο σώμα. Ο φακός. Οι οδηγίες τις οποίες ακολουθεί ο ηθοποιός, η ενέργεια που λαμβάνει ώστε να υποκριθεί, οι νόρμες της σύγχρονης υποκριτικής διέρχονται όλες του φακού και της απεικόνισης της ερμηνείας του σε αυτόν. Ο ηθοποιός δεν επωμίζεται πλέον το βάρος να γεμίσει τον χώρο, να εντάξει στην σωματικότητα την απεικόνιση ανείπωτων φράσεων και απόντων χώρων. Αυτό δεν σημαίνει, σαφώς, ότι ο ηθοποιός στον κινηματογράφο είναι χαμηλότερων "προδιαγραφών" και ικανοτήτων από αυτόν του θεάτρου - όπως σπεύδουν πολλοί να υπαινιχθούν σε μία προσπάθεια γκετοποίησης της υποκριτικής ικανότητας. Σημαίνει, αντίθετα, ότι καλείται ο κινηματογραφικός ηθοποιός να προσδώσει μία ακόμη εντονότερη εσωτερικότητα στην ερμηνεία του, μία εσωτερικότητα που θα τον εντάξει ομαλά στο κινηματογραφικό περιβάλλον μιας ταινίας η οποία τον αποζητά για να αναδείξει τα νοήματά της και ανά πάσα στιγμή μπορεί να τον κατασπαράξει με το επιβλητικό της εκτόπισμα. Καλείται ακόμη ο ηθοποιός στον κινηματογράφο να καλύψει την χαοτική απόστασή του από τον θεατή, να στήσει την ερμηνεία του μπροστά σε ένα εξειδικευμένο πλήρωμα άδειος από τη ζωοφόρο ατμόσφαιρα ενός κοινού.

Ο θεατής, από την άλλη, παρακολουθώντας τα πεπραγμένα από απόσταση, αδυνατεί να συμβάλει στην ερμηνεία του ηθοποιού. Ασύμπτωτος χωροχρονικά με το κινηματογραφικό γεγονός, ανεξοικείωτος με τη λειτουργία του φακού λαμβάνει αυτόματα την θέση του ενώπιον του θεάματος γνωρίζοντας πως αυτό είναι μυθοπλασία, είναι factum μη πραγματικό. Υπό αυτό το πρίσμα ο θεατής αναπτύσσει, εν μέρει, μια εκ θεμελίων ειλικρινέστερη σχέση με το θέαμα -σαν αυτή για την οποία μιλήσαμε στο προηγούμενο κείμενο περί επικού θεάτρου, προσμένει από αυτό τον προβληματισμό, τον ενθουσιασμό, τη χαλάρωση, την βύθιση στους σκοτεινότερους φόβους ή λύπες μην ξεχνώντας κάθε στιγμή πως όλα αυτά προξενούνται από ένα θέαμα μακρινό. Στοιχειώδης διαφορά αυτή, γιατί αν στο θεατρικό δρώμενο μιλούσαμε περί νημάτων που χαλαρώνουν και τεντώνονται εκατέρωθεν εδώ μιλάμε για ένα μπαλάκι το οποίο αρχικά διαχειρίζονται οι συντελεστές μιας ταινίας και με την περάτωσή της περνάει εξολοκλήρου στα γήπεδο του θεατή. Μην παρέχοντας οι κανόνες του παιχνιδιού αυτού τη δυνατότητα για εναλλασσόμενα σερβίς.

Προτρέχοντας, για να προλάβω τυχόν αντιδράσεις, να ξεκαθαρίσω ότι δεν μιλώ εδώ για ανικανότητα του θεατή να περάσει το μήνυμά του στην κινηματογραφική βιομηχανία. Αυτό γίνεται σαφές από τον αριθμό των εισιτηρίων, την πορεία μετέπειτα του DVD ακόμη κι από την αντίδραση ενός πιο "εκλεπτυσμένου" θεατή -των κριτικών. Επομένως, εδώ μιλώ μόνο και πρωτίστως για τις πιθανές περιπτύξεις συντελεστών-θεατή και τη συμβολή του τελευταίου κατά την ολοκλήρωση ενός και μόνον θεάματος.

Απομακρύνεται, λοιπόν, ο θεατής από το δρώμενο. Απλοποιείται ο ρόλος του και προσεγγίζει την ετυμολογία του όρου -θεατής κι όχι συμμέτοχος. Αυτή η απλοποίηση, όμως, απαιτεί από τον θεατή μία εσωτερικότητα και μοναχικότητα που δεν είχε γνωρίσει με το θέατρο, ευθεία μετατόπιση σε αυτόν θα έλεγε κάποιος του χρέους του ηθοποιού. Εσωτερικεύει ο θεατής το θέαμα, το επεξεργάζεται τόσο κατά τη διάρκεια της θέασης όσο και μετά, στερούμενος την δυνατότητα να εξωτερικεύσει με την συμπεριφορά του τις σκέψεις του στους συντελεστές. Ακόμη και με τους υπόλοιπους θεατές του ίδιου θεάματος δεν αποτελεί ομάδα παρά περισσότερο παράλληλες μονάδες. Αυθόρμητα μπορεί να μοιραστούν κοινές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης σε ένα κλίμα αμηχανίας που προκαλείται από το γεγονός ότι οι αντιδράσεις αυτές παραμένουν ανάμεσά τους και υπερίπτανται της σκοτεινής αίθουσας, ανίκανες να βρουν το δρόμο τους προς τους δημιουργούς.

