Thursday, 24 January 2008
Public μ-art-ύριο
Έλα, όμως, που αυτόματα θυμάμαι το νέο «concept» (πόσο μισώ κάτι τέτοιους υπαλληλικούς όρους) της καινούριας μας «public art» και μένω σύξυλη. Επιστρέφοντας το βράδυ βάζω στόχο να δω όσο περισσότερες έξω(από δω)καρδιές γίνεται. Κάθε φορά το μάτι μου πέφτει πρώτα πάνω στα διαφημιστικά αυτοκόλλητα της βάσης και μετά στο «έργο τέχνης». Που άλλες φορές μοιάζει να το έχει σκάσει από μαγαζί με ήδη δώρων που φαλίρισε, άλλες με μαξιλάρι που θες να πλακώσεις στις μπουνιές για να ξεθυμάνεις και άλλες με φτηνό διαφημιστικό τρικ. Και, πλέον, το κλικ γίνεται. Ναι, είμαι και πάλι εξαγριωμένη. Search: public art. Η αμφιλεγόμενη-πλην-αναγκαία wikipedia με ενημερώνει ότι είναι η έκθεση έργων τέχνης σε δημόσιο χώρο ώστε να είναι προσβάσιμη για το ευρύ κοινό. Πολύ «νταντά» για την εποχή μας, δεν λέω. Τέλος τα μουσεία, δηλαδή, και η αγιοποίηση της τέχνης. Τέλος οι καρφωμένοι πίνακες πάνω από τζάκια και τα γλυπτά-συντριβάνια στις επαύλεις. Με ενοχλεί, όμως. Αυτό το «public art» μου τη δίνει.
Σαν να υπάρχουν δύο τέχνες, η «public» και η «private». Σαν ο κόσμος να μπορεί να αντέξει συγκεκριμένη τέχνη, αυτή που κάποιοι θα βαφτίσουν «public» και θα τοποθετήσουν εκεί που το πεζοδρόμιο έχει μερικά σπασμένα πλακάκια ή ανάμεσα σε παρκαρισμένα μηχανάκια. Ιδού, κύριοι, η τέχνη Σας! Αφήστε την ελίτ να κομπάζει στα μουσεία, να πληρώνει κερατιάτικα εισιτήρια στην είσοδο για να θαυμάσει –άνευ όρων- ό,τι εκτίθεται σε αυτά. Εσείς είστε μοντέρνοι άνθρωποι. Εκεί που προχωράτε με τον χαρτοφύλακά σας, περιμένετε τον φίλο σας που έχει αργήσει, αγοράζετε έναν εσπρέσο σε χάρτινο ποτηράκι ρίξτε ένα βλέφαρο και λίγο παραδίπλα –η κουλτούρα σας ανοίγει τις πόρτες! Εσείς είστε ακομπλεξάριστοι, εσείς είστε πολυσυλλεκτικοί, εσείς ξέρετε να εκτιμάτε ένα έργο τέχνης μόλις το δείτε. Κι εμείς σας το προσφέρουμε! Δεν είναι απλά art. Είναι public art. Σαν τον Ξανθόπουλο ένα πράγμα, ή τον Αρναούτογλου. Είναι ένας από σας, αλλά είναι και λίγο υπεράνω, είναι trend.
Η διαφωνία μου, λοιπόν, δεν έγκειται στο αν όντως είναι καλλιτεχνικά δημιουργήματα τα έργα αυτά. Ούτε και θέλω να προσβάλω τον κόπο αυτών που τα έφτιαξαν. Στις μέρες μας η συζήτηση περί Τέχνης καταλήγει μοιραία ή στα κλισέ (6 τέχνες, βία 7 θα αναγνωρίσουν οι συντηρητικοί και οι «προοδευτικοί» θα τους απαντήσουν ότι «όλα είναι τέχνη») ή στο κενό (Τελικά, είναι υποκειμενικό. Ό,τι βλέπεις ως τέτοια είναι Τέχνη.) Επειδή τέλος πάντων ο χρόνος είναι χρήμα (και στην περίπτωσή μου ούτε καν αρκετό) κι επειδή, ακόμη περισσότερο, δεν μπορώ να συμμετάσχω σε άλλη μία μαλακισμένη επιχειρηματολογία για το το είναι και τι δεν είναι Τέχνη (και γιατί) επιλέγω να μην ασχοληθώ με αυτό το κομμάτι της νέας μας υπαίθριας καλλιτεχνικής απόλαυσης. Δεν γίνεται, όμως, να προσπεράσω αυτήν την άκρως ελιτιστική αντιμετώπιση των φερόμενων ως «έργα τέχνης» ως public art, μίας ιδιαίτερης έκφρασης δηλαδή της τέχνης.
Η οποία, κατά την άποψή τους (ποιών; Των συμβασιούχων του υπουργείου πολιτισμού ή των προοδευτικών γκαλερίστας; [το «γκαλερίστας» προκύπτει από το «ζαπατίστας» στο δικό μου, αρρωστημένο μυαλό]) είναι φτιαγμένη για τον «πολύ» κόσμο. Ο οποίος τι; Είναι ηλίθιος, ακούλτουρος, καταλαβαίνει την τέχνη μόνο όταν είναι τσάμπα; Στην οποία περίπτωση γίνεται τι; Του προσφέρουμε θέματα καρμπόν απλά με διαφορετικά χρωματάκια μπας και ξεστραβωθεί; Ή μήπως ο πολύς κόσμος καταλαβαίνει την Τέχνη και μόνο από το γεγονός της βάφτισης ενός... Ενός... Έργου, πράγματος, οτιδήποτε τελοσπάντων, ως «καλλιτεχνικό δημιούργημα»; Σε αυτήν την περίπτωση, αν αύριο η Εθνική Πινακοθήκη αποφασίσει να εκθέσει τους πίνακες του Λύτρα στην Ομόνοια ή το μουσείο του Λούβρου την Αφροδίτη της Μήλου στην Place de la Concorde, τα έργα αυτά καταλήγουν «public art»; Κι εκεί είναι η ουσία της απογοήτευσής μου και του θυμού.
Δεν είναι μόνο το πόσο αναχρονιστικές και συντηρητικές είναι αυτές οι βαρύγδουπες ονομασίες. Είναι το πόσο απερίσκεπτα, επιφανειακά και μαρκετίστικα αντιλαμβανόμαστε την Τέχνη. Και, σε ακόμη βαθύτερο επίπεδο, την αξία της δημιουργίας. Και σίγουρα, πίσω από τις χαρούμενες αγελάδες και τις έξω(από δω)καρδιές δεν κρύβεται μία ανάγκη για μαζική επαφή με την τέχνη. Κρύβεται κάποια βαλίτσα που γύρισε από γραφείο σε γραφείο και κάποιοι έξυπνοι ντήλερς. Ακόμα κι ο μάνατζερ του Πικάσο όμως (λέμε τώρα) δεν θα ισχυριζόταν ότι κάνει art.
(Και η συζήτηση θα συνεχιστεί...)
Monday, 21 January 2008
Ουρανός
- ...
- Μας ακούς;
- ... Ναι.
- Καλησπέρα, ή μάλλον... καλημέρα τέτοια ώρα. Πώς σε λένε;
- Αν απόψε δεν είχα σκοντάψει στη φωνή σου θα είχα πηδήξει.
- Τι εννοείς;
- Πάει καιρός που διαπέρασε το αυτί μου φωνή και κύλησε στο αίμα μου. Σήμερα σκόπευα να αυτοκτονήσω. Έτσι κι αλλιώς νεκρή...
- Σε παρακαλώ, δεν θέλω να λες τέτοια πράγματα. Ακούγεσαι πολύ μικρή, είναι κρίμα να τα βλέπεις όλα μαύρα.
- Δεν τα βλέπω μαύρα. Απλά δεν με νοιάζουν τα χρώματα... Αλλά, δεν έχει σημασία...Πήρα να σου πω ότι απόψε με ζέστανες.
- Μην κλείνεις. Πες μου τουλάχιστον το όνομά σου...
- Finitin.
- Finitin, υποσχέσου μου ότι και την άλλη Δευτέρα θα με πάρεις τηλέφωνο.
- Δεν μου αρέσουν οι υποσχέσεις. Αλλά, μην φοβάσαι, δεν θα πηδήξω. Αν αυτό είναι που θες να επιβεβαιώσεις... Δεν θα πηδήξω.
