Monday, 7 April 2008
Η μαμά δεν αντέχει να ακούει αλήθειες
Δεν έχω σπίτι πίσω για να 'ρθω
Ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
Δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
Να περπατήσω μια Πρωτομαγιά
Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
Μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα
Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
Εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
Και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
Που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς
Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
Μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα
Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
Είχες ντυθεί τα αρχαία σου τα λούσα
Και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού
Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
Μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα
Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
Εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
Και στις αρένες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
Το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς
"Μάνα μου Ελλάς"
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Ερμηνεία: Νίκος Δημητράτος
Από την μαγεία του Κώστα Φέρρη, "Ρεμπέτικο".
Wednesday, 2 April 2008
Πασχαλιές πένθιμες, κλισέ να σφραγίσουν τα στόματα
Ξυπνάς πρωί. Και ετοιμάζεσαι, και τρέχεις, χρόνος για πρωινό δεν υπάρχει –άστο για αργότερα, κάπου μέσα στη μέρα θα βρεις κάτι να ταΐσεις το παραμελημένο σου στομάχι. Τρέχα, τρέχα, πρέπει να προλάβεις, να βγάλεις δουλειά, να θυμηθείς να πεις μια καλημέρα σε αυτούς που αγαπάς, να μην ξεχάσεις ότι οι ώρες περνούν βίαια από πάνω σου σαν την αγχόνη όταν είσαι μακριά από αυτά που ονειρεύεσαι, να μπάσεις παράνομα στη μέρα σου λίγες ώρες πριν κοιμηθείς για αυτά που σε κάνουν άνθρωπο... Προπάντων μην ξεχάσεις να ονειρεύεσαι το Σαββατοκύριακο, σαν καλός εργαζόμενος, μετάφερε όλη σου τη ζωή στα Σαββατοκύριακα, να προλάβεις να ψωνίσεις, το ψυγείο είναι άδειο, να βγάλεις δουλειά για το Πανεπιστήμιο, να δεις ένα φίλο, Κυριακή μεσημέρι τραπέζι στο πατρικό σου, έχεις έξτρα δουλειά που δεν προλαβαίνεις καθημερινά –να το ρυθμίσεις κι αυτό. Κατάφερες ή όχι ακόμη να κάνεις τα Σαββατοκύριακά σου χειρότερα;
Μην παραπονιέσαι καθόλου, η ζωή είναι γλυκιά για εσένα, φαντάσου να ήσουν δημόσιος υπάλληλος. Να δούλευες μέχρι τις δύο το μεσημέρι, να έψαχνες τελευταία στιγμή διαθέσιμο συνάδελφο να σου χτυπήσει κάρτα, να είχες δύο και τρεις ονομαστικές εορτές τον χρόνο, να περνούσες δύο χρόνια τυπικής παρουσίας για να γίνεις μόνιμος, να έρχεται ο κάθε μαλάκας να ψάχνει χαρτιά και βεβαιώσεις, ο κάθε πικραμένος να ζητάει ένσημα και ιατρικές εξετάσεις, ο κάθε άχρηστος να σε ζαλίζει με ερωτήσεις την ώρα που παλεύεις με άλυτα μυστήρια –του γάμου, του νυφικού, του τραγουδιού της δεξίωσης, της μπριζόλας ή του σολωμού, να πρέπει να μείνεις έγκυος για να πάρεις ένα χρόνο άδεια, οι εθνικές εορτές να γιορτάζονται μόνο τετραήμερα, να είχες δίπλωμα από ΙΕΚ και να έτρεχες δύο μέρες το μήνα για να κάνεις το μεταπτυχιακό σου για ένα χρόνο, το εξοχικό σου να είναι μισή ώρα από Αθήνα και να μην μπορείς να πηγαίνεις κάθε μέρα γιατί κάποιος μαλάκας είπε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει κάθε μέρα να είναι στο πόστο τους.