Ο όρος "κινηματογράφος" είναι μία από εκείνες τις ύποπτες λέξεις που ενσωματώνουν διαφορετικά νοήματα, ικανές να μπερδέψουν και να αποπροσανατολίσουν κάθε αδαή. Κινηματογράφος είναι και η βιομηχανία. Κινηματογράφος είναι και τα τεχνικά μέσα. Κινηματογράφος είναι μία πληθώρα επαγγελμάτων που συνωστίζονται γύρω από αυτόν. Κινηματογράφος είναι και ο τόπος προβολής. Κινηματογράφος είναι και τέχνη. Κι αυτό το τελευταίο ακούγεται οξύμωρο. Τουλάχιστον για αυτήν την παλαιών αρχών γενιά θεωρητικών, φιλοσόφων και κριτικών τέχνης που προαπαιτούν την μοναδικότητα του εκάστοτε έργου για να αρχίσουν να ομιλούν περί τέχνης. Και πώς μπορεί να συνδυάζεται η τέχνη με τη βιομηχανική παραγωγή;

Ανοίγουν οι ασκοί του Αιόλου με τον κινηματογράφο -η μαζικότητα της παραγωγής και της κατανάλωσης, η βαθειά εμπλοκή του δημιουργού με τα τεχνικά μέσα παραγωγής εκβαραθρώνουν κάθε πολιτικά ορθή αντίληψη περί τέχνης έως τη στιγμή που αυτός έσκασε σαν βόμβα. Απέναντι στο κινηματογραφικό έργο στέκει ο θεατής. Ο θεατής που μπορεί να βρει σε αυτό τη χαλάρωση, τη διασκέδαση, την ψυχαγωγία, τον προβληματισμό, τον ενθουσιασμό, την ταύτιση, την προσομοίωση ζωών που δεν έζησε και δεν πρόκειται να ζήσει ποτέ του. Είναι πάντα τέχνη αυτό με το οποίο έρχεται σε επαφή ο θεατής στον κινηματογράφο; Ας το δούμε την επόμενη φορά...

(Συνεχίζεται...)

Monday, 23 July 2007

Το θέαμα και ο θεατής - Το θέατρο

Η άποψη περί του "ωραίου" και της "τέχνης" διαφέρει από εποχή σε εποχή. Εξελίσσεται μέσα σε αυτές κι εξαιτίας τους. Η αντίληψη δε περί του ωραίου στην τέχνη έχει δραπετεύσει από τα στενά όρια του προκαθορισμένου και της υποβολής και υπόκειται πλέον, θα έλεγε κάποιος, στην τυχαιότητα της δημοκρατίας.

Απέναντι στο "ωραίο" και την "τέχνη" -κατ' εξοχήν θεάματα- τοποθετείται ο "θεατής". Ο θεατής που είναι ταυτόχρονα μία ιστορική οντότητα έκθετη στις νόρμες των διαφορετικών "γίγνεσθαι" που τον περιβάλλουν. Υπάρχουν, λοιπόν, στη συνθετότερη των περιπτώσεων, δύο αντιλήψεις που μπορεί να έχει το άτομο περί "ωραίου" και "τέχνης". Την κοινωνικώς και πολιτικώς "ορθή" αντίληψη και τη δική του -μία εξατομικευμένη περίπτωση της πρώτης. Ο σύγχρονος θεατής βρίσκει τη θέση του μία στο ποτισμένο από ανθρώπινες μυρωδιές κάθισμα του θεάτρου, μία στο ανατομικό -νεωτερικά κιτς- κάθισμα του κινηματογράφου και μία στον οικείο καναπέ του. Είναι όμως ίδιος ο θεατής απέναντι στα τρία αυτά θεάματα; Και διέπονται τα τρία αυτά θεάματα από τις ίδιες βασικές αρχές;

Το θέατρο, λοιπόν, για το οποίο θα μιλήσουμε πρώτα ως συμπορευόμενο επί μακρότερο χρονικό διάστημα με τον άνθρωπο, τοποθετεί τον θεατή πολυεπίπεδα γύρω του. Άλλες φορές κυκλωτικά, άλλες σε διαφορετικό ύψος. Μία εικόνα είναι αυτό, ναι, αλλά ενδεικτική της αλληλεπίδρασης θεατή και θεώμενου. Το θέαμα "εκτελείται" και "περατώνεται" συγχρόνως με την παρακολούθησή του. Η πλοκή και οι ανατροπές στο θεατρικό κείμενο, η ερμηνεία των ηθοποιών, το θεατρικό σκηνικό και οι αλλαγές του κατά τη διάρκεια της παράστασης είναι γεγονότα τα οποία αντιλαμβάνεται ο θεατής άμεσα, ταυτόχρονα με την συναισθηματική και λογική του εμπλοκή με αυτά, χωρίς την διαμεσολάβηση του χρόνου ή άλλου υλικού. Θα παρατηρούσε κάποιος ότι το θέατρο είναι η καλύτερη προσομοίωση της ζωής σε σχέση με τα άλλα δύο μέσα -τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Λειτουργεί παράλληλα και ταυτόχρονα με τον θεατή του. Άπαξ. Δεν έχει "pause", δεν έχει διαμεσολάβηση υλικών (όπως είναι ο φακός).

