Από την ώρα και τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στα πάτρια εδάφη έχουν εμφανιστεί κάτι ελέφαντες... Big size... Μέχρι να καταφέρω να σας εξιστορήσω τα κατορθώματά μου στο ανήλιαγο αλλά φωτεινό Παρίσι σας αφήνω με αυτό. Που τόσες μέρες με κρατάει συγκινημένη, με χαλαρώνει για λίγο από όσα με κάνουν Βέγγο και μου θυμίζει πως η τέχνη είναι εδώ για να να μας δίνει νέα όραση. Ήταν πάντα εδώ για αυτόν τον λόγο... Σας φιλώ για τώρα. Ελπίζω για λίγες μόνο μέρες ακόμη.
Wednesday, 7 November 2007
Friday, 26 October 2007
Paris, je t' aime
Κλασσικά, τελευταία στιγμή, στοιβάζω ρούχα, παπούτσια και βιβλία στη βαλίτσα. Σε λίγες ώρες πετάω. Φοβάμαι λίγο, αλλά αυτός ο νεοαποκτηθείς φόβος δεν στέκεται ποτέ εμπόδιο.
Απόσταση, λοιπόν, για λίγο από τα γνωστά. Βιβλία, μαθήματα, δουλειές, άγχος, αϋπνίες, ο χρόνος που ποτέ δεν φτάνει αλλά και παρέες, σπιτική ζεστασιά, γνωστά αγαπημένα μέρη και πρόσωπα. Μεγάλη ανάγκη το να παίρνεις αποστάσεις -ανακαλύπτεις αν ο μίτος σου έχει ξεδιπλωθεί σωστά για να σε φέρει πίσω.
Τα πανιά μου άσπρα και τα αμπάρια μου γεμάτα ιστορίες όταν γυρίσω (όπου και ελπίζω, πλέον, να ξανααποκτήσω την χαμένη μου, τώρα τελευταία, συνέπεια).
Χθες ήμουν έτοιμη να γράψω για τον σοσιαλισμό και τον σοσιαλισμό του Πασόκ -μετά συνειδητοποίησα ότι το κάνουν άλλοι καλύτερα κι ότι για εμένα τα επικοινωνιακά τρικ δεν είναι τόσο σημαντικά για να τα σχολιάζω. Χθες βράδυ σκεφτόμουν να γράψω για τη φασίνα και τα νέα δεδομένα στο καθάρισμα του σπιτιού -μετά σκέφτηκα πως κανέναν δεν ενδιαφέρει η γκρίνια μου για την αναπόφευκτη συντροφιά της σκόνης και το μαρτύριο της απελευθέρωσης από αυτήν. Σήμερα το πρωί είδα το "All the invisible children" -και σκέφτηκα απλά να σας πω ότι μερικές ιστοριούλες εκεί μέσα είναι ενδιαφέρουσες και καλογυρισμένες. Όταν γυρίσω, εκτός από παρισινές ιστορίες, μπορεί να σας πω και μια ιστορία για έναν υπολογιστή παγιδευμένο -αν μέχρι τότε δεν συνειδητοποιήσω ότι δεν έχει και πολλή σημασία.
Πάντως, προς το παρόν τρέχω και δεν φτάνω. Σας γράφω για να ευχηθώ καλό Σαββατοκύριακο και με το καλό να ανταμώσουμε την επόμενη εβδομάδα. Μέχρι τότε, να περνάτε καλά!
Απόσταση, λοιπόν, για λίγο από τα γνωστά. Βιβλία, μαθήματα, δουλειές, άγχος, αϋπνίες, ο χρόνος που ποτέ δεν φτάνει αλλά και παρέες, σπιτική ζεστασιά, γνωστά αγαπημένα μέρη και πρόσωπα. Μεγάλη ανάγκη το να παίρνεις αποστάσεις -ανακαλύπτεις αν ο μίτος σου έχει ξεδιπλωθεί σωστά για να σε φέρει πίσω.
Τα πανιά μου άσπρα και τα αμπάρια μου γεμάτα ιστορίες όταν γυρίσω (όπου και ελπίζω, πλέον, να ξανααποκτήσω την χαμένη μου, τώρα τελευταία, συνέπεια).
Χθες ήμουν έτοιμη να γράψω για τον σοσιαλισμό και τον σοσιαλισμό του Πασόκ -μετά συνειδητοποίησα ότι το κάνουν άλλοι καλύτερα κι ότι για εμένα τα επικοινωνιακά τρικ δεν είναι τόσο σημαντικά για να τα σχολιάζω. Χθες βράδυ σκεφτόμουν να γράψω για τη φασίνα και τα νέα δεδομένα στο καθάρισμα του σπιτιού -μετά σκέφτηκα πως κανέναν δεν ενδιαφέρει η γκρίνια μου για την αναπόφευκτη συντροφιά της σκόνης και το μαρτύριο της απελευθέρωσης από αυτήν. Σήμερα το πρωί είδα το "All the invisible children" -και σκέφτηκα απλά να σας πω ότι μερικές ιστοριούλες εκεί μέσα είναι ενδιαφέρουσες και καλογυρισμένες. Όταν γυρίσω, εκτός από παρισινές ιστορίες, μπορεί να σας πω και μια ιστορία για έναν υπολογιστή παγιδευμένο -αν μέχρι τότε δεν συνειδητοποιήσω ότι δεν έχει και πολλή σημασία.
Πάντως, προς το παρόν τρέχω και δεν φτάνω. Σας γράφω για να ευχηθώ καλό Σαββατοκύριακο και με το καλό να ανταμώσουμε την επόμενη εβδομάδα. Μέχρι τότε, να περνάτε καλά!
Sunday, 21 October 2007
Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο
Στη γωνία είναι μια λατέρνα, μια λατέρνα που δεν ακούγεται αν δεν πλησιάσεις. Ξεκούρδιστη είναι, αλλά στολισμένη πρωί πρωί όταν βγαίνει τσάρκα. Δίπλα της σφυριά και τρυπάνια οργιάζουν, κάποιος manager ουρλιάζει πως το ψυγείο για τις πάστες είναι σε λάθος θέση, στου καινούριου Ζωρζ άραγε θα συχνάζουν αντίστοιχοι αυτών που διάβαζα κάποτε ότι σύχναζαν;, κόρνα -άναψε πράσινο, τακούνια, hands-free και ομιλίες του αέρα, η λατέρνα ασφυκτιά. Στη γωνιά της σε λίγο θα είναι είσοδος σενιαρισμένου ζαχαροπλαστείου -κι ολίγον τι ρετρό, κι έτσι θα χτυπάει στο συναίσθημα, είναι και σε θέση βολική, ουουουου, κόσμος που θα συρρέει και, βέβαια, η λατέρνα θα χαλάει τον ήχο του jukebox φαντάζομαι, γιατί και η μουσική θα πρέπει να είναι ολίγον τι ρετρό για να μας μεταφέρει σε “άλλες” εποχές, αυτές που δεν τις ζήσαμε αλλά διαβάσαμε για αυτές, κι εγώ, τουλάχιστον συγκινούμουν όταν διάβαζα για πάστα και βυσί στου Ζωρζ, κι έτσι όλοι θα συρρέουν πια -κι αυτοί που τα πρόλαβαν και θα συγκινηθούν από τη νεκρανάσταση, και οι καλοβαλμένοι επιχειρηματοϋπάλληλοι της περιοχής και πιτσιρικάδες που γουστάρουν τα πιο wow μέρη. Και θα πληρώνουν για την πάστα τους α λα fifties, και το βυσί τους α λα home, και το παγωτό τούτι φρούτι α λα italiano κι απ' έξω η λατέρνα θα μετρά χάλκινα απορρίματα που για κανέναν δεν μετράνε στο πορτοφόλι -κι ας είναι όχι “α λα” αλλά “fifties”.
Γιατί στον δρόμο είναι που τρέχουν τα αυτοκίνητα, και κορνάρουν, και περνάνε με κόκκινο, και βρίζονται άμα κατά λάθος τρακάρουνε ή, έστω, αργήσουνε λίγο να ξεκινήσουν στο φανάρι (το ίδιο είναι) γιατί όλα βιάζονται, όλα πάνε κάπου που τους περιμένουνε -λεφτά, έρωτας, καφές, το σπίτι, το αφεντικό, το κορόιδο...
Και από την άλλη πλευρά είναι τα γραφεία που κουδουνίζουνε τηλέφωνα όλη μέρα, κι ο ένας θάβει τον άλλονε, και γυμναστήρια με σάουνες και κολυμβητήρια και πολυκαταστήματα από κάτω άμα θελήσει κανείς στο διάλειμμα να ψωνίσει το κατιτίς του να τού ανέβει η διάθεση, και καφετέριες που κλείνονται μπίσνες ή ανταμώνει ο κόσμος πρωινιάτικα να μάθει τα χθεσινά, και μεγάλα βιβλιοπωλεία με καλαθάκια του σούπερ-μάρκετ γιατί όλοι διαβάζουνε σαν παλαβοί, πάνε στα βιβλιοπωλεία και σηκώνουνε τα ράφια με την κουλτούρα όπως τα ράφια με τα μακαρόνια στο σούπερ-μάρκετ, και σε λίγο έτσι θα' ναι -σε ένα κτήριο όλη μας η μέρα· ισόγειο-τρατορία (έτσι τα λένε τώρα), πρώτος-σούπερ μάρκετ, δεύτερος-βιβλιοπωλείο, τρίτος-δισκοπωλείο, τέταρτος-πολυκατάστημα, πέμπτος-πολυκατάστημα (εδώ πωλούνται οικιακά), έκτος-έκθεση αυτοκινήτων, έβδομος-σινεμά, όγδοος-ταξιδιωτικά γραφεία, ένατος-μεσίτες, δέκατος-δικηγοροι, ενδέκατος-εξωτερικά ιατρεία, δωδέκατος-οικονομικοί σύμβουλοι, δέκατος τρίτος-πρόεδροι (δηλαδή, καφετέρια), δέκατος τέταρτος-γυμναστήριο, δέκατος πέμπτος-κομμωτήριο, δέκατος έκτος-ψυχολόγοι, δέκατος έβδομος-ελεύθεροι επαγγελματίες (δηλαδή, καφετέρια), δέκατος όγδοος -διαφημιστές, δέκατος ένατος-ανώτεροι υπάλληλοι, εικοστός-μεσαίοι υπάλληλοι, εικοστός πρώτος-υπάλληλοι. Ταράτσα με φόρα για φούντο-χαμηλόμισθοι (είναι η γενιά των εφτακοσίων αυτοί, μην ανησυχείτε, δεν είναι κανένας από εμάς).