- Αυτό είναι καλό. Αλλά θέλω να σε ξανακούσω.
- Καληνύχτα.
Δυσκολευόταν πολύ να ξυπνήσει τα πρωινά. Τρεις ώρες ύπνου και μετά το μονότονο ξυπνητήρι κικίριζε άλλη μια μέρα που θα ξεκινούσε στο θρανίο της πρώτης σειράς. Ντυνόταν βιαστικά, ό,τι έβρισκε μπροστά της -όλα μαύρα- και κλείδωνε μηχανικά την πόρτα αφού είχε πρώτα ελέγξει ψυχαναγκαστικά δύο φορές τα μάτια της κουζίνας, από μία τις μπαλκονόπορτες και άλλες δύο τον θερμοσίφωνα. Βαρυγκομούσε με το σχολείο. Καλή μαθήτρια ήτανε, από τους άριστους που κάθε 28η Οκτωβρίου παίρνανε κέρασμα στη σχολική εορτή κι από έναν έπαινο. Δεν το καταλάβαινε, όμως. Βαριότανε, νύσταζε και αποκοιμιότανε ευθαρσώς στο πρώτο θρανίο. Οι καθηγητές της, φύσει ψυχοπονιάρηδες με αυτούς που όλοι οι άλλοι αποκαλούσαν “φυτά”, την χτυπούσαν ελαφρά στον ώμο περισσότερο σαν ένδειξη συμπαράστασης παρά σαν παρατήρηση. Κι εκείνη δεκάρα τσακιστή δεν έδινε για το τι νόμιζαν. Την βόλευε κιόλας να νομίζουν ότι εξαντλείται από το πολύ διάβασμα. Πανελλήνιες στη δευτέρα λυκείου ήταν μία πειστική κατάσταση για τους άλλους.
Κι έπεφτε, βυθιζότανε σε ύπνο βαρύ, αυτόν των 40 λεπτών που σε στέλνει στα πιο βαθιά πηγάδια της ανυπαρξίας σου. Κι εκεί τον έβλεπε. Η φωνή έπαιρνε σχήμα, σχημάτιζε δέκα δάχτυλα ποδιών και δυο λεπτές γάμπες, μετά δυο μηρούς κοκαλιάρηδες και μια λεκάνη με δυο κόκαλα που προεξέχουν. Μετά μια κοιλιά σαν να την έχει πατήσει γουδοχέρι, δυο χέρια με φλέβες να πετάγονται και δάχτυλα μακριά καλάμια που λυγάνε από τον άνεμο. Και μετά ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο-φωνή. Μια άρπα. Μιλούσαν ήδη τρεις μήνες. Οι δύο πρώτοι ήταν στον αέρα. Την πρώτη Δευτέρα του είπε απλά πως την έσωσε. Την δεύτερη πως τον σκεφτόταν όλη την εβδομάδα. Την τρίτη συζήτησαν για το πρόβλημα μιας άλλης ακροάτριας. Την τέταρτη της είπε μικρά πράγματα για τη ζωή του. Πως του αρέσουν πολύ τα μακαρόνια με κέτσαπ, πως φτιάχνει τον φραπέ του σκέτο, πως κάθε πρωί πριν ξεκινήσει κάνει μπάνιο. Κι εκείνη το ανταπέδωσε. Δεν έχω κανέναν φίλο, του είπε, τίποτα δεν έχει νόημα, ξεχνάω συχνά να φάω, η μαμά μου δεν ξέρει τίποτα για αυτό σου μιλάω πάντα σιγά, στο σχολείο οι καθηγητές με έχουν για άριστη και οι συμμαθητές για φυτό αλλά εγώ δεν διαβάζω, έχω φασωθεί με άπειρους κι έχω κάνει πάνω από διακόσιες κοπάνες ήδη για φέτος αλλά επειδή τα είχα με τον απουσιολόγο και έχει φάει κόλλημα μου τις έχει χαρίσει σχεδόν όλες. Όχι, δεν θα μπορούσα να είμαι με έναν μόνο, βαριέμαι εύκολα και νιώθω μόνη μου. Της είπε πως αυτός ήταν πολύ διάσημος στο σχολείο αλλά ποτέ δεν ένιωσε άνετα με αυτό, ούτε το εκμεταλλεύτηκε, πως κι αυτός νιώθει μόνος πολλές φορές αλλά πως αυτή είναι μικρή κι έχει μυαλό -θα πρέπει να βρει και πώς να το ξεπερνάει. Κι ας άκουγε όλη η πόλη, οι φωνές τους ταξίδευαν μονάχες μέσα από σύρματα για να συναντηθούν κάπου πάνω από αυτήν. Λαμπερές, ζεστές, μόνες μαζί.
Τον τελευταίο μήνα τα λέγανε κάθε βράδυ από το τηλέφωνο. Μετά τις δώδεκα, να έχει κοιμηθεί η μαμά στα σίγουρα. Εκείνος στρίβοντας τσιγάρα και πίνοντας κόκα κόλα στο τραπέζι της κουζίνας. Εκείνη βάζοντας το τηλέφωνο που είχε αγοράσει ένα πρωί μυστικά στην πρίζα κάτω από το γραφείο της και τραβώντας το καλώδιο μέχρι την ντουλάπα της. Κλεινότανε μέσα, ψιθύριζε -να μην ξυπνήσει η μαμά- κι ανάμεσα από παλτό και ξεσκισμένα μπλουτζήν ξετυλίγονταν ζωές και αναμνήσεις και όνειρα και θυμοί. Τρεις μήνες μετά της είπε να βρεθούν. Είσαι ο πιο κοντινός μου άνθρωπος, της είπε. Δέχτηκε. Θα την κάνω από το σχολείο μετά την δεύτερη ώρα, του είπε. Μόνο μην πάμε έξω για καφέ. Δεν μπορώ τον κόσμο, δεν ξέρω πώς να στήνομαι στις καφετέριες. Θέλω να έρθω σπίτι σου, να δω το τραπέζι που σβήνεις τα τσιγάρα σου όταν μιλάμε, να σε μυρίσω στο οξυγόνο σου, να κάτσω στο γραφείο που στοιβάζεις τις μουσικές σου. Εντάξει, ξέρεις πώς να έρθεις Νέα Ιωνία; Όχι. Θα πάρεις το τρένο, θα κατέβεις στον σταθμό και θα με πάρεις τηλέφωνο. Μένω τρία λεπτά από εκεί.
Δεν κοιμήθηκε. Έκανε μπάνιο στις τρεις, τρίφτηκε δυνατά να καθαρίσει, άνοιξε ένα αφρόλουτρο της μαμάς, ξύρισε τα πόδια της, έβγαλε κάτι τρίχες κάτω από τα φρύδια της, έκοψε τα νύχια της και πασαλείφτηκε με ένα μπόντυ λόσιον που της είχαν κάνει δώρο μήνες πριν και είχε παρατήσει στο ντουλαπάκι του μπάνιου. Στις τεσσερισήμισι ακόμη έψαχνε τι να βάλει. Όχι το τζην, θα βάλω σίγουρα το γκρι το υφασμάτινο που κάνει τα πόδια μου να φαίνονται ψηλά, γαμώτο όλες οι μπλούζες μαύρες. Τρύπωσε ακροπατώντας στο δωμάτιο της μαμάς, άνοιξε το συρτάρι με τις μπλούζες, ψαχούλεψε, βρήκε μια άσπρη κολλητή, ναι, αυτή είναι καλή, θα κάνει και τη μέση μου να διαγράφεται, έκλεισε το συρτάρι αργά και γύρισε στο δωμάτιο. Κι από πάνω την μαύρη μου τη ζακέτα την κρουαζέ, και τα μαύρα μου τα σταράκια. Σκατά, μπάζο είμαι, θα το ακυρώσω. Όχι, δεν γίνεται. Δεν θέλω. Γαμώτο, θα με κοροϊδεύει, οπωσδήποτε αφού τον πάρω τηλέφωνο να θυμηθώ να βγάλω τα γυαλιά και να τα χώσω κάτω κάτω στην τσάντα.