Στρίψε το τσιγάρο σου, ξέχνα το στομάχι σου που πονάει και σκέψου... Σκέψου πως είσαι πλέον και με τη βούλα 25 ετών, πως πέντε μήνες δουλεύεις από το πρωί μέχρι το βράδυ απλήρωτη, πως πίσω από όλο αυτό μία υπόσχεση σε κινεί σαν μαριονέτα, πως έμεινες στο Πανεπιστήμιο γιατί σου αρέσει και το μεταπτυχιακό σου σταματά γιατί το κράτος δεν το χρηματοδοτεί, τέλειωσέ το κακήν κακώς αρκεί να αδειάσεις τη γωνιά του Πανεπιστημίου που δεν ξέρει τι να σε κάνει τώρα που ξέμεινε, πήγαινε στις συνελεύσεις να ακούσεις τον εκπρόσωπο μικροκομματικών και μικροπολιτικών τακτικών να σου αναλύει με ύφος τις υποχρεώσεις σου ως καλού φοιτητή, σκύψε κεφάλι και φύγε, οι άνθρωποι δεν θα καταλάβουν ποτέ, ψάξε το πορτοφόλι σου, σου φτάνουν για μία μπλούζα 7,90;, κόψε τους καφέδες –βλάπτουν το στομάχι και την τσέπη σου, σταμάτα να σκέφτεσαι με όρους δίκαιου και άδικου, το παιχνίδι παίζεται σε άλλο γήπεδο, εύκολο-δύσκολο, αλλά γιατί να σου χαριστεί το οτιδήποτε κωλόπαιδο;, να παλέψεις –αφού δεν γεννήθηκες με συγγενείς στις κατάλληλες θέσεις ή με τα κατάλληλα πορτοφόλια, να παλέψεις.
Σου έμαθαν πως η ζωή είναι αγώνας, για εσένα, για τους γύρω σου, πως σημασία δεν έχουν τα πλούτη αλλά οι κορυφές που κατακτάς μόνος σου. Για να συνειδητοποιήσεις λίγο αργότερα ότι μεγάλωσες σε μία κοινωνία κλισέ, τα όνειρα τα βαφτίζει «κλισέ» για να καθαγιάζει τις πουλημένες τακτικές της, τη διαμαρτυρία την βαφτίζει «κλισέ γκρίνια» για να μην φτάνει στα αυτιά κανενός. Μία κοινωνία που στηρίζει τις τελευταίες της ελπίδες στον όρο επινόησή της, το «φιλότιμο», μία πιπίλα για να συσπειρώνει τα πλήθη που σκορπούν σε κάθε κατεύθυνση, την ώρα που έχει μείνει παγκοσμίως γνωστή μόνο για τη λέξη «μαλάκας», το αντίβαρο δηλαδή του φιλότιμου, μία λέξη που δικαιώνει όλες τις αντι-φιλότιμες πρακτικές. Ξέχνα ό,τι ήξερες, δεν επιβιώνουν οι δυνατοί, δεν σώζονται οι αξιοπρεπείς, μία βάρκα τρύπια καταλήγεις μέσα στο βούρκο και από παντού μπάζεις βρωμόνερα, ή θα σε βουλιάξουν ή θα σε βρωμίσουν, καβάλα τη σανίδα σου και τράβα κουπί σαν ναυαγός, ψάξε για μία στεριά να σωθείς.