Γιατί είναι στα μπετά που περιμένουν υποσχέσεις, ψώνια, αγαθά, ωραία σώματα, χρήματα, καφέδες, ποπκόρν με ατάκες, πολυκαταστήματα που ο σύζυγος παρκάρει για καφέ και η σύζυγος ξοδεύει το ευγενές κομπόδεμα την ώρα που το παιδί ψάχνει τρόπο να κατέβει τις κυλιόμενες σκάλες που ανεβαίνουν, κόσμος που είναι εκεί για τον ίδιο λόγο, χρόνος μακριά από την δουλειά, χώρος που σε κάνει να νιώθεις πλούσιος, σε κάνει να νιώθεις κάποιος, να! ή ταυτότητά σου που δεν είχες χρόνο να την βρεις, εδώ σου χαμογελά φορώντας κολλητό τζιν και σερβίροντας νερό με ζογκλερικό τρόπο, ο αέρας εδώ δεν είναι απλό οξυγόνο -έχει ταυτόχρονα άρωμα λεβάντας και σε νανουρίζει γλυκά, μην κοιτάς έξω, δεν σε νοιάζει, να! δες εδώ, οθόνες plasma 37 ιντσών, φυτά εσωτερικού χώρου, είσαι ήρεμος, ήηηηηηηηηηρεμος, μην κοιτάς έξω.
Έξω ένας κουτσός χαραμοφάης ζητάει τα ρέστα σου πιάνοντας χώρο στο πεζοδρόμιο, και μία πόρνη κάθεται στη γωνία του πολυκαταστήματος τρώγοντας κουλούρι -το τσουλί, θα μας χαλάσει το οικογενειακό περιβάλλον, κι ένας κόπρος έχεσε στη γωνία -θα πάρουμε τον δήμο να παραπονεθούμε πάραυτα για την κατάντια του περιβάλλοντος χώρου, και μια λατέρνα φράζει την είσοδο -θα κατέβουμε τώρα να τον διώξουμε τον καριόλη, εκατό φορές το 'χουμε πει, ΌΧΙ ΕΔΩ!
Κι ανάμεσα από την φάση του δρόμου και την αφασία των μπετών τα πεζοδρόμια. Αυτά που διασχίζουν βιαστικά όσοι θέλουν να βρεθούν στον δρόμο ή στο μπετόν. Εκεί είναι που θάβουμε τις ενοχές μας κάτω από το χαλάκι για να βγούμε καθαροί στην επιθεώρηση, εκεί οι απόκληροι, εκεί οι αδέσποτοι, εκεί οι φτηνοί έρωτες, εκεί οι επαίτες. Εκεί η λατέρνα, μόνη, άλαλη, αργή, σαν παλιά αρχόντισσα που ξεψυχάει ανάμεσα στους πεσμένους σοβάδες του παλιού της αρχοντικού. Αν ποτέ μια πολυεθνική την ανακαλύψει θα την ζητήσει από τον διαφημιστή και τον manager και θα την κάνουν έξυπνο σποτάκι, θα την βάλουν και σε μια γωνιά στο κατάστημα κι όλοι θα πληρώνουν για να την ακούσουν να κελαηδά, κι αυτή επειδή δεν θα 'ναι από έλατο αλλά από mdf θα θα είναι σαν τα κακέκτυπα του Elvis -αλλά δεν έχει και πολλή σημασία, σημασία έχει ότι θα νομίζουν όλοι πως είναι κουλ να βλέπουν μια λατέρνα σε ένα τόσο γκρούβι μέρος.
Παραφωνίες παράγει ο πολιτισμός μας -ο πολιτισμός του δρόμου και των πολυκτηρίων. Ανθρώπους που βιάζονται και τρέχουν και λαχανιάζουν και ιδρώνουν και μετά μπαίνουν σε τετράγωνες ψυχολογικά μελετημένες φυλακές, και τηλέφωνα χτυπάνε, και fax πάνε κι έρχονται, και ψίθυροι ακούγονται στο διάδρομο στα διαλείμματα, και άμα θες να ψωνίσεις ή να γυμναστείς ή να δεις ταινία δεν χρειάζεται να ξεβολευτείς, όλα είναι μαζί, δίπλα σου, αυτοί σκέφτονται για το καλό σου, και τσιγάρα επιτρέπονται μόνο στο πεζοδρόμιο. Στο πεζοδρόμιο με τις υπόλοιπες ενοχές μας, με ό,τι δεν είναι καλογυαλισμένο, δεν μοσχοβολά κοιμιστική λεβάντα και δεν έχει φώτα νέον.
Στο πεζοδρόμιο. Εκεί που θα αναγκάσουμε τους φοιτητές να διαδηλώνουν σε λίγο και κανείς πλέον δεν θα σας εμποδίζει να τρέχετε και να κορνάρετε και να βρίζετε και να λαχανιάζετε. Εκεί που θα μπορείτε να τους προσπερνάτε κι αυτούς όπως αυτούς που μάθατε τόσο καιρό να μην βλέπετε. Εκεί που στη γωνία θα τους την έχουν πάντα στημένη τα ακίνητα ανθρωπάκια που μάχονται για την ευδαιμονία και ησυχία σας. Για να μπορείτε να ψωνίζετε ήσυχοι, να δουλεύετε ήσυχοι, να γαμάτε απερίσπαστοι. Μία ανωμαλία του συστήματος είναι, εσείς μην ταράζεστε, το έχουμε αναλάβει.
Μέχρι τότε ανοίξτε την τηλεόραση, δυναμώστε την ένταση, οι αδέκαστοι ρεπόρτερς μας θα σας τα εξηγήσουν όλα χαρτί και καλαμάρι, δείτε διαφημίσεις, είναι έξυπνες, έχουν χιούμορ, όλοι είναι όμορφοι στις διαφημίσεις, όλοι ξοδεύουν και τα δάνεια είναι σαν τις τσίχλες -τα μασάς και μετά τα φτύνεις στο πεζοδρόμιο (κι αυτά), θα πάρεις άλλο για να καλύψεις το προηγούμενο μην αγχώνεσαι. Μην κλείνετε την τηλεόραση, ακολουθεί ψυχαγωγικό πρόγραμμα, θα σας μάθουμε να μαγειρεύετε φιλέτα κοτόπουλο με σως από πορτοκάλι, βατόμουρα, αρακά και σαρδέλες, αν δεν τα καταφέρετε δεν πειράζει, η μεγαλύτερη αλυσίδα πιτσαρίας σας χαρίζει αυτοκίνητο με κάθε πίτσα, τρώγοντας θα σας δείχνουμε την νέα ενζενί να αποκαλύπτει τα καλοσχηματισμένα της οπίσθια για το φιλί του ζαν πρεμιέ μας -για φέτος. Μην ανησυχείτε για το πεζοδρόμιο. Όταν τους μαζέψουμε όλους εκεί θα τους μαντρώσουμε και θα τους εξαφανίσωμεν -μέχρι τότε για την πρόσβασή σας στα κτήρια θα σας φτιάχνουμε κυλιόμενες για να μην μολύνεστε από την παρουσία τους.
Και μετά θ' ανοίξουμε εκείνα τα προπαγανδιστικά λεξικά -όχι, λάθος. Και μετά θα κάψουμε κόπιες από παλιές ταινίες. Και μετά από αυτό θα ανοίξουμε παλιά προπαγανδιστικά λεξικά κι εκτός από τις λέξεις “φτώχεια” και “φιλότιμο”, που τις έχουμε ήδη αποσύρει για να μην ταράζεστε, θα αποσύρουμε κι εκείνη τη ρημάδα τη “λατέρνα”.
Γιατί στον δρόμο είναι που τρέχουν τα αυτοκίνητα, και κορνάρουν, και περνάνε με κόκκινο, και βρίζονται άμα κατά λάθος τρακάρουνε ή, έστω, αργήσουνε λίγο να ξεκινήσουν στο φανάρι (το ίδιο είναι) γιατί όλα βιάζονται, όλα πάνε κάπου που τους περιμένουνε -λεφτά, έρωτας, καφές, το σπίτι, το αφεντικό, το κορόιδο...
Και από την άλλη πλευρά είναι τα γραφεία που κουδουνίζουνε τηλέφωνα όλη μέρα, κι ο ένας θάβει τον άλλονε, και γυμναστήρια με σάουνες και κολυμβητήρια και πολυκαταστήματα από κάτω άμα θελήσει κανείς στο διάλειμμα να ψωνίσει το κατιτίς του να τού ανέβει η διάθεση, και καφετέριες που κλείνονται μπίσνες ή ανταμώνει ο κόσμος πρωινιάτικα να μάθει τα χθεσινά, και μεγάλα βιβλιοπωλεία με καλαθάκια του σούπερ-μάρκετ γιατί όλοι διαβάζουνε σαν παλαβοί, πάνε στα βιβλιοπωλεία και σηκώνουνε τα ράφια με την κουλτούρα όπως τα ράφια με τα μακαρόνια στο σούπερ-μάρκετ, και σε λίγο έτσι θα' ναι -σε ένα κτήριο όλη μας η μέρα· ισόγειο-τρατορία (έτσι τα λένε τώρα), πρώτος-σούπερ μάρκετ, δεύτερος-βιβλιοπωλείο, τρίτος-δισκοπωλείο, τέταρτος-πολυκατάστημα, πέμπτος-πολυκατάστημα (εδώ πωλούνται οικιακά), έκτος-έκθεση αυτοκινήτων, έβδομος-σινεμά, όγδοος-ταξιδιωτικά γραφεία, ένατος-μεσίτες, δέκατος-δικηγοροι, ενδέκατος-εξωτερικά ιατρεία, δωδέκατος-οικονομικοί σύμβουλοι, δέκατος τρίτος-πρόεδροι (δηλαδή, καφετέρια), δέκατος τέταρτος-γυμναστήριο, δέκατος πέμπτος-κομμωτήριο, δέκατος έκτος-ψυχολόγοι, δέκατος έβδομος-ελεύθεροι επαγγελματίες (δηλαδή, καφετέρια), δέκατος όγδοος -διαφημιστές, δέκατος ένατος-ανώτεροι υπάλληλοι, εικοστός-μεσαίοι υπάλληλοι, εικοστός πρώτος-υπάλληλοι. Ταράτσα με φόρα για φούντο-χαμηλόμισθοι (είναι η γενιά των εφτακοσίων αυτοί, μην ανησυχείτε, δεν είναι κανένας από εμάς).
Γιατί είναι στα μπετά που περιμένουν υποσχέσεις, ψώνια, αγαθά, ωραία σώματα, χρήματα, καφέδες, ποπκόρν με ατάκες, πολυκαταστήματα που ο σύζυγος παρκάρει για καφέ και η σύζυγος ξοδεύει το ευγενές κομπόδεμα την ώρα που το παιδί ψάχνει τρόπο να κατέβει τις κυλιόμενες σκάλες που ανεβαίνουν, κόσμος που είναι εκεί για τον ίδιο λόγο, χρόνος μακριά από την δουλειά, χώρος που σε κάνει να νιώθεις πλούσιος, σε κάνει να νιώθεις κάποιος, να! ή ταυτότητά σου που δεν είχες χρόνο να την βρεις, εδώ σου χαμογελά φορώντας κολλητό τζιν και σερβίροντας νερό με ζογκλερικό τρόπο, ο αέρας εδώ δεν είναι απλό οξυγόνο -έχει ταυτόχρονα άρωμα λεβάντας και σε νανουρίζει γλυκά, μην κοιτάς έξω, δεν σε νοιάζει, να! δες εδώ, οθόνες plasma 37 ιντσών, φυτά εσωτερικού χώρου, είσαι ήρεμος, ήηηηηηηηηηρεμος, μην κοιτάς έξω.