Είσαι στο σταθμό; Ναι, φοράω σταράκια μαύρα, ένα γκρι παντελόνι... Εντάξει, εντάξει, (γελάει), θα σε καταλάβω. Βγάζει τα γυαλιά της, τα χώνει κάτω από την Αντιγόνη και τα Κείμενα, στέκεται στην άκρη του πεζοδρομίου, μπρος πίσω πάνω στην λεπτή γραμμή στην άκρη, το στομάχι της κόμπος και ένα ενοχλητικό τρέμουλο στα δάχτυλα. Πρέπει να ηρεμήσω, θα γίνω ρεζίλι. Πάρκινσον στα δεκαπέντε μου γαμώ την πουτάνα μου! Στρίβει. Φοράει ένα ξεθωριασμένο τζην και τα μαλλιά του είναι φίδια πιασμένα σε κοτσίδα. Είσαι η Finitin; Ναι. Τον αγκαλιάζει. Αυτός κάτω από το πεζοδρόμιο, εκείνη στην άκρη του κι έχουν το ίδιο ύψος περίπου -της ρίχνει λίγο. Είναι ψηλός, τώρα ακούει την καρδιά μου που πάει σαν τρελή, έχω ήδη γίνει ρεζίλι. Την σφίγγει πάνω που πάει να τον αφήσει, το πηγούνι της ξεκουράζεται στον ώμο του, αναστενάζει.
Σ' αγαπώ.
Κι εγώ σ' αγαπώ.
Όχι, δεν καταλαβαίνεις. Σ' α γ α π ώ.
Ναι, κι εγώ.
Ναι, αλλά εγώ θέλω να είμαστε μαζί.
Δεν γίνεται. Και πώς, δηλαδή; Αφού έχεις κοπέλα.
Δεν έχω τίποτα αν δεν είμαστε μαζί.
Θα σε κάνω δυστυχισμένο.
Δυστυχισμένος ήμουν όσο δεν σε ήξερα.
Μα... Μόλις χθες με γνώρισες από κοντά.
Σε ήξερα πάντα.
Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια;
Ναι. Θυμάσαι που σπαρταρούσες σαν ψάρι στην αγκαλιά μου και ντρεπόσουν να με κοιτάξεις στα μάτια;
Ναι... Και τώρα φεύγεις.
Δεν πάω και στην άκρη του κόσμου, τρεις ώρες είναι η Αγγλία.
Φεύγεις. Κι εσύ. Βγάζει τα γυαλιά της, η θάλασσα έχει αγριέψει και τα τζάμια δεν την συγκρατούν.
Τρία χρόνια απόρριψης. Ποιος απέρριψε ποιον; Εκείνη. Ναι... Όχι, όχι. Εκείνη τους έσωσε. Θα ήταν ένα ναυάγιο. Καλύτερα έτσι. Ελεύθεροι μαζί. Να περνάνε άλλοι από τα κρεβάτια τους, να μοιράζονται με άλλους τα Κυριακάτικα πρωινά, τα σφηνάκια στα μπαρ. Του το 'χε πει. Με όποιον κι αν ήταν, με όποια κι αν ήταν αυτοί είναι άλλο. Είναι πάνω από αυτά, η αγάπη δεν ζητά πασαπόρτια για το κρεβάτι ούτε επιβεβαίωση. Θα ήταν καταστροφή αυτή η σχέση. Η μαμά της θα τους διέλυε. Έπειτα, ήταν μικρή. Δεν μπορούσε να βγαίνει τα απογεύματα, δεν γινόταν να βλέπει κάποιον τα Σαββατοκύριακα. Θα τον κούραζε. Καλύτερα έτσι. Από όταν πέρασε στο Πανεπιστήμιο ξεγλιστρούσε κιόλας κάποια βράδια. Έλεγε πως θα βγει με συμφοιτητές της, η μαμά της χαιρότανε που ο μικρός της μισάνθρωπος κοινωνικοποιούταν λίγο και την άφηνε. Εκείνος έλεγε μια δικαιολογία στην “ακατονόμαστη”, μόνο έτσι μπορούσε να την λέει και να γελάει λίγο, και συναντιόνταν στη σοφίτα του. Κάθονταν στο στρώμα καταγής, είχε αρχίσει το κάπνισμα κι αυτή, την κορόιδευε, άντε μωρέ που μεγάλωσες κι εσύ για να καπνίζεις, έπιναν παγάκια μαυροδάφνης από ένα μπουκάλι που ξέχναγαν για ώρες στην κατάψυξη, άναβαν κεριά κι ονειρεύονταν. Κάποτε κάποτε την άγγιζε και της σήκωνε το πηγούνι. Πότε θα μάθεις να με κοιτάς; Δεν ξέρω. Την φίλαγε προς τα πάνω, να σηκώνει το κεφάλι της, κι όταν τα κατάφερνε κατέβαινε στο λαιμό της, τα δάχτυλά του ίσα που διαπερνούσαν την μπλούζα της, εκείνη έτρεμε πάλι σαν ψάρι, έσερνε τα δάχτυλά της που τρέκλιζαν σαν μεθύστακες στον καβάλο του και κυλιόντουσαν στο στρώμα.
Και τώρα, τρία χρόνια μετά φεύγει. Χωρίς να έχει μπει μέσ μου ούτε μία φορά... Έχω κάνει έρωτα μαζί σου χιλιάδες φορές της ψιθυρίζει στο αυτί. Τον πιο ωραίο, τον πιο άγριο, τον πιο τρυφερό, τον πιο θανατηφόρο έρωτα τον έχω κάνει με εσένα. Με καμία άλλη δεν έχω κάνει έρωτα. Ο έρωτας είναι στάση σκέφτεται αυτή. Όλες οι άλλες είναι περαστικές. Κλαίει, δεν θα σε ξαναδώ ποτέ. Δεν θα ξαναδώ τον έρωτα της ζωής μου, νιώθει μέσα της και το φράγμα σπάει, τα νερά ξεχύνονται ορμητικά, το αίμα παγώνει. Σσσσσσς. Ό,τι κι αν γίνει, και να χαθούμε, και να μην με ξαναπάρεις τηλέφωνο ποτέ... Στα ογδόντα μου αν βγαίνω ένα πρωί από το τρένο κι εσύ είσαι εκεί, στην άκρη στο πεζοδρόμιο ξέρω πως θα νιώσω όπως την πρώτη φορά που σε είδα. Όπου κι αν είμαι, όπως κι αν είμαι, ό,τι κι αν έχουμε γίνει. Ό,τι και να γίνει το ξέρω.
Μαζί σου θέλω να είμαι. Τέλειωσαν οι μαλακίες και οι δικαιολογίες.
Μα, αφού είμαστε με άλλους.
Δεν υπήρχαν ποτέ άλλοι.
Πώς το λες αυτό; Εσύ; Που έφυγες στην Αγγλία μαζί της. Που λείπεις δυο χρόνια τώρα και μένεις με μια άλλη...
Τελειώσαν αυτά. Τέρμα. Θέλω να είμαι μαζί σου κι αυτήν την φορά δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο και κανένας άλλος εκτός από εμάς.
Οι δυο μας;
Οι δυο μας.
Και χωρίς να βλέπουμε άλλους;
Μόνο οι δυο μας. Είμαι ερωτευμένος, το καταλαβαίνεις; Πέντε χρόνια στο φωνάζω. Γιατί δεν πιστεύεις σε εμάς; Θυμάσαι που σου έλεγα ότι κάποτε θα έρθω σε ένα άσπρο άλογο και θα σε πάρω από όλα αυτά, αρκεί να πιστεύεις στους ιππότες;
Θυμάμαι.
Έρχομαι μεθαύριο. Το αεροπλάνο είναι άσπρο. Πιστεύεις;
Πιστεύω.
Ό,τι κι αν γίνει εσύ είσαι πάνω από όλα για εμένα. Με κάνεις ευτυχισμένο.
Μπορεί η θάλασσα να κάνει κάποιον μόνο ευτυχισμένο;
Δεν με νοιάζουν οι φουρτούνες, όλα μου αρέσουν. Κι αυτά που δεν μου αρέσουν δεν φτάνουν την ομορφιά σου να την χαλάσουν, είναι απέραντη η ομορφιά μας.
Μα όλο σε πνίγω και σε χτυπάω με κύματα. Σε αγαπώ, δεν θέλω να σε σκοτώσω...
