Από τα ηχεία ακούγεται το “Riverbed” των Madrugada. Κι ας είναι θλιμμένο τραγούδι -σήμερα νιώθω καλά και με κάνει να ανασαίνω με ανακούφιση. Θέλω να κλειστώ για λίγο στον μικρόκοσμό μου, να τον χαϊδέψω και μετά να του κάνω όλα τα χατήρια -για μια μέρα μόνο. Δεν έχει ανησυχίες σήμερα. Σήμερα γράφω τα δικά μου νέα σε φύλλα αρωματισμένα κι όχι ιλλουστρασιόν, σήμερα δεν έχει διαφημίσεις ανάμεσα σε ειδήσεις -μόνο ζωγραφιές.
Σήμερα φυσάει στους άοσμους δρόμους κι είναι σαν να μου φέρνει στο καλάθι του ποδηλάτου μαγικά υλικά για συνταγές πρωτόγνωρες. Έχω στάλες βροχής, τα πρώτα κόκκινα φύλλα που τίναξαν τα δέντρα από πάνω τους σαν ξύπνησαν από άνυδρο εφιάλτη και μπαχάρι υγρασίας -θα το βάλω στο τέλος για άρωμα. Ο καφές μου είναι γλυκός -ακριβώς όπως μ' αρέσει. Η κυρία που μου τον φτιάχνει κάθε πρωί σήμερα με θυμήθηκε· θυμήθηκε πως μ' αρέσει η ζάχαρη, μου χαμογέλασε κι έβαλε ένα κουταλάκι παραπάνω. Μαζί με τα δύο ευρώ τής έδωσα και το πιο φθινοπωρινό χαμόγελο που είχα. Έβγαλα την φόρμα μου με τα μακριά μπατζάκια -τέλος τα σορτσάκια- το σπίτι είναι κρύο πια κι ο ανεμιστήρας κοιτάει ανήμπορος την άδεια θέση του καλοκαιριού. Σήμερα θα διαβάσω -ο χρόνος ποτέ δεν είναι αρκετός αλλά σήμερα δεν τον φοβάμαι. Θα παίξω μαζί του, θα τον καλοπιάσω με αυτά που του αρέσουν κι εκείνος θα μου φερθεί καλά. Δεν θα κλείσω τα μάτια, δεν θα τρομάξω από δυο δείκτες, δεν θα λαχανιάσω κυνηγώντας.
“Πότε επιτέλους θα γίνεις παιδί της ηλικίας σου;” Τώρα, φίλε, σήμερα. Σήμερα είμαι εικοσιτεσσάρων Απριλίων και κάτι ψιλών, σήμερα νιώθω όμορφη, σήμερα δεν με στενοχωρεί τίποτα, σήμερα νιώθω το Σαββατοκύριακο να μου κλείνει το μάτι. Διάολε, είμαι εικοσιτεσσάρων ετών! Μπορώ να ονειρεύομαι πως η πραγματικότητα δεν θα με πλακώσει ποτέ, πως ο έρωτας κι η φιλία είναι αθάνατοι Highlanders, πως οι ρυτίδες είναι η απόδειξη μιας ολόκληρης ζωής, πως κάποτε θα ξυπνάω το πρωί αγκαλιασμένη από ένα κήπο με τα πιο περίεργα λουλούδια που θα έχει δει άνθρωπος, πως θα είμαι πάντα το μαγκάκι που λες πως αγαπάς γελώντας πονηρά! Δεν σου είπα, σήμερα θα μαγειρέψω με υλικά μαγικά! Πρέπει να προλάβω, σήμερα που ο χρόνος με αγαπά, πρέπει να προλάβω να κακομάθω τον μικρόκοσμό μου.
“We want the world and we want it... Nooooowwwww!” Ναι, Jim, στο υπόσχομαι, αυτόν τον κόσμο δεν τον χαρίζουμε σε κανέναν. Όποιος θέλει, "μολών λαβέ" και δεν θα πάρει τίποτα που να μην του αξίζει. Όμως, τον άλλον, αυτόν που είναι μόνο δικός μου, σήμερα θέλω να τον χαρίσω. Ρώγες σταφύλι σε ένα ξύλινο τελάρο μου σφυρίζουν “Τσιριτρί, τσιριτρό...”, στη χούφτα μου παίζουν σαν βόλοι και θυμάμαι τη γιαγιά. Πάλι η γιαγιά, το φάντασμά της είναι η αγάπη πάντα γύρω μου... Θυμάμαι τη γιαγιά να κολλάει χαρτάκια στα δάχτυλά της και να τα εξαφανίζει σαν λαγούς από καπέλα. Κι αυτός ο μαϊντανός γιατί μοιάζει τόσο με το σέλινο -στις μαγικές συνταγές μπορεί να είναι το ίδιο γιατί δεν έχω μάθει ακόμη να τα ξεχωρίζω; Θα πάρω και γλυκό -στο διάολο οι προσοχές. Αυτό με την κρέμα και τα κερασάκια, αυτό μ' αρέσει να μοιράζομαι από ένα κουτάλι. Κι ας είναι η σκόνη μισό μέτρο στη βιβλιοθήκη, κι ας είναι το πλυντήριο όλο άπλυτα γεμάτο, κι ας είναι τα παπούτσια μου φτιαγμένα σε ζευγάρια περίεργα -αλήθεια, πώς είναι να περπατάς φορώντας στο ένα πόδι αθλητικό και στ' άλλο τακούνι;- κι ας μου τέλειωσε η κανέλα. Σήμερα είναι η μέρα που θα με νοιάξει μόνο το χαμόγελο του κόσμου.
Τώρα είναι η ώρα που περνά από το πάρκο η γιαγιά με τον παχουλό της σκύλο. Θα κάτσει στο παγκάκι, θα τον χαϊδέψει, θα του ψιθυρίσει να μην απομακρυνθεί γιατί ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος για τα μικρά του ποδαράκια και μετά θα του λύσει το λουρί... Κι αυτός, αργά -σαν κάποιος που θέλει να γευτεί κάθε δευτερόλεπτο ελευθερίας- θα συρθεί μέχρι τα περιστέρια. Θα τα μυρίσει ευγενικά, εκείνα θα τρομάξουν, θα ανοίξουν τα φτερά τους κι αυτός θα καταλάβει πως αυτός ο κόσμος είναι πιο μικρός από όσο φαντάζεται η κυρά του.
Ο καπνός μου μυρίζει απ' τα χέρια που τον ξεδιάλεξαν κι εγώ φέρνω στο μυαλό μου εικόνες που δεν έζησα. Εικόνες με ανθρώπους που ήταν μάγοι στο να τον ψιλοκόβουν τότε που τα τσιγαρόχαρτα ήταν ροζ και για λίγους. Πώς τον έλεγαν εκείνον τον θείο που ανέβαινε από τη λίμνη σκυφτός κάθε απόγευμα σούρνοντας τα βήματά του; Θείος Γάκιας! Ναι, λοιπόν, ο θείος εκείνος καθόταν κάτω απ' τη μουριά, τράβαγε φύλλα απ' την κρεμάστρα κι έστριβε τσιγάρα χωρίς φίλτρο που στα ρουθούνια μου φάνταζαν η πιο νεραϊδίστικη μυρωδιά που υπάρχει.
“Σ' αγαπώ γιατί 'σαι ωραίαααα...” Οι φάλτσες νότες από το ακορντεόν που πλησιάζει σκαρφαλώνουν στ' αυτί μου, οι χτύποι της καρδιάς μου πληθαίνουν. Ο ακορντεονίστας τραβά την ανηφόρα τραγουδώντας μια ζεστή καντάδα για τον κρύο άνεμο. Κι εμένα μ' αρέσει να φαντάζομαι πως είναι για εμένα· που στέκομαι προσοχή σαν τον ακούω, που σταματάω τον χρόνο κι ανοίγω το παντζούρι για να μπουν στο σπίτι οι βρεγμένες του νότες όταν ολόκληρος κόσμος περιφέρεται γύρω του ασταμάτητα.
Σήμερα, λοιπόν, θα σου μαγειρέψω. Με τα πιο μαγικά και φρέσκα υλικά που μάζεψα πρωί πρωί για σένα θα σου φτιάξω το πιο νόστιμο φαΐ και θα το πασπαλίσω με νότες. Μετά θέλω να με πας σινεμά και στο διάλειμμα να φάμε μηλόπιτα ψάχνοντας μανιωδώς τα μικρά ελαττώματα που κάνουν την ταινία αυτή ανθρώπινη. Μέσα στην αίθουσα θα μου πιάνεις το χέρι κι εγώ θα νιώθω πως αυτός είναι ο παράδεισος -το σινεμά που μοιράζομαι μαζί σου, το δικό μου "σινεμά ο παράδεισος”. Και μετά θέλω να έρθουμε σπίτι, να με πάρεις μια αγκαλιά κι αυτός ο κόσμος που δεν κοιμάται ποτέ, αυτός ο κόσμος που όλο λαχανιάζει, να σταματήσει για μια νύχτα, να πάρει βαθειά ανάσα και να κυλιστεί μαζί μας στα πιο ανάλαφρα κι αρωματισμένα όνειρα.
Friday, 21 September 2007
Sunday, 16 September 2007
Της Αγίας Σημαίας και Ψηφοφόρων Μαρτύρων
Πρέπει να γράψεις. Τώρα. Πριν ξημερώσει. Πριν ανοίξουν οι κάλπες, πριν ανοίξουν τα παράθυρα, πριν συρθούμε σε έναν δρόμο φλυαρίας, υπερφίαλων δηλώσεων και κουτσομπολιού. Δεν νυστάζεις. Να, κλείσε τα βιβλία σου, στρίψε ένα τσιγάρο, βάλε μουσική και γράψε... Δεν προλαβαίνεις, δεν είναι ώρα για προβληματισμούς τώρα! Όχι, time out, αυτά θα τα γράψω.
Σε λίγες ώρες ανοίγουν οι κάλπες. Σχισμές που καταπίνουν την ανάγκη μας να νιώσουμε ότι κάπου συμμετέχουμε κι εμείς σε μια πολιτεία τόσο απομακρυσμένη και θαμπή. Σχισμές που ξεγελούν την πρωτόγονη ανάγκη μας για εξουσία. Απέχω. Για ακόμη μία φορά. Κι ας ταλανίστηκα πολύ. Δεν θέλω να με καταπιεί αυτή η σχισμή, δεν θέλω να συμμετέχω σε μια παρωδία, δεν θέλω να νιώθω Ελληνίδα με τέτοιον τρόπο. Δεν το ξέρω τον κύριο με τα παραπανίσια κιλά, δεν τον ξέρω τον κύριο που η φωνή του κι ο τρόπος που μιλά τώρα τελευταία κάποιον μου θυμίζουν, δεν τον ξέρω τον κύριο με το μπλέηζερ που ενώνεται με τους Πακιστανούς, δεν την ξέρω την κυρία που μοιάζει να έχει διακτινιστεί από την Ρωσία του '17, δεν τον ξέρω τον κύριο που απειλεί να μας προστατεύσει με ένα γάντι του μποξ. Δεν τους ξέρω όλους αυτούς, δεν τους ενόχλησα ποτέ μου, δεν τους ζήτησα ποτέ μου καμία χάρη. Με πήραν τηλέφωνο στις δωδεκάμιση το βράδυ να με καλέσουν σε συγκέντρωσή τους, μου μοίρασαν γυαλιστερά χαρτιά με πουδραρισμένα τα πρόσωπά τους πάνω τους, με πήραν να με ρωτήσουν την άποψή μου για πολιτικά θέματα θέλοντας να με κάνουν στατιστική.
Ποτέ δεν με ρώτησαν αν μπορώ να κυκλοφορήσω με το ποδήλατό μου σε αυτήν την πόλη. Ποτέ δεν με ρώτησαν αν μου φτάνει ο μισθός μου για να ζήσω. Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι το Πανεπιστήμιο ασφυκτιά κι αργοπεθαίνει μέσα στον κλοιό τους. Ποτέ δεν μου παρείχαν γυμναστήρια και γήπεδα για να αθληθώ. Ποτέ στο σχολείο μου δεν έλεγξαν τι έτρωγα και πώς διδασκόμουν. Ποτέ δεν τους ένοιαξε πόσες ώρες περίμενα έξω από την πόρτα ενός εξωτερικού ιατρείου. Ποτέ δεν σκέφτηκαν να φτιάξουν τους δρόμους που σπάω το αυτοκίνητό μου. Ποτέ δεν φύτεψαν ένα δέντρο στο πεζοδρόμιο που περπατάω.