Έξω ένας κουτσός χαραμοφάης ζητάει τα ρέστα σου πιάνοντας χώρο στο πεζοδρόμιο, και μία πόρνη κάθεται στη γωνία του πολυκαταστήματος τρώγοντας κουλούρι -το τσουλί, θα μας χαλάσει το οικογενειακό περιβάλλον, κι ένας κόπρος έχεσε στη γωνία -θα πάρουμε τον δήμο να παραπονεθούμε πάραυτα για την κατάντια του περιβάλλοντος χώρου, και μια λατέρνα φράζει την είσοδο -θα κατέβουμε τώρα να τον διώξουμε τον καριόλη, εκατό φορές το 'χουμε πει, ΌΧΙ ΕΔΩ!
Κι ανάμεσα από την φάση του δρόμου και την αφασία των μπετών τα πεζοδρόμια. Αυτά που διασχίζουν βιαστικά όσοι θέλουν να βρεθούν στον δρόμο ή στο μπετόν. Εκεί είναι που θάβουμε τις ενοχές μας κάτω από το χαλάκι για να βγούμε καθαροί στην επιθεώρηση, εκεί οι απόκληροι, εκεί οι αδέσποτοι, εκεί οι φτηνοί έρωτες, εκεί οι επαίτες. Εκεί η λατέρνα, μόνη, άλαλη, αργή, σαν παλιά αρχόντισσα που ξεψυχάει ανάμεσα στους πεσμένους σοβάδες του παλιού της αρχοντικού. Αν ποτέ μια πολυεθνική την ανακαλύψει θα την ζητήσει από τον διαφημιστή και τον manager και θα την κάνουν έξυπνο σποτάκι, θα την βάλουν και σε μια γωνιά στο κατάστημα κι όλοι θα πληρώνουν για να την ακούσουν να κελαηδά, κι αυτή επειδή δεν θα 'ναι από έλατο αλλά από mdf θα θα είναι σαν τα κακέκτυπα του Elvis -αλλά δεν έχει και πολλή σημασία, σημασία έχει ότι θα νομίζουν όλοι πως είναι κουλ να βλέπουν μια λατέρνα σε ένα τόσο γκρούβι μέρος.
Παραφωνίες παράγει ο πολιτισμός μας -ο πολιτισμός του δρόμου και των πολυκτηρίων. Ανθρώπους που βιάζονται και τρέχουν και λαχανιάζουν και ιδρώνουν και μετά μπαίνουν σε τετράγωνες ψυχολογικά μελετημένες φυλακές, και τηλέφωνα χτυπάνε, και fax πάνε κι έρχονται, και ψίθυροι ακούγονται στο διάδρομο στα διαλείμματα, και άμα θες να ψωνίσεις ή να γυμναστείς ή να δεις ταινία δεν χρειάζεται να ξεβολευτείς, όλα είναι μαζί, δίπλα σου, αυτοί σκέφτονται για το καλό σου, και τσιγάρα επιτρέπονται μόνο στο πεζοδρόμιο. Στο πεζοδρόμιο με τις υπόλοιπες ενοχές μας, με ό,τι δεν είναι καλογυαλισμένο, δεν μοσχοβολά κοιμιστική λεβάντα και δεν έχει φώτα νέον.
Στο πεζοδρόμιο. Εκεί που θα αναγκάσουμε τους φοιτητές να διαδηλώνουν σε λίγο και κανείς πλέον δεν θα σας εμποδίζει να τρέχετε και να κορνάρετε και να βρίζετε και να λαχανιάζετε. Εκεί που θα μπορείτε να τους προσπερνάτε κι αυτούς όπως αυτούς που μάθατε τόσο καιρό να μην βλέπετε. Εκεί που στη γωνία θα τους την έχουν πάντα στημένη τα ακίνητα ανθρωπάκια που μάχονται για την ευδαιμονία και ησυχία σας. Για να μπορείτε να ψωνίζετε ήσυχοι, να δουλεύετε ήσυχοι, να γαμάτε απερίσπαστοι. Μία ανωμαλία του συστήματος είναι, εσείς μην ταράζεστε, το έχουμε αναλάβει.
Μέχρι τότε ανοίξτε την τηλεόραση, δυναμώστε την ένταση, οι αδέκαστοι ρεπόρτερς μας θα σας τα εξηγήσουν όλα χαρτί και καλαμάρι, δείτε διαφημίσεις, είναι έξυπνες, έχουν χιούμορ, όλοι είναι όμορφοι στις διαφημίσεις, όλοι ξοδεύουν και τα δάνεια είναι σαν τις τσίχλες -τα μασάς και μετά τα φτύνεις στο πεζοδρόμιο (κι αυτά), θα πάρεις άλλο για να καλύψεις το προηγούμενο μην αγχώνεσαι. Μην κλείνετε την τηλεόραση, ακολουθεί ψυχαγωγικό πρόγραμμα, θα σας μάθουμε να μαγειρεύετε φιλέτα κοτόπουλο με σως από πορτοκάλι, βατόμουρα, αρακά και σαρδέλες, αν δεν τα καταφέρετε δεν πειράζει, η μεγαλύτερη αλυσίδα πιτσαρίας σας χαρίζει αυτοκίνητο με κάθε πίτσα, τρώγοντας θα σας δείχνουμε την νέα ενζενί να αποκαλύπτει τα καλοσχηματισμένα της οπίσθια για το φιλί του ζαν πρεμιέ μας -για φέτος. Μην ανησυχείτε για το πεζοδρόμιο. Όταν τους μαζέψουμε όλους εκεί θα τους μαντρώσουμε και θα τους εξαφανίσωμεν -μέχρι τότε για την πρόσβασή σας στα κτήρια θα σας φτιάχνουμε κυλιόμενες για να μην μολύνεστε από την παρουσία τους.
Και μετά θ' ανοίξουμε εκείνα τα προπαγανδιστικά λεξικά -όχι, λάθος. Και μετά θα κάψουμε κόπιες από παλιές ταινίες. Και μετά από αυτό θα ανοίξουμε παλιά προπαγανδιστικά λεξικά κι εκτός από τις λέξεις “φτώχεια” και “φιλότιμο”, που τις έχουμε ήδη αποσύρει για να μην ταράζεστε, θα αποσύρουμε κι εκείνη τη ρημάδα τη “λατέρνα”.
Monday, 15 October 2007
Μουσικό διάλειμμα
Καθ' ότι ο χρόνος είναι πολύτιμος -στην περίπτωσή μου, δε, δεν συμπίπτει να είναι και χρήμα, δυστυχώς- αυτές τις ημέρες νιώθω σαν να έχει αναποδογυρίσει η κλεψύδρα και να μετράω κόκκους άμμου. Την επόμενη Παρασκευή θα παραδόσω στα γραφεία των καθηγητών μου τις εργασίες που κατόρθωσα να τελειώσω και μετά, για ένα διάστημα, το πλάνο περιλαμβάνει ένα μικρό ταξιδάκι (και λίγα ακόμη μικρότερα), ταινίες, φίλους και πολύ μα πολύυυυυυυυυ ύπνο.
Μέχρι να καταφέρω να βρω λίγο χρόνο, λοιπόν, κι επειδή όσον αφορά στην μπλογκοσυνέπειά μου τα έχω κάνει μούσκεμα, σας αφήνω με ένα καταπληκτικό βίντεο από την ταινία "Les Triplettes de Belleville" -το soundtrack αυτής με κρατά ευδιάθετη, και ξύπνια, τις δύσκολες τούτες ώρες (παλιά καλή συνήθεια -δεν διαβάζουμε ποτέ χωρίς μουσική υπόκρουση).
Α!, κι επειδή το μάτι μου πήρε κάπου ότι ήταν λέει παγκόσμια ημέρα για το περιβάλλον, και ήταν και κίνηση των bloggers αυτό (μες στην ιδέα είμαστε), κι επειδή δεν έχω τώρα ούτε την φυσική αντοχή ούτε τον χρόνο να εκθέσω σοβαρά τις απόψεις μου, κι επειδή αυτός εδώ ο κύριος είναι που μου κρατάει μουσική συντροφιά μαζί με το τρίο (της Belleville, εννοείται -κάθε άλλο τρίο της επικαιρότητας με αφήνει από παγερά αδιάφορη έως με αηδιάζει) δείτε κι αυτό.
Επιτρέψτε μου, μόνο, να το χαρίσω στο Κροτάκι -της αρέσει πολύ ο Manu (σωστά θυμάμαι;). Και, μάλλον, θα το αγαπήσει ακόμη περισσότερο αφού το γύρισε ο Emir.
Μέχρι να καταφέρω να βρω λίγο χρόνο, λοιπόν, κι επειδή όσον αφορά στην μπλογκοσυνέπειά μου τα έχω κάνει μούσκεμα, σας αφήνω με ένα καταπληκτικό βίντεο από την ταινία "Les Triplettes de Belleville" -το soundtrack αυτής με κρατά ευδιάθετη, και ξύπνια, τις δύσκολες τούτες ώρες (παλιά καλή συνήθεια -δεν διαβάζουμε ποτέ χωρίς μουσική υπόκρουση).
Α!, κι επειδή το μάτι μου πήρε κάπου ότι ήταν λέει παγκόσμια ημέρα για το περιβάλλον, και ήταν και κίνηση των bloggers αυτό (μες στην ιδέα είμαστε), κι επειδή δεν έχω τώρα ούτε την φυσική αντοχή ούτε τον χρόνο να εκθέσω σοβαρά τις απόψεις μου, κι επειδή αυτός εδώ ο κύριος είναι που μου κρατάει μουσική συντροφιά μαζί με το τρίο (της Belleville, εννοείται -κάθε άλλο τρίο της επικαιρότητας με αφήνει από παγερά αδιάφορη έως με αηδιάζει) δείτε κι αυτό.
Επιτρέψτε μου, μόνο, να το χαρίσω στο Κροτάκι -της αρέσει πολύ ο Manu (σωστά θυμάμαι;). Και, μάλλον, θα το αγαπήσει ακόμη περισσότερο αφού το γύρισε ο Emir.
Tuesday, 9 October 2007
Η Μόνα Λίζα του Πικάσο
“Η δεσποινίδα Industrial Daisies;”
“Η ίδια.”
“Δεσποινίς Industrial (υποθέτω ότι αυτό διαχωρίζει το ψευδώνυμό μου σε δύο μέρη, industrial – όνομα και daisies – επίθετο), σας έχουν ενημερώσει από το Πανεπιστήμιο ότι επιλεχθήκατε να εργαστείτε αυτό το εξάμηνο στον τομέα Πολιτισμού;”
“Δεν είχα ιδέα!” (Χοροπηδητά, ποδοσφαιρικοί βουβοί πανηγυρισμοί, χειροκροτήματα που με αποθεώνουν μέσα στο κεφάλι μου...)
“Πρέπει να συνεννοηθούμε λίγο για τις επιτηρήσεις που καλείστε να κάνετε στις εξετάσεις των προπτυχιακών...”