Μη φωνάζεις για το ασφαλιστικό, μην φωνάζεις για τα Πανεπιστήμια, θα δουλέψεις Μ Α Λ Α Κ Α μέχρι να πεθάνεις, θα πληρώσεις για να μάθεις, κι αν δεν έχεις θα γλείψεις ότι βρεις μπροστά σου για να πάρεις μια καρέκλα με ροδάκια, κεραμίδια δικά σου δεν θα βάλεις ποτέ σε σειρά, θα πληρώνεις πάντα κάποιον άλλον, κι άμα δεν σου περισσεύουν ας πρόσεχες Μ Α Λ Α Κ Α, να γεννιόσουν αλλιώς, να ονειρευόσουν αλλιώς, να έγλειφες αντί να φωνάζεις, να έπαιρνες αντί να αρνείσαι, να έκλεινες μάτια αντί να ψάχνεις. Να μάθεις να μην τα βάζεις ποτέ με ένα κράτος πρόνοιας, ένα κράτος δικαίου, ένα κράτος έθνος σε κρίση, που το πέτυχες σε δύσκολες συνθήκες και τα βάζεις μαζί του, δειλέ και αχρείε πολιτίσκε του κώλου και των δικαιωμάτων. Από εδώ και πέρα θα μιλάς με τους εκπροσώπους του, ιδιώτες σε μεγάλα γραφεία, ιδιωτικές επιχειρήσεις στο χρηματιστήριο, να λες ευχαριστώ που πίνεις ακόμη νερό, να χαίρεσαι που μπορείς ακόμη να απεργήσεις –σε λίγο καιρό οι συνδικαλιστές θα είναι εκθέματα στα μουσεία και οι πορείες ντοκιμαντέρ απαγορευμένα που θα προβάλλονται σε γιάφκες. Είσαι πίσω Μ Α Λ Α Κ Α, δες λίγο ειδήσεις, κατάλαβε ποια είναι τα σημαντικά σε αυτή τη ζωή επιτέλους, αγόρασε λίγο ασχήμια, λίγο τρόμο, λίγο ψέμα, λίγο προπαγάνδα για να μάθεις να χαίρεσαι που ακόμη δεν σε έχουν σκοτώσει ληστές, να εκτιμάς που έχεις ελεύθερη πρόσβαση στους φούρνους. Μόνο μην σηκώνεις κεφάλι, Μ Α Λ Α Κ Α, για να δεις ουρανό, μην ανοίγεις το στόμα σου να ρωτήσεις, μην ανοίγεις βιβλίο και προβληματιστείς, μην υψώνεις γροθιά. Γιατί είσαι κλισέ. Και μην γράφεις, μην γράφεις για όλα αυτά γιατί είσαι βαρετή, μίζερη, κλισέ και όλα τα αντισεξουαλικά μαζί. Και σταμάτα να βγαίνεις από το σπίτι σου κάθε πρωί και να μυρίζεις την πασχαλιά, Μ Α Λ Α Κ Α, η ζωή δεν γίνεται ευκολότερη με μωβ λουλούδια που βγαίνουν κάθε χρόνο –είναι κλισέ κι αυτά.
Μην παραπονιέσαι καθόλου, η ζωή είναι γλυκιά για εσένα, φαντάσου να ήσουν δημόσιος υπάλληλος. Να δούλευες μέχρι τις δύο το μεσημέρι, να έψαχνες τελευταία στιγμή διαθέσιμο συνάδελφο να σου χτυπήσει κάρτα, να είχες δύο και τρεις ονομαστικές εορτές τον χρόνο, να περνούσες δύο χρόνια τυπικής παρουσίας για να γίνεις μόνιμος, να έρχεται ο κάθε μαλάκας να ψάχνει χαρτιά και βεβαιώσεις, ο κάθε πικραμένος να ζητάει ένσημα και ιατρικές εξετάσεις, ο κάθε άχρηστος να σε ζαλίζει με ερωτήσεις την ώρα που παλεύεις με άλυτα μυστήρια –του γάμου, του νυφικού, του τραγουδιού της δεξίωσης, της μπριζόλας ή του σολωμού, να πρέπει να μείνεις έγκυος για να πάρεις ένα χρόνο άδεια, οι εθνικές εορτές να γιορτάζονται μόνο τετραήμερα, να είχες δίπλωμα από ΙΕΚ και να έτρεχες δύο μέρες το μήνα για να κάνεις το μεταπτυχιακό σου για ένα χρόνο, το εξοχικό σου να είναι μισή ώρα από Αθήνα και να μην μπορείς να πηγαίνεις κάθε μέρα γιατί κάποιος μαλάκας είπε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει κάθε μέρα να είναι στο πόστο τους.