Όχι, κάποιο λάθος έχει γίνει, δεν μιλάω την ίδια γλώσσα με αυτούς. Κι αυτοί, οι άλλοι, που κουνάνε σημαιάκια και ζουλάνε κόρνες σαν τους ακούνε να μιλούν... Όχι, σίγουρα έχει γίνει λάθος, δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν προσκυνάμε την ίδια σημαία, δεν ανήκουμε σε έναν τεράστιο εγκέφαλο όλοι εμείς. Άλλα πεζοδρόμια περπατάμε, σε άλλες δουλειές πηγαίνουμε κάθε πρωί, άλλο είναι το πράσινο που καταλαβαίνουμε, άλλο το γαλάζιο... Μα αυτός... Αυτός που μπαστακώθηκε σε μια θέση στο δημόσιο εξανδραποδίζοντας τον προκάτοχό του, αυτός που αγόρασε οικόπεδο μαύρο και πρόλαβε να το περιφράξει κιόλας, αυτός που προσπέρασε όλη την ουρά στο φανάρι και μπήκε πρώτος, αυτός που πάρκαρε πάνω στη διάβαση, αυτός που αγοράζει ντομάτες Βελγίου -1,60 το κιλό κι όλες ίδιες, στερημένες από την φαντασία της φύσης- και τσόντα στο περίπτερο, αυτός που πήγε στο γήπεδο κι έσπασε στο ξύλο καθίσματα κι ανθρώπους, αυτός που τον έβλεπα όλο το πρωί να πίνει καφέ κρύβοντας το βλέμμα του πίσω από τα μοδάτα μαύρα του γυαλιά -κι η γιαγιά περίμενε στο γραφείο του, αυτός που περιμένουν οι ασθενείς στοιβαγμένοι στα καθίσματα και κάθεται να μάθει το κουτσομπολιό για την Καλλιόπη τη νοσοκόμα, αυτός που τέλειωσε στη Ρουμανία σπουδές και τώρα περιμένει τηλέφωνο από το πολιτικό γραφείο να του αναγγείλουν τον απ' ευθείας διορισμό του... Μα αυτός κουνάει μια σημαία που μου 'παν ότι είναι και δικιά μου.
“Και τι σημαίνει δικιά μου, μπαμπά;” “Τίποτα παιδί μου. Τίποτα...” Τώρα κατάλαβα, μπαμπά. Δεν βγήκαμε όλοι από την ίδια πάστα. Και μετά μπερδέψαμε τα ντολμαδάκια και τη φασολάδα με τον γύρο και τα μιλκσέηκ και πάθαμε εντερικές διαταραχές. Την ίδια σημαία έχω κι εγώ, μπαμπά. Κι εμένα Ελληνίδα με λένε όταν πάω έξω. Κι εγώ ελληνικά μιλάω. Όμως, μπαμπά, να σου πω κάτι; Δεν μου λέει τίποτα αυτή η σημαία. Την βλέπω γαριασμένη πάνω στην Βουλή και δεν μου λέει τ-ί-π-ο-τ-α. Τι έχω μπαμπά; Είμαι κι εγώ απειλή; Όχι, δεν κατάλαβες, δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν. Αλλά, να...
Όταν ήμουν μικρή μας μάθαινε η δασκάλα “Της πατρίδας μου η σημαία έχει χρώμα γαλανό...”. Και παρόλο που μιλούσε για την σημαία εγώ ξεχνιόμουνα στην πρώτη λέξη. Στην “πατρίδα”. Και σκεφτόμουν τις θάλασσες που κολυμπούσα, τις εκδρομές στα βουνά, τις απογευματινές μας βόλτες στη Ρεματιά, την λίμνη στο χωριό, τα λουλούδια που μάζευα με τη μαμά την άνοιξη πίσω από το σπίτι μας, τα φαράγγι που διέσχισα στην πλάτη σου, το ποδόσφαιρο που παίζαμε με τους φίλους μου στην αλάνα πίσω από το σχολείο, στον παππού που πολέμησε σε χιονισμένα βουνά με τρύπιες κάλτσες κι έπαθε κρυοπαγήματα, στη γιαγιά που έστριβε το τσιγάρο της κάτω από τις ολάνθιστες πορτοκαλιές της στο περιβόλι μας και πότιζε κάθε πρωί τις καμέλιές της. Εκεί έμενε ο νους μου και δεν άκουγα τι έλεγε μετά για τη σημαία -ποτέ μου δεν έμαθα τι λέει μετά τον πρώτο στίχο αυτό το ποιηματάκι. Όμως, μπαμπά, δεν υπάρχουν πια όλα αυτά. Κι εγώ έχω πρόβλημα.
Από ό,τι καταλαβαίνω πρέπει πατρίδα μου να είναι γκρι δρόμοι, γκρι σπίτια, γκρι πεζοδρόμια, ένα ρολόι που ποτέ δεν σταματά, τριακόσια ευρώ στην αρχή κάθε μήνα στο πορτοφόλι, η “απόδειξις καταβολής ενοικίου -ευρώ τετρακόσια” την ίδια μέρα, ένα ποτήρι καφέ ισάξιο με τον μισθό ενός ανώτερου υπαλλήλου στην Αιθιοπία, φανάρια, σκυφτά κεφάλια, σακούλες γεμάτες με καρκίνο, τηλέφωνα που κουδουνίζουν πάντα, ποδήλατα που σαπίζουν σε υπόγεια, ξεκοκαλισμένες μπασκέτες σε φαγωμένα γήπεδα, τραμπουκισμός στον δρόμο, τραμπουκισμός στην δουλειά, τραμπουκισμός στην υπηρεσία, τραμπουκισμός στο Πανεπιστήμιο, ντομάτες ίδιες κι άχρωμες, συντηρητικά στον χυμό, ζαμπόν για τοστ με περιεκτικότητα 56% σε κρέας, λουλούδια που καταστρέφονται σε βεράντες καλυμμένα από παχιά λευκά στρώματα αρρώστιας...
Και δεν θέλω. Μ' ακούς; Δεν θέλω! Δεν την αγαπώ αυτήν την πατρίδα. Δεν είναι δική μου πατρίδα. Δεν με πονάει και δεν την πονάω. Δεν τους θέλω τους συμπατριώτες μου αυτούς. Περπατάνε σκυφτοί, σηκώνουν βλέμμα για να αρπαχτούν ή για να το ρίξουν λίγο αργότερα σε κάποιον αφ' υψηλού, μιλάνε μόνοι τους με κάτι καλώδια στ' αυτιά τους, κουνάνε σημαιάκια σε αυτούς που τους ληστεύουν, ρίχνουν χαρτάκια με σταυρούς σε σχισμές που την άλλη μέρα τους καταπίνουν, κλέβουν, τρέχουν, δεν ξέρουν και δεν θέλουν να μάθουν, πατάνε το “on” και πιστεύουν ό,τι τους πεις από ένα κουτί, δεν πήγαν ποτέ διακοπές στο βουνό ή σε ένα απόμερο νησί παρά αποζητούνε όλα τα κομφόρ και χαζεύουνε κώλους στην παραλία, δεν πάνε θέατρο ή σινεμά παρά γεμίζουνε με ακριβά γαρύφαλλα δωμάτια πνιγμένα στον καπνό και την παραφωνία. Και αδιαφορούν, μπαμπά. Το καταλαβαίνεις αυτό που σου λέω; ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ. Για όλα και όλους εκτός από τον εαυτό τους.
Όχι, μπαμπά, δεν πάω το πρωί να ψηφίσω. Την πατρίδα που αγάπησα δεν την ξέρουν αυτοί. Δεν της στεριώνουν τη σημαία ούτε της ρίχνουν μια στάλα νερό ν' ανθίσει. Δεν τους πιάνει το στομάχι τους από την τόση ομορφιά της ούτε καταλαβαίνουν τη γλώσσα της επαρχίας. Τους κοροϊδεύουν αυτούς τους ανθρώπους, τους λένε χωριάτες κι αγράμματους και τους μιλάνε για σχέδια ανάπτυξης -ανάπτυξη για αυτούς είναι να εξαφανιστούν τα χρώματα κι οι γεύσεις και τα αρώματα μπαμπά! Δεν είναι δική μου η σημαία. Ποτέ δεν ήταν. Ένα πανί έβλεπα σε αυτήν και πίστευα πως η εικονολατρεία είχε πεθάνει αιώνες πριν. Όμως έσφαλα. Ζώα είμαστε κατά βάθος -ταύροι που βλέπουν μόνο σημαία κι ορμάνε χωρίς να βλέπουν τα κοντάρια από πίσω. Μια αρένα μας δόθηκε ρε πατέρα· μια αρένα και μας έριξαν όλους μέσα...
Θέλω να φύγω... Αλλά πάλι εδώ είναι όλα αυτά που αγάπησα πρώτα και πιο βαθειά στη ζωή μου. Εδώ είναι ακόμη άνθρωποι που ερωτεύονται, που χαμογελούν κι ας μην σε ξέρουν, που σηκώνονται για να κάτσει η γερόντισσα, που την ψάχνουν καλλιτεχνικά κι ας μην τους βοηθάει κανείς, που παλεύουν για παιδεία κι ας τρώνε ξύλο και μπουντρούμιασμα, που σε κερνάνε καφέ στην πλατεία ρωτώντας τι κάνει η Αθήνα, που σε μαθαίνουν τους αέρηδες και πώς να καταλαβαίνεις τον καιρό, που χτίζουνε τα σπίτια τους με ιδρώτα, που επιμένουν και το παλεύουν μέχρι τέλους κι ας φαίνονται όλα εναντίον τους. Να, για να δεις, απόψε η εθνική μας ομάδα στο μπάσκετ έπαιξε ημιτελικό. Και δεν τα παράτησε μπαμπά, δεν έπαιξε βρώμικα όπως οι αντίπαλοι, δεν απογοητεύτηκε καμία στιγμή, δεν γκρίνιαξε για την αδικία. Και ξέρεις πόσοι αύριο θα χαρούν που θα τους δουν να επιστρέφουν χωρίς τρόπαιο; Ουουουουου, αμέτρητοι που περιμένουν κάθε φορά στη γωνία για ένα παραστράτημα. Όμως, όλοι αυτοί δεν κατάλαβαν ποτέ ότι το κεφάλι είναι πάντα στητό όταν παλεύεις, όταν δεν χρωστάς σε κανέναν, όταν δεν πουλιέσαι φτηνά, όταν βλέπεις την ομορφιά των πραγμάτων, όταν είσαι ερωτευμένος με ανθρώπους και πράγματα.
Υπάρχει κάποια πατρίδα και για 'μένα ακόμη, ε μπαμπά; Μια πατρίδα που παλεύει να επιβιώσει χωρίς να βάζει τρικλοποδιές, μια πατρίδα που θέλει να αναστήσει καμένες ψυχές και πνεύματα της φύσης, μια πατρίδα που ακόμη ξέρει να ερωτεύεται και να γελά, μια πατρίδα που δημιουργεί αντί να καταστρέφει. Μια πατρίδα που δεν έχει πάψει να νιώθει , που ακόμη νοιάζεται. Αυτήν την πατρίδα μου την καίνε, την ξεπουλάνε όσο όσο, την αφήνουν να ερημώνει, την δέρνουν, την βάζουν τιμωρία στη γωνία, μόνη της -μακριά από τους άλλους που αγαπάνε την σημαία, που την κουνάνε ζωηρά σε πλατείες και πάρκα, που την κρεμάνε στο μπαλκόνι τους στις εθνικές επετείους κι όταν η εθνική ομάδα βγαίνει πρώτη. Ποτέ, όμως, όταν βγαίνει από δεύτερη και κάτω. Δεν έμαθαν να χάνουν ποτέ τους αλήθεια; Στα παιχνίδια τους δεν υπάρχει ήττα, ούτε νίκη, ούτε ισοπαλία. Αυτά υπάρχουν στην αξιοπρέπεια κι αυτοί τέτοια λέξη δεν έμαθαν ποτέ τους.
Για αυτό σου λέω. Δεν πάω πουθενά σήμερα. Δεν μου άρεσαν ποτέ τα παραμύθια -θυμάσαι;, ούτε ένα δεν σου έχω ζητήσει- και δεν ανήκω σε κανέναν εκλογικό κατάλογο. Είναι εκλογές άλλης πατρίδας αυτές, άλλων ανθρώπων, άλλης σημαίας. Γίνονται σε μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνω· μια γλώσσα υποσχέσεων που ποτέ δεν πίστεψα και στην έλλειψη περιεχομένου έρχεται η οχλοβοή να καλύψει τις κραυγές που ακούγονται από τα “άλλα” στόματα. Ασφυκτιώ, μπαμπά, κι αγωνιώ. Πως κάποτε θα καταφέρουν όλους να μας κάνουν να αγαπάμε την δική τους σημαία. Και τώρα, που δεν τα καταφέρνουν ακόμη εντελώς καλά, νοιώθω πως με εκβιάζουν. Να βαδίσω στη σχισμή και να τους στηρίξω για να μην με ξανατιμωρήσουν με εκλογές.