Ο θεατής στο θέατρο είναι συντελεστής. Τελευταίος χρονικά αλλά όχι δίχως σημασία για το θέαμα. Διότι πώς αλλιώς θα μπορούσε ο Αριστοτέλης να μιλήσει για κάθαρση εάν ο θεατής ήταν αμέτοχος; Έστω και με αυτήν την μοιρολατρική αντιμετώπισή του από τον Αριστοτέλη, ο θεατής εν τούτοις συμμετέχει ενεργά. Κατακυρώνοντας την αξία της τραγωδίας.Ταυτιζόμενος με τον χαρακτήρα-σύμβολο μίας ολόκληρης εποχής και της διανόησής της.

Το γέλιο του θεατή στην σάτυρα, ή στα μετέπειτα αναγεννησιακά θεάματα, ήταν η αναγκαία συνθήκη για την περάτωσή τους. Ήταν η αναγκαία πάσα προς το καλάθι. Ας μην αναλύσουμε δε την ενσωμάτωση των πιο μύχιων επιθυμιών και φόβων του θεατή στο σεξπυρικό θέατρο - το οποίο όσες κατηγορίες και να έχει δεχτεί όσον αφορά θέματα "copyright" και πειρατίας αρχαίων κειμένων έχει το προσόν να αποδεικνύει ότι σημαντικό είναι το μήνυμα να αποστέλλεται και στην κατάλληλη εποχή. Μία ενσωμάτωση η οποία μετατρέπει το θεατρικό κοινό σε μία σιωπηλή αίθουσα μέσα στην οποία συντελικές σκέψεις και εκλάμψεις νευρώνων συνέχονται ώστε να προκαλέσουν στον θεατή την υπέρβαση και το ξέσπασμα.

Η σκοτεινή αίθουσα λοιπόν του θεάτρου βρίθει από νήματα ανάμεσα στους ηθοποιούς και τον θεατή -νήματα που χαλαρώνουν και τεντώνονται πολλάκις κατά την διάρκεια ενός θεατρικού έργου και η έντασή τους επηρεάζει τόσο τον ηθοποιό όσο και τον θεατή, με αντιδράσεις που γίνονται άμεσα αντιληπτές και από τους δύο.

Συνεκδοχικά, και σχεδόν νομοτελειακά, το θεατρικό έργο είναι κείμενο και θέαμα το οποίο υπόκειται σε διαρκείς αλλαγές και σε ατέρμονη εξέλιξη. Το θεατρικό κείμενο είναι παγιωμένο -και είναι το μόνο στατικό κομμάτι του θεατρικού δρώμενου. Η σκηνοθεσία, η ερμηνεία, η αντίδραση και μετά από αυτή, μοιραία, η εξελιγμένη ερμηνεία και αντίδραση προσδίδουν στο θέατρο χαρακτήρα ποταμού. Οι όχθες είναι γύρω του, το οριοθετούν. Το νερό κυλά.

Μία τεράστια συζήτηση περί θεάτρου ανοίγεται ξανά με την εμφάνιση του "επικού" θάτρου -και του ιδρυτή του. Είναι σε ακριβώς αυτό το σημείο που τόσο ο δημιουργός και οι συντελεστές όσο και ο θεατής καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τους ρόλους τους στο θεατρικό δρώμενο, αλλά και την ίδια τη λειτουργία του θεάτρου. Στην εποχή του το επικό θέατρο στιγματίστηκε από την παταγώδη αποτυχία του να πραγματώσει τους σκοπούς του -ίσως ακόμη κι από την κακεντρέχεια διαφόρων να σπιλώσουν την ιδέα του επικού θεάτρου με πολιτικές μικρότητες. Άποψή μου είναι πως το επικό θέατρο είναι κομμάτι κάθε θεατρικού έργου στις μέρες μας κι έχει εμποτίσει και τον κινηματογράφο -αλλά και την τηλεόραση- με την λειτουργία του.

Αν το ερευνήσει κάποιος ακόμη περισσότερο, το επικό θέατρο ήρθε για να ολοκληρώσει κάθε διαλεκτική πάνω στην αξία και την λειτουργία του θεάτρου. Ήταν το κομμάτι που έλειπε από το παζλ. Γιατί αντέδρασε στην μονόφθαλμη θέαση του θεάτρου -ως ένα δρώμενο το οποίο αποκλείει χωροχρονικά τον θεατή (με την ανύψωση της σκηνής και με την απόκρυψη της "παραλληλότητάς" του με την εν εξελίξει πραγματικότητα). Με τον Μπρεχτ εισήχθη το θέατρο στη νεωτερική εποχή -λένε πολλοί. Ακόμη και για εμένα, που βρίσκω τέτοιους όρους παρωχημένους έως και ύποπτους, είναι γεγονός πως με τον Μπρεχτ αναθεωρείται ουσιαστικά, κι όχι μόνο θεματικά, η σχέση θεώμενου-θεατή.