Δεν σε φοβάμαι, σε αγαπάω.
Τότε σε λένε Ουρανό.
(Στον Έναν)
Wednesday, 16 January 2008
Τα τρικ του κυρίου Μενέλαου
Αρχίζω παρόλα αυτά να αναρωτιέμαι αν υπάρχει ένα υπόστρωμα συλλογικής σεξουαλικής διέγερσης από συγκεκριμένα ερεθίσματα. Δεν μπορεί, ας πούμε, κάποιος να μην παρατηρήσει ότι το Πανελλήνιο φτιάχνεται από τον απαγορευμένο έρωτα (λέμε τώρα) ενός Michelin – guy κι ενός βύσματος. Γιατί είναι και λίγο σαν η ζωή μας να απέκτησε μία λατινοαμερικάνικη διάσταση Πακίτας. Όπως, ας πούμε πάλι, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι το Πανελλήνιο φαίνεται να γουστάρει με χίλια μεγαλοεκδοτικές κόντρες. Και για ποιον λόγο να το κρύψουμε άλλωστε, όταν ο Μάκης προειδοποιεί (δεν απειλεί) ότι θα “τσακίσει” τον συνεργάτη του φτάνουμε ένα βήμα πριν την σεξουαλική κορύφωση, μετά βίας, δηλαδή, το σώζουμε λόγω διαφημίσεων.
Ταυτόχρονα, πάντα τρελλαινόμουν για τα ψιλά γράμματα των εφημερίδων. Συνήθεια που, υποθέτω, απέκτησα από μικρή ηλικία εξαιτίας της γιαγιάς μου η οποία με το που έπαιρνε την εφημερίδα στα χέρια της άνοιγε την προτελευταία σελίδα και διάβαζε τις αναγγελίες των γάμων και των κηδειών. Η γιαγιά μου, βέβαια, ήξερε ποιο πρόσωπο αναλογεί στα ονόματα που έβλεπε γραμμένα (ναι, με σημερινούς όρους η εξορία ήταν ό,τι πρέπει για δημόσιες σχέσεις αριστερών). Εγώ πάλι, διευρύνοντας την δραστηριότητα αυτή, τρελαίνομαι να διαβάζω, με σειρά προτίμησης, κηδείες, μνημόσυνα, γάμους, εφημερεύοντα φαρμακεία, αποθέματα νερού, τηλέφωνα ανάγκης και παρτίδες σκάκι. Η συνήθειά μου αυτή με έχει κάνει να νιώθω, εκτός από στιγμές χαλάρωσης, ότι αποδίδω τα εύσημα σε αυτούς που κάνουν αυτήν την αγγαροδουλειά και, μία στο τόσο να παίρνει το μάτι μου φοβερά ενδιαφέροντα πράγματα που γράφονται με μικρές γραμματοσειρές. Είναι γιατί έχω εκπαιδευτεί -το ίδιο και στο σινεμά. Το background πολλές φορές με απορροφά πολύ περισσότερο από ό,τι η δράση στο προσκήνιο (με ό,τι ευτράπελα μπορεί να επιφέρει αυτή μου η εμμονή).
Προσφάτως, λοιπόν, είδα για έναν πρώην υποψήφιο δήμαρχο που αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι λέγοντας, την ύστατη αυτή στιγμή, “Σας αγαπώ”. Ομολογώ ότι μία τερατώδης διάθεση με έκανε να φανταστώ τη σκηνή κινηματογραφικά σε παρωδία Χολυγουντιανής μελοδραματικής ρομάντζας και να διαγραφεί ένα ειρωνικό χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Επειδή, όμως, ο “κακός” εαυτός μου παραείναι κυνικός για τα δεδομένα των περισσοτέρων από αυτούς που συναναστρέφομαι οδηγήθηκα ένα βήμα πιο πέρα στη σκέψη μου. Αποφάσισα, λοιπόν, ότι στις μέρες μας οι πτώσεις είναι ένα από τα καλύτερα διεγερτικά. Ένας καθαριστής τζαμιών βούτηξε από τον 47ο όροφο ενός ουρανοξύστη στην Αμερική και επέζησε. Ένας Πολωνός από τον 5ο μιας πολυκατοικίας και τη γλίτωσε. Ένα κοριτσάκι από την Ρουμανία από τον 6ο. Και έζησε. Ο Ζαχόπουλος το ίδιο. Κι όλα αυτά, με τις μικρές ιστορίες που κρύβουν από πίσω, τράβηξαν τα βλέμματα. Αυτών που καταγράφουν την είδηση. Ή μήπως τη δημιουργούν;
Γιατί για τον εργάτη στην Αμερική αφιερώθηκαν 2 ώρες (maximum) για να γραφτεί η ιστορία. Για τον Ζαχόπουλο, όμως, που είχε και 42 ορόφους διαφορά, χτυπάμε κάρτα κάθε μέρα, ξεκίνησε ροζ-κίτρινος πολιτικοεκδοτικός πόλεμος και φυλακίστηκε ήδη ένα άτομο. Για έναν τύπο με αλεπουδίσιο βλέμμα και αμαρτωλή κοιλιά (και χέρι). Για μία γυναίκα που έκανε ό,τι κατηγορείται ότι κάνει το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού και ο μισός γυναικείος πληθυσμός. Έβαλε βύσμα και δημιούργησε ερωτική σχέση με το αφεντικό της. Δεν υπάρχει έκπληξη πίσω από όλα αυτά. Δεν υπάρχει σασπένς. Δεν υπάρχει φαντασία. Δεν ξέρω τι μπορεί να σκεφτόταν ο Ζαχόπουλος όταν πήδαγε (στο κενό εννοώ). Ούτε τα τηλεφωνήματα της προηγούμενης νύχτας. Δεν μπορώ να ξέρω ποια νήματα έφεραν την κάμερα στο σωστό σημείο. Μπορώ, όμως, να αναρωτιέμαι ποια νέα μορφή ψύχωσης τυφλώνει. Είναι ναρκισσισμός... Μπα, όχι. Είναι σχιζοφρένεια... Όχι, σίγουρα όχι. Για αυτό και επιλέγω την εκδοχή της συλλογικής σεξουαλικής διέγερσης. Είμαστε ένα κοινό σεξουαλικά διεγερμένο για αυτό και είναι αδύνατον να σκεφτούμε με το σωστό όργανο. Αν μη τι άλλο, είναι ερωτικές εποχές αυτές που ζούμε. Ο Σαρκοζί, ο Τσάβες, ο Ζαχόπουλος, ο πρίγκιπας του Μονακό, ο γιος του πρίγκιπα της Αγγλίας, η Μπρίτνευ Σπήαρς... Όλοι, σημαιοφόροι της νέας σεξουαλικής μόδας.
Εξουσία είναι αυτό που κάνει επιτυχώς τον ιδιωτικό χώρο δημόσιο και τον δημόσιο ιδιωτικό. Για αυτό και μπερδεύεσαι μετά. Γιατί οι σεξουαλικές επιδόσεις του Ζαχόπουλου παρουσιάζονται ως δημόσιο θέμα. Οι επιδοτήσεις, όμως, στα θέατρα υπεγράφησαν ένα βράδυ σπίτι του μετά από έναν πολύ ωραίο καφέ με τους κολλητούς. Άρα, το μυαλό σου επιτάσσει σεβασμό στον ιδιωτικό χώρο. Η επαγγελματική ασφάλεια του Θέμου είναι βορά στα δελτία ειδήσεων. Καλείσαι, δηλαδή, να πάρεις θέση σε ένα τόσο φλέγον ζήτημα ως σκεπτόμενος πολίτης. Η κοινωνική ασφάλιση, όμως, είναι θέμα μερικών ιδιωτών (και μερικών ιδιωτικών στιγμών μεταξύ τους). Κλειστή πόρτα χωρίς κλειδαρότρυπα. Κι όλες αυτές οι διεγερτικές στιγμές στοιβάζονται η μία μετά την άλλη στον χρόνο μας. Που μετά δεν φτάνει για να δημιουργήσουμε τις δικές μας, ιδιωτικές, ρωβινσονικές στιγμές. Με την δική μας ματιά στα θέματα. Με την δική μας απόφαση για απόσταση από αυτό το ομαδικό όργιο. Γιατί, εγώ φερ' ειπείν, αποφεύγω ωσάν τον διάολο να πληροφορηθώ ή να ψάξω κάτι για το εν λόγω θέμα. Κι όμως, αμφιβάλλω αν δεν είμαι πλήρως ενημερωμένη. Κι αντί να κάθομαι να σας γράφω ό,τι άλλο σκέφτομαι κάθομαι και αναλύω τις ερωτικές συνήθειες της φυλής των Ελλήνων.