Για αυτό σου λέω. Σίγουρα κάποιο λάθος έχει γίνει. Έμαθα να μην υποκύπτω σε εκβιασμούς και να μην χαρίζομαι σε όσους με αδικούν. Έμαθα να υπερασπίζομαι ό,τι αγαπώ κι όχι να το ξεπουλάω για φτηνές υποσχέσεις και άχρωμες λύσεις. Έμαθα ότι η σημαία είναι ένα πανί. Κανείς δεν πολέμησε για ένα πανί. Για ό,τι συμβολίζει αυτό πολέμησαν όσοι το έκαναν. Για μια πατρίδα που αγαπούσαν και καταλάβαιναν, μία γη που τους έτρεφε και μια θάλασσα που τους ημέρευε. Όχι, η δική μου πατρίδα δεν έχει εκλογές σήμερα. Η δική μου πατρίδα βρίσκεται σε πένθος και προσπαθεί να αναστήσει ό,τι απέμεινε από αυτό που αγάπησε. Η δική μου πατρίδα σήμερα νιώθει περήφανη για την εθνική της ομάδα στο μπάσκετ. Η δική μου πατρίδα κρατάει τη σημαία της πάντα ψηλά, κι όταν δεν υπάρχει όχλος και προβολείς. Η δική μου πατρίδα καταλαβαίνει από έρωτα και δημιουργία και θάνατο. Όχι από παραμύθια και πλαστά διαβατήρια για πολυτέλειες που βασίστηκαν σε αίμα.
Επιτρέψτε μου να αφιερώσω το κείμενο αυτό στον Καιρό. Το κείμενό του αυτό είναι ό,τι πιο δυνατό διάβασα εδώ και πολύ καιρό. Το κείμενο αυτό με έκανε να θέλω να γράψω για την δική μου πατρίδα.
Σε λίγες ώρες ανοίγουν οι κάλπες. Σχισμές που καταπίνουν την ανάγκη μας να νιώσουμε ότι κάπου συμμετέχουμε κι εμείς σε μια πολιτεία τόσο απομακρυσμένη και θαμπή. Σχισμές που ξεγελούν την πρωτόγονη ανάγκη μας για εξουσία. Απέχω. Για ακόμη μία φορά. Κι ας ταλανίστηκα πολύ. Δεν θέλω να με καταπιεί αυτή η σχισμή, δεν θέλω να συμμετέχω σε μια παρωδία, δεν θέλω να νιώθω Ελληνίδα με τέτοιον τρόπο. Δεν το ξέρω τον κύριο με τα παραπανίσια κιλά, δεν τον ξέρω τον κύριο που η φωνή του κι ο τρόπος που μιλά τώρα τελευταία κάποιον μου θυμίζουν, δεν τον ξέρω τον κύριο με το μπλέηζερ που ενώνεται με τους Πακιστανούς, δεν την ξέρω την κυρία που μοιάζει να έχει διακτινιστεί από την Ρωσία του '17, δεν τον ξέρω τον κύριο που απειλεί να μας προστατεύσει με ένα γάντι του μποξ. Δεν τους ξέρω όλους αυτούς, δεν τους ενόχλησα ποτέ μου, δεν τους ζήτησα ποτέ μου καμία χάρη. Με πήραν τηλέφωνο στις δωδεκάμιση το βράδυ να με καλέσουν σε συγκέντρωσή τους, μου μοίρασαν γυαλιστερά χαρτιά με πουδραρισμένα τα πρόσωπά τους πάνω τους, με πήραν να με ρωτήσουν την άποψή μου για πολιτικά θέματα θέλοντας να με κάνουν στατιστική.
Ποτέ δεν με ρώτησαν αν μπορώ να κυκλοφορήσω με το ποδήλατό μου σε αυτήν την πόλη. Ποτέ δεν με ρώτησαν αν μου φτάνει ο μισθός μου για να ζήσω. Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι το Πανεπιστήμιο ασφυκτιά κι αργοπεθαίνει μέσα στον κλοιό τους. Ποτέ δεν μου παρείχαν γυμναστήρια και γήπεδα για να αθληθώ. Ποτέ στο σχολείο μου δεν έλεγξαν τι έτρωγα και πώς διδασκόμουν. Ποτέ δεν τους ένοιαξε πόσες ώρες περίμενα έξω από την πόρτα ενός εξωτερικού ιατρείου. Ποτέ δεν σκέφτηκαν να φτιάξουν τους δρόμους που σπάω το αυτοκίνητό μου. Ποτέ δεν φύτεψαν ένα δέντρο στο πεζοδρόμιο που περπατάω.
Όχι, κάποιο λάθος έχει γίνει, δεν μιλάω την ίδια γλώσσα με αυτούς. Κι αυτοί, οι άλλοι, που κουνάνε σημαιάκια και ζουλάνε κόρνες σαν τους ακούνε να μιλούν... Όχι, σίγουρα έχει γίνει λάθος, δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν προσκυνάμε την ίδια σημαία, δεν ανήκουμε σε έναν τεράστιο εγκέφαλο όλοι εμείς. Άλλα πεζοδρόμια περπατάμε, σε άλλες δουλειές πηγαίνουμε κάθε πρωί, άλλο είναι το πράσινο που καταλαβαίνουμε, άλλο το γαλάζιο... Μα αυτός... Αυτός που μπαστακώθηκε σε μια θέση στο δημόσιο εξανδραποδίζοντας τον προκάτοχό του, αυτός που αγόρασε οικόπεδο μαύρο και πρόλαβε να το περιφράξει κιόλας, αυτός που προσπέρασε όλη την ουρά στο φανάρι και μπήκε πρώτος, αυτός που πάρκαρε πάνω στη διάβαση, αυτός που αγοράζει ντομάτες Βελγίου -1,60 το κιλό κι όλες ίδιες, στερημένες από την φαντασία της φύσης- και τσόντα στο περίπτερο, αυτός που πήγε στο γήπεδο κι έσπασε στο ξύλο καθίσματα κι ανθρώπους, αυτός που τον έβλεπα όλο το πρωί να πίνει καφέ κρύβοντας το βλέμμα του πίσω από τα μοδάτα μαύρα του γυαλιά -κι η γιαγιά περίμενε στο γραφείο του, αυτός που περιμένουν οι ασθενείς στοιβαγμένοι στα καθίσματα και κάθεται να μάθει το κουτσομπολιό για την Καλλιόπη τη νοσοκόμα, αυτός που τέλειωσε στη Ρουμανία σπουδές και τώρα περιμένει τηλέφωνο από το πολιτικό γραφείο να του αναγγείλουν τον απ' ευθείας διορισμό του... Μα αυτός κουνάει μια σημαία που μου 'παν ότι είναι και δικιά μου.
“Και τι σημαίνει δικιά μου, μπαμπά;” “Τίποτα παιδί μου. Τίποτα...” Τώρα κατάλαβα, μπαμπά. Δεν βγήκαμε όλοι από την ίδια πάστα. Και μετά μπερδέψαμε τα ντολμαδάκια και τη φασολάδα με τον γύρο και τα μιλκσέηκ και πάθαμε εντερικές διαταραχές. Την ίδια σημαία έχω κι εγώ, μπαμπά. Κι εμένα Ελληνίδα με λένε όταν πάω έξω. Κι εγώ ελληνικά μιλάω. Όμως, μπαμπά, να σου πω κάτι; Δεν μου λέει τίποτα αυτή η σημαία. Την βλέπω γαριασμένη πάνω στην Βουλή και δεν μου λέει τ-ί-π-ο-τ-α. Τι έχω μπαμπά; Είμαι κι εγώ απειλή; Όχι, δεν κατάλαβες, δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν. Αλλά, να...
Όταν ήμουν μικρή μας μάθαινε η δασκάλα “Της πατρίδας μου η σημαία έχει χρώμα γαλανό...”. Και παρόλο που μιλούσε για την σημαία εγώ ξεχνιόμουνα στην πρώτη λέξη. Στην “πατρίδα”. Και σκεφτόμουν τις θάλασσες που κολυμπούσα, τις εκδρομές στα βουνά, τις απογευματινές μας βόλτες στη Ρεματιά, την λίμνη στο χωριό, τα λουλούδια που μάζευα με τη μαμά την άνοιξη πίσω από το σπίτι μας, τα φαράγγι που διέσχισα στην πλάτη σου, το ποδόσφαιρο που παίζαμε με τους φίλους μου στην αλάνα πίσω από το σχολείο, στον παππού που πολέμησε σε χιονισμένα βουνά με τρύπιες κάλτσες κι έπαθε κρυοπαγήματα, στη γιαγιά που έστριβε το τσιγάρο της κάτω από τις ολάνθιστες πορτοκαλιές της στο περιβόλι μας και πότιζε κάθε πρωί τις καμέλιές της. Εκεί έμενε ο νους μου και δεν άκουγα τι έλεγε μετά για τη σημαία -ποτέ μου δεν έμαθα τι λέει μετά τον πρώτο στίχο αυτό το ποιηματάκι. Όμως, μπαμπά, δεν υπάρχουν πια όλα αυτά. Κι εγώ έχω πρόβλημα.
Από ό,τι καταλαβαίνω πρέπει πατρίδα μου να είναι γκρι δρόμοι, γκρι σπίτια, γκρι πεζοδρόμια, ένα ρολόι που ποτέ δεν σταματά, τριακόσια ευρώ στην αρχή κάθε μήνα στο πορτοφόλι, η “απόδειξις καταβολής ενοικίου -ευρώ τετρακόσια” την ίδια μέρα, ένα ποτήρι καφέ ισάξιο με τον μισθό ενός ανώτερου υπαλλήλου στην Αιθιοπία, φανάρια, σκυφτά κεφάλια, σακούλες γεμάτες με καρκίνο, τηλέφωνα που κουδουνίζουν πάντα, ποδήλατα που σαπίζουν σε υπόγεια, ξεκοκαλισμένες μπασκέτες σε φαγωμένα γήπεδα, τραμπουκισμός στον δρόμο, τραμπουκισμός στην δουλειά, τραμπουκισμός στην υπηρεσία, τραμπουκισμός στο Πανεπιστήμιο, ντομάτες ίδιες κι άχρωμες, συντηρητικά στον χυμό, ζαμπόν για τοστ με περιεκτικότητα 56% σε κρέας, λουλούδια που καταστρέφονται σε βεράντες καλυμμένα από παχιά λευκά στρώματα αρρώστιας...
Και δεν θέλω. Μ' ακούς; Δεν θέλω! Δεν την αγαπώ αυτήν την πατρίδα. Δεν είναι δική μου πατρίδα. Δεν με πονάει και δεν την πονάω. Δεν τους θέλω τους συμπατριώτες μου αυτούς. Περπατάνε σκυφτοί, σηκώνουν βλέμμα για να αρπαχτούν ή για να το ρίξουν λίγο αργότερα σε κάποιον αφ' υψηλού, μιλάνε μόνοι τους με κάτι καλώδια στ' αυτιά τους, κουνάνε σημαιάκια σε αυτούς που τους ληστεύουν, ρίχνουν χαρτάκια με σταυρούς σε σχισμές που την άλλη μέρα τους καταπίνουν, κλέβουν, τρέχουν, δεν ξέρουν και δεν θέλουν να μάθουν, πατάνε το “on” και πιστεύουν ό,τι τους πεις από ένα κουτί, δεν πήγαν ποτέ διακοπές στο βουνό ή σε ένα απόμερο νησί παρά αποζητούνε όλα τα κομφόρ και χαζεύουνε κώλους στην παραλία, δεν πάνε θέατρο ή σινεμά παρά γεμίζουνε με ακριβά γαρύφαλλα δωμάτια πνιγμένα στον καπνό και την παραφωνία. Και αδιαφορούν, μπαμπά. Το καταλαβαίνεις αυτό που σου λέω; ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ. Για όλα και όλους εκτός από τον εαυτό τους.