Ο θεατής παίρνει από το θέαμα την απαραίτητη απόσταση -αυτή που εκ των πραγμάτων υπάρχει κι επί αιώνες αποκρυπτόταν από την αριστοτελική διαλεκτική- ώστε να μπορέσει να διαδραματίσει έναν ακόμη πιο ουσιαστικό κι ενεργό ρόλο σε αυτό. Αυτόν του σκεπτόμενου θεατή, του θεατή που έχει το περιθώριο να αντιδράσει λογικά και συναισθηματικά μέσα και απέναντι σε αυτό που βλέπει να διαδραματίζεται εμπρός του έχοντας κάθε στιγμή επίγνωση ότι παρακολουθεί μια αφήγηση μυθοπλασίας κι όχι μία σκηνή από την πραγματικότητα που διαδραματίζεται πλάι του στο μετρό ή στον δρόμο. Αποκτά έτσι η σχέση θεάτρου-θεατή μία ειλικρίνεια την οποία δεν είχε γνωρίσει ποτέ πριν.

Στην ερώτηση γιατί αυτό δεν έγινε αντιληπτό στην εποχή του απαντήσεις μπορούν να δωθούν πολλές. Δεν έχει, όμως, και τόση σημασία η απάντηση που θα δώσει κάποιος. Αξία έχει ότι η μπρεχτική αντίληψη για το θέατρο οδήγησε στην έκρηξη τόσο της θεατρικής όσο και της κινηματογραφικής αισθητικής -αλλά και θεματικής- αντίληψης. Γιατί πώς αλλιώς μπορούμε να αντιληφθούμε τον Γκοντάρ παρά, πρωτίστως, σαν το κινηματογραφικό παιδί του Μπρεχτ;

Και, σε τελική ανάλυση, το μπρεχτικό θέατρο είναι πρωτίστως κινηματογραφικό. Η θεωρία του και το όραμα που ήθελε να εκπληρώσει ταιριάζει ακόμη περισσότερο στον κινηματογράφο. Ο οποίος την απόσταση μεταξύ θεωμένου και θεατή την αποδεικνύει και υλικά - με την ύπαρξη του φακού και την χωροχρονική διάσταση ανάμεσα στην περάτωση του έργου και την θέασή του.

(Συνεχίζεται)

Υ.Γ.: Ξεκινώ εδώ μία συζήτηση για το θέαμα και τον θεατή - θα είμαι ευτυχής να διαβάσω τις απόψεις σας. Συγχωρήστε μου υποκειμενικές αντιλήψεις και συνειρμική σκέψη -δηλώνω έρμαιο και των δύο. Επίσης, ανοίγεται αυτός ο διάλογος με αφορμή την παρότρυνση του φίλου μου Ηλία, τον οποίο κι ευχαριστώ για αυτήν.

Friday, 20 July 2007

Ουτοπία (ή αλλιώς. Βαβέλ)

- Τι κάνεις εδώ; Τρέξε έξω, μέσα είναι επανάληψη και θάνατος...
- Ποιος μιλά; Δεν είναι εγώ, δεν είναι αυτό, όχι δεν μπορεί...
- Τι κάνεις εδώ; Κλέβεις. Κάθε μέρα, με κάθε σου ανάσα. Κλέβεις. Τον άλλο.
- Ποιος είναι ο άλλος;
- Ο άλλος είναι πάντα εσύ, εσύ είσαι πάντα ένας άλλος και στο τέλος ο άλλος αλλοτριώνει την αίσθηση που είχες κάποτε των πραγμάτων.
- Να ζεις;
- Ευτυχισμένος, προβληματισμένος, ανασαίνοντας, παλεύοντας, απλά να κοιτάς, απλά να αγγίζεις, μην ρωτάς...
- Ποιος ρωτά; Δεν είναι εγώ, είναι η γλώσσα. Αυτή η γλώσσα που όλοι μιλούμε αλλά κανείς δεν μιλά. Αυτή μιλά κι εμείς ανοιγοκλείνουμε στόματα σαν ψάρια. Ρωτώ γιατί ξέρω την ερώτηση. Ναι, επιλέγω την ερώτηση. Όχι, δεν την επιλέγω. Την ξέρω...
- Ξέχνα τα όλα. Τρέξε έξω. Μακριά από τοίχους, μακριά από ανθρώπους, μακριά από την γλώσσα.
- Πού είναι το έξω;
- Στη σιωπή.
- Από μέσα το παλεύω.
- Από μέσα το θρέφεις.
- Όχι, δεν μπορεί, εδώ είναι το μέσα που βλέπει το έξω. Κι εκεί έξω είναι αλλιώς, δεν είναι χαοτικές γραμμές ούτε γεωμετρικές ευθείες. Εσύ ξέρεις πώς είναι;
- Εγώ είμαι η γλώσσα.