Οι οποίες, αρκούντως χίππικες και προχώ, φτάνουν μέχρι του να ηδονίζονται με τον προδιαγεγραμμένο θάνατο ενός θρησκευτικού ηγέτη. Καθημερινά ανακοινωθέντα, συνοδευόμενα από φωτογραφίες του αρρώστου από τις καλές του εποχές (χαμογελαστός, κοκκινομαγουλίτσος, ευτραφής) μας μπάζουν κι εμάς στην κάμαρά του, έχουμε άποψη για το αν ο θεράπων ιατρός του έκανε ό,τι έπρεπε όταν έπρεπε, στοιχηματίζουμε πάνω στον θάνατό του. Η κυνική πλευρά μου (η οποία τον εν λόγω κύριο τον μισούσε θανάσιμα) λέει πως ό,τι έσπειρες θερίζεις. Η επιχειρούσα - την - ανθρωπιστική - μεταστροφή πλευρά μου λέει πως ο άνθρωπος πρέπει να πεθαίνει όπως επιλέγει. Δικαιούμενος την μοναξιά του θανάτου. Και αυτά τα αδηφάγα μάτια και αυτιά μας, λοιπόν, μας οδηγούν στην απώλεια του δικού μας χρόνου, στην απώλεια της ουσίας, στην απώλεια της φαντασίωσης ενός home-made ερωτικού DVD (αν μου πει κάποιος ό,τι φαντάζεται τον Ζαχόπουλο περιπτυσσόμενο μετά της Τσέκου και φτιάχνεται θα τον διαγράψω από τα links μου).
Οι Άγγλοι όταν έχουν τις “μαύρες” τους (που λέμε εμείς) νιώθουν “blue”. Αιώνες μετά ο Έλληνας, εκ των περιστάσεων, προσεγγίζει αυτήν την ματιά στα πράγματα. Όχι γιατί έγινε όλη η Ελλάδα μπλε (τότε θα πηδούσαμε ομαδικά από τον 50ο όροφο -για σιγουριά- πολλοί περισσότεροι). Μπλε, όμως, θα πρέπει να νιώθουν πολλοί παρακολουθώντας όλα αυτά. Ένα βήμα πριν το μαύρο. Μπλε νιώθω κι εγώ, λοιπόν, καταμπλέ μην σας πω. Όχι μόνο γιατί εκνευρίζομαι. Όχι μόνο γιατί απογοητεύομαι. Αλλά γιατί βαριέμαι. Ο βαθμός της εξοικείωσης, “συνελλόντι ειπείν” (αθάνατε Μιχαλακόπουλε!) με το ομαδικό σεξουαλικό όργιο και την κρυφή κάμερα, έχει επιφέρει απάθεια. Ήμουν που ήμουν τελείως αδιάφορη για τις κρυφές κάμερες (εν αντιθέσει με τις φανερές) και τις προσωπικές ερωτικές επιλογές του καθενός, απόγινα τώρα. Κι έτσι σκεφτόμουν τον κύριο Μενέλαο σήμερα. Αν ήξερα ότι φοράει άσπρη σωβρακοφανέλα, τα βυζιά του κρέμονται, έχει πηδήξει το μισό χωριό και γουστάρει σοδομισμό το πιθανότερο είναι να μου φαινόταν τόσο ξενέρωτος όσο και τα κολωνάκια του δήμου Αθηναίων και το σήκωμα του καπέλου του ένα φτηνό τρικ για να γαμήσει.
Monday, 31 December 2007
M.(ister) D.(eus)

Αυτή η χρονιά δεν θα μπορούσε να κλείσει αλλιώς. Σε πείσμα όλων αυτών που μας κρατάνε χαμηλά, που μας θέλουν δεμένους, που μας πείθουν πως τα άσχημα έχουν κάνει συμφωνία με το σύμπαν για να προσεγγίζουν το άπειρο, αυτή η χρονιά θα κλείσει όπως και όλες οι προηγούμενες. Με πείσμα, αισιοδοξία, θέληση, όνειρα και με μία απόδειξη. Ότι ο έρωτας είναι η απάντηση. Ο έρωτας για τους ανθρώπους και τα πράγματα, τις ιδέες και τα πάθη. Ερωτική, λοιπόν, η τελευταία απάντηση. Έρωτα εύχομαι και σε όλους σας για κάθε λεπτό κάθε καινούριας χρονιάς.
Αυτός ο κύριος είναι η καθυστερημένη εφηβεία μου. Αν στα 15 με παραέπαιρνα στα σοβαρά για να διεγείρομαι μπροστά σε αφίσες ναρκισσιστικών ποζών διαφόρων μοιραίων (και μη) κυρίων, στα 24 ξέρω πια πως και η α-σοβαρότητα βρίσκει την αξία της στα βάθη του μυαλού μας. Ο κύριος Laurie είναι για την εκπρόθεσμη groopie πλευρά μου ο άνδρας της χρονιάς. Μία πλευρά μου που έχει κολλήσει την μούρη της στην οθόνη του υπολογιστή και βλέπει σαδιστικά απανωτά περιστατικά μίας ιατρικής μονάδας ενός πολυτελούς νοσοκομείου. Τον λατρεύω. Αν ήμουν λίγο νεότερη θα μπορούσα να πω ότι είναι ο Θεός μου. Δεν χρειάζεται. Προέβλεψε ο ίδιος σε ένα επεισόδιο με τον ελπιδοφόρο τίτλο “House vs God” στο οποίο φρόντισε να αποκαταστήσει την τάξη του σύμπαντος αποκαλύπτοντας πως ο Θεός μπορεί να βρίσκεται στον καθένα μας.
Ο Gregory House,m.d., λοιπόν, έχει κερδίσει επάξια τον θρόνο του στην καρδιά μου. Γιατί πίσω από την αξύριστη, ανέκφραστη, κυνική, σαρκαστική, ανθρωπο-αδιάφορη και ασυμβίβαστη για “m.d.” παρουσία του κρύβεται ένας άνδρας που μπορεί την σωματική ανεπάρκειά του να την κάνει rock-attitude και την ευαισθησία του δούρειο ίππο. Σημαντικό στην εποχή μας. Μια εποχή που οι faux συναισθηματισμοί, οι “αντρουά” αντι-νταβατζέ διακηρύξεις και η λάμψη του περιτυλίγματος κυριαρχούν από το κρεβάτι της πόρνης μέχρι την βίλα του νταβατζή.
Friday, 21 December 2007
Έστιν ουν ευκολία
Παρόλα αυτά, η σάτυρα αναμετράται πάντα με έναν βασικό εχθρό. Το κοινό της. Ένα κοινό πολυδιάστατο, προερχόμενο τόσο από τον χώρο της τραγωδίας και του φτηνού μελοδράματος όσο και από αυτόν της φτηνής επιθεώρησης και του ποπ κορν. Όταν οι μεν μένουν ικανοποιημένοι οι δε βαριούνται και παίζουν στόχο με τα ποπ κορν. Όταν οι δε την βρίσκουν οι μεν στήνουν πηγαδάκια μιλώντας για την ντροπή της ξεπεσμένης σάτυρας που ασχολείται με φτηνά θέματα. Υπάρχει, όμως, κάτι που παραβλέπουν και οι μεν και οι δε. Ότι η σάτυρα, όταν έχει λόγο και περιεχόμενο, μπορεί να ασχοληθεί με το ο,τιδήποτε και τον οποιονδήποτε και να αποκαλύψει την σοβαρότητα του θέματος. Ο σατυρικός συγγραφέας, δε, δεν είναι ούτε πολιτικός αναλυτής ούτε δοκιμιογράφος. Πάνω από όλα είναι ένας καλλιτέχνης, ταγμένος και υποταγμένος σε αυτή του την φύση. Αυτό σημαίνει ότι ούτε υποχρεωμένος είναι να παρουσιάζει πολιτικά δεδομένα ούτε να είναι αντικειμενικός. Τα προσωπικά του πάθη αποτελούν προϋπόθεση, όχι όνειδος. Γιατί ο καλλιτέχνης δεν το παίζει αυθεντία ούτε αδέκαστος κριτής, ακολουθεί μαγεμένος το περίεργο κράμα της λογικής με το πάθος του.