Όχι, μπαμπά, δεν πάω το πρωί να ψηφίσω. Την πατρίδα που αγάπησα δεν την ξέρουν αυτοί. Δεν της στεριώνουν τη σημαία ούτε της ρίχνουν μια στάλα νερό ν' ανθίσει. Δεν τους πιάνει το στομάχι τους από την τόση ομορφιά της ούτε καταλαβαίνουν τη γλώσσα της επαρχίας. Τους κοροϊδεύουν αυτούς τους ανθρώπους, τους λένε χωριάτες κι αγράμματους και τους μιλάνε για σχέδια ανάπτυξης -ανάπτυξη για αυτούς είναι να εξαφανιστούν τα χρώματα κι οι γεύσεις και τα αρώματα μπαμπά! Δεν είναι δική μου η σημαία. Ποτέ δεν ήταν. Ένα πανί έβλεπα σε αυτήν και πίστευα πως η εικονολατρεία είχε πεθάνει αιώνες πριν. Όμως έσφαλα. Ζώα είμαστε κατά βάθος -ταύροι που βλέπουν μόνο σημαία κι ορμάνε χωρίς να βλέπουν τα κοντάρια από πίσω. Μια αρένα μας δόθηκε ρε πατέρα· μια αρένα και μας έριξαν όλους μέσα...
Θέλω να φύγω... Αλλά πάλι εδώ είναι όλα αυτά που αγάπησα πρώτα και πιο βαθειά στη ζωή μου. Εδώ είναι ακόμη άνθρωποι που ερωτεύονται, που χαμογελούν κι ας μην σε ξέρουν, που σηκώνονται για να κάτσει η γερόντισσα, που την ψάχνουν καλλιτεχνικά κι ας μην τους βοηθάει κανείς, που παλεύουν για παιδεία κι ας τρώνε ξύλο και μπουντρούμιασμα, που σε κερνάνε καφέ στην πλατεία ρωτώντας τι κάνει η Αθήνα, που σε μαθαίνουν τους αέρηδες και πώς να καταλαβαίνεις τον καιρό, που χτίζουνε τα σπίτια τους με ιδρώτα, που επιμένουν και το παλεύουν μέχρι τέλους κι ας φαίνονται όλα εναντίον τους. Να, για να δεις, απόψε η εθνική μας ομάδα στο μπάσκετ έπαιξε ημιτελικό. Και δεν τα παράτησε μπαμπά, δεν έπαιξε βρώμικα όπως οι αντίπαλοι, δεν απογοητεύτηκε καμία στιγμή, δεν γκρίνιαξε για την αδικία. Και ξέρεις πόσοι αύριο θα χαρούν που θα τους δουν να επιστρέφουν χωρίς τρόπαιο; Ουουουουου, αμέτρητοι που περιμένουν κάθε φορά στη γωνία για ένα παραστράτημα. Όμως, όλοι αυτοί δεν κατάλαβαν ποτέ ότι το κεφάλι είναι πάντα στητό όταν παλεύεις, όταν δεν χρωστάς σε κανέναν, όταν δεν πουλιέσαι φτηνά, όταν βλέπεις την ομορφιά των πραγμάτων, όταν είσαι ερωτευμένος με ανθρώπους και πράγματα.
Υπάρχει κάποια πατρίδα και για 'μένα ακόμη, ε μπαμπά; Μια πατρίδα που παλεύει να επιβιώσει χωρίς να βάζει τρικλοποδιές, μια πατρίδα που θέλει να αναστήσει καμένες ψυχές και πνεύματα της φύσης, μια πατρίδα που ακόμη ξέρει να ερωτεύεται και να γελά, μια πατρίδα που δημιουργεί αντί να καταστρέφει. Μια πατρίδα που δεν έχει πάψει να νιώθει , που ακόμη νοιάζεται. Αυτήν την πατρίδα μου την καίνε, την ξεπουλάνε όσο όσο, την αφήνουν να ερημώνει, την δέρνουν, την βάζουν τιμωρία στη γωνία, μόνη της -μακριά από τους άλλους που αγαπάνε την σημαία, που την κουνάνε ζωηρά σε πλατείες και πάρκα, που την κρεμάνε στο μπαλκόνι τους στις εθνικές επετείους κι όταν η εθνική ομάδα βγαίνει πρώτη. Ποτέ, όμως, όταν βγαίνει από δεύτερη και κάτω. Δεν έμαθαν να χάνουν ποτέ τους αλήθεια; Στα παιχνίδια τους δεν υπάρχει ήττα, ούτε νίκη, ούτε ισοπαλία. Αυτά υπάρχουν στην αξιοπρέπεια κι αυτοί τέτοια λέξη δεν έμαθαν ποτέ τους.
Για αυτό σου λέω. Δεν πάω πουθενά σήμερα. Δεν μου άρεσαν ποτέ τα παραμύθια -θυμάσαι;, ούτε ένα δεν σου έχω ζητήσει- και δεν ανήκω σε κανέναν εκλογικό κατάλογο. Είναι εκλογές άλλης πατρίδας αυτές, άλλων ανθρώπων, άλλης σημαίας. Γίνονται σε μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνω· μια γλώσσα υποσχέσεων που ποτέ δεν πίστεψα και στην έλλειψη περιεχομένου έρχεται η οχλοβοή να καλύψει τις κραυγές που ακούγονται από τα “άλλα” στόματα. Ασφυκτιώ, μπαμπά, κι αγωνιώ. Πως κάποτε θα καταφέρουν όλους να μας κάνουν να αγαπάμε την δική τους σημαία. Και τώρα, που δεν τα καταφέρνουν ακόμη εντελώς καλά, νοιώθω πως με εκβιάζουν. Να βαδίσω στη σχισμή και να τους στηρίξω για να μην με ξανατιμωρήσουν με εκλογές.
Για αυτό σου λέω. Σίγουρα κάποιο λάθος έχει γίνει. Έμαθα να μην υποκύπτω σε εκβιασμούς και να μην χαρίζομαι σε όσους με αδικούν. Έμαθα να υπερασπίζομαι ό,τι αγαπώ κι όχι να το ξεπουλάω για φτηνές υποσχέσεις και άχρωμες λύσεις. Έμαθα ότι η σημαία είναι ένα πανί. Κανείς δεν πολέμησε για ένα πανί. Για ό,τι συμβολίζει αυτό πολέμησαν όσοι το έκαναν. Για μια πατρίδα που αγαπούσαν και καταλάβαιναν, μία γη που τους έτρεφε και μια θάλασσα που τους ημέρευε. Όχι, η δική μου πατρίδα δεν έχει εκλογές σήμερα. Η δική μου πατρίδα βρίσκεται σε πένθος και προσπαθεί να αναστήσει ό,τι απέμεινε από αυτό που αγάπησε. Η δική μου πατρίδα σήμερα νιώθει περήφανη για την εθνική της ομάδα στο μπάσκετ. Η δική μου πατρίδα κρατάει τη σημαία της πάντα ψηλά, κι όταν δεν υπάρχει όχλος και προβολείς. Η δική μου πατρίδα καταλαβαίνει από έρωτα και δημιουργία και θάνατο. Όχι από παραμύθια και πλαστά διαβατήρια για πολυτέλειες που βασίστηκαν σε αίμα.
Επιτρέψτε μου να αφιερώσω το κείμενο αυτό στον Καιρό. Το κείμενό του αυτό είναι ό,τι πιο δυνατό διάβασα εδώ και πολύ καιρό. Το κείμενο αυτό με έκανε να θέλω να γράψω για την δική μου πατρίδα.
Thursday, 13 September 2007
Tuesday, 11 September 2007
Έναρξις σχολικού έτους
Ξυπνάς, είναι νωρίς ακόμη, η ανάσα λαχανιασμένη. Όχι, το τέρας δεν αναπνέει δίπλα σου. Αναπνέει μέσα σου κάθε φορά που κλείνεις τα μάτια. Αν τα κλείσεις πάλι θα ξυπνήσει, θα έρθει να στοιχειώσει ό, τι έλπιζες να συναντήσεις στα σκοτάδια. Κουβαλάει εγκαύματα και σε κοιτάζει μέσα από τις γάζες με τις σάρκες του να λιώνουν και να στάζουν πάνω σου καυτό δέρμα. Πρέπει να ξυπνήσεις αλλιώς σε λίγο θα βρεθείς να χορεύεις με ένα τέρας σ' ένα ξύλινο σπίτι πνιγμένο στα χορτάρια.
Φοράω την μπλούζα μου, το σπίτι είναι πάντα κρύο όταν δραπετεύεις από εφιάλτες. Το σπίτι είναι πάντα κρύο όταν είναι πρωί και τον καφέ τον μοιράζεσαι με το γυάλινο γραφείο. Απόφαση: σήμερα θα φάω πρωινό. Σήμερα θα φάω πρωινό χαζεύοντας. On. Σε πέντε μέρες έχουμε εκλογές, περίεργα πλήθη ανεμίζουν σημαίες μιας πατρίδας άγνωστης, στην Ηλεία ακόμη μετρούν, μήκος επί πλάτος, απουσίες σπιτιών, απουσίες ανθρώπων, απουσία χρώματος, μυρωδιά καμένου ζώου, μπουκάλια νερό, κερασιά, ένας δήμαρχος έβαλε φωτιά σε ό,τι τον έκανε ένοχο, ποιος δεν βάζει φωτιά σε ό,τι τον καίει;
Κι εγώ, αποσβολωμένη στα μαξιλάρια μου που μυρίζουν καπνό το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι πως σήμερα ο μήνας έχει έντεκα. Είναι έντεκα Σεπτεμβρίου και η μαμά θα με ξυπνήσει να πάω σχολείο. Θα πλησιάσει τα χείλη της στο αυτί μου, θα χαϊδέψει το κεφάλι μου και θα σιγοτραγουδήσει εκείνη την αστεία μελωδία που έχει φτιάξει μόνη της χρόνια τώρα: “Σήμερα παιδιά αρχίζει το σχολείο, σήμερα παιδιά το νηπιαγωγείο!”... Θα σηκωθώ μουρμουρίζοντας, θα βγάλει καινούριες ξυλομπογιές από ένα χάρτινο πολύχρωμο περιτύλιγμα, θα μου φτιάξει γάλα και δυο φέτες ψωμί με μέλι, θα μου δέσει τα κορδόνια από τα καινούρια μου παπούτσια, θα με αγκαλιάσει κι εγώ θα χαθώ στο άρωμά της, θα μου ανακατέψει τις μπούκλες μου και θα φύγει. Θα πάρω τον δρόμο με τις πορτοκαλιές, θα φτάσω σε μια αυλή σχολείου κι όλοι μου οι φίλοι θα είναι εκεί, η Στέλλα δεν θα έχει πεθάνει, η δασκάλα μας θα χαμογελάει όλη μέρα και θα μας ρωτάει πώς περάσαμε, η μυρωδιά από τα καινούρια μου βιβλία θα είναι ό,τι ωραιότερο μύρισα τον τελευταίο καιρό, θα προλάβω το καλύτερο θρανίο στην τάξη, στο διάλειμμα θα φάω κουλούρι με σουσάμι και θα παίξω μπάσκετ...
Σήμερα είναι έντεκα Σεπτεμβρίου, κι εγώ κάθομαι στο κρύο μου γραφείο, ο καφές κρυώνει, ο καπνός μου τελειώνει και τίποτα δεν αρχίζει. Πώς ξέρεις αν έχεις φτάσει το σημείο που όλα συνεχίζουν; Που τίποτα δεν αρχίζει; Πιάνω την μαριονέτα μου και κουνάω νευρικά τα σχοινιά της, γράφει σε έναν μεταλλικό κρύο υπολογιστή εργασίες βγαλμένες από άνευρες χημικές ενώσεις. Νυστάζω, φοβάμαι, πλήττω, ονειρεύομαι. Δεν γυρίζω πίσω σε αυτά τα σεντόνια, εκεί με περιμένουν τέρατα και κυνηγητό και θάνατος και κλάμα. Πόσες σκέψεις επιτρέπεται ο άνθρωπος να κάνει κάθε μέρα; Πόσα συναισθήματα να νιώθει; Εγώ που προσπαθώ να μην νιώθω τι είμαι; Αν νιώσω θα βγω να πιω εκείνον τον καφέ που θέλω καιρό. Θα κάνω εκείνη την αποτρίχωση και το βράδυ θα φορέσω την φούστα μου την μαύρη. Θα πάω σινεμά, να προλάβω τα θερινά, όλες οι ταινίες είναι πιο όμορφες πασπαλισμένες με μπύρα κι αστέρια. Θα τελειώσω βιβλία που βρήκαν πρόωρα την θέση τους στο ράφι της βιβλιοθήκης. Θα φτιάξω εκείνη την τούρτα που σου χρωστάω βδομάδες τώρα. Θα νιώσω τύψεις που σε έναν κόσμο τόσο σκληρό, τόσο εγωιστικό, τόσο παράλογο, τόσο γρήγορο εγώ σταμάτησα μία στιγμή για να προσέξω εμένα -μόνο εμένα και κανέναν άλλον, ο κόσμος μου έγινα εγώ.