Στομαχόπονος.
Καφές, τσιγάρα και στομαχόπονος. Η ώρα είναι εφτά το απόγευμα σε ένα κτήριο τόσο χαμηλοτάβανο που σε κάνει να νιώθεις γίγαντας. Απαραίτητο συναίσθημα για έναν επιτηρητή... Η καθηγήτρια έρχεται, μοιράζουμε τα θέματα, επεξηγήσεις. Έχω ήδη τρομοκρατηθεί, θέλω να φύγω, δεν πειράζει ας μην δουλέψω στο τμήμα πολιτισμού -μπορώ κι αλλιώς. Να τους αφήσω δυο ώρες, να κάνω ό,τι κουμάντο νομίζω για την αντιγραφή -αλλά αφού φύγει. Χριστέ μου, θα φύγει! Τούτα δω τα παιδιά είναι στην ηλικία μου, κάποια είναι μεγαλύτερα, η “αγία οχτάδα” στο πάνω μέρος της αίθουσας αψηφά και την ίδια την καθηγήτρια. Θέλω να φύγω.
Σαν το διάολο και οι συμπτώσεις, σε διεγείρουν -διάβαζα, καθυστερημένα, κυριακάτικο έντυπο πριν από λίγες ημέρες κι έπεσα πάνω στο Harvard. Θα μου πείτε, θες δεν θες κάποια στιγμή οφείλεις να πέσεις πάνω στο Harvard. Το Harvard είναι παντού -εσύ πρέπει να προσέχεις πώς θα πέσεις επάνω του. Μιλούσε, λοιπόν, ένα από τα αξιότιμα μέλη της μικρής ελληνικής κοινότητας του Harvard (επίσης, να σας προειδοποιήσω: όποιος το “Harvard” δεν το διαβάζει σωστά τόση ώρα, τουτέστιν με προφορά άκρως αμερικανική, το “r” το θέλω με τη γλώσσα καλά στριφογυρισμένη στην στοματική κοιλότητα -ε, όποιος δεν το διαβάζει σωστά ας μην κάνει τον κόπο να διαβάσει παρακάτω. Μιλάμε για κείμενο υψηλού επιπέδου.). Πού είχα μείνει... Ναι, μιλούσε λοιπόν αυτό το αξιότιμο μέλος κι έλεγε σε κάποιο σημείο πως στις περισσότερες εξετάσεις δεν υπάρχουν επιτηρητές γιατί, λέει, δεν αντιγράφουν εκεί στο Harvard. Γιατί είναι, λέει, ντροπή και υπάρχει κι ένας κώδικας που τηρούν όλοι. Στο Greek (to “r” το θέλω ελληνικό, μην ξεχνιόμαστε) κανείς δεν το εκτιμά αλλά, σας διαβεβαιώ, υπάρχουν όχι ένας αλλά πολλοί κώδικες. Το ότι οι Έλληνες φοιτητές είναι σεμνοί, κι όχι ψωνισμένα καπιταλόμουτρα θερμοκηπίου, για να βγουν να το διαλαλήσουν από εφημερίδες κι έντυπα δεν αναιρεί το γεγονός ότι κατέχουν υψηλούς κώδικες σε αναφορά με τις εξετάσεις. Ο Μορς σαφώς και είναι ξεπερασμένος, σε λίγο καιρό φοβούμαι και οι παραδοσιακές σμικρύνσεις αποσπασμάτων της ύλης, όμως -φευ!- ας μην κάνουμε το λάθος να θαυμάζουμε ωσάν χάνοι τους συναδέλφους μας στο εξωτερικό. Μπορεί εις τους Λόνδρους και εις το Harvard ο καιρός να είναι αρωγός του φοιτητή -άμα έβρεχε, πουλάκι μου, έντεκα μήνες το χρόνο όλοι Einstein θα ήμασταν- όμως εις τας Αθήνας πάλλεται η ψυχή του αιώνιου φοιτητή. “Αιώνιου” όχι ασφαλώς επειδή φοιτεί αιωνίως -αυτοί οι χαρακτηρισμοί προέρχονται από κακεντρεχείς ηλίθιους δημοσιογραφίσκους (κι αυτό το γράφω με πάσα σοβαρότητα)- αλλά επειδή εξελίσσει κώδικες στο διηνεκές. Το ελληνικό σκονάκι θα μείνει στους αιώνες. Και θα εξελιχθεί μαζί με την τεχνολογία. Στο μέλλον θα αντιγράφουμε μέσω οπτικών ινών που θα απλώνονται κατά μήκος και πλάτος των ορόφων που βρίσκονται οι αίθουσες.
“Καλά ρε μαλάκα, εσένα βρήκανε για τέτοια δουλειά;”
“Άστα...Δεν βρίσκω και τα Losec...”
“Τι θα κάνεις; Θα τους τα σπάσεις εντελώς;”
“Δεν ξέρω, όχι... Δεν γίνεται. Άμα μέχρι τώρα δεν έχουν αντιληφθεί την αξιοπρέπειά τους κάπως, ε, δεν μπορώ εγώ να πάω να τους το επιβάλω."
Αυτά τα παιδιά έχουν δώσει τριάντα μαθήματα σε ενάμιση μήνα! Θέλει και λίγο θράσος να φυτεύεις Κέρβερους γύρω τους...
"Δεν ξέρω. Ίσως, αν κάποιοι το παρακάνουν, με λίγο χιούμορ να τους μαζέψω. Αλλά εγώ κόλλα δεν παίρνω. Ούτε σημειώνω γραπτό."
Απαράδεκτες τακτικές. Πώς να μην έχεις αντιγραφή όταν φυτεύεις εξουσιαστικό έλεγχο; Είναι σαν την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης στην Αμερική -όποιος έπινε, δεν έπινε απλά, αλκοολικός γινότανε από την καταπίεση που είχε φάει!
“Μαλάκα, θα σου ξεφύγει η κατάσταση.”
“Losec; Πού είναι έστω ένα γαμημένο Losec!”
Μαζί μου στην αίθουσα είναι μία κοπελοκυρία (από αυτές τις γυναίκες που το πρόσωπο σου μαρτυρά μια ηλικία γύρω στα εικοσιεφτά με τριάντα και το ντύσιμο μία ηλικία γύρω στα τριανταπέντε με σαράντα) με τακούνια που κάθε φορά που αποφασίζει να τριγυρίσει ακούγονται στα πλακάκια της αίθουσας σαν το σφυρί πάνω σε γκονγκ. Αν κάποιο από τα παιδιά που γράφουν δεν μου κάνει τη χάρη να τη σκοτώσει νομίζω πως δεν θα το αποφύγω. Κάθε τόσο χτυπά το στυλό της πάνω στην έδρα και κάνει “Σςςςςςςςςς”· είμαι σίγουρη πως στις πλάτες μου παίζεται κάποια συμπαντική φάρσα κι έχω επιστρέψει στη νομική, στις αίθουσες που μας επιτηρούσαν κάθε φορά οχτώ επιτηρητές-υβρίδια (η επίσημη εκδοχή μου λέει πως προέκυψαν από κάποιο πείραμα που μελετούσε την πιθανότητα μαζικής παραγωγής του “homo hitler-o-stalin” στο μέλλον). Κάποιοι αντιγράφουν “σεμνά και ταπεινά” -λίγες κλεφτές ματιές στον διπλανό ή στο βιβλίο που είναι επιμελώς βαλμένο στην ανοιχτή τσάντα. Ας είναι, το ένστικτο (και η πορεία μου στα φοιτητικά έδρανα) λέει πως αυτοί έχουν διαβάσει και απλά έχουν κολλήσει ή ξεχνούν κάποιο σημείο.
Η “αγία οχτάς” στην κορυφή της αίθουσας σπέρνει τον πανικό στο στομάχι μου, η μακιαβελική γκόμενα που είναι δίπλα μου αρέσκεται στο να χτυπάει το στυλό της και να αντιμετωπίζει τον γέλωτά τους και μια κοπέλα έχει σκύψει τρία χιλιοστά πάνω από την κόλλα και γράφει, γράφει, γράφει με ένα στυλό που στην κορυφή του έχει μια ροζ φουντίτσα που πηγαινοέρχεται σαν παλαβή. Η ικανοποίηση θα έρθει λίγο αργότερα. Αφού το χιούμορ μου (σε όρια σαδισμού μία δυο φορές, το παραδέχομαι) δεν πιάνει (δηλαδή, πιάνει στο να είμαστε όλοι “μια ωραία ατμόσφαιρα” αλλά, δυστυχώς, οι συγκεκριμένοι δεν έχουν την επιφοίτηση που ελπίζω ότι θα τους έρθει) προβαίνω σε δήλωση “σοκ και δέος”. “Μπορείτε να συνεχίσετε να ανταλλάσσετε απόψεις στο θέμα και στο τέλος να γράψω κι εγώ την δική μου να αξιολογηθεί από την καθηγήτρια. Ή, μπορείτε να αλλάξετε μόνοι σας θέσεις και να συνθέσετε απόψεις από εκεί που τις αφήσατε συνεργαζόμενοι...” Μετά από αποτυχημένη αρχική επίπληξη της καθηγήτριας, εξυπνακισμούς του στυλ “α, δεν μπορώ να αλλάξω θέση τώρα -είναι δύσκολο!” το οποίο απευθύνθηκε στην ίδια, χίλια διακόσια χτυπήματα στυλό στην έδρα, εκατόν πενήντα τακουνισμούς στα πλακάκια και ένα Losec και δύο τσιγάρα από την πλευρά μου, επιτέλους! Το “σοκ και δέος” απέδωσε. Αναπαύθηκα λίγο στην αίγλη μου, φαντάστηκα τη λαμπρή μου καριέρα ως επιτηρήτρια, επιδόθηκα σε ανηλεές eye contact που υποδήλωνε μερική ανοχή αλλά με προϋπόθεση το σεβασμό στην εξουσία... Oh dear mother of Jesus and Mary Chain!!!!!! Αισθάνθηκα εξουσία, μολύνθηκα από το μικρόβιο της επιβολής. Επιστροφή στην πραγματικότητα.
Τρίτο τσιγάρο έξω από την αίθουσα, το παιδί με τα μάτια-καθρέφτη φυσικής ευγενείας
βγαίνει να κάνει τσιγάρο -η κλώσσα δεν μας άφησε να καπνίσουμε μέσα. Έχει περάσει μια ώρα και δεν έχει γράψει τίποτα, σκέφτεται να δώσει λευκή και να φύγει, δουλεύει σε δύο δουλειές και την προηγούμενη ήταν από τις εννιά το πρωί μέχρι τις δώδεκα το βράδυ σε αποστολή για το έντυπο που εργάζεται, την καθηγήτρια του μαθήματος την λατρεύει και την σέβεται όσο κανέναν -για αυτό λυπάται που δεν θα γράψει. Αυτό το παιδί, σε ένα τσιγάρο, αποκαλύπτει το γιατί πάμε κατά διαόλου. Ήθελε να της κάνει κι εργασία, μία ταινία μικρού μήκους, το συζήτησε μαζί της και η ιδέα της άρεσε πολύ -όμως, δεν πρόλαβε, οι δύο δουλειές και η έλλειψη του πανεπιστημίου σε κάμερες του στέρησε τη δυνατότητα να έχει μία και μετά έπρεπε να περιμένει από μια ξαδερφή του που σπουδάζει στα Ιωάννινα...