Στις μέρες μας αδυνατούμε να βιώσουμε την κάθαρση. Ούτε η τραγωδία ούτε η σάτυρα καταφέρνουν να μας ικανοποιήσουν, πόσο μάλλον να μας «εξαγνίσουν» θεατρικά, λογικά και συναισθηματικά. Αντ’ αυτού η φτηνή παρέλαση δεδομένων, η εύκολη παράθεση ερμηνειών, η αναμενόμενη ποδηγέτηση και η ανταμοιβή του φιλεθεάμονος κοινού με ευπώλητο μελώ ή ανέμπνευστη και άνευ περιεχομένου κωμωδία φαίνεται να επιφέρει την ισορροπία που χρειαζόμαστε. Ως κοινό και ως κοινωνία. Ισορροπία δια της διχοτομήσεως η οποία επισύρει την αδιαφορία. Οι ικανοποιημένοι μπορούν να ανεβάσουν ποδαράκι στο τραπέζι και να αφεθούν στη νιρβάνα της τηλεόρασης. Οι ανικανοποίητοι μπορούν να βάλουν την τηλεόραση στην αποθήκη και στον χώρο που ελευθερώθηκε να τοποθετήσουν τα άπαντα του Παπαδιαμάντη. There, everyone happy.
Όταν εμφανίζεται κάποιος ο οποίος κάνει τους μεν να ανεβάζουν ποδαράκι στο τραπέζι και να συνέρχονται –αμυδρά, μην είμαστε και αφελείς- από τον λήθαργο και τους δε να σουτάρουν τον Παπαδιαμάντη στην αποθήκη και την τηλεόραση στη θέση του, ε, εκεί υπάρχει θέμα. Τα προσυμφωνηθέντα όρια καταρρέουν και η ταυτότητα του θεατή καίγεται. Πανικόβλητο το κοινό ψάχνει την δικαιολογία του. Κι επειδή αυτή δεν είναι αρκετή μετά ψάχνει το επόμενο βήμα. Οι μεν, από καιρό κατασταλαγμένοι στην ακομπλεξάριστη συμπεριφορά του ηλιθίου, προσπαθούν να στιγματίσουν τον καλλιτέχνη με την ευκολία τους. «Ο καλλιτέχνης μάς κάνει χαρούμενους. Άρα, αφού εμείς είμαστε φτηνοί είναι κι αυτός φτηνός.» Οι δε, από καιρό ταγμένοι στον κυκλώνα της αυταρέσκειας και την απαξίωσης, έχουν εύκολο έργο. «Τα θέματα που ασχολείται είναι φτηνά. Το κοινό που ευχαριστεί είναι φτηνό. Άρα λαϊκίζει.» Παρακάμπτοντας, όλοι, την ουσία του θεάματος. Την προσωπική ματιά και οπτική του καλλιτέχνη πάνω στα πράγματα. Καταλήγοντας στο οξύμωρο ότι το θέμα κάνει τον καλλιτέχνη, όχι ο καλλιτέχνης το θέμα.
Και οι μεν παρακάμπτονται εύκολα. Αναλύονται σε ένα, άντε δύο επίπεδα, βολεύονται σε αυτά και από μπροστά τους απλά μένει να περάσει το επόμενο θέαμα. Οι δε, όμως, είναι το «γαμώτο». Όλη τους η γνώση, όλη τους η κριτική ικανότητα, το «ανεβασμένο» επίπεδο και η «καλλιεργημένη» ματιά τους καταλήγει σε έναν κουβά. Της φτήνιας. Γιατί φτηνά ξεπουλάνε ό,τι καλό για να προσποιηθούν την ανωτερότητά τους. Βαθειά κομπλεξικοί, ορκισμένοι εχθροί του λαϊκού. Αυτή η ελίτ που κερδίζει την αξία της από την αυτόματη απόσταση που λαμβάνει από τις καταστάσεις και τον «λαουτζίκο». Διακινώντας την «εύθραυστη» στα λαϊκά θέλω αντίληψή της μόνο στους κύκλους της, ναρκισσιστικά και αυτάρεσκα. Για να μπορεί να στρέφει τα βέλη της σε όποιον είναι έξω από τον κύκλο αυτό.
Μόνο που αυτή, η ευαίσθητη, «δύσκολη», ανικανοποίητη, υψηλού επιπέδου ομάδα δεν υφίσταται ανεξάρτητα από ό,τι την κυκλώνει. Υποτίθεται δε ότι η μόνη της αξία είναι η πιθανή ικανότητά της να στρέφει τα μάτια των οξαποκεί στην ουσία των πραγμάτων. Όσο η ίδια χάνει την ουσία τόσο εγχέεται στα κατώτατα στρώματα του οξαποκεί. Σε αυτά της φτήνιας και της ευκολίας. Αποδεικνύοντας ότι δύσκολο δεν είναι το να διαφέρεις. Δύσκολο είναι το να έχει αξία αυτό.
Saturday, 15 December 2007
Μπακαλόγατοι και μπακαλοαρουραίοι
Ο παππούς έχει πατήσει αισίως τα 85. Ψηλός, γεροδεμένος με σμιχτά φρύδια δεν έχει ακόμη καταλάβει αυτό που του λέμε με τον αδερφό μου -ο καταψύκτης είναι για να φέρνει παγωτά τα καλοκαίρια κι όχι για να βάζει μέσα τα κρέατα που του ζητάνε οι νοικοκυρές. Μάταιος κόπος. Όπως και του πατέρα μου που μετά το δεύτερο έμφραγμα τον έβαλε να κάθεται στο σπίτι. Άντεξε με το ζόρι δυο εβδομάδες ο παππούς μέσα στην κατάθλιψη και την απραξία. Μετά ξαμολήθηκε πάλι στο μπακάλικό του. Ξαναέβγαλε έξω τις καρέκλες κι έφτιαχνε καφέ στους φίλους του -που όσο περνάνε τα χρόνια λιγοστεύουνε επικίνδυνα. Τώρα το χειμώνα τις αφήνει μέσα και το απόγευμα πάνε οι φίλοι του -και η γιαγιά με τις φίλες της- και βλέπουνε ΕΤ1 σε μία τηλεόραση τριακοντετίας. Όπως κάνουνε, άλλωστε, τα τελευταία 67 χρόνια. Μόνο το ωράριό του άλλαξε. Από συνεχές που το είχε πάντοτε τώρα το ελάττωσε. 7:00-14:00 και 18:00-23:00. Η μοναδική του υποχώρηση στον πατέρα μου και τη γιαγιά.
Ο παππούς, λοιπόν, τόσα χρόνια έχει κάνει αμέτρητα λάθη. Κι όταν η κυρά Τασώ του γυρίζει πίσω τον πελτέ γιατί θέλει άλλη μάρκα της βρίσκει τον άλλονε, αυτόν που ήθελε εξαρχής, στο ράφι. Όπως κι άμα ο μπακαλιάρος δεν είναι φρέσκος το λέει στον Νιόνιο, που θέλει η κυρά του να τον φτιάξει στα εγγόνια τους, και του λέει πως την επόμενη θα φέρει φρέσκο και καλύτερο. Αυτόν που περίσσεψε ή τον πετάει ή τον τρώει με τη γιαγιά. Μία στο τόσο τον φορτώνει ο μπαμπάς, ή εγώ όποτε είμαι εκεί, και τον πάμε στην πόλη. Στην μαρκέτα που είναι για τους εμπόρους. Φορτώνουμε στο μεγάλο καρότσι χαρτιά, απορρυπαντικά, κοκακόλες, τσιτσιμπύρες, καφέ ελληνικό, μακαρόνια Μίσκο και μετά περνάμε από τις σοκολάτες και τα μπισκότα. Εκεί ο παππούς απορεί πώς γίνεται να υπάρχουν τόσο διαφορετικά είδη. Και με ρωτάει τι είναι το ένα και τι είναι το άλλο. Κι αν είναι καλά, αν τα φτιάχνουνε από καλά υλικά, αν θέλουν ψυγείο, ποια είναι στη μόδα και ποια προτιμάνε τα μικρά παιδιά. Αρπάζει και μερικά σακουλάκια καραμέλες βουτύρου, μου αγοράζει και ένα πακέτο με την αγαπημένη μου σοκολάτα και πληρώνουμε. Καμιά φορά αγοράζει και δώρο για την γιαγιά -την τελευταία φορά διαλέξαμε το πιο καινούριο σίδερο που είχε βγει στο εμπόριο. Όταν πάει με τον μπαμπά απλά παραλείπει όλο το κομμάτι της σοκολάτας και των μπισκότων. Κατά τα άλλα και εκείνον τον ρωτάει για τα καινούρια απορρυπαντικά και τοματοπελτέδες. Μια φορά η κυρα-Λένη ήθελε να φτιάξει από αυτές τις σούπες τις έτοιμες. Κι ήμουν μπροστά που ο παππούς της είπε ότι τέτοιες βλακείες δεν βάζει στο μαγαζί του κι άμα θέλει να πάει στο μαρκάντε να αγοράσει.