Όχι, δεν επιτρέπεται να νιώσω. Θα φτιάξω καινούριο καφέ, θα κάτσω ήσυχα ήσυχα στο γραφείο μου, θα ανοίξω τα βιβλία μου, θα ανεβάσω τα πόδια μου στην καρέκλα και θα παλέψω με νύχια και με δόντια να φέρω το μυαλό μου εδώ. Θα το μαζέψω, κομμάτι κομμάτι, θα φτιάξω ένα παζλ και το βράδυ θα το διαλύσω ξανά, θα συρθώ μέχρι το κρεβάτι που τρίζει, θα γλιστρήσω στα σεντόνια και ξέρω πως, απρόσκλητοι πάλι, θα μου κάνουν παρέα οι εφιάλτες. Μαμά, οι εφιάλτες κοιμούνται την ημέρα ή την νύχτα;
Φοράω την μπλούζα μου, το σπίτι είναι πάντα κρύο όταν δραπετεύεις από εφιάλτες. Το σπίτι είναι πάντα κρύο όταν είναι πρωί και τον καφέ τον μοιράζεσαι με το γυάλινο γραφείο. Απόφαση: σήμερα θα φάω πρωινό. Σήμερα θα φάω πρωινό χαζεύοντας. On. Σε πέντε μέρες έχουμε εκλογές, περίεργα πλήθη ανεμίζουν σημαίες μιας πατρίδας άγνωστης, στην Ηλεία ακόμη μετρούν, μήκος επί πλάτος, απουσίες σπιτιών, απουσίες ανθρώπων, απουσία χρώματος, μυρωδιά καμένου ζώου, μπουκάλια νερό, κερασιά, ένας δήμαρχος έβαλε φωτιά σε ό,τι τον έκανε ένοχο, ποιος δεν βάζει φωτιά σε ό,τι τον καίει;
Κι εγώ, αποσβολωμένη στα μαξιλάρια μου που μυρίζουν καπνό το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι πως σήμερα ο μήνας έχει έντεκα. Είναι έντεκα Σεπτεμβρίου και η μαμά θα με ξυπνήσει να πάω σχολείο. Θα πλησιάσει τα χείλη της στο αυτί μου, θα χαϊδέψει το κεφάλι μου και θα σιγοτραγουδήσει εκείνη την αστεία μελωδία που έχει φτιάξει μόνη της χρόνια τώρα: “Σήμερα παιδιά αρχίζει το σχολείο, σήμερα παιδιά το νηπιαγωγείο!”... Θα σηκωθώ μουρμουρίζοντας, θα βγάλει καινούριες ξυλομπογιές από ένα χάρτινο πολύχρωμο περιτύλιγμα, θα μου φτιάξει γάλα και δυο φέτες ψωμί με μέλι, θα μου δέσει τα κορδόνια από τα καινούρια μου παπούτσια, θα με αγκαλιάσει κι εγώ θα χαθώ στο άρωμά της, θα μου ανακατέψει τις μπούκλες μου και θα φύγει. Θα πάρω τον δρόμο με τις πορτοκαλιές, θα φτάσω σε μια αυλή σχολείου κι όλοι μου οι φίλοι θα είναι εκεί, η Στέλλα δεν θα έχει πεθάνει, η δασκάλα μας θα χαμογελάει όλη μέρα και θα μας ρωτάει πώς περάσαμε, η μυρωδιά από τα καινούρια μου βιβλία θα είναι ό,τι ωραιότερο μύρισα τον τελευταίο καιρό, θα προλάβω το καλύτερο θρανίο στην τάξη, στο διάλειμμα θα φάω κουλούρι με σουσάμι και θα παίξω μπάσκετ...
Σήμερα είναι έντεκα Σεπτεμβρίου, κι εγώ κάθομαι στο κρύο μου γραφείο, ο καφές κρυώνει, ο καπνός μου τελειώνει και τίποτα δεν αρχίζει. Πώς ξέρεις αν έχεις φτάσει το σημείο που όλα συνεχίζουν; Που τίποτα δεν αρχίζει; Πιάνω την μαριονέτα μου και κουνάω νευρικά τα σχοινιά της, γράφει σε έναν μεταλλικό κρύο υπολογιστή εργασίες βγαλμένες από άνευρες χημικές ενώσεις. Νυστάζω, φοβάμαι, πλήττω, ονειρεύομαι. Δεν γυρίζω πίσω σε αυτά τα σεντόνια, εκεί με περιμένουν τέρατα και κυνηγητό και θάνατος και κλάμα. Πόσες σκέψεις επιτρέπεται ο άνθρωπος να κάνει κάθε μέρα; Πόσα συναισθήματα να νιώθει; Εγώ που προσπαθώ να μην νιώθω τι είμαι; Αν νιώσω θα βγω να πιω εκείνον τον καφέ που θέλω καιρό. Θα κάνω εκείνη την αποτρίχωση και το βράδυ θα φορέσω την φούστα μου την μαύρη. Θα πάω σινεμά, να προλάβω τα θερινά, όλες οι ταινίες είναι πιο όμορφες πασπαλισμένες με μπύρα κι αστέρια. Θα τελειώσω βιβλία που βρήκαν πρόωρα την θέση τους στο ράφι της βιβλιοθήκης. Θα φτιάξω εκείνη την τούρτα που σου χρωστάω βδομάδες τώρα. Θα νιώσω τύψεις που σε έναν κόσμο τόσο σκληρό, τόσο εγωιστικό, τόσο παράλογο, τόσο γρήγορο εγώ σταμάτησα μία στιγμή για να προσέξω εμένα -μόνο εμένα και κανέναν άλλον, ο κόσμος μου έγινα εγώ.
Όχι, δεν επιτρέπεται να νιώσω. Θα φτιάξω καινούριο καφέ, θα κάτσω ήσυχα ήσυχα στο γραφείο μου, θα ανοίξω τα βιβλία μου, θα ανεβάσω τα πόδια μου στην καρέκλα και θα παλέψω με νύχια και με δόντια να φέρω το μυαλό μου εδώ. Θα το μαζέψω, κομμάτι κομμάτι, θα φτιάξω ένα παζλ και το βράδυ θα το διαλύσω ξανά, θα συρθώ μέχρι το κρεβάτι που τρίζει, θα γλιστρήσω στα σεντόνια και ξέρω πως, απρόσκλητοι πάλι, θα μου κάνουν παρέα οι εφιάλτες. Μαμά, οι εφιάλτες κοιμούνται την ημέρα ή την νύχτα;
Friday, 7 September 2007
Κάστρο και οχυρό
Πάει καιρός τώρα που παλεύω πάνω από ένα γραφείο να οργανώσω τη σκέψη μου και να γράψω πανεπιστημιακές εργασίες με ημερομηνία λήξεως. Αντ' αυτού καταφέρνω άνετα, χωρίς να παρατηρείται το φαινόμενο να εμφανίζονται στους ώμους μου το αγγελάκι και το διαβολάκι, να διαβάσω οποιοδήποτε άλλο βιβλίο έχω στα χέρια μου και δεν εξυπηρετεί "ακαδημαϊκούς" σκοπούς. Παραμερίζω λοιπόν, για λίγο, τους συλλογισμούς για το νταντά, την μη λεκτική επικοινωνία, τον Foucault, τον Brecht και τον Beckett, τον Fellini και το "Oldboy" για να παραθέσω τα παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο του Ιγνάσιο Ραμονέ, Εκατό ώρες με τον Φιντέλ: Βιογραφία σε δύο φωνές. Χωρίς σχολιασμό. Γιατί όταν κάποιος είναι "μικρός" δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να μπορεί να πει και να εξυπηρετεί κάτι άλλο από τη ματαιοδοξία του.
"Αναρωτιέστε τι απέμεινε από τον καπιταλισμό. Νομίζετε ότι η παγκοσμιοποίηση καταστρέφει ακόμα και τον ίδιο τον καπιταλισμό;
Σήμερα δεν υπάρχει καπιταλισμός, δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Σήμερα αυτό που υπάρχει είναι μονοπώλιο σε όλους τους μεγάλους τομείς. Υπάρχουν ορισμένοι ανταγωνισμοί ανάμεσα σε διάφορες χώρες για την παραγωγή τηλεοράσεων ή υπολογιστών, ακόμη και αυτοκίνητα τις έβαλε να παράγουν η Διεθνής Τράπεζα, αλλά ο καπιταλισμός δεν υπάρχει πια.
Πεντακόσιες πολυεθνικές επιχειρήσεις εξουσιάζουν σήμερα το 80% της παγκόσμιας οικονομίας. Οι τιμές δεν είναι ανταγωνιστικές, οι τιμές στις οποίες πωλούνται, για παράδειγμα, τα φάρμακα εναντίον του AIDS... Τα φάρμακα αποτελούν μία από τις σειρές προϊόντων με τις πιο εξωφρενικά και παράλογα ακριβές τιμές του κόσμου, τα χρησιμοποιούν για να εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους· ένα φάρμακο που πουλάνε στον κόσμο έχει τιμή, σε πολλές περιπτώσεις, δέκα φορές το κόστος παραγωγής. Η διαφήμιση σχεδόν καθορίζει τι πωλείται και τι δεν πωλείται, όποιος δεν έχει πολλά χρήματα δεν μπορεί να κάνει διαφήμιση κανενός είδους για τα προϊόντα του κι ας είναι εξαιρετικά.
Μετά την τελευταία παγκόσμια σφαγή κατά την δεκαετία του '40, μας υποσχέθηκαν έναν κόσμο ειρήνης, μείωση της απόστασης μεταξύ πλουσίων και φτωχών και ότι οι πιο ανεπτυγμένοι θα βοηθούσαν τους λιγότερο ανεπτυγμένους. Όλα αποδείχθηκαν ένα τεράστιο ψέμα. Μας επέβαλαν μία παγκόσμια τάξη την οποία δεν μπορούμε να υποφέρουμε ούτε να αντέξουμε. Ο κόσμος οδηγείται σε αδιέξοδο.
Κανένα από τα χαρακτηριστικά αυτά στα οποία πιστεύαμε ότι βασιζόταν ο καπιταλισμός δεν υπάρχει· έτσι, δεν υπάρχει η θεωρία που διδάσκουν στον κόσμο τα Chicago Boys. Και από την άλλη, η θεωρία και η πράξη του σοσιαλισμού μένει να αναπτυχθούν και να καταγραφούν.
(...)
Βρίσκετε κάποια σχέση ανάμεσα στη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και στην επιτάχυνση της καταστροφής του περιβάλλοντος;
Νομίζω ότι κάθε προσπάθεια για τη διάσωση του περιβάλλοντος είναι ασύμβατη με το οικονομικό σύστημα που έχει επιβληθεί στον κόσμο, αυτήν την ανελέητη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, με όσα επιβάλλει και με τους όρους με τους οποίους το ΔΝΤ θυσιάζει την υγεία, την παιδεία και την κοινωνική ασφάλιση δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Και με τον απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο, μέσω της ελεύθερης αγοραπωλησίας συναλλάγματος ανάμεσα στα ισχυρά νομίσματα και στα αδύναμα νομίσματα του Τρίτου Κόσμου, αρπάζουν από τον τελευταίο τεράστια ποσά κάθε χρόνο.
Για να το πω με λίγα λόγια, νομίζω ότι η διάσωση του περιβάλλοντος είναι ασύμβατη με του ΠΟΥ, που είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε οι πλούσιες χώρες να μπορούν να εισβάλουν στον κόσμο με τα εμπορεύματά τους χωρίς κανέναν περιορισμό, και να καταστρέφουν τη βιομηχανική και αγροτική ανάπτυξη των φτωχών χωρών, χωρίς κανένα άλλο μέλλον πέρα από την παροχή πρώτων υλών και φτηνής εργατικής δύναμης· με τη NAFTA (Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου της Αμερικής) και άλλες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου ανάμεσα στους καρχαρίες και στις σαρδέλες· με το τερατώδες εξωτερικό χρέος, που μερικές φορές απορροφά ακόμα και το 50% των εθνικών προϋπολογισμών, εντελώς αδύνατον να πληρωθεί στις σημερινές συνθήκες· με την κλοπή εγκεφάλων, το σχεδόν ολοκληρωτικό μονοπώλιο της πνευματικής ιδιοκτησίας και την καταχρηστική και δυσανάλογη χρήση των πλουτοπαραγωγικών και ενεργειακών πηγών του πλανήτη.
Ο κατάλογος των αδικιών θα ήταν ατελείωτος. Η άβυσσος βαθαίνει, η λεηλασία είναι μεγαλύτερη...
(...)