“Δεν φεύγεις αν δεν γράψεις.” Εδώ είναι η εξουσία -στον διάλογο. Κοκκαλώνει για μια στιγμή - “Δεν φεύγεις. Απλά. Έχεις γενικές γνώσεις των θεμάτων, η καθηγήτρια σας έχει βάλει ερωτήσεις κριτικής κι όχι αποστήθισης. Κάτσε και κάντο. Θα νιώσεις καλύτερα.” Χαμογελά δειλά, σχεδόν ντροπαλός, με ρωτάει τι κάνω εγώ, απορεί, το διακωμωδώ, με θαυμάζει (τι άλλο θα ακούσω;). Σβήνει το τσιγάρο του. Μπαίνει στην αίθουσα. Μισή ώρα αργότερα έχει ήδη απαντήσει στη μία ερώτηση και πάει για την δεύτερη. Χαμογελώ.
Η ώρα τελειώνει, τα στυλό έχουν πάρει φωτιά, τα φοιτητοειδή alien με το “Derby” δίπλα τους προσπαθούν να εφεύρουν κώδικα τελευταίας στιγμής, ο Μακιαβέλι δίπλα μου υπογράφει κόλλες που παραδίδονται (αν δεν γίνει καθηγήτρια σε γυμνάσιο να μοιράζει αποβολές θα γίνει σίγουρα δημόσιος υπάλληλος) κι εμένα πλέον δεν με πονά το στομάχι. Μου δίνουν κόλλες και χαμογελούν, “ωραία, έγραψαν καλά” σκέφτομαι, “καλή επιτυχία” λέω κι ελπίζω να καταλαβαίνουν πως το εννοώ, πως δεν είμαι απέναντι αλλά μερικές φορές η κοινωνία χρειάζεται όχθες για να λειτουργήσει (ή να έχει την ψευδαίσθηση ότι λειτουργεί), παίρνω τις κόλλες και κατηφορίζω την Σίνα. Ο πειρασμός είναι μεγάλος, θα δω μόνο ένα-δυο γραπτά, θέλω να δω πώς σκέφτονται αυτά τα παιδιά, λυπάμαι την καθηγήτρια, α! αυτή εδώ είναι ευαίσθητη, αυτός πανέξυπνος, αυτός τυχερός (πρέπει να έχει διαβάσει μόνο Μαρξ στη ζωή του και του έλαχε το χρυσό θέμα!)... Κι αυτός...
Κι αυτός εδώ είναι ο διαχρονικός λόγος που χαμογελά η Μόνα Λίζα. Γιατί η “Μόνα Λίζα του Πικάσο είναι ένα έργο υψηλό”, καντιανά μιλώντας βεβαίως βεβαίως. Έχω την υποψία ότι τον μπέρδεψα. Θα είδε το χαμόγελό μου όταν τον κοίταζα που αντέγραφε και θα μπέρδεψε την Μόνα Λίζα με την Γκουέρνικα. Κάπως έτσι θα έμοιαζε η Τζοκόντα στον Πικάσο· ένα πρόσωπο χιουμοριστικού ολέθρου και διασποράς...
“Η ίδια.”
“Δεσποινίς Industrial (υποθέτω ότι αυτό διαχωρίζει το ψευδώνυμό μου σε δύο μέρη, industrial – όνομα και daisies – επίθετο), σας έχουν ενημερώσει από το Πανεπιστήμιο ότι επιλεχθήκατε να εργαστείτε αυτό το εξάμηνο στον τομέα Πολιτισμού;”
“Δεν είχα ιδέα!” (Χοροπηδητά, ποδοσφαιρικοί βουβοί πανηγυρισμοί, χειροκροτήματα που με αποθεώνουν μέσα στο κεφάλι μου...)
“Πρέπει να συνεννοηθούμε λίγο για τις επιτηρήσεις που καλείστε να κάνετε στις εξετάσεις των προπτυχιακών...”
Στομαχόπονος.
Καφές, τσιγάρα και στομαχόπονος. Η ώρα είναι εφτά το απόγευμα σε ένα κτήριο τόσο χαμηλοτάβανο που σε κάνει να νιώθεις γίγαντας. Απαραίτητο συναίσθημα για έναν επιτηρητή... Η καθηγήτρια έρχεται, μοιράζουμε τα θέματα, επεξηγήσεις. Έχω ήδη τρομοκρατηθεί, θέλω να φύγω, δεν πειράζει ας μην δουλέψω στο τμήμα πολιτισμού -μπορώ κι αλλιώς. Να τους αφήσω δυο ώρες, να κάνω ό,τι κουμάντο νομίζω για την αντιγραφή -αλλά αφού φύγει. Χριστέ μου, θα φύγει! Τούτα δω τα παιδιά είναι στην ηλικία μου, κάποια είναι μεγαλύτερα, η “αγία οχτάδα” στο πάνω μέρος της αίθουσας αψηφά και την ίδια την καθηγήτρια. Θέλω να φύγω.
Σαν το διάολο και οι συμπτώσεις, σε διεγείρουν -διάβαζα, καθυστερημένα, κυριακάτικο έντυπο πριν από λίγες ημέρες κι έπεσα πάνω στο Harvard. Θα μου πείτε, θες δεν θες κάποια στιγμή οφείλεις να πέσεις πάνω στο Harvard. Το Harvard είναι παντού -εσύ πρέπει να προσέχεις πώς θα πέσεις επάνω του. Μιλούσε, λοιπόν, ένα από τα αξιότιμα μέλη της μικρής ελληνικής κοινότητας του Harvard (επίσης, να σας προειδοποιήσω: όποιος το “Harvard” δεν το διαβάζει σωστά τόση ώρα, τουτέστιν με προφορά άκρως αμερικανική, το “r” το θέλω με τη γλώσσα καλά στριφογυρισμένη στην στοματική κοιλότητα -ε, όποιος δεν το διαβάζει σωστά ας μην κάνει τον κόπο να διαβάσει παρακάτω. Μιλάμε για κείμενο υψηλού επιπέδου.). Πού είχα μείνει... Ναι, μιλούσε λοιπόν αυτό το αξιότιμο μέλος κι έλεγε σε κάποιο σημείο πως στις περισσότερες εξετάσεις δεν υπάρχουν επιτηρητές γιατί, λέει, δεν αντιγράφουν εκεί στο Harvard. Γιατί είναι, λέει, ντροπή και υπάρχει κι ένας κώδικας που τηρούν όλοι. Στο Greek (to “r” το θέλω ελληνικό, μην ξεχνιόμαστε) κανείς δεν το εκτιμά αλλά, σας διαβεβαιώ, υπάρχουν όχι ένας αλλά πολλοί κώδικες. Το ότι οι Έλληνες φοιτητές είναι σεμνοί, κι όχι ψωνισμένα καπιταλόμουτρα θερμοκηπίου, για να βγουν να το διαλαλήσουν από εφημερίδες κι έντυπα δεν αναιρεί το γεγονός ότι κατέχουν υψηλούς κώδικες σε αναφορά με τις εξετάσεις. Ο Μορς σαφώς και είναι ξεπερασμένος, σε λίγο καιρό φοβούμαι και οι παραδοσιακές σμικρύνσεις αποσπασμάτων της ύλης, όμως -φευ!- ας μην κάνουμε το λάθος να θαυμάζουμε ωσάν χάνοι τους συναδέλφους μας στο εξωτερικό. Μπορεί εις τους Λόνδρους και εις το Harvard ο καιρός να είναι αρωγός του φοιτητή -άμα έβρεχε, πουλάκι μου, έντεκα μήνες το χρόνο όλοι Einstein θα ήμασταν- όμως εις τας Αθήνας πάλλεται η ψυχή του αιώνιου φοιτητή. “Αιώνιου” όχι ασφαλώς επειδή φοιτεί αιωνίως -αυτοί οι χαρακτηρισμοί προέρχονται από κακεντρεχείς ηλίθιους δημοσιογραφίσκους (κι αυτό το γράφω με πάσα σοβαρότητα)- αλλά επειδή εξελίσσει κώδικες στο διηνεκές. Το ελληνικό σκονάκι θα μείνει στους αιώνες. Και θα εξελιχθεί μαζί με την τεχνολογία. Στο μέλλον θα αντιγράφουμε μέσω οπτικών ινών που θα απλώνονται κατά μήκος και πλάτος των ορόφων που βρίσκονται οι αίθουσες.
“Καλά ρε μαλάκα, εσένα βρήκανε για τέτοια δουλειά;”
“Άστα...Δεν βρίσκω και τα Losec...”
“Τι θα κάνεις; Θα τους τα σπάσεις εντελώς;”
“Δεν ξέρω, όχι... Δεν γίνεται. Άμα μέχρι τώρα δεν έχουν αντιληφθεί την αξιοπρέπειά τους κάπως, ε, δεν μπορώ εγώ να πάω να τους το επιβάλω."
Αυτά τα παιδιά έχουν δώσει τριάντα μαθήματα σε ενάμιση μήνα! Θέλει και λίγο θράσος να φυτεύεις Κέρβερους γύρω τους...
"Δεν ξέρω. Ίσως, αν κάποιοι το παρακάνουν, με λίγο χιούμορ να τους μαζέψω. Αλλά εγώ κόλλα δεν παίρνω. Ούτε σημειώνω γραπτό."
Απαράδεκτες τακτικές. Πώς να μην έχεις αντιγραφή όταν φυτεύεις εξουσιαστικό έλεγχο; Είναι σαν την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης στην Αμερική -όποιος έπινε, δεν έπινε απλά, αλκοολικός γινότανε από την καταπίεση που είχε φάει!
“Μαλάκα, θα σου ξεφύγει η κατάσταση.”
“Losec; Πού είναι έστω ένα γαμημένο Losec!”
Μαζί μου στην αίθουσα είναι μία κοπελοκυρία (από αυτές τις γυναίκες που το πρόσωπο σου μαρτυρά μια ηλικία γύρω στα εικοσιεφτά με τριάντα και το ντύσιμο μία ηλικία γύρω στα τριανταπέντε με σαράντα) με τακούνια που κάθε φορά που αποφασίζει να τριγυρίσει ακούγονται στα πλακάκια της αίθουσας σαν το σφυρί πάνω σε γκονγκ. Αν κάποιο από τα παιδιά που γράφουν δεν μου κάνει τη χάρη να τη σκοτώσει νομίζω πως δεν θα το αποφύγω. Κάθε τόσο χτυπά το στυλό της πάνω στην έδρα και κάνει “Σςςςςςςςςς”· είμαι σίγουρη πως στις πλάτες μου παίζεται κάποια συμπαντική φάρσα κι έχω επιστρέψει στη νομική, στις αίθουσες που μας επιτηρούσαν κάθε φορά οχτώ επιτηρητές-υβρίδια (η επίσημη εκδοχή μου λέει πως προέκυψαν από κάποιο πείραμα που μελετούσε την πιθανότητα μαζικής παραγωγής του “homo hitler-o-stalin” στο μέλλον). Κάποιοι αντιγράφουν “σεμνά και ταπεινά” -λίγες κλεφτές ματιές στον διπλανό ή στο βιβλίο που είναι επιμελώς βαλμένο στην ανοιχτή τσάντα. Ας είναι, το ένστικτο (και η πορεία μου στα φοιτητικά έδρανα) λέει πως αυτοί έχουν διαβάσει και απλά έχουν κολλήσει ή ξεχνούν κάποιο σημείο.