Στρίψε το τσιγάρο σου, ξέχνα το στομάχι σου που πονάει και σκέψου... Σκέψου πως είσαι πλέον και με τη βούλα 25 ετών, πως πέντε μήνες δουλεύεις από το πρωί μέχρι το βράδυ απλήρωτη, πως πίσω από όλο αυτό μία υπόσχεση σε κινεί σαν μαριονέτα, πως έμεινες στο Πανεπιστήμιο γιατί σου αρέσει και το μεταπτυχιακό σου σταματά γιατί το κράτος δεν το χρηματοδοτεί, τέλειωσέ το κακήν κακώς αρκεί να αδειάσεις τη γωνιά του Πανεπιστημίου που δεν ξέρει τι να σε κάνει τώρα που ξέμεινε, πήγαινε στις συνελεύσεις να ακούσεις τον εκπρόσωπο μικροκομματικών και μικροπολιτικών τακτικών να σου αναλύει με ύφος τις υποχρεώσεις σου ως καλού φοιτητή, σκύψε κεφάλι και φύγε, οι άνθρωποι δεν θα καταλάβουν ποτέ, ψάξε το πορτοφόλι σου, σου φτάνουν για μία μπλούζα 7,90;, κόψε τους καφέδες –βλάπτουν το στομάχι και την τσέπη σου, σταμάτα να σκέφτεσαι με όρους δίκαιου και άδικου, το παιχνίδι παίζεται σε άλλο γήπεδο, εύκολο-δύσκολο, αλλά γιατί να σου χαριστεί το οτιδήποτε κωλόπαιδο;, να παλέψεις –αφού δεν γεννήθηκες με συγγενείς στις κατάλληλες θέσεις ή με τα κατάλληλα πορτοφόλια, να παλέψεις.
Σου έμαθαν πως η ζωή είναι αγώνας, για εσένα, για τους γύρω σου, πως σημασία δεν έχουν τα πλούτη αλλά οι κορυφές που κατακτάς μόνος σου. Για να συνειδητοποιήσεις λίγο αργότερα ότι μεγάλωσες σε μία κοινωνία κλισέ, τα όνειρα τα βαφτίζει «κλισέ» για να καθαγιάζει τις πουλημένες τακτικές της, τη διαμαρτυρία την βαφτίζει «κλισέ γκρίνια» για να μην φτάνει στα αυτιά κανενός. Μία κοινωνία που στηρίζει τις τελευταίες της ελπίδες στον όρο επινόησή της, το «φιλότιμο», μία πιπίλα για να συσπειρώνει τα πλήθη που σκορπούν σε κάθε κατεύθυνση, την ώρα που έχει μείνει παγκοσμίως γνωστή μόνο για τη λέξη «μαλάκας», το αντίβαρο δηλαδή του φιλότιμου, μία λέξη που δικαιώνει όλες τις αντι-φιλότιμες πρακτικές. Ξέχνα ό,τι ήξερες, δεν επιβιώνουν οι δυνατοί, δεν σώζονται οι αξιοπρεπείς, μία βάρκα τρύπια καταλήγεις μέσα στο βούρκο και από παντού μπάζεις βρωμόνερα, ή θα σε βουλιάξουν ή θα σε βρωμίσουν, καβάλα τη σανίδα σου και τράβα κουπί σαν ναυαγός, ψάξε για μία στεριά να σωθείς.
Μη φωνάζεις για το ασφαλιστικό, μην φωνάζεις για τα Πανεπιστήμια, θα δουλέψεις Μ Α Λ Α Κ Α μέχρι να πεθάνεις, θα πληρώσεις για να μάθεις, κι αν δεν έχεις θα γλείψεις ότι βρεις μπροστά σου για να πάρεις μια καρέκλα με ροδάκια, κεραμίδια δικά σου δεν θα βάλεις ποτέ σε σειρά, θα πληρώνεις πάντα κάποιον άλλον, κι άμα δεν σου περισσεύουν ας πρόσεχες Μ Α Λ Α Κ Α, να γεννιόσουν αλλιώς, να ονειρευόσουν αλλιώς, να έγλειφες αντί να φωνάζεις, να έπαιρνες αντί να αρνείσαι, να έκλεινες μάτια αντί να ψάχνεις. Να μάθεις να μην τα βάζεις ποτέ με ένα κράτος πρόνοιας, ένα κράτος δικαίου, ένα κράτος έθνος σε κρίση, που το πέτυχες σε δύσκολες συνθήκες και τα βάζεις μαζί του, δειλέ και αχρείε πολιτίσκε του κώλου και των δικαιωμάτων. Από εδώ και πέρα θα μιλάς με τους εκπροσώπους του, ιδιώτες σε μεγάλα γραφεία, ιδιωτικές επιχειρήσεις στο χρηματιστήριο, να λες ευχαριστώ που πίνεις ακόμη νερό, να χαίρεσαι που μπορείς ακόμη να απεργήσεις –σε λίγο καιρό οι συνδικαλιστές