Πρέπει να χάσουμε τις ελπίδες μας για το ανθρώπινο ον; Ή μπορούμε ακόμα να διατηρήσουμε μια μικρή ελπίδα στην ικανότητά του να σταματήσει την πορεία προς την άβυσσο;
Σήμερα γνωρίζουμε τι συμβαίνει. Κατά την άποψή μου, δεν υπάρχει πιο επείγον καθήκον από τη δημιουργία μιας καθολικής συνείδησης, την προώθηση του προβλήματος στη μάζα των δισεκατομμυρίων ανδρών και γυναικών όλων των ηλικιών, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, που κατοικούν στον πλανήτη. Οι αντικειμενικές συνθήκες και τα βάσανα που υφίσταται η τεράστια πλειονότητα τους δημιουργούν τις υποκειμενικές συνθήκες για το έργο της συνείδησης. Όλα σχετίζονται μεταξύ τους: αναλφαβητισμός, ανεργία, φτώχεια, πείνα, ασθένειες, έλλειψη πόσιμου νερού, κατοικιών, ηλεκτρικού· ερημοποίηση, αλλαγή κλίματος, εξαφάνιση των δασών, πλημμύρες, κυκλώνες, ξηρασίες, διάβρωση των εδαφών, αποσάθρωση, λοιμοί και άλλες τραγωδίες που γνωρίζετε καλά.
Τι αποτέλεσμα πετύχαμε μετά τη Διάσκεψη του Ρίο το 1992; Σχεδόν κανένα. Αντίθετα. Ενώ το Πρωτόκολλο του Κυότο είναι θύμα ενός αλαζονικού μποϋκοτάζ, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, πολύ μακριά από το να μειωθούν, αυξήθηκαν κατά 9%· και στη χώρα που μολύνει περισσότερο -τις Ηνωμένες Πολιτείες- κατά 18%! Οι θάλασσες και οι ποταμοί είναι σήμερα πιο δηλητηριασμένοι από το 1992· δεκαπέντε εκατομμύρια εκτάρια δασών καταστρέφονται κάθε χρόνο, σχεδόν τέσσερις φορές η επιφάνεια της Ελβετίας...
Η ανθρώπινη κοινωνία διέπραξε κολοσσιαία λάθη και εξακολουθεί να τα διαπράττει, αλλά εγώ είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι το ανθρώπινο ον είναι ικανό να συλλάβει τις ευγενέστερες ιδέες, να φιλοξενήσει τα πιο γενναιόδωρα αισθήματα και, ξεπερνώντας τα πανίσχυρα ένστικτα που του επέβαλε η φύση, είναι ικανό να δώσει τη ζωή του γι' αυτό που νιώθει και γι' αυτό που σκέφτεται. Το απέδειξε πολλές φορές στη διάρκεια της ιστορίας.
(...)
Λέτε ότι αυτή η Επανάσταση δεν έχει εξαντληθεί;
Δεν έχουμε τελειώσει ούτε κατά διάνοια. Ζούμε στην καλύτερη εποχή της ιστορίας μας και αυτήν που προσφέρει περισσότερες ελπίδες για όλα και το βλέπετε παντού. Ασφαλώς, και σωστά, θα ήμουν διατεθειμένος να δεχτώ την κριτική ότι διαπράξαμε ορισμένα λάθη ιδεαλισμού, ίσως θελήσαμε να προχωρήσουμε υπερβολικά γρήγορα, ίσως υποτιμήσαμε δυνάμεις, το βάρος των συνηθειών κι αυτά. Αλλά καμία χώρα δεν αντιμετώπισε κανέναν εχθρό τόσο ισχυρό, τόσο πλούσιο, το μηχανισμό δημοσιότητας που διαθέτει, τον αποκλεισμό του, μια κατάρρευση του σημείου στήριξης. Εξαφανίστηκε η ΕΣΣΔ και μείναμε μόνοι μας και δεν ταλαντευτήκαμε. Ναι, μας συνόδευσε το μεγαλύτερο μέρος του λαού, δεν σας λέω όλος, γιατί ορισμένοι αποθαρρύνονται, αλλά εμείς γίναμε μάρτυρες των πραγμάτων που έκανε αυτή η χώρα, πώς αντιστάθηκε, πώς προχωράει, πώς μειώνεται η ανεργία, πώς αυξάνεται η συνείδηση.
Δεν πρέπει να μετράτε τις εκλογές μας με τον αριθμό των ψήφων. Εγώ τις μετράω με το βάθος των συναισθημάτων, με τη ζεστασιά, το βλέπω εδώ και πολλά χρόνια. Ποτέ δεν είδα τα πρόσωπα πιο γεμάτα ελπίδα, με περισσότερη υπερηφάνεια. Σταδιακά συσσωρεύονταν αυτά, Ραμονέ."
Η σκέψη του Κομαντάντε, όπως αυτή αναπτύσσεται καθ' όλη τη διάρκεια των συνεντεύξεων, με έκανε να νιώσω πολλά. Κυρίως μικρή. Και ντροπή -από αυτή που σε κάνει να σκύβεις το κεφάλι για να σκεφτείς. Και να αποφασίσεις. Πού στέκεσαι.
"Αναρωτιέστε τι απέμεινε από τον καπιταλισμό. Νομίζετε ότι η παγκοσμιοποίηση καταστρέφει ακόμα και τον ίδιο τον καπιταλισμό;
Σήμερα δεν υπάρχει καπιταλισμός, δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Σήμερα αυτό που υπάρχει είναι μονοπώλιο σε όλους τους μεγάλους τομείς. Υπάρχουν ορισμένοι ανταγωνισμοί ανάμεσα σε διάφορες χώρες για την παραγωγή τηλεοράσεων ή υπολογιστών, ακόμη και αυτοκίνητα τις έβαλε να παράγουν η Διεθνής Τράπεζα, αλλά ο καπιταλισμός δεν υπάρχει πια.
Πεντακόσιες πολυεθνικές επιχειρήσεις εξουσιάζουν σήμερα το 80% της παγκόσμιας οικονομίας. Οι τιμές δεν είναι ανταγωνιστικές, οι τιμές στις οποίες πωλούνται, για παράδειγμα, τα φάρμακα εναντίον του AIDS... Τα φάρμακα αποτελούν μία από τις σειρές προϊόντων με τις πιο εξωφρενικά και παράλογα ακριβές τιμές του κόσμου, τα χρησιμοποιούν για να εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους· ένα φάρμακο που πουλάνε στον κόσμο έχει τιμή, σε πολλές περιπτώσεις, δέκα φορές το κόστος παραγωγής. Η διαφήμιση σχεδόν καθορίζει τι πωλείται και τι δεν πωλείται, όποιος δεν έχει πολλά χρήματα δεν μπορεί να κάνει διαφήμιση κανενός είδους για τα προϊόντα του κι ας είναι εξαιρετικά.
Μετά την τελευταία παγκόσμια σφαγή κατά την δεκαετία του '40, μας υποσχέθηκαν έναν κόσμο ειρήνης, μείωση της απόστασης μεταξύ πλουσίων και φτωχών και ότι οι πιο ανεπτυγμένοι θα βοηθούσαν τους λιγότερο ανεπτυγμένους. Όλα αποδείχθηκαν ένα τεράστιο ψέμα. Μας επέβαλαν μία παγκόσμια τάξη την οποία δεν μπορούμε να υποφέρουμε ούτε να αντέξουμε. Ο κόσμος οδηγείται σε αδιέξοδο.
Κανένα από τα χαρακτηριστικά αυτά στα οποία πιστεύαμε ότι βασιζόταν ο καπιταλισμός δεν υπάρχει· έτσι, δεν υπάρχει η θεωρία που διδάσκουν στον κόσμο τα Chicago Boys. Και από την άλλη, η θεωρία και η πράξη του σοσιαλισμού μένει να αναπτυχθούν και να καταγραφούν.
(...)
Βρίσκετε κάποια σχέση ανάμεσα στη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και στην επιτάχυνση της καταστροφής του περιβάλλοντος;
Νομίζω ότι κάθε προσπάθεια για τη διάσωση του περιβάλλοντος είναι ασύμβατη με το οικονομικό σύστημα που έχει επιβληθεί στον κόσμο, αυτήν την ανελέητη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, με όσα επιβάλλει και με τους όρους με τους οποίους το ΔΝΤ θυσιάζει την υγεία, την παιδεία και την κοινωνική ασφάλιση δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Και με τον απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο, μέσω της ελεύθερης αγοραπωλησίας συναλλάγματος ανάμεσα στα ισχυρά νομίσματα και στα αδύναμα νομίσματα του Τρίτου Κόσμου, αρπάζουν από τον τελευταίο τεράστια ποσά κάθε χρόνο.
Για να το πω με λίγα λόγια, νομίζω ότι η διάσωση του περιβάλλοντος είναι ασύμβατη με του ΠΟΥ, που είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε οι πλούσιες χώρες να μπορούν να εισβάλουν στον κόσμο με τα εμπορεύματά τους χωρίς κανέναν περιορισμό, και να καταστρέφουν τη βιομηχανική και αγροτική ανάπτυξη των φτωχών χωρών, χωρίς κανένα άλλο μέλλον πέρα από την παροχή πρώτων υλών και φτηνής εργατικής δύναμης· με τη NAFTA (Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου της Αμερικής) και άλλες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου ανάμεσα στους καρχαρίες και στις σαρδέλες· με το τερατώδες εξωτερικό χρέος, που μερικές φορές απορροφά ακόμα και το 50% των εθνικών προϋπολογισμών, εντελώς αδύνατον να πληρωθεί στις σημερινές συνθήκες· με την κλοπή εγκεφάλων, το σχεδόν ολοκληρωτικό μονοπώλιο της πνευματικής ιδιοκτησίας και την καταχρηστική και δυσανάλογη χρήση των πλουτοπαραγωγικών και ενεργειακών πηγών του πλανήτη.
Ο κατάλογος των αδικιών θα ήταν ατελείωτος. Η άβυσσος βαθαίνει, η λεηλασία είναι μεγαλύτερη...
(...)
Πρέπει να χάσουμε τις ελπίδες μας για το ανθρώπινο ον; Ή μπορούμε ακόμα να διατηρήσουμε μια μικρή ελπίδα στην ικανότητά του να σταματήσει την πορεία προς την άβυσσο;
Σήμερα γνωρίζουμε τι συμβαίνει. Κατά την άποψή μου, δεν υπάρχει πιο επείγον καθήκον από τη δημιουργία μιας καθολικής συνείδησης, την προώθηση του προβλήματος στη μάζα των δισεκατομμυρίων ανδρών και γυναικών όλων των ηλικιών, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, που κατοικούν στον πλανήτη. Οι αντικειμενικές συνθήκες και τα βάσανα που υφίσταται η τεράστια πλειονότητα τους δημιουργούν τις υποκειμενικές συνθήκες για το έργο της συνείδησης. Όλα σχετίζονται μεταξύ τους: αναλφαβητισμός, ανεργία, φτώχεια, πείνα, ασθένειες, έλλειψη πόσιμου νερού, κατοικιών, ηλεκτρικού· ερημοποίηση, αλλαγή κλίματος, εξαφάνιση των δασών, πλημμύρες, κυκλώνες, ξηρασίες, διάβρωση των εδαφών, αποσάθρωση, λοιμοί και άλλες τραγωδίες που γνωρίζετε καλά.
Τι αποτέλεσμα πετύχαμε μετά τη Διάσκεψη του Ρίο το 1992; Σχεδόν κανένα. Αντίθετα. Ενώ το Πρωτόκολλο του Κυότο είναι θύμα ενός αλαζονικού μποϋκοτάζ, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, πολύ μακριά από το να μειωθούν, αυξήθηκαν κατά 9%· και στη χώρα που μολύνει περισσότερο -τις Ηνωμένες Πολιτείες- κατά 18%! Οι θάλασσες και οι ποταμοί είναι σήμερα πιο δηλητηριασμένοι από το 1992· δεκαπέντε εκατομμύρια εκτάρια δασών καταστρέφονται κάθε χρόνο, σχεδόν τέσσερις φορές η επιφάνεια της Ελβετίας...
Η ανθρώπινη κοινωνία διέπραξε κολοσσιαία λάθη και εξακολουθεί να τα διαπράττει, αλλά εγώ είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι το ανθρώπινο ον είναι ικανό να συλλάβει τις ευγενέστερες ιδέες, να φιλοξενήσει τα πιο γενναιόδωρα αισθήματα και, ξεπερνώντας τα πανίσχυρα ένστικτα που του επέβαλε η φύση, είναι ικανό να δώσει τη ζωή του γι' αυτό που νιώθει και γι' αυτό που σκέφτεται. Το απέδειξε πολλές φορές στη διάρκεια της ιστορίας.
(...)