Tuesday, 17 July 2007

Ευτυχία

- Καλησπέρα.
- Καλησπέρα.
- Απόψε θα πεθάνω.
- ...
- Απόψε θα πεθάνω.
- Μην λες τέτοια.
- Φυσάει... Φυσάει όπως τότε...
- Δεν θυμάμαι.
- Κι αυτή η μουσική... Την παίρνει ο αέρας και τη στροβιλίζει στο κεφάλι μου.
- Μην λες τέτοια, δεν κάνει.
- Αλήθεια σου λέω, απόψε θα πεθάνω.
- Το θες αλήθεια;
- Είναι τόσο όμορφα που με πονάει το στομάχι μου.
- Κάποιος παίζει με το κουδούνι από το ποδήλατό του τρεις η ώρα τη νύχτα...
- Θα είναι ευτυχισμένος.
- Δεν θυμάμαι να έχω νιώσει ξανά τέτοιο αέρα στα πνευμόνια μου.
- Τότε.
- Τότε ήταν αλλιώς. Ήμουν ψάρι τότε...
- Εγώ ήμουν λύκος.
- Όχι δεν ήσουν. Πούπουλο ήσουν και τώρα βγάζεις φτερά, για αυτό σου αρέσει τόσο ο άνεμος.
- Για αυτό σου λέω... Απόψε θα πεθάνω.
- Σώπα, δεν το ξέρεις.
- Είναι απλή η ευτυχία.
- Δεν είναι εξίσωση.
- Η γιαγιά ήταν ευτυχισμένη.
- Η γιαγιά είχε δει ανθρώπους να καίγονται σαν καψαλισμένα φτερά πεταλούδας.
- Κι η μαμά;
- Η μαμά είχε ελπίδες.
- Κι εγώ;
- Εσύ θα πετάξεις.
- Τώρα;
- Τώρα δοκιμάζεις τα φτερά σου.
- Φυσάει όπως τότε.
- Τι έγινε τότε;
- Φύτρωσε καρδιά.
- Θες να πεθάνουμε μαζί απόψε;
- Ξέρεις να πετάς;
- Μάθε με.

Thursday, 12 July 2007

Easy Come, Easy Go

Είναι δυο μέρες τώρα που κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή για να γράψω και τίποτα δεν μπορώ να τελειώσω. Γράφω μία παράγραφο, την σώζω, «δεν σώζεται με τίποτα» σκέφτομαι, το κλείνω. «Χα!», μετά από λίγο, ξανακάθομαι, γράφω δύο παραγράφους, «γαμώ το φελέκι μου!», save και close. Αναρωτιέμαι αν η Πάρνηθα θα εξελιχθεί στο blog-ο-Βατερλώ μου. Αμφιβάλλω. Κατ' αρχάς γιατί είμαι ικανή κι από μόνη μου. Κατά δεύτερον γιατί σκέφτομαι πολλά τις τελευταίες ημέρες, σκέφτομαι και κάνω πολλά, κάποια από τα οποία θέλω να τα μοιραστώ μαζί σας. Η δυστοκία μάλλον οφείλεται στο ότι συνέχεια τρέχω· τρέχω και χρόνο δεν έχω να μαζέψω τις σκέψεις και τις ιδέες μου. Σε παρατεταμένη σιωπή οδηγεί αυτό, κάτι που δεν με τρομάζει. Όμως μέσα μου βράζω (κι έξω μου βράζω και ιδρώνω διανύοντας χιλιόμετρα με τα πόδια). Βράζω αλλά προς το παρόν είναι σαν να βγάζω άναρθρες κραυγές. Ας το κάνουμε, λοιπόν, λίγο διαφορετικά. Πιο πρόχειρα. Αλλά βαθιά ανθρώπινα. Θα γράψω τα θέματα που τρέχουν σε repeat στο μυαλό μου και είστε επίτιμοι προσκεκλημένοι να μου γράψετε ό,τι σκέψεις πιθανόν σας γεννήσουν αυτά. Συνειρμικά, λογικά, με φαντασία, απλώς ένα γεια!... ό,τι θέλετε. Ξεκινάω.

Σε πείσμα της ανάλαφρης καλοκαιρινής διάθεσης των περισσοτέρων (ελαφράς όπως ο θερμός αέρας που ανεβαίνει...) δεν έχω κάνει ούτε ένα μπάνιο, αρνούμαι πεισματικά να πάω στην θάλασσα. Με πληγώνει να την βάζω κι αυτήν σε στενά χρονικά περιθώρια λόγω έλλειψης χρόνου. Κι έτσι δεν πάω καθόλου. Κι επειδή είμαι και πολύ ανάποδος άνθρωπος, όποτε έχω ελεύθερο χρόνο, κάθομαι με παρέα ή μόνη μου και βλέπω «Flying Circus» των Monty Python, πεθαίνω στα γέλια, σκέφτομαι πόσο θα μου άρεσε να κάνω μία πανεπιστημιακή εργασία πάνω στο θέμα, σιχτιρίζω που την ιδέα μου την πρόλαβε ένας συμφοιτητής μου κι έτσι αρκούμαι να αναλογίζομαι μόνη μου το μεγαλείο τους. Ένα από τα κείμενα λοιπόν που σκεφτόμουν να γράψω έχει να κάνει με το Flying Circus. Αδυνατώ να το κάνω σωστά όμως. Ο λόγος μου θα έβγαινε τόσο συνειρμικός όσο και ο δικός τους... Κι έτσι θα αδυνατούσα να σας παρουσιάσω κάτι το οποίο μπορεί και να μην ξέρετε, έστω με κάποιους συμβατικούς όρους... Σύντομα, όμως. Αυτό το καλοκαίρι, σε προσωπικό επίπεδο, στιγματίζεται από νευρικά γέλια εξαιτίας αυτών των κυρίων.