Η “αγία οχτάς” στην κορυφή της αίθουσας σπέρνει τον πανικό στο στομάχι μου, η μακιαβελική γκόμενα που είναι δίπλα μου αρέσκεται στο να χτυπάει το στυλό της και να αντιμετωπίζει τον γέλωτά τους και μια κοπέλα έχει σκύψει τρία χιλιοστά πάνω από την κόλλα και γράφει, γράφει, γράφει με ένα στυλό που στην κορυφή του έχει μια ροζ φουντίτσα που πηγαινοέρχεται σαν παλαβή. Η ικανοποίηση θα έρθει λίγο αργότερα. Αφού το χιούμορ μου (σε όρια σαδισμού μία δυο φορές, το παραδέχομαι) δεν πιάνει (δηλαδή, πιάνει στο να είμαστε όλοι “μια ωραία ατμόσφαιρα” αλλά, δυστυχώς, οι συγκεκριμένοι δεν έχουν την επιφοίτηση που ελπίζω ότι θα τους έρθει) προβαίνω σε δήλωση “σοκ και δέος”. “Μπορείτε να συνεχίσετε να ανταλλάσσετε απόψεις στο θέμα και στο τέλος να γράψω κι εγώ την δική μου να αξιολογηθεί από την καθηγήτρια. Ή, μπορείτε να αλλάξετε μόνοι σας θέσεις και να συνθέσετε απόψεις από εκεί που τις αφήσατε συνεργαζόμενοι...” Μετά από αποτυχημένη αρχική επίπληξη της καθηγήτριας, εξυπνακισμούς του στυλ “α, δεν μπορώ να αλλάξω θέση τώρα -είναι δύσκολο!” το οποίο απευθύνθηκε στην ίδια, χίλια διακόσια χτυπήματα στυλό στην έδρα, εκατόν πενήντα τακουνισμούς στα πλακάκια και ένα Losec και δύο τσιγάρα από την πλευρά μου, επιτέλους! Το “σοκ και δέος” απέδωσε. Αναπαύθηκα λίγο στην αίγλη μου, φαντάστηκα τη λαμπρή μου καριέρα ως επιτηρήτρια, επιδόθηκα σε ανηλεές eye contact που υποδήλωνε μερική ανοχή αλλά με προϋπόθεση το σεβασμό στην εξουσία... Oh dear mother of Jesus and Mary Chain!!!!!! Αισθάνθηκα εξουσία, μολύνθηκα από το μικρόβιο της επιβολής. Επιστροφή στην πραγματικότητα.
Τρίτο τσιγάρο έξω από την αίθουσα, το παιδί με τα μάτια-καθρέφτη φυσικής ευγενείας
βγαίνει να κάνει τσιγάρο -η κλώσσα δεν μας άφησε να καπνίσουμε μέσα. Έχει περάσει μια ώρα και δεν έχει γράψει τίποτα, σκέφτεται να δώσει λευκή και να φύγει, δουλεύει σε δύο δουλειές και την προηγούμενη ήταν από τις εννιά το πρωί μέχρι τις δώδεκα το βράδυ σε αποστολή για το έντυπο που εργάζεται, την καθηγήτρια του μαθήματος την λατρεύει και την σέβεται όσο κανέναν -για αυτό λυπάται που δεν θα γράψει. Αυτό το παιδί, σε ένα τσιγάρο, αποκαλύπτει το γιατί πάμε κατά διαόλου. Ήθελε να της κάνει κι εργασία, μία ταινία μικρού μήκους, το συζήτησε μαζί της και η ιδέα της άρεσε πολύ -όμως, δεν πρόλαβε, οι δύο δουλειές και η έλλειψη του πανεπιστημίου σε κάμερες του στέρησε τη δυνατότητα να έχει μία και μετά έπρεπε να περιμένει από μια ξαδερφή του που σπουδάζει στα Ιωάννινα...
“Δεν φεύγεις αν δεν γράψεις.” Εδώ είναι η εξουσία -στον διάλογο. Κοκκαλώνει για μια στιγμή - “Δεν φεύγεις. Απλά. Έχεις γενικές γνώσεις των θεμάτων, η καθηγήτρια σας έχει βάλει ερωτήσεις κριτικής κι όχι αποστήθισης. Κάτσε και κάντο. Θα νιώσεις καλύτερα.” Χαμογελά δειλά, σχεδόν ντροπαλός, με ρωτάει τι κάνω εγώ, απορεί, το διακωμωδώ, με θαυμάζει (τι άλλο θα ακούσω;). Σβήνει το τσιγάρο του. Μπαίνει στην αίθουσα. Μισή ώρα αργότερα έχει ήδη απαντήσει στη μία ερώτηση και πάει για την δεύτερη. Χαμογελώ.
Η ώρα τελειώνει, τα στυλό έχουν πάρει φωτιά, τα φοιτητοειδή alien με το “Derby” δίπλα τους προσπαθούν να εφεύρουν κώδικα τελευταίας στιγμής, ο Μακιαβέλι δίπλα μου υπογράφει κόλλες που παραδίδονται (αν δεν γίνει καθηγήτρια σε γυμνάσιο να μοιράζει αποβολές θα γίνει σίγουρα δημόσιος υπάλληλος) κι εμένα πλέον δεν με πονά το στομάχι. Μου δίνουν κόλλες και χαμογελούν, “ωραία, έγραψαν καλά” σκέφτομαι, “καλή επιτυχία” λέω κι ελπίζω να καταλαβαίνουν πως το εννοώ, πως δεν είμαι απέναντι αλλά μερικές φορές η κοινωνία χρειάζεται όχθες για να λειτουργήσει (ή να έχει την ψευδαίσθηση ότι λειτουργεί), παίρνω τις κόλλες και κατηφορίζω την Σίνα. Ο πειρασμός είναι μεγάλος, θα δω μόνο ένα-δυο γραπτά, θέλω να δω πώς σκέφτονται αυτά τα παιδιά, λυπάμαι την καθηγήτρια, α! αυτή εδώ είναι ευαίσθητη, αυτός πανέξυπνος, αυτός τυχερός (πρέπει να έχει διαβάσει μόνο Μαρξ στη ζωή του και του έλαχε το χρυσό θέμα!)... Κι αυτός...
Κι αυτός εδώ είναι ο διαχρονικός λόγος που χαμογελά η Μόνα Λίζα. Γιατί η “Μόνα Λίζα του Πικάσο είναι ένα έργο υψηλό”, καντιανά μιλώντας βεβαίως βεβαίως. Έχω την υποψία ότι τον μπέρδεψα. Θα είδε το χαμόγελό μου όταν τον κοίταζα που αντέγραφε και θα μπέρδεψε την Μόνα Λίζα με την Γκουέρνικα. Κάπως έτσι θα έμοιαζε η Τζοκόντα στον Πικάσο· ένα πρόσωπο χιουμοριστικού ολέθρου και διασποράς...
Thursday, 4 October 2007
Το μισό που περικλείει το όλον
Τούτο εδώ το έργο θα είναι η τελευταία μου εργασία για αυτήν την περίοδο. Και μετά από καιρό είμαι ενθουσιασμένη και τρομοκρατημένη με αυτό που επέλεξα να γράψω. Απαιτεί γνώση, μυαλό, φαντασία, αγάπη, ταξείδια ανείπωτα, βουτιά στα βαθιά και πτήσεις στους αιθέρες, ποδαράδα σε χωματόδρομους και περιπλάνηση σε χρυσοποίκιλτους διαδρόμους. Ένας Guido τόσο αιθέριος, τόσο απόκοσμος μα ταυτόχρονα ριζωμένος μέσα μας. Δεν ξέρω τι θα καταφέρω να βγάλω από αυτό μου το ταξείδι. Ο Fellini, όμως, είναι για εμένα ο λαμπρότερος θρόνος και το ταπεινότερο σκαμνί που τοποθετήθηκε ποτέ πίσω από κάμερες. Και για αυτό, τα σέβη μου και η λατρεία μου αμείωτα.
Όταν καταφέρω να δώσω ένα προσωρινό τέλος στην εργασία μου αυτή (όταν δηλαδή θα πρέπει να την παραδώσω στις 19 του μήνα) θα σας ενημερώσω για το πού ταξείδεψα και τι κόσμους είδα στον άνθρωπο. Μέχρι τότε θα τα ξαναπούμε -σήμερα απλά νιώθω πρωτόγνωρη χαρά και παιδικό ενθουσιασμό διαβάζοντας και θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας. Εις το επανιδείν, λοιπόν...
Όταν καταφέρω να δώσω ένα προσωρινό τέλος στην εργασία μου αυτή (όταν δηλαδή θα πρέπει να την παραδώσω στις 19 του μήνα) θα σας ενημερώσω για το πού ταξείδεψα και τι κόσμους είδα στον άνθρωπο. Μέχρι τότε θα τα ξαναπούμε -σήμερα απλά νιώθω πρωτόγνωρη χαρά και παιδικό ενθουσιασμό διαβάζοντας και θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας. Εις το επανιδείν, λοιπόν...
Monday, 1 October 2007
Μετεωρισμός
(Τσακμάκι. Εισπνοή. Σφύξεις πάνω από ενενήντα.)
Είναι κρίση πανικού; Όχι, τέτοιες δεν έχεις. Δεν ιδρώνεις, δεν ζαλίζεσαι. Ένας άλλος, εσωτερικός πανικός είναι αυτός. Νιώθεις τα όργανά σου να ασφυκτιούν στο σώμα, το μυαλό σου να ανατινάσσεται και να σκορπίζει σε μικρά βοτσαλάκια μέσα στο σκληρό του καύκαλο. Τι μέρα είναι; Έχει πρώτη ο μήνας. Ποιος μήνας; Ο δικός σου χρόνος δεν έχει όνομα. Μόνο ανάσες. Είσαι ακόμη πάνω στην καρέκλα σου, πόσες ανάσες πέθαναν άραγε, στα χέρια σου ένα τσιγάρο δυναμιτίζει το σκονισμένο οξυγόνο σου, αυτά τα δάχτυλα πώς είναι έτσι; Ρομποτικά τοποθετημένα πάνω σε πλήκτρα, κυλάει αίμα ακόμη μέσα τους; Θυμήσου. Θυμήσου τι σου έμαθαν. Στόχος.