Λέτε ότι αυτή η Επανάσταση δεν έχει εξαντληθεί;
Δεν έχουμε τελειώσει ούτε κατά διάνοια. Ζούμε στην καλύτερη εποχή της ιστορίας μας και αυτήν που προσφέρει περισσότερες ελπίδες για όλα και το βλέπετε παντού. Ασφαλώς, και σωστά, θα ήμουν διατεθειμένος να δεχτώ την κριτική ότι διαπράξαμε ορισμένα λάθη ιδεαλισμού, ίσως θελήσαμε να προχωρήσουμε υπερβολικά γρήγορα, ίσως υποτιμήσαμε δυνάμεις, το βάρος των συνηθειών κι αυτά. Αλλά καμία χώρα δεν αντιμετώπισε κανέναν εχθρό τόσο ισχυρό, τόσο πλούσιο, το μηχανισμό δημοσιότητας που διαθέτει, τον αποκλεισμό του, μια κατάρρευση του σημείου στήριξης. Εξαφανίστηκε η ΕΣΣΔ και μείναμε μόνοι μας και δεν ταλαντευτήκαμε. Ναι, μας συνόδευσε το μεγαλύτερο μέρος του λαού, δεν σας λέω όλος, γιατί ορισμένοι αποθαρρύνονται, αλλά εμείς γίναμε μάρτυρες των πραγμάτων που έκανε αυτή η χώρα, πώς αντιστάθηκε, πώς προχωράει, πώς μειώνεται η ανεργία, πώς αυξάνεται η συνείδηση.
Δεν πρέπει να μετράτε τις εκλογές μας με τον αριθμό των ψήφων. Εγώ τις μετράω με το βάθος των συναισθημάτων, με τη ζεστασιά, το βλέπω εδώ και πολλά χρόνια. Ποτέ δεν είδα τα πρόσωπα πιο γεμάτα ελπίδα, με περισσότερη υπερηφάνεια. Σταδιακά συσσωρεύονταν αυτά, Ραμονέ."
Η σκέψη του Κομαντάντε, όπως αυτή αναπτύσσεται καθ' όλη τη διάρκεια των συνεντεύξεων, με έκανε να νιώσω πολλά. Κυρίως μικρή. Και ντροπή -από αυτή που σε κάνει να σκύβεις το κεφάλι για να σκεφτείς. Και να αποφασίσεις. Πού στέκεσαι.
Thursday, 6 September 2007
Maestro's roots
Σήμερα έφυγε ο "maestro". Αυτό για καλό κατευόδιο...
Sepultura & Luciano Pavarotti - "Roots Bloody Roots"
Sepultura & Luciano Pavarotti - "Roots Bloody Roots"
Monday, 3 September 2007
Μάθε τέχνη κι άστηνε κι άμα φρικάρεις πιάστηνε
Μου προσάπτουν φίλοι κι αγαπημένα πρόσωπα ότι είμαι απαισιόδοξη όσο δεν πάει. Τέρμα λέμε! Το μυαλό μου παίρνει χίλιες στροφές το δευτερόλεπτο όταν είναι να φαντασιωθεί πατατράκ. Μετά το σημερινό, όμως, όχι πια! Θα αλλάξω -τα σημάδια το επιβάλλουν.
Πάντα, λοιπόν, ήμουν αυτό το αψυχολόγητο ον που σπούδαζε κάτι που μισούσε, πούλαγε το παραμύθι (στον εαυτό του και τους άλλους) ότι το κάνει σε περίπτωση που όλα πάνε στραβά να έχει ένα χαρτί στα χέρια του αλλά απλά και τότε θα επέλεγε να σερβίρει καφέδες αντί να ασκήσει αυτό που σπούδασε -νομικά δηλαδή. Άκρατη απογοήτευση όταν τέλειωσα -μετά τον ενθουσιασμό και το ξαλάφρωμα για την ακρίβεια- πως έφαγα τα χρόνια μου πάνω από μαλακίες, πως έγραφα πράγματα που μισώ, πως όλη αυτή η γνώση πάει χαμένη στο κεφάλι ενός ατόμου που θέλει να ξεχάσει κ.ο.κ. Πλάνην οικτρά επλανήθην φίλοι μου και σήμερα είμαι εδώ να σας σώσω -αφού έσωσα εμένα δηλαδή πρώτα! Σταματήστε να ασχολείστε με μαλακίες -με το μπαρδόν κιόλας- φωτιές, περιβάλλον που καταστρέφεται, ζωές που χάνονται, οικονομία που παραπαίει κι ελάτε να ασχοληθούμε όλοι μαζί με κάτι τεράστιο!
Ladies and gentlemen...
Η χώρα μας καλείται να ανταπεξέλθει σε καιρούς χαλεπούς, τα δημοκρατικά αισθήματά μας καταπατώνται βάναυσα και μία άξια συντρόφισσα και αγωνίστρια του δημοκρατικού μετώπου υφίσταται τη μεγαλύτερη αδικία. Κυρίες και κύριοι, όσο κι αν δεν θέλουμε να παραδεχτούμε τι έχει γίνει, ω ναι!, για μία και μοναδική φορά ένα άρθρο του Συντάγματος εφαρμόστηκε κατά γράμμα στην περίπτωση της Φώφης Γεννηματά! Τόσοι αγώνες, τόσες αιματοχυσίες, τόσες κομπίνες, τόσα καρτέλ, τόσα αυθαίρετα, τόσες μίζες, τόσες υποκλοπές για να βγει το τσουτσέκι ο Άρειος Πάγος να εφαρμόσει ένα άρθρο ενός κειμένου το οποίο κανείς δεν καταλάβαινε τι έλεγε όταν το ψήφιζε!!
Την ίδια στιγμή που όλοι εμείς κινούμαστε ανέμελοι στον μικρόκοσμό μας, απασχολημένοι με ανόητα θέματα όπως το να βγάλουμε το ψωμί μας να ζήσουμε, να σώσουμε το τομάρι μας από την επόμενη σπίθα που θα ανάψει δίπλα στο εύφλεκτο μαλλί μας, να γλιτώσουμε από την αφηνιασμένη τροχαία η οποία έχει επιδοθεί στο να πιάσει τους στόχους πριν κλείσει το 2007 ώστε όλοι να λάβουν bonus, να μην πεθάνουμε από ό,τι αναπνέουμε και τρώμε τον επόμενο μήνα... Την ίδια στιγμή, αγαπημένοι μου, ένας συνάνθρωπός μας επιχειρείται να παραγκωνιστεί από τον στίβο της πολιτικής - μάσας - από – όλες - τις – θέσεις - που - είναι - δυνατό. Αυτό δεν θα περάσει έτσι! Δεν θα το αφήσουμε εμείς! Εμείς οι πολίτες μιας δημοκρατίας που τα τελευταία τριάντα και βάλε χρόνια σέβεται τον εαυτό της τόσο ώστε να τους βολεύει όλους -κι αυτούς που δεν βολεύονται τους κάνει παρκετέζα για να γυαλίζουν τα πατώματα των δημοκρατικών μεγάρων!
Φτάνει πια! Τέτοια κατάφωρη καταπάτηση του δημοκρατικού μας φρονήματος δεν έχω ξαναδεί ή ακούσει -εγώ τουλάχιστον- αγαπητοί μου φίλοι. Είναι σαν να ξυπνάς ένα πρωί κι ο ήλιος να ανατέλλει από την δύση. Έχεις δουλέψει σκληρά με τον εαυτό σου, έχεις πειστεί ότι ο μόνος που έχει μία κάποια αίσθηση δικαίου είναι το μωρό που γρατζουνά το άλλο μωρό επειδή του πήρε το τραινάκι του, έχεις πιστέψει ότι δεν θα χρειαστεί ποτέ να εφαρμόσεις κάποιον από τους νόμους που κυκλοφορούν σαν τις χελώνες στο ρεύμα του Ατλαντικού, είσαι πεπεισμένος πως συμμετέχεις σε έναν άτυπο διαγωνισμό ποιος θα καταφέρει να καταλύσει τα περισσότερα άρθρα του Συντάγματος σε μία μόνο μέρα και να γίνει πρόεδρος ταυτόχρονα (οπουδήποτε) κι εκεί... Μπαμ! Έρχεται φασιστικά ο Άρειος Πάγος και τα ισοπεδώνει όλα! (Γιατί νομίζατε ότι λέγεται “Άρειος”; Τις γνωστές παπαριές πιστεύατε επειδή σας τις έμαθαν στο σχολείο κι εσείς, ε;)
Καταγγέλλω την κατάφωρη παραβίαση της δημοκρατικής συνείδησης του ελληνικού λαού από την συνταγματική απόφαση περί ασυμβίβαστου της Φώφης Γεννηματά! Καταγγέλλω την πραξικοπηματική συμπεριφορά του ελληνικού λαού το 1975 όταν με δημοψήφισμα κατοχύρωνε το Σύνταγμά του!
Προτείνω την καταδίκη όλων όσοι συμμετείχαν τότε στο δημοψήφισμα! Προτείνω τον Νομάρχη Θεσσαλονίκης για το αντίστοιχο ψηφοδέλτιο της Ν.Δ. -και χωρίς πολλά πολλά γιατί είναι βόρειος λέμε κι όποιος γουστάρει να του ζητήσει τα ρέστα αν του κοτάει ας μεριάσει! Προτείνω ο επόμενος λόγος της Αλέκας να λάβει χώρα σε ένα καφενείο στο Βλαδιβοστόκ όπου -αυτήν τη φορά- πάνω από την φραπεδιέρα (την οποία θα προσφέρει η ίδια σε ένδειξη αλτρουιστικών συναισθημάτων θέλοντας να διαδώσει την ελληνική αντίληψη της κομμούνας) θα βρίσκονται αναρτημένες σε πρώτο πλάνο μία αφίσα του Στάλιν και μία του προέδρου του Αρείου Πάγου! Προτείνω στο ψηφοδέλτιο του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ να μπει ο βασιλικός της γλάστρας που πόζαρε μπροστά από τον Αλαβάνο στην ομιλία τού Θησείου -προβάλλοντας έτσι εκτός από σαφέστατο οικολογικό μήνυμα και την καταγγελία της προσπάθειας αλλαγής από δημοκρατία σε βασιλεία την οποία επεχείρησε ο Άρειος Πάγος. (Για τους άλλους δύο δεν μιλάω -δεν μου το επιτρέπει η ελάχιστη σοβαρότητα που μου έχει απομείνει αυτήν τη στιγμή ακέραια.)
(Κι όλα αυτά αγαπημένοι μου φίλοι, κυρίες και κύριοι, δεν θα μπορούσα να τα αντιληφθώ τόσο ξεκάθαρα και να τα μεταφέρω και σε εσάς ώστε να σας κάνω να ξυπνήσετε, αν δεν είχα σπουδάσει αυτό που μισώ.)
Βγείτε, λοιπόν, στους δρόμους. Σκίστε τα ιμάτια σας γιατί ζούμε στην εποχή του παραλόγου όπου κάποιος – ο οποιοσδήποτε- τολμά να τηρήσει το γράμμα του νόμου! Σας καλώ όλους σε αυθόρμητη σιωπηρή διαμαρτυρία έξω από τα ανάκτορα -ω! συγγνώμη, την Βουλή εννοούσα- προς υπεράσπιση των εγγενών μας δικαιωμάτων ως πολίτες μίας νεο-μικρο-πλουτο-καπιταλο-δημοκρατίας!
Ελάτε να βροντοφωνάξουμε όλοι μας, δια της σιωπής μας, πως ΟΧΙ! Το δικαίωμα στη λαμογιά, στην παρανομία, στην αδιαφορία, στον τραμπουκισμό, στο φακέλωμα, στο φακελάκι, στην εκμετάλλευση, στον ρατσισμό, στην καταστροφή της χώρας, στην καταπάτηση κάθε δικαιώματος άλλου ανθρώπου είναι ΒΑΣΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΑΦΑΙΡΕΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΘΕ ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΛΙΤΗ! ΜΗΝ ΜΕΙΝΕΤΕ ΑΜΕΤΟΧΟΙ! ΑΥΤΗΝ ΤΗ ΦΟΡΑ ΚΑΝΤΕ ΚΑΤΙ! (Και φορέστε μαύρα.)
Υ.Γ.: Ε, ΑΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ κύριοι πάσης εξουσίας! Άει στο διάολο που την ώρα που άνθρωποι κηδεύονται, το οξυγόνο και η ομορφιά εξαφανίζονται, άνθρωποι μένουν χωρίς σπίτι και δουλειά χρησιμοποιείτε ένα τόσο μα τόσο φτηνό τέχνασμα για να στρέψετε το ενδιαφέρον του κόσμου στο γαμοψηφοδέλτιό σας και την παπαροθέση σας. Άει στο διάολο, που είστε τόσο ξεφτίλες που με ό,τι και να καταπιαστείτε μας αφήνετε μόνο δυο δρόμους αντίδρασης. Την αηδία και οργή ή την ιλαρότητα μόνο και μόνο για να μην φρικάρουμε κι άλλο. ΑΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ.