Εχθές βράδυ, αδυνατώντας να κοιμηθώ, είδα για όγδοη φορά το «8 ½». Αυτή την εβδομάδα θα πάρω την έγκριση από μία καθηγήτριά μου για να κάνω μια εργασία πάνω σε αυτό. Κάθε φορά που το βλέπω μένω με το στόμα ανοιχτό. Κάθε φορά για άλλο λόγο. Χθες ήταν λόγω της σκηνής που ο Γκουίντο παρακολουθεί δοκιμαστικά ηθοποιών για την ταινία που «του ετοιμάζουν». Την επόμενη φορά, που θα είναι μισή -τιμής ένεκεν, ξέρω ότι με κάτι άλλο θα μείνω με ανοιχτό στόμα. Ευτυχώς, ξεπέρασα την αρχική μου απογοήτευση και απελπισία ότι δεν θα καταφέρω να βρω υλικό, βρήκα ανέλπιστα φίλους σε αυτή μου την ιδέα που θέλουν να με βοηθήσουν και είμαι πολύ, μα πολύ, αισιόδοξη ότι θα πάει καλά. Έχω άλλες δύο εργασίες που με πωρώνουν τρελλά. Κι άλλες έξι που είναι πάρεργο και κάτεργο. Εξ' ού και η εξαφάνισή μου από τα blogs. Ένας αγώνας δρόμου για συγκέντρωση υλικού, συναντήσεις με καθηγητές και μαθήματα είναι η ζωή μου τον τελευταίο μήνα.

Για την Κυριακή προτιμώ να μην μιλήσω τώρα. Ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον. Παρατρίχα να δημοσίευα μια φωτογραφία με ένα σχόλιο. Ξέρω, όμως, πως κατά βάθος δεν θέλω να μιλήσω τώρα για το θέμα.

Καθυστερημένα είδα και το βίντεο του ξυλοδαρμού των δύο αλλοδαπών στο αστυνομικό τμήμα Ομονοίας. Ανατρίχιασα, αηδίασα, ένιωσα και κάτι ακόμα, κάτι διαφορετικό που δεν ξέρω αν υπάρχει λέξη η οποία να το περιγράφει. Σκέφτηκα να γράψω για αυτό. Ένα ψύχραιμο κείμενο ήθελα, λογικό. Αδυνατούσα, όμως, να συγκεντρώσω την σκέψη μου. Μού ξέφευγαν συνέχεια κάτι «γαμημένοι καραγκιόζηδες» στο κείμενο, τα έπαιρνε το μάτι μου όταν πήγαινα στην αποκάτω σειρά, γύριζα πίσω, τα έσβηνα... Κι ένιωθα πως δεν μπορώ να γράψω για αυτό τώρα. Αργότερα, κι αυτό, σε κάποιο κείμενο θα ξεφυτρώσει και θα βγει από μέσα μου.

Επίσης, με έχει πιάσει έντονα το αντιφεμινιστικό μου γαμώτο. Ήθελα να ετοιμάσω ένα σοβαρό(φανές) αντιφεμινιστικό μανιφέστο. Έγραψα την πρώτη παράγραφο. Είπαμε, ο αέρας μου είναι βαρύς αν και καλοκαίρι, αλλά όχι τόσο. Είπα να το κάνω λίγο πιο καλοκαιρινό. Είπα να το κάνω μια κριτική-κυνική επιτομή της γενιάς των τριάντα. Σας παραδίδω την πρώτη παράγραφο, αυτούσια, μέχρι το σημείο που σταμάτησα.

«Σάββατο απόγευμα, στη γέφυρα της Κατεχάκη με προσπερνά ξανθιά τριαντάρα επιβαίνουσα σε τετράτροχο πολυτελείας. Προφανώς τα όρια ταχύτητας ισχύουν για αυτοκίνητα κάτω από ορισμένα κυβικά, αυτοκίνητα που τα σέρνουν μουλάρια κι όχι αραβικά άλογα. Κυριακή μεσημέρι, στην Κηφισίας με προσπερνά αρσενικός τριαντάρης συνοδευόμενος από ξανθιά καλλονή της οποίας η κώμη ξεχύνεται από την ανοιχτή οροφή του καμπριολέ. Κυριακή, λίγο αργότερα, παρκάρω το ασθμαίνον όχημά μου στη γειτονιά και παρατηρώ πως στο ίδιο πεζοδρόμιο βρίσκονται παρκαρισμένα μόνο αυτοκίνητα εικοσαετίας σκεπασμένα με σεντόνια για ηλιοπροστασία.

Ο κύριος Σούλης κρατώντας έναν κουβά με σαπουνόφουσκες κι ένα σφουγγάρι μπανιαρίζει τον μαύρο Σκαραβαίο του. «Κάτι δεν πάει καλά», σκέφτομαι. Για λίγο καιρό ακόμα θα είμαι εκτός της συνομοταξίας των τριάντα κι άρα θα μπορώ να παρατηρώ τα χαρακτηριστικά της χωρίς πάθος. Με αρκετές δόσεις κυνικότητας, βέβαια. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι κάνει ένα ένδοξο μέλος της γενιάς αυτής κι έχει ήδη αυτοκίνητο πολυτελείας, πουκαμισιά ανάλογη του βασιλέως και μια ταμπέλα στο κούτελο στην οποία αναγράφεται «Λεφτά με τη σέσουλα».