Τα σκεφτόμουν όλα αυτά τις τελευταίες μέρες. Που έφαγα ώρες ατελείωτες αναμονής ακούγοντας την λυπητερή μουσική της τηλεφωνικής αναμονής μεγάλων εμπορικών κολοσσών. Που εξηγούσα στον αρμόδιο γιατί ο υπολογιστής που μου πουλήσανε είναι μάπα, γιατί δεν γουστάρω να αγοράζω Vista όταν πληρώνω κάτι άλλο, πως αυτό το μηχάνημα που μου πουλήσανε είναι για τα σκουπίδια και θέλω τα λεφτά μου πίσω ή άλλο μηχάνημα. Τους εξέθεσα ένα κατεβατό από λόγους που αποδεικνύουν πως λένε ψέμματα, τους παρέπεμψα σε μία λίστα από sites, μερικά εκ των οποίων ανήκουν στους κορυφαίους προγραμματιστές, τα οποία θα τους βοηθούσαν να καταλάβουν πως ή λένε ψέμματα και περιμένουν να τα χάψουμε και να πούμε κι ευχαριστώ ή δεν ξέρουν τι τους γίνεται, στην οποία περίπτωση καλό είναι να κάτσουν σπίτι τους και να παίζουν Pro. Εις μάτην. Το καλύτερο deal που έκλεισα ήταν να μιλήσω με την διευθύντρια του αρμόδιου τμήματος και να καταφέρω να κλείσω ραντεβού στην πολυεταιρία τους να ανοίξουμε τον υπολογιστή και να τους αποδείξω επιτόπου πως είναι καραγκιόζηδες. Με γυαλιστερά χαμόγελα όμως.
Και σκεφτόμουν πόσες φορές έχουμε αφήσει να πέσει κάτω η προσβολή, το ψέμα, η άγνοια αυτών που πληρώνουμε για να γνωρίζουν και να εξυπηρετούν. Από τα μαγαζιά ρούχων, στα supermarkets κι από εκεί στα “πολυμπακάλικα” κάθε είδους. Πολυμπακάλικα που στελεχώνονται από κουστουμάτα στελέχη μίας σειράς σεβαστών πτυχίων της αλλοδαπής ή της ημεδαπής, από νεαρούς υπαλλήλους ύφους εκατό καρατίων ότι ΑΥΤΟΙ ξέρουν κι εσύ είσαι ο ηλίθιος πελάτης που δεν έχεις δικαίωμα να μιλήσεις παρά να αγοράσεις ό,τι σου λανσάρουν. Που άμα τους στριμώξεις δεν ξέρουν άλλη λέξη από το “μισό λεπτό” και το κουμπάκι της αναμονής. Και που οι προϊστάμενοι έχουν παρακολουθήσει, απλήρωτοι και χωρίς κανένα οικονομικό αντίκρυσμα, ώρες ατελείωτες σεμιναρίων για να μάθουν να χαμογελάνε συχνότερα, να υϊοθετούν διαφορετικούς τόνους supercool και ήπιας φωνής για να καλμάρουν τον πελάτη και να τον πετάνε διακριτικά έξω από τον άσπιλο “όμιλό” τους.
Και σκέφτομαι τον παππού. Συνοφρυωμένο εκ φύσεως, αγέλαστο, γέρο, αγράμματο για τα σημερινά δεδομένα, να κρατάει τα τεφτέρια του σε χαρτιά που τυλίγει μπακαλιάρους, με ένα μπακάλικο ντεμοντέ, να κάνει την πρόσθεση στην ταμειακή μηχανή του αλλά ταυτόχρονα να αθροίζει και με το μολύβι του για να είναι σίγουρος... Και πόσο μα πόσο θλίβομαι... Για όλη αυτήν την γνώση που πάει στράφι. Για αυτόν τον κόσμο που περνάει συνεχώς θηλιές γύρω από το σβέρκο του. Για την ευγένεια που έγινε βιομηχανία και αναπαράγεται φασόν από κόσμο που δεν έμαθε ποτέ του τι θα πει άνθρωπος...
Tuesday, 4 December 2007
Blogdom
Ηλίας Δημόπουλος: Ο Ηλίας, λοιπόν, που λέτε είναι για εμένα το αερικό των blogs. Έξοχος δανδής, ιπποτικός απέναντι τόσο στο γυναικείο αλλά και στο άρρεν αναγνωστικό του κοινό, στα κείμενά του, ως επί το πλείστον, ασχολείται με “κριτική” (τα εισαγωγικά θα σας τα εξηγήσω οσονούπω) ταινιών, μουσικών και διαγωνισμούς ανάμεσα σε τέρατα της έβδομης τέχνης -κάνοντας τους αναγνώστες του να χάνουν τον ύπνο τους προσπαθώντας να αποφασίσουν αν προτιμούν τον Fellini ή τον Pasolini (εγώ δεν τον έχασα, ήξερα ;) ). Τα εισαγωγικά στον όρο κριτική αφορούν στην χαοτική απόσταση ανάμεσα σε αυτό που όλος ο κόσμος νομίζει για κριτική και σε αυτό που κάνει ο Ηλίας -που για εμένα είναι το ευγενές συνώνυμό της στις μέρες μας. Όσοι δεν τον έχετε τσεκάρει μέχρι στιγμής κάντε το. Αξίζει, ακόμη κι αν δεν βλέπετε σινεμά. Στα κείμενά του θα βρείτε την ποιητικότητα και την illusional ματιά ενός ερωτευμένου enfant. (Α!, ταυτοχρόνως έχω την αίσθηση ότι ο Ηλίας είναι πολύ ζωηρό παιδί, αλλά δεν μπορώ να σας πω λεπτομέρειες... ;) )
Krotkaya: Αααα, το αγαπημένο μου Κροτίδιο πολύ πολύ με κάνει να απολαμβάνω τις βόλτες μου στην blogόσφαιρα. Εύστροφη, πολυτάλαντη και πολυταξιδεμένη, κάθε κείμενο της Krot είναι εγγυημένα μία βόλτα σε κόσμους πολύχρωμους και ενδιαφέροντες. Στην Krot λατρεύω ότι γράφει σαν να μην ψάχνει να αποδείξει τίποτα αισθητικό, επιδεικνύοντας παντελή έλλειψη λογοτεχνικού ναρκισσισμού, μόνο και μόνο από μία ανάγκη να επικοινωνήσει συναισθήματα, γνώσεις και εμπειρίες με τους φίλους της. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν γράφει πολύ καλά. Απλά κραυγάζει ότι είναι εδώ όχι για να μας θαμπώσει με λογοτεχνική υπεροψία αλλά από μία ανάγκη να επικοινωνήσει ουσιαστικά μαζί μας. Hint: Έχει καταπληκτικό χιούμορ. (Δεν την έχω συναντήσει ακόμη για να σας μαρτυρήσω αν είναι ή όχι ξανθιά, εντούτοις). Την περιμένω πώς και πώς όταν ανεβάζω κι εγώ κείμενο -το σχόλιό της συνήθως, αν δεν είναι απόδειξη ψυχικής συγγένειας, είναι η πιστολιά που ξεκινά αγώνες δρόμου.