θα είναι εκθέματα στα μουσεία και οι πορείες ντοκιμαντέρ απαγορευμένα που θα προβάλλονται σε γιάφκες. Είσαι πίσω Μ Α Λ Α Κ Α, δες λίγο ειδήσεις, κατάλαβε ποια είναι τα σημαντικά σε αυτή τη ζωή επιτέλους, αγόρασε λίγο ασχήμια, λίγο τρόμο, λίγο ψέμα, λίγο προπαγάνδα για να μάθεις να χαίρεσαι που ακόμη δεν σε έχουν σκοτώσει ληστές, να εκτιμάς που έχεις ελεύθερη πρόσβαση στους φούρνους. Μόνο μην σηκώνεις κεφάλι, Μ Α Λ Α Κ Α, για να δεις ουρανό, μην ανοίγεις το στόμα σου να ρωτήσεις, μην ανοίγεις βιβλίο και προβληματιστείς, μην υψώνεις γροθιά. Γιατί είσαι κλισέ. Και μην γράφεις, μην γράφεις για όλα αυτά γιατί είσαι βαρετή, μίζερη, κλισέ και όλα τα αντισεξουαλικά μαζί. Και σταμάτα να βγαίνεις από το σπίτι σου κάθε πρωί και να μυρίζεις την πασχαλιά, Μ Α Λ Α Κ Α, η ζωή δεν γίνεται ευκολότερη με μωβ λουλούδια που βγαίνουν κάθε χρόνο –είναι κλισέ κι αυτά.
Thursday, 20 March 2008
Οι απάτριδες Ντάλτον θα πάρουν την εκδίκησή τους στην No man's land
Στο μυαλό μου, τα απογεύματα των αδερφών Κοέν είναι ποτισμένα στο αλκοόλ και τον καπνό ενός saloon. Εκεί αράζουν και μπεκροπίνουν παρέα με τους Ντάλτον, κοροϊδεύοντας τον Λούκυ που έκοψε το τσιγάρο για να τον γουστάρουν οι τηλεορασόπληκτοι και επιδερμικά υπεύθυνοι Αμερικανοί. Είμαι σίγουρη πως βαθιά μέσα τους δεν μισούν τον Λούκυ -απλά βλέπουν πίσω από το κλαράκι που στριφογυρίζει στα δόντια του την απύθμενη υποκρισία ενός comme il faut σημερινού αυτόκλητου συνοριοφύλακα στα όρια του Μεξικό να παρεϊζει με την εκ μετάθεσης βλακεία του -κατά τα άλλα- συμπαθούς Ραν Ταν Πλαν. Σε κάποια τέτοια συνάντηση, λοιπόν, θα έπεσε στο τραπέζι το όνομα του Άντον. Το αρνητικό του Λούκυ είμαι σίγουρη πως θα στοίχειωσε τα όνειρα των Κοέν για χρόνια πριν αποφασίσουν να του δώσουν το βήμα που του έπρεπε.
Πολλοί βιάστηκαν να μιλήσουν για το πρόσωπο του «απόλυτου κακού», μαζί και ο πεπειραμένος και συνάμα απογοητευμένος σερίφης σιάζοντας ταυτόχρονα το αστεράκι του στο πουκάμισο. Υπάρχει, όμως, μία βαθύτερη έννοια δικαίου και αδικίας που οι Κοέν αναγνωρίζουν πάντα στους ήρωές τους. Κι ανάμεσα σε αυτήν την καλά κρυμμένη αίσθηση τιμής και το λαϊκό προσκύνημα στον βωμό της ανθρώπινης ζωής οι Κοέν βρίσκουν τη μαγιά να απλώσουν το χιούμορ τους σαν σεντόνι χλωριωμένο. Οι περισσότεροι γαλουχηθήκαμε μέσα στη μάχη, μάθαμε να βλέπουμε παντού δύο στρατόπεδα· το Καλό και το Κακό, η Δεξιά και η Αριστερά, ο Άνδρας και η Γυναίκα, το Μαύρο και το Άσπρο. Τα παραμύθια τόνωσαν αυτήν την επιμελώς καλλιεργούμενη πόλωση -στα μάτια μας ο τζίτζικας θα είναι πάντα ένας αγύρτης παράφωνος απόκληρος και το μυρμήγκι ο συνδυασμός της πιο καλολαδωμένης μηχανής με την Μητέρα Τερέζα. Κάθε προσπάθεια αναγνώρισης μεσοδιαστήματος σε αυτόν τον πολωτικό μηχανισμό καταλήγει ή σε κλισέ ή σε ναρκοπέδιο. Η φράση «υπάρχει και το γκρι», για παράδειγμα, μόνο εμετικούς συνειρμούς φέρνει στο μυαλό. Παίζουμε, λοιπόν, safe και διαλέγουμε πλευρές. Το Hollywood σίγουρα έχει επιλέξει την δική του -οι μανιέρες είναι, άλλωστε, απαραίτητες αν θες να καλλιεργήσεις κοινά σε βάθος χρόνου.