Η μία εκδοχή είναι να είναι όλη αυτή η γενιά γόνοι «καλών οικογενειών» -καταλαβαίνουμε όλοι πως το «καλή οικογένεια» παρατίθεται εδώ με την αστική νεοελληνική σημασία του. Η άλλη εκδοχή είναι να πρόκειται περί μιας γενιάς απαρτιζόμενης από μονάδες ασύλληπτης επαγγελματικής ικανότητας και μορφωτικού υπόβαθρου. Μία τρίτη εκδοχή λέει πως αυτό που παρατηρώ γύρω μου μού φαίνεται εντελώς παράλογο και δεν υπάρχει εξήγηση. Θα πάω με την τρίτη εκδοχή. Είναι η μόνη που φαίνεται να έχει λογική.

Δεν σας έχω μιλήσει ακόμα, όμως, για τον Χούλη και την Ψίτσα. Ένδοξα μέλη της γενιάς των τριάντα. Ο Χούλης και η Ψίτσα ισχυρίζονται πως αγαπιούνται. Ήταν ζευγάρι κάποτε, για χρόνια. Ο Χούλης και η Ψίτσα δεν είναι πλέον ζευγάρι. Ούτε πρόκειται να ξαναγίνουν. Γιατί ο Χούλης δεν οδηγεί αυτοκίνητο 200 αραβικών αλόγων (γερμανικών εν προκειμένω) και βάλε. Άσε δε ότι δεν έχει στην κυριότητά του μεζονέτα στα βόρεια ή νότια προάστια. Ο Χούλης, βασικά, είναι η καταστροφή της Ψίτσας. Είναι αυτός που την ανάγκασε να ενταχθεί τόσο δραματικά στην γενιά της.

Η Ψίτσα, λοιπόν, μετά από την μακροχρόνια σχέση με τον Χούλη κατάλαβε ότι χαραμίζεται. Στις μέρες μας, κάθε κοπέλα που δεν την πηγαινοφέρνει κάποιος πάνω σε κάμπριο από την παραλία στα βόρεια προάστια για καφέ, χαραμίζεται. Επίσης, κάθε τριαντάρα που δεν έχει ήδη καταξιωθεί στον χώρο της, ήτοι να έχει δικό της γραφείο με πόρτα και χρυσή επιγραφή επάνω με το όνομά της, κάτι δεν έχει κάνει σωστά. Η ξέφρενη αυτή πορεία προς την πραγμάτωση των ιδεωδών του φεμινισμού έχει επίσης οδηγήσει κάθε τριαντάρα να αντιλαμβάνεται τον όρο «νοικοκυρά» ως επάγγελμα το οποίο ασκείται, συνήθως, από αλλοδαπή η οποία πληρώνεται με την ώρα. Κάθε ώρα νοικοκυροσύνης αξίζει το διπλάσιο από ό,τι ο βασικός μισθός. Έτσι, λοιπόν, δεν υπάρχει λόγος η γυναίκα να βρίσκεται σε κρίση όπως διαδίδουν μερικοί κακοπροαίρετοι πολέμιοι του φεμινισμού. Δεν καλείται να συνδυάσει τίποτα. Τα οικοκυρικά άπτονται της αρμοδιότητας του αντίστοιχου επαγγελματία και τα της καριέρας άπτονται των ιδίων.

Τα του οίκου -διαμονή, λογαριασμοί, φαγητό- περνούν κρίση σε αυτή την ηλικία. Για κάποιες είναι πολύ νωρίς να αφήσουν το πατρικό τους. Για κάποιες είναι πολύ αργά και πρέπει επειγόντως να βρεθεί ο μαλάκας ο οποίος θα τις εξασφαλίσει. Κι έτσι, μοιραία, οδηγούμαστε στο μοντέλο του άνδρα-μπαλαντέζα. Γιατί ο αστικός μύθος ότι ο άνδρας ή θα πρέπει να είναι δημόσιος υπάλληλος ή να έχει ένα αξιοσέβαστο μέγεθος μορίου για να είναι ιδανικός γαμπρός πέθανε. Έτσι ο ιδανικός υποψήφιος γαμπρός θα πρέπει να πληροί τις παρακάτω προϋποθέσεις.