Υ.Γ. 2: Είναι από τις σπάνιες φορές που ασχολούμαι με κάποιο κόμμα ή πολιτικό πρόσωπο. Δεν μου αρέσει, πάω να πιω βυσσινάδα να μου φύγει η αναγούλα, αλλά πραγματικά το βρίσκω εξοργιστικό αυτό που συμβαίνει. Συγχωρήστε μου την παρέκκλιση αυτή -εγώ δεν ξέρω αν μπορώ. Δεν έχει να κάνει, όμως, με τα συγκεκριμένα πρόσωπα και κόμματα -γνωρίζω καλά πως κάθε νόμος υπάρχει μόνο και μόνο για μαντρώνει τους πολλούς και να αφήνει το πραθυράκι ανοιχτό για τους λίγους, κάτι το οποίο αυτοί οι λίγοι (;) φροντίζουν να κάνουν συνέχεια. Το timing όμως (μετά από όλη αυτήν την καταστροφή) και το εξώφθαλμο της κοροϊδίας είναι αυτό που το κάνει τραγικό όλο αυτό. Θα ήθελα να είναι κωμικοτραγικό. Πολύ φοβάμαι πως είναι μόνο το δεύτερο. Άντε, καλή εβδομάδα!
Πάντα, λοιπόν, ήμουν αυτό το αψυχολόγητο ον που σπούδαζε κάτι που μισούσε, πούλαγε το παραμύθι (στον εαυτό του και τους άλλους) ότι το κάνει σε περίπτωση που όλα πάνε στραβά να έχει ένα χαρτί στα χέρια του αλλά απλά και τότε θα επέλεγε να σερβίρει καφέδες αντί να ασκήσει αυτό που σπούδασε -νομικά δηλαδή. Άκρατη απογοήτευση όταν τέλειωσα -μετά τον ενθουσιασμό και το ξαλάφρωμα για την ακρίβεια- πως έφαγα τα χρόνια μου πάνω από μαλακίες, πως έγραφα πράγματα που μισώ, πως όλη αυτή η γνώση πάει χαμένη στο κεφάλι ενός ατόμου που θέλει να ξεχάσει κ.ο.κ. Πλάνην οικτρά επλανήθην φίλοι μου και σήμερα είμαι εδώ να σας σώσω -αφού έσωσα εμένα δηλαδή πρώτα! Σταματήστε να ασχολείστε με μαλακίες -με το μπαρδόν κιόλας- φωτιές, περιβάλλον που καταστρέφεται, ζωές που χάνονται, οικονομία που παραπαίει κι ελάτε να ασχοληθούμε όλοι μαζί με κάτι τεράστιο!
Ladies and gentlemen...
Η χώρα μας καλείται να ανταπεξέλθει σε καιρούς χαλεπούς, τα δημοκρατικά αισθήματά μας καταπατώνται βάναυσα και μία άξια συντρόφισσα και αγωνίστρια του δημοκρατικού μετώπου υφίσταται τη μεγαλύτερη αδικία. Κυρίες και κύριοι, όσο κι αν δεν θέλουμε να παραδεχτούμε τι έχει γίνει, ω ναι!, για μία και μοναδική φορά ένα άρθρο του Συντάγματος εφαρμόστηκε κατά γράμμα στην περίπτωση της Φώφης Γεννηματά! Τόσοι αγώνες, τόσες αιματοχυσίες, τόσες κομπίνες, τόσα καρτέλ, τόσα αυθαίρετα, τόσες μίζες, τόσες υποκλοπές για να βγει το τσουτσέκι ο Άρειος Πάγος να εφαρμόσει ένα άρθρο ενός κειμένου το οποίο κανείς δεν καταλάβαινε τι έλεγε όταν το ψήφιζε!!
Την ίδια στιγμή που όλοι εμείς κινούμαστε ανέμελοι στον μικρόκοσμό μας, απασχολημένοι με ανόητα θέματα όπως το να βγάλουμε το ψωμί μας να ζήσουμε, να σώσουμε το τομάρι μας από την επόμενη σπίθα που θα ανάψει δίπλα στο εύφλεκτο μαλλί μας, να γλιτώσουμε από την αφηνιασμένη τροχαία η οποία έχει επιδοθεί στο να πιάσει τους στόχους πριν κλείσει το 2007 ώστε όλοι να λάβουν bonus, να μην πεθάνουμε από ό,τι αναπνέουμε και τρώμε τον επόμενο μήνα... Την ίδια στιγμή, αγαπημένοι μου, ένας συνάνθρωπός μας επιχειρείται να παραγκωνιστεί από τον στίβο της πολιτικής - μάσας - από – όλες - τις – θέσεις - που - είναι - δυνατό. Αυτό δεν θα περάσει έτσι! Δεν θα το αφήσουμε εμείς! Εμείς οι πολίτες μιας δημοκρατίας που τα τελευταία τριάντα και βάλε χρόνια σέβεται τον εαυτό της τόσο ώστε να τους βολεύει όλους -κι αυτούς που δεν βολεύονται τους κάνει παρκετέζα για να γυαλίζουν τα πατώματα των δημοκρατικών μεγάρων!
Φτάνει πια! Τέτοια κατάφωρη καταπάτηση του δημοκρατικού μας φρονήματος δεν έχω ξαναδεί ή ακούσει -εγώ τουλάχιστον- αγαπητοί μου φίλοι. Είναι σαν να ξυπνάς ένα πρωί κι ο ήλιος να ανατέλλει από την δύση. Έχεις δουλέψει σκληρά με τον εαυτό σου, έχεις πειστεί ότι ο μόνος που έχει μία κάποια αίσθηση δικαίου είναι το μωρό που γρατζουνά το άλλο μωρό επειδή του πήρε το τραινάκι του, έχεις πιστέψει ότι δεν θα χρειαστεί ποτέ να εφαρμόσεις κάποιον από τους νόμους που κυκλοφορούν σαν τις χελώνες στο ρεύμα του Ατλαντικού, είσαι πεπεισμένος πως συμμετέχεις σε έναν άτυπο διαγωνισμό ποιος θα καταφέρει να καταλύσει τα περισσότερα άρθρα του Συντάγματος σε μία μόνο μέρα και να γίνει πρόεδρος ταυτόχρονα (οπουδήποτε) κι εκεί... Μπαμ! Έρχεται φασιστικά ο Άρειος Πάγος και τα ισοπεδώνει όλα! (Γιατί νομίζατε ότι λέγεται “Άρειος”; Τις γνωστές παπαριές πιστεύατε επειδή σας τις έμαθαν στο σχολείο κι εσείς, ε;)
Καταγγέλλω την κατάφωρη παραβίαση της δημοκρατικής συνείδησης του ελληνικού λαού από την συνταγματική απόφαση περί ασυμβίβαστου της Φώφης Γεννηματά! Καταγγέλλω την πραξικοπηματική συμπεριφορά του ελληνικού λαού το 1975 όταν με δημοψήφισμα κατοχύρωνε το Σύνταγμά του!
Προτείνω την καταδίκη όλων όσοι συμμετείχαν τότε στο δημοψήφισμα! Προτείνω τον Νομάρχη Θεσσαλονίκης για το αντίστοιχο ψηφοδέλτιο της Ν.Δ. -και χωρίς πολλά πολλά γιατί είναι βόρειος λέμε κι όποιος γουστάρει να του ζητήσει τα ρέστα αν του κοτάει ας μεριάσει! Προτείνω ο επόμενος λόγος της Αλέκας να λάβει χώρα σε ένα καφενείο στο Βλαδιβοστόκ όπου -αυτήν τη φορά- πάνω από την φραπεδιέρα (την οποία θα προσφέρει η ίδια σε ένδειξη αλτρουιστικών συναισθημάτων θέλοντας να διαδώσει την ελληνική αντίληψη της κομμούνας) θα βρίσκονται αναρτημένες σε πρώτο πλάνο μία αφίσα του Στάλιν και μία του προέδρου του Αρείου Πάγου! Προτείνω στο ψηφοδέλτιο του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ να μπει ο βασιλικός της γλάστρας που πόζαρε μπροστά από τον Αλαβάνο στην ομιλία τού Θησείου -προβάλλοντας έτσι εκτός από σαφέστατο οικολογικό μήνυμα και την καταγγελία της προσπάθειας αλλαγής από δημοκρατία σε βασιλεία την οποία επεχείρησε ο Άρειος Πάγος. (Για τους άλλους δύο δεν μιλάω -δεν μου το επιτρέπει η ελάχιστη σοβαρότητα που μου έχει απομείνει αυτήν τη στιγμή ακέραια.)
(Κι όλα αυτά αγαπημένοι μου φίλοι, κυρίες και κύριοι, δεν θα μπορούσα να τα αντιληφθώ τόσο ξεκάθαρα και να τα μεταφέρω και σε εσάς ώστε να σας κάνω να ξυπνήσετε, αν δεν είχα σπουδάσει αυτό που μισώ.)
Βγείτε, λοιπόν, στους δρόμους. Σκίστε τα ιμάτια σας γιατί ζούμε στην εποχή του παραλόγου όπου κάποιος – ο οποιοσδήποτε- τολμά να τηρήσει το γράμμα του νόμου! Σας καλώ όλους σε αυθόρμητη σιωπηρή διαμαρτυρία έξω από τα ανάκτορα -ω! συγγνώμη, την Βουλή εννοούσα- προς υπεράσπιση των εγγενών μας δικαιωμάτων ως πολίτες μίας νεο-μικρο-πλουτο-καπιταλο-δημοκρατίας!
Ελάτε να βροντοφωνάξουμε όλοι μας, δια της σιωπής μας, πως ΟΧΙ! Το δικαίωμα στη λαμογιά, στην παρανομία, στην αδιαφορία, στον τραμπουκισμό, στο φακέλωμα, στο φακελάκι, στην εκμετάλλευση, στον ρατσισμό, στην καταστροφή της χώρας, στην καταπάτηση κάθε δικαιώματος άλλου ανθρώπου είναι ΒΑΣΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΑΦΑΙΡΕΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΘΕ ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΛΙΤΗ! ΜΗΝ ΜΕΙΝΕΤΕ ΑΜΕΤΟΧΟΙ! ΑΥΤΗΝ ΤΗ ΦΟΡΑ ΚΑΝΤΕ ΚΑΤΙ! (Και φορέστε μαύρα.)
Υ.Γ.: Ε, ΑΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ κύριοι πάσης εξουσίας! Άει στο διάολο που την ώρα που άνθρωποι κηδεύονται, το οξυγόνο και η ομορφιά εξαφανίζονται, άνθρωποι μένουν χωρίς σπίτι και δουλειά χρησιμοποιείτε ένα τόσο μα τόσο φτηνό τέχνασμα για να στρέψετε το ενδιαφέρον του κόσμου στο γαμοψηφοδέλτιό σας και την παπαροθέση σας. Άει στο διάολο, που είστε τόσο ξεφτίλες που με ό,τι και να καταπιαστείτε μας αφήνετε μόνο δυο δρόμους αντίδρασης. Την αηδία και οργή ή την ιλαρότητα μόνο και μόνο για να μην φρικάρουμε κι άλλο. ΑΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ.
Υ.Γ. 2: Είναι από τις σπάνιες φορές που ασχολούμαι με κάποιο κόμμα ή πολιτικό πρόσωπο. Δεν μου αρέσει, πάω να πιω βυσσινάδα να μου φύγει η αναγούλα, αλλά πραγματικά το βρίσκω εξοργιστικό αυτό που συμβαίνει. Συγχωρήστε μου την παρέκκλιση αυτή -εγώ δεν ξέρω αν μπορώ. Δεν έχει να κάνει, όμως, με τα συγκεκριμένα πρόσωπα και κόμματα -γνωρίζω καλά πως κάθε νόμος υπάρχει μόνο και μόνο για μαντρώνει τους πολλούς και να αφήνει το πραθυράκι ανοιχτό για τους λίγους, κάτι το οποίο αυτοί οι λίγοι (;) φροντίζουν να κάνουν συνέχεια. Το timing όμως (μετά από όλη αυτήν την καταστροφή) και το εξώφθαλμο της κοροϊδίας είναι αυτό που το κάνει τραγικό όλο αυτό. Θα ήθελα να είναι κωμικοτραγικό. Πολύ φοβάμαι πως είναι μόνο το δεύτερο. Άντε, καλή εβδομάδα!
Subscribe to:
Posts (Atom)