Baby Lemonade: Με την Baby L. έχω πάθει σοκ. Το ομολογώ. Καλά φαντάζεστε ήδη ότι γράφει υπέροχα, ότι είναι ένα πιτσιρίκι με ταξιδιάρα και ευαίσθητη ψυχή. Το σοκ, όμως, το έχω πάθει για άλλο λόγο. Όταν με ανακάλυψε και μου άφησε το πρώτο της σχόλιο αμέσως κάτι με ιντρίγκαρε σε αυτό και πήγα να διαβάσω κείμενά της. Το σοκ ήταν ότι ένιωσα από την πρώτη στιγμή σαν να διαβάζω τον εαυτό μου στα δεκάξι μου. Η Baby L. με έκανε να ξεθάψω σημειωματάρια και τετράδια με ποιήματα που έγραφα μανιωδώς τότε (τώρα σπάνια) και να συγκινηθώ όσο λίγες φορές. Προφανώς δεν εννοώ ότι η Baby L. είναι εγώ -είναι ένα παιδί με τόσο όμορφες εικόνες και τόσο αξιοπρόσεκτη παιδεία που νομίζω ότι θα σκίσει στη ζωή της (αντίθετα με κάποια άλλη...). Προσέξτε την και υποδεχθείτε τη θερμά σας παρακαλώ -δεν είναι διαμάντι για να φοβάστε να το αγγίξετε αλλά ούτε και γυαλί για να αφήσετε τις δαχτυλάρες σας χωρίς δεύτερη σκέψη.
Fuzzy Burlesque: Ο Fuzzy είναι περιπτωσάρα! Μακράν ο πιο λιγομίλητος του χώρου -με όρους λέξεων- και ταυτόχρονα από τους ευστοχότερους και πολυλογάδες (αν μία εικόνα=1.000 λέξεις, τότε ο fuzzy έχει ανεβάσει... μούμπλε μούμπλε... εκατομμύρια εκατομμυρίων λέξεις). Το υπόγειο χιούμορ του, η σεμνότητά του και η οξυδέρκεια είναι χαρακτηριστικά που τα πιάνεις στον αέρα του blog με το “καλημέρα” (ή “καλησπέρα”, ό,τι να 'ναι). Άσε που ανεβάζει και εντελώς wacko-wow μουσικά βιντεάκια από youtube.
Niemandsrose: Την γνώρισα μέσα από μία “κόντρα”, ελάχιστης διάρκειας, που είχαμε στα σχόλια ενός άλλου blog. Από τα σχόλιά της εκεί νόμιζα ότι είναι και πολύ mainstream τυπάκι -κάτι που εμένα, ως στριμμένο άντερο μου τη σπάει περισσότερο από το να είναι κάποιος ηλίθιος. Λοιπόν, έσφαλα. Από την πρώτη μου επίσκεψη στο blog της εντυπωσιάστηκα. Πανέξυπνη, κριτική και επιθετική, ευαίσθητη και εύθραυστη ταυτόχρονα αποτελεί τον ορισμό της αγαπημένης μου παρέας. Την πάω με χίλια γιατί δεν κολλάει σε τίποτα. Θα επιτεθεί για να ξεσκίσει όποιον την αδικήσει ή πει μαλακία, με την ίδια ευκολία που η πλειοψηφία όσων γράφουν εδώ μέσα θα βρουν ευκαιρία στο οτιδήποτε για PR. Δεν θα κολλήσει να σου κάνει ρημαδιό και του δικό σου blog, αν πιάσει κάτι που δεν της αρέσει είτε σε κείμενό σου είτε στα σχόλια. Τρελαίνομαι σας λέω! Και γράφει πανέξυπνα κι ευφάνταστα, αλλά αυτό δεν χρειαζόταν να σας το πω γιατί αν φτάσατε μέχρι εδώ νομίζω ήδη θα ανοίξατε το link της και θα το διαπιστώσετε και μόνοι σας. Α, δεν ξέρω αν σας το είπα. Και επιθετική. Με αυτήν την ακατέργαστη, υπέροχη επιθετικότητα του ανθρώπου που δεν χρειάζεται “αυλή” γύρω του και το μυαλό του το έχει για να το δουλεύει -όχι για να ζυγίζει 1 ½ κιλό παραπάνω.
Zaphod: Στο προφίλ του αυτοπροσδιορίζεται “εικονοκλάστης, ντανταϊστής”. Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα είναι κανένα από εκείνα τα υπερφίαλα ψώνια που ψάχνουν περίεργες λέξεις στο Thesaurus και γέλασα. Στην πορεία είδα ότι είναι όντως ένας εικονοκλάστης ντανταϊστής και μια χαρά έχει καταφέρει να κλάνει (με το μπαρδόν), και να κάνει όλα τα σιχαμένα που κάνουν οι άνθρωποι, πάνω σε κάθε κατεστημένη εικόνα. Ο Zaphod έχει χιούμορ, γράφει συνειρμικά δομημένα (γαμώ, ε;) και λατρεύει τις ωραίες γυναίκες. Για αυτό και η τελευταία του εμμονή είναι η Εύα Καϊλή. Προς το παρόν αρκείται στο να φωτοσοπιάζει την μουτσούνα του δίπλα της. Στο μέλλον νομίζω θα μας προσφέρει έργα εφάμιλλα της Μόνα Λίζα του Duchamp. Λατρεμένος. Απλά.
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΚΑΤΑΪΔΡΩΜΕΝΟΣ: Και το ξέρω, ήδη εκτός κανονισμών του παιχνιδιού αλλά χέστηκα (αν ένα ματς λήξει 3-3, και δεν μιλάμε για πουλημένα πρωταθλήματα, πάει παράταση. Ιδού, λοιπόν, η δική μου παράταση). Επειδή κοντεύω να κλείσω ένα χρόνο στα blogs. Κι επειδή τόσο καιρό, όχι απλά δεν άλλαξα γνώμη για τους ανθρώπους αλλά την επιβεβαίωσα περισσότερο -αυτό όχι σε δείγμα ξεροκεφαλιάς αλλά σε δείγμα ατόφιας περιέργειας που πάντα με κάνει να ερευνώ το παραμικρό (οξύμωρο;). Κι επειδή αισθάνομαι υπερτυχερή, σαν να έχω κερδίσει 10 λαχεία, που από τα blogs γνώρισα και γνωρίζω υπέροχους ανθρώπους και μερικούς καραγκιόζηδες, που έξω δεν θα τους γνώριζα καν, είχα την ευκαιρία να τους μελετήσω. Κι επειδή, ο μεγαλύτερός μου φόβος όταν άρχισα να γράφω δεν ήταν ότι δεν θα με διαβάζει κανείς (αυτό το είχα σχεδόν αποδεχθεί στις αρχές) αλλά το να αφήσω σχόλιο σε bloggers που είχαν ήδη φτιάξει την “παρέα” τους -νόμιζα, βλέπετε, ότι ήταν ηλίθιο και ότι θα με περνούσαν για γλείφτη αν άφηνα σχόλιο από το πουθενά εμφανιζόμενη. Κι επειδή τον τελευταίο καιρό νιώθω ότι εδώ έχω πλέον κι εγώ μία αξιολάτρευτη παρέα -αλλά δεν βλέπω σχόλια από καινούριους, φρέσκους, εννοώ, στον χώρο όχι άγνωστους σε εμένα, bloggers. Κι επειδή, πολύ φοβάμαι, ότι είναι ο κόσμος πολύ απασχολημένος στο Facebook στέλνοντας ηλεκτρονικές γλάστρες και μετρώντας δημοτικότητες για να κάτσει να γράψει... Για όλους αυτούς τους λόγους την 7η θέση της blogοκαρδιάς μου θα καταλάβει αυτός που θα με εκπλήξει στο προσεχές μέλλον. Και τότε θα σας γράψω και για αυτόν. Σας τον συνιστώ από τώρα.
Υ.Γ.: Καταλαβαίνετε, βέβαια, ότι λατρεύω κι άλλους. Κι όταν λέω λατρεύω εννοώ λ α τ ρ ε ύ ω. Μην με ρωτήσετε γιατί έβαλα αυτούς που έβαλα. Σας το έχω εξηγήσει ήδη.
Υ.Γ.2: Χα, όντως αισθάνομαι καλύτερα!