Α. ναι, στόχος -αυτό είναι το διαβατήριό σου στον χρόνο. Τι απογίνονται οι στόχοι που ταξίδεψαν με άλλο καράβι; Κάθε φορά με άλλη απόχη τους ψαρεύεις, είναι δικοί σου τώρα, ψήσε τους καλά, απόλαυσέ τους με λίγο καλοστιμμένο λεμονάκι επιτυχίας. Ποιος με έμαθε να ψαρεύω; Μπαμπά, μαμά, πάλι μοιραία σε εσάς απευθύνομαι. Τι μου είπατε; Α, ναι, να μην ξεχαστώ. Στόχος. Είναι στόχος το να είσαι εικοσιτεσσάρων και καλά; Όχι, α, συγγνώμη, δεν πιάνεται.
(Εισπνοή)
Καθρέφτης μου τα γράμματα. Καθρέφτης μου οι ανάσες μου. Πότε γέμισα τρίχες, το δέρμα μου είναι μεταλλικό, πώς ζάρωσα έτσι; Πόσων ετών είμαι; Να ανοίξω την πόρτα ή πρέπει πρώτα να βρω έναν στόχο; Ωραία, τον βρήκα. Αλήθεια σου λέω. Τον βρήκα. Θέλω να είμαι. Όπως μου μάθατε, όπως μαθαίνω, όπως δεν θα γίνω ποτέ. Σήμερα είμαι γριά και τα άνυδρα μαλλιά μου ηλεκτρίζουν τον αέρα. Σε λίγο θα είμαι μικρή και θα θέλω μια αγκαλιά να κρυφτώ. Τι υποτίθεται ότι κάνω εδώ; Όσο και να διαβάσω οι βασιλικοί θα συνεχίσουν να πεθαίνουν στο μπαλκόνι μου, το κοκκινιστό δεν θα καταφέρω ποτέ να το φτιάξω ανάλατο και το πορτοφόλι μου θα συνεχίσει να έχει μέσα μία δεκάρα από το Ohio που βρήκα μια μέρα στον δρόμο. Τι είναι αυτός ο λυγμός που ουρλιάζει μέσα μου; Μπαμπά; Μαμά; Κύριε Freud; Κάποιος; Μισό λεπτό να ξαναχτίσω τα τείχη Lego γύρω μου.
Εντάξει, τώρα δεν κινδυνεύω. Αιωρούμαι μέσα σε μια φούσκα. Ο χώρος κι ο χρόνος την πιέζουν μέχρι που σκάει, ασφυκτιώ, μετά βγάζω το παιχνίδι μου και φτιάχνω μια καινούρια. Ανάσα. Μέσα στην φούσκα μου υπάρχουν μαγικές μελωδίες. Δεν κοιμάμαι γιατί μπορώ και ονειρεύομαι με ανοιχτά μάτια. Ό,τι θέλω η φούσκα μου το φτιάχνει. Την μια στιγμή βρίσκομαι δίπλα σε ένα ποτάμι και την άλλη βουτάω στην υπόκωφη σαγήνη ενός ανυψωτικού βυθού. Τα σταφύλια μου βγάζουν το ωραιότερο κρασί κι εγώ έχω χίλιες ζωές για να είμαι ό,τι θέλω. Στη μία σίγουρα είμαι χορεύτρια. Στην άλλη οδηγός αγώνων. Τώρα θα αλλάξω, θα πάω στην άλλη που είμαι κατάσκοπος. Ένα καρτούν είμαι σε κάθε ζωή και κάθε φορά πεθαίνω με τον πιο αστείο τρόπο. Μια φορά εμφανίστηκε ένα γιγάντιο χέρι, με έσκισε από το τετράδιο, με τσαλάκωσε και με πέταξε σε ένα καλάθι αχρήστων φωνάζοντας “Σκορ!”. Σε μια άλλη, με έστησε σε μια μικρή βάση, πήρε φόρα και με σούταρε στο άπειρο. Η άλλη ήταν ακόμη καλύτερη. Σε αυτήν ο Θεός ήταν ένας γιγάντιος κώλος που κάθισε πάνω μου, έκλασε κι εγώ πέθανα από ασφυξία. Μέχρι κι ο θάνατος είναι ωραίος στην φούσκα μου.
Είναι σχεδόν τέσσερις η ώρα, πρέπει να τελειώσεις την εργασία σου σήμερα. Στόχος. Η φούσκα έσκασε. Σε αυτήν τη ζωή έξω από φούσκες, ο Θεός είναι ένας γιγάντιος κώλος κι εγώ η βρωμερή του σκατούλα που επιπλέει μέχρι να βυθιστεί. Έτσι συμπάθησα την έννοια του Θεού, από όταν τον φαντάστηκα σαν ένα γιγάντιο κώλο. Ο Freud θα με λάτρευε, θα έκανα την Anna O. να πάθει σύνδρομο κατωτερότητας. Σε αυτήν την ζωή δεν έχει φούσκες. Έχει μόνο βέλη που σου δείχνουν μελλοντικές στιγμές σαν ψηφίδες μέσα σε ένα τεράστιο ψηφιδωτό. Κι εγώ δεν μπορώ να δω την εικόνα έτσι. Απομακρύνομαι μήπως και αναγνωρίσω τον εαυτό μου σε αυτήν. Ένα βέλος βλέπω που με δείχνει και αναβοσβήνει από πάνω μου μία φωτεινή επιγραφή. “Μαλάκας”.
Ναι, μπαμπά, μαμά, συγγνώμη, βρίζω πολύ -το ξέρω. Δεν το κάνω εγώ. Εγώ κάποιες φορές γράφω ποιήματα και κάποιες άλλες ζωγραφίζω Όχι, όχι... Εγώ βρίζω συχνά και δεν φτύνω ποτέ. Ψέμματα, πάλι, συγγνώμη. Εγώ μερικές φορές δεν σκέφτομαι καθόλου παρά μόνο εκτελώ. Λάθος, σκέφτομαι πολύ και δεν πράττω τίποτα. Σκατά, πώς γίνεται να είσαι τόσο γαμημένος στα εικοσιτέσσερα; Εάν χ ισούται με εσένα τότε f(x) ίσον... Μηδέν. Όχι το αποτέλεσμα, ο βαθμός μου. Πού οδηγεί αυτή η συνάρτηση; Στο τίποτα, στο χώμα, στην σήψη. Μέχρι τότε συνιστώσες και παράγοντες, παρενθέσεις και προσθέσεις, αφαιρέσεις και αυτό το γαμημένο "ίσον". Δεν είναι "ίσον"! Το καταλαβαίνεις κι εσύ, όσο και να ζορίζεσαι "ίσον" δεν θα γίνει ποτέ. Ανισότητα είναι. Παιχνιδιάρικη, αναποφάσιστη, κυκλοθυμική. Πότε βρίσκεσαι στην κορυφή της, πότε στην σπηλιά της. Στην κορυφή είσαι ο μεγαλύτερος. Μισό λεπτό, να πιάσω το κλίμα.
Ναι, λοιπόν. Μπαμπά, μαμά, είμαι εικοσιτεσσάρων και τα γαμάω όλα άμα θέλω. Φοβερή ενέργεια εκλύεται από τα μπατζάκια και το καλάμι που καβαλάω, ο κόσμος δεν με τρομάζει, θα γίνω ό,τι θέλω κάθε στιγμή κι ας μην είναι ένα. Το μαγικό μου καλάμι με πάει βόλτα πάνω από τα κεφάλια σας, είναι μικρός αυτός ο κόσμος, κολυμπάει στη δυσοσμία του κι εγώ ταξιδεύω στον καθαρό αέρα παίρνοντας βαθιές εισπνοές από οξυγόνο και πίνοντας το μαγικό νερό. Όχι, δεν το δίνω σε κανέναν, είναι δικό μου το νερό αυτό, οι υπόλοιποι πιείτε H2O.
Βλάβη.
Κατρακυλώ με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στην σπηλιά είμαι γυμνή και κάνει κρύο. Σε αυτόν τον κόσμο πάντα θα είμαι σε αυτούς που ζουν στον υπόνομο, που χαζεύουν στα όνειρά τους και για τους από πάνω είναι σκουπιδάκι που μπήκε στο μάτι τους. Με λίγο τρίψιμο θα φύγω και η κοκκινίλα θα υποχωρήσει σε λίγα λεπτά. Πώς γίνεται να βαρεθείς στα εικοσιτέσσερα; Την ίδια στιγμή που μπορεί να σε συνεπάρει το οτιδήποτε; Πώς γίνεται να κλαις με λυγμούς την ίδια στιγμή που γελάς από ευτυχία;
Όχι, μην μου πείτε πάλι πως έχω τρικυμία στο κρανίο. Μια θάλασσα ποτέ δεν έχει μόνο τρικυμία. Ούτε μόνο μπουνάτσα. Σε αυτήν τη θάλασσα κολυμπάω, είναι καθαρά εδώ, η αναπνοή μου δεν είναι μετρημένη -έχω εξασκηθεί όμως. Δεν είναι η τρικυμία το πρόβλημα. Η σανίδα είναι. Έσκασε η φούσκα μου σήμερα. Αυτό είναι το πρόβλημα. Κόσμος σκοτώνεται, κόσμος πεθαίνει, γυναίκες βιάζονται, εργαζόμενοι δεν πληρώνονται, μανάδες δεν βλέπουν τα παιδιά τους, κάποιος τα κονομάει φτιάχνοντας μυστικές συνταγές σε ένα γραφείο. Κι η δική μου φούσκα είναι λεπτή και γυαλίζει -γίνεται στόχος για τα βέλη που έρχονται κατά πάνω της.
Δεν ξέρω. Δεν είμαι. Δεν θα γίνω ποτέ. Τα παραπήραμε σοβαρά τα πράγματα μαμά και μπαμπά. Θα μου επιτρέψετε να αποσυρθώ στην φούσκα μου για λίγο; Εκεί κλαίω και γελάω και ρωτάω και χορεύω και βρίζω και αγαπάω και μισώ χωρίς να πρέπει να αποφασίσω τι είμαι. Το λεξικό δίπλα στη λέξη "στόχος" έχει μια ζωγραφιά με τον Γουλιέλμο Τέλλο. Εκεί δεν είναι δική μου η αποτυχία. Στις φούσκες δεν υπάρχουν αποτυχίες. Ταξίδι υπάρχει. Αποτυχίες υπάρχουν στις γραμμές που πάνω τους λαχανιάζουν τρένα για να φτάσουν σε σταθμούς με βρώμικες αποβάθρες και σκόρπιες βαλίτσες. Εγώ δεν πήρα ποτέ εισιτήριο. Εγώ δεν κουβαλάω τίποτα.
Είναι κρίση πανικού; Όχι, τέτοιες δεν έχεις. Δεν ιδρώνεις, δεν ζαλίζεσαι. Ένας άλλος, εσωτερικός πανικός είναι αυτός. Νιώθεις τα όργανά σου να ασφυκτιούν στο σώμα, το μυαλό σου να ανατινάσσεται και να σκορπίζει σε μικρά βοτσαλάκια μέσα στο σκληρό του καύκαλο. Τι μέρα είναι; Έχει πρώτη ο μήνας. Ποιος μήνας; Ο δικός σου χρόνος δεν έχει όνομα. Μόνο ανάσες. Είσαι ακόμη πάνω στην καρέκλα σου, πόσες ανάσες πέθαναν άραγε, στα χέρια σου ένα τσιγάρο δυναμιτίζει το σκονισμένο οξυγόνο σου, αυτά τα δάχτυλα πώς είναι έτσι; Ρομποτικά τοποθετημένα πάνω σε πλήκτρα, κυλάει αίμα ακόμη μέσα τους; Θυμήσου. Θυμήσου τι σου έμαθαν. Στόχος.