Να είναι κάτοχος υπερπολυτελούς αυτοκινήτου -για να μην πονάνε τα κωλομέρια της έτσι από τις φονικές λακκούβες των ελληνικών δρόμων. Το αυτοκίνητο λειτουργεί ως προέκταση του πέους. Αν δεν έχεις αυτοκίνητο που να ανταποκρίνεται σε αυτές τις απαιτήσεις, φίλε μου, λυπάμαι που στο λέω, αλλά είσαι ο σύγχρονος ευνούχος του παλατιού και όλες θα σε θέλουν για φίλο (στην καλύτερη). Να είναι κάτοχος νεόδμητης μεζονέτας σε βόρεια ή νότια προάστια, πλήρως επιπλωμένης, Η μεζονέτα λειτουργεί ως μπαλαντέζα της εμπιστοσύνης. Η εμπιστοσύνη δεν έχει πλέον καμία σχέση με την μονογαμία -αυτές είναι πολύ πασέ και κλισέ αντιλήψεις. Εμπιστοσύνη στα ντουβάρια, αυτό είναι το σύνθημα που όλες τις ενώνει. Εάν δεν ισχύει αυτό, φίλε μου, και πάλι λυπάμαι που στο λέω, αλλά είσαι ένας αγύρτης ξεβράκωτος και στο μικρό σου διαμέρισμα οι μόνες που θα καταδέχονται να έρχονται είναι ιερόδουλες. Να είσαι στέλεχος ιδιωτικής επιχείρησης με προοπτικές ανέλιξης στην ιεραρχία. Αυτό είναι η μπαλαντέζα των όρκων του γάμου. Το κομμάτι που ο παπάς μουρμουρίζει κάτι λεπτομέρειες για δυσκολίες και αρρώστιες στην περίπτωση που ο γαμπρός είναι «στέλεχος» μπορεί να παραληφθεί. Να έχει εξοχικό κοντά στην Αθήνα για τις».
Στοπ. Δεν θυμάμαι τι έγινε στον εγκέφαλό μου. Εκεί έμεινε. Αργότερα. Αν ξαναδείτε την ίδια αρχή μην απορήσετε.

Τελική, απέλπιδα, προσπάθεια ήταν να γράψω, με αφορμή την ερωτική περιπέτεια ενός από τους πιο αγαπημένους μου φίλους, το αντιφεμινιστικό μανιφέστο με μία δόση εμπάθειας προς την σαδίστρια πρώην του. Έχω εμπλακεί συναισθηματικά με αυτήν την κατάσταση, έχω πιει αμέτρητους καφέδες κι έχω καπνίσει τόνους υγρού καπνού συζητώντας το θέμα με τον φίλο μου, έχω περάσει απίστευτες κρίσεις θυμού για όσα του συμβαίνουν, έχω οδηγηθεί στο να πιστεύω ότι όταν μια γυναίκα θέλει μπορεί να είναι πιο επαγγελματίας από την επαγγελματία, έχω οδηγηθεί στο να πιστεύω ότι όταν ένας άνδρας αγαπάει είναι πιο ηλίθιος κι από μία αμοιβάδα, έχω μελαγχολήσει απίστευτα και, παρόλα αυτά, αυτό κατάφερα να γράψω.

«- Θα βρεθούμε σήμερα;
- Ξέρεις καλά ότι δεν γίνεται.
- Πότε μπορείς; Μου έλειψες...
- Θα σε ειδοποιήσω.
- Το Σαββατοκύριακο;
- Αφού ξέρεις ρε μωρό μου ότι δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Είναι και ο Νούλης στη μέση. Θες να το καταλάβει και να έχουμε άλλα;
- Συγγνώμη. Όποτε ευκαιρήσεις πες μου.
- Από εβδομάδα. Θα σε πάρω τηλέφωνο.

Καλοκαίρι λοιπόν. Ο Ρούλης και η Φούλα, εγκλωβισμένοι σε έναν έρωτα μαρτύριο, έναν έρωτα κυκεώνα, κανονίζουν την επόμενή τους συνάντηση. Ηρωικά μέλη της γενιάς που πλησιάζει τα τριάντα, μιας γενιάς εγκλωβισμένης ανάμεσα στο χθες και το σήμερα. Ο Ρούλης παλεύει για το σήμερα διατηρώντας το σεβασμό του στο χθες. Η Φούλα παλεύει για το σήμερα· παγιδευμένη στο χθες που έχει πια ξεχάσει. Ας δούμε, όμως, τα πράγματα με ένα άλλο μάτι. Η Φούλα θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε κοπέλα κοντά στα τριάντα. Μια κοπέλα που παλεύει για την καθιέρωση του ονόματός της στο χώρο εργασίας. Μια κοπέλα που καταφέρνει να κερδίσει επάξια τον άρτον τον επιούσιον. Μόνο που τον άρτον αυτόν επιλέγει να της τον προσφέρουν οι γονείς της και αυτό που κερδίζει να μεταφράζεται σε φύκια και μεταξωτές κορδέλες για τα μαλλιά. Η Ψούλα, λοιπόν, ανεξάρτητη κατά πώς πιστεύει, νιώθει πως έχει έρθει η στιγμή που κρατάει τον ταύρο από τα κέρατα. Μένει με τους γονείς της, όλο της το εισόδημα μεταφράζεται σε ρούχα και μπιζού πολυτελείας και». Στοπ. Κάπου εκεί είναι που απλά το μυαλό μου είχε κολλήσει στο «γαμιέσαι, γαμιέσαι, γαμιέσαι» και θεώρησα πρέπον να μην συνεχίσω, αφού δεν είχα επιχειρήματα.

Αυτά είχα να σας πω. Όλα αυτά που δεν σας είπα, όλα αυτά που σας είπα ότι δεν θα σας πω τώρα κι όλα αυτά που σας είπα μισά. Με το γράψιμο δεν είμαι αναβλητική. Κάτι τρέχει τον τελευταίο καιρό. Δεν ξέρω τι. Δεν με ανησυχεί. Στην καλύτερη/χειρότερη περίπτωση μπορεί να μην ξαναγράψω. Στην καλύτερη/χειρότερη περίπτωση μπορεί αύριο το πρωί να θέλω να ξαναγράψω. Εδώ είμαι, όπως και να έχει.