Α. ναι, στόχος -αυτό είναι το διαβατήριό σου στον χρόνο. Τι απογίνονται οι στόχοι που ταξίδεψαν με άλλο καράβι; Κάθε φορά με άλλη απόχη τους ψαρεύεις, είναι δικοί σου τώρα, ψήσε τους καλά, απόλαυσέ τους με λίγο καλοστιμμένο λεμονάκι επιτυχίας. Ποιος με έμαθε να ψαρεύω; Μπαμπά, μαμά, πάλι μοιραία σε εσάς απευθύνομαι. Τι μου είπατε; Α, ναι, να μην ξεχαστώ. Στόχος. Είναι στόχος το να είσαι εικοσιτεσσάρων και καλά; Όχι, α, συγγνώμη, δεν πιάνεται.
(Εισπνοή)
Καθρέφτης μου τα γράμματα. Καθρέφτης μου οι ανάσες μου. Πότε γέμισα τρίχες, το δέρμα μου είναι μεταλλικό, πώς ζάρωσα έτσι; Πόσων ετών είμαι; Να ανοίξω την πόρτα ή πρέπει πρώτα να βρω έναν στόχο; Ωραία, τον βρήκα. Αλήθεια σου λέω. Τον βρήκα. Θέλω να είμαι. Όπως μου μάθατε, όπως μαθαίνω, όπως δεν θα γίνω ποτέ. Σήμερα είμαι γριά και τα άνυδρα μαλλιά μου ηλεκτρίζουν τον αέρα. Σε λίγο θα είμαι μικρή και θα θέλω μια αγκαλιά να κρυφτώ. Τι υποτίθεται ότι κάνω εδώ; Όσο και να διαβάσω οι βασιλικοί θα συνεχίσουν να πεθαίνουν στο μπαλκόνι μου, το κοκκινιστό δεν θα καταφέρω ποτέ να το φτιάξω ανάλατο και το πορτοφόλι μου θα συνεχίσει να έχει μέσα μία δεκάρα από το Ohio που βρήκα μια μέρα στον δρόμο. Τι είναι αυτός ο λυγμός που ουρλιάζει μέσα μου; Μπαμπά; Μαμά; Κύριε Freud; Κάποιος; Μισό λεπτό να ξαναχτίσω τα τείχη Lego γύρω μου.
Εντάξει, τώρα δεν κινδυνεύω. Αιωρούμαι μέσα σε μια φούσκα. Ο χώρος κι ο χρόνος την πιέζουν μέχρι που σκάει, ασφυκτιώ, μετά βγάζω το παιχνίδι μου και φτιάχνω μια καινούρια. Ανάσα. Μέσα στην φούσκα μου υπάρχουν μαγικές μελωδίες. Δεν κοιμάμαι γιατί μπορώ και ονειρεύομαι με ανοιχτά μάτια. Ό,τι θέλω η φούσκα μου το φτιάχνει. Την μια στιγμή βρίσκομαι δίπλα σε ένα ποτάμι και την άλλη βουτάω στην υπόκωφη σαγήνη ενός ανυψωτικού βυθού. Τα σταφύλια μου βγάζουν το ωραιότερο κρασί κι εγώ έχω χίλιες ζωές για να είμαι ό,τι θέλω. Στη μία σίγουρα είμαι χορεύτρια. Στην άλλη οδηγός αγώνων. Τώρα θα αλλάξω, θα πάω στην άλλη που είμαι κατάσκοπος. Ένα καρτούν είμαι σε κάθε ζωή και κάθε φορά πεθαίνω με τον πιο αστείο τρόπο. Μια φορά εμφανίστηκε ένα γιγάντιο χέρι, με έσκισε από το τετράδιο, με τσαλάκωσε και με πέταξε σε ένα καλάθι αχρήστων φωνάζοντας “Σκορ!”. Σε μια άλλη, με έστησε σε μια μικρή βάση, πήρε φόρα και με σούταρε στο άπειρο. Η άλλη ήταν ακόμη καλύτερη. Σε αυτήν ο Θεός ήταν ένας γιγάντιος κώλος που κάθισε πάνω μου, έκλασε κι εγώ πέθανα από ασφυξία. Μέχρι κι ο θάνατος είναι ωραίος στην φούσκα μου.
Είναι σχεδόν τέσσερις η ώρα, πρέπει να τελειώσεις την εργασία σου σήμερα. Στόχος. Η φούσκα έσκασε. Σε αυτήν τη ζωή έξω από φούσκες, ο Θεός είναι ένας γιγάντιος κώλος κι εγώ η βρωμερή του σκατούλα που επιπλέει μέχρι να βυθιστεί. Έτσι συμπάθησα την έννοια του Θεού, από όταν τον φαντάστηκα σαν ένα γιγάντιο κώλο. Ο Freud θα με λάτρευε, θα έκανα την Anna O. να πάθει σύνδρομο κατωτερότητας. Σε αυτήν την ζωή δεν έχει φούσκες. Έχει μόνο βέλη που σου δείχνουν μελλοντικές στιγμές σαν ψηφίδες μέσα σε ένα τεράστιο ψηφιδωτό. Κι εγώ δεν μπορώ να δω την εικόνα έτσι. Απομακρύνομαι μήπως και αναγνωρίσω τον εαυτό μου σε αυτήν. Ένα βέλος βλέπω που με δείχνει και αναβοσβήνει από πάνω μου μία φωτεινή επιγραφή. “Μαλάκας”.
Ναι, μπαμπά, μαμά, συγγνώμη, βρίζω πολύ -το ξέρω. Δεν το κάνω εγώ. Εγώ κάποιες φορές γράφω ποιήματα και κάποιες άλλες ζωγραφίζω Όχι, όχι... Εγώ βρίζω συχνά και δεν φτύνω ποτέ. Ψέμματα, πάλι, συγγνώμη. Εγώ μερικές φορές δεν σκέφτομαι καθόλου παρά μόνο εκτελώ. Λάθος, σκέφτομαι πολύ και δεν πράττω τίποτα. Σκατά, πώς γίνεται να είσαι τόσο γαμημένος στα εικοσιτέσσερα; Εάν χ ισούται με εσένα τότε f(x) ίσον... Μηδέν. Όχι το αποτέλεσμα, ο βαθμός μου. Πού οδηγεί αυτή η συνάρτηση; Στο τίποτα, στο χώμα, στην σήψη. Μέχρι τότε συνιστώσες και παράγοντες, παρενθέσεις και προσθέσεις, αφαιρέσεις και αυτό το γαμημένο "ίσον". Δεν είναι "ίσον"! Το καταλαβαίνεις κι εσύ, όσο και να ζορίζεσαι "ίσον" δεν θα γίνει ποτέ. Ανισότητα είναι. Παιχνιδιάρικη, αναποφάσιστη, κυκλοθυμική. Πότε βρίσκεσαι στην κορυφή της, πότε στην σπηλιά της. Στην κορυφή είσαι ο μεγαλύτερος. Μισό λεπτό, να πιάσω το κλίμα.
Ναι, λοιπόν. Μπαμπά, μαμά, είμαι εικοσιτεσσάρων και τα γαμάω όλα άμα θέλω. Φοβερή ενέργεια εκλύεται από τα μπατζάκια και το καλάμι που καβαλάω, ο κόσμος δεν με τρομάζει, θα γίνω ό,τι θέλω κάθε στιγμή κι ας μην είναι ένα. Το μαγικό μου καλάμι με πάει βόλτα πάνω από τα κεφάλια σας, είναι μικρός αυτός ο κόσμος, κολυμπάει στη δυσοσμία του κι εγώ ταξιδεύω στον καθαρό αέρα παίρνοντας βαθιές εισπνοές από οξυγόνο και πίνοντας το μαγικό νερό. Όχι, δεν το δίνω σε κανέναν, είναι δικό μου το νερό αυτό, οι υπόλοιποι πιείτε H2O.
Βλάβη.
Κατρακυλώ με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στην σπηλιά είμαι γυμνή και κάνει κρύο. Σε αυτόν τον κόσμο πάντα θα είμαι σε αυτούς που ζουν στον υπόνομο, που χαζεύουν στα όνειρά τους και για τους από πάνω είναι σκουπιδάκι που μπήκε στο μάτι τους. Με λίγο τρίψιμο θα φύγω και η κοκκινίλα θα υποχωρήσει σε λίγα λεπτά. Πώς γίνεται να βαρεθείς στα εικοσιτέσσερα; Την ίδια στιγμή που μπορεί να σε συνεπάρει το οτιδήποτε; Πώς γίνεται να κλαις με λυγμούς την ίδια στιγμή που γελάς από ευτυχία;
Όχι, μην μου πείτε πάλι πως έχω τρικυμία στο κρανίο. Μια θάλασσα ποτέ δεν έχει μόνο τρικυμία. Ούτε μόνο μπουνάτσα. Σε αυτήν τη θάλασσα κολυμπάω, είναι καθαρά εδώ, η αναπνοή μου δεν είναι μετρημένη -έχω εξασκηθεί όμως. Δεν είναι η τρικυμία το πρόβλημα. Η σανίδα είναι. Έσκασε η φούσκα μου σήμερα. Αυτό είναι το πρόβλημα. Κόσμος σκοτώνεται, κόσμος πεθαίνει, γυναίκες βιάζονται, εργαζόμενοι δεν πληρώνονται, μανάδες δεν βλέπουν τα παιδιά τους, κάποιος τα κονομάει φτιάχνοντας μυστικές συνταγές σε ένα γραφείο. Κι η δική μου φούσκα είναι λεπτή και γυαλίζει -γίνεται στόχος για τα βέλη που έρχονται κατά πάνω της.
Δεν ξέρω. Δεν είμαι. Δεν θα γίνω ποτέ. Τα παραπήραμε σοβαρά τα πράγματα μαμά και μπαμπά. Θα μου επιτρέψετε να αποσυρθώ στην φούσκα μου για λίγο; Εκεί κλαίω και γελάω και ρωτάω και χορεύω και βρίζω και αγαπάω και μισώ χωρίς να πρέπει να αποφασίσω τι είμαι. Το λεξικό δίπλα στη λέξη "στόχος" έχει μια ζωγραφιά με τον Γουλιέλμο Τέλλο. Εκεί δεν είναι δική μου η αποτυχία. Στις φούσκες δεν υπάρχουν αποτυχίες. Ταξίδι υπάρχει. Αποτυχίες υπάρχουν στις γραμμές που πάνω τους λαχανιάζουν τρένα για να φτάσουν σε σταθμούς με βρώμικες αποβάθρες και σκόρπιες βαλίτσες. Εγώ δεν πήρα ποτέ εισιτήριο. Εγώ δεν κουβαλάω τίποτα.
Subscribe to:
Posts (Atom)