Ο Άντον, όμως, μας επισκέφθηκε ένα ανοιξιάτικο βράδυ για να αλλάξει αυτήν την κακοφορμισμένη ισορροπία. Αν τον συναντούσες ένα απόγευμα σε καφέ θα πίστευες ότι ο μπαμπάς του τον ξέχασε σε κάποια ντουλάπα πίσω στα '70s και βγήκε τώρα τελευταία μην γνωρίζοντας ότι της μόδας είναι μεν οι φράντζες αλλά όχι σαν τη δικιά του. Αστείο; Όχι πολύ -όχι μπροστά σε όλη αυτή τη σαρδόνια φάρσα που έχουν στήσει οι Κοέν στην ταινία. Η φράντζα του Άντον είναι το αστείο που προοριζόταν για το εκπαιδευμένο καλά από το Hollywood κοινό τους. Η υπόλοιπη ταινία είναι μία σοπενχαουρική ελεγεία στην «τραγικωμική» ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ένας σερίφης πασχίζει να διασώσει από τα νύχια του αδίστακτου κακοποιού έναν μικροαπατεώνα και την γυναίκα του. Έναν μικροαπατεώνα που όμως με χαρακτηριστική ευκολία οικειοποιήθηκε τα εκατομμύρια που βρήκε σε ένα σκηνικό μακελειού στην έρημο. Μία γυναίκα, καθόλα μέσα στα πρότυπα της γυναίκας η οποία υφίσταται τις συνέπειες από τις «ανδροδουλειές» του βλάχου συζύγου της, η οποία όμως φαίνεται να αποζητά περισσότερο την αποδοχή της κακότροπης μητέρας της από αυτήν του άνδρα της. Εις μάτην. Όλος ο κόπος του σερίφη δεν θα είναι αρκετός για να αποτρέψει τα χειρότερα. Βουτηγμένος μέσα στην ρουτίνα, την σιγουριά ότι ξέρει να διαχωρίζει το κακό από το καλό και την αναδυόμενη αίσθηση ανημπόριας και απογοήτευσης μπροστά στην παντοδυναμία του vicious Υπερανθρώπου των ημερών, ο σερίφης μετράει πτώματα μέσα στην τρύπα του ντόνατ. Ο ακόμη γηραιότερος πατέρας του έχει ήδη συμφιλιωθεί με την αιωνόβια, βαμπιρική νομίζεις, ύπαρξη του Κακού· τόσο που ο ίδιος αποτελεί παρακλάδι μίας φάρας που είναι ταγμένη στην προάσπιση του Καλού. Αποτυγχάνοντας παρόλα αυτά και προτιμώντας να αποσυρθεί στην σπηλιά του Αλή Μπαμπά αδιαφορώντας για τον έξω κόσμο. Πεπεισμένος πως «αυτός ο κόσμος δεν θ' αλλάξει ποτέ». Και προτιμώντας αυτήν ακριβώς την βεβαιότητα από την εξερεύνηση του άλλου στρατοπέδου.
Στο κατόπι του Άντον, που βρίσκεται στο κατόπι του μικροαπατεώνα Llewelyn Moss, ξεχύνεται και ο Carson Wells, ένας μεγαλοαπατεώνας του Καλού. Και βγαίνει από το σκηνικό από τα πρώτα κιόλας βήματά του στα σκαλιά. Η εικόνα του να προπορεύεται στη σκάλα, η εικονοποίηση της ύβρεως αυτού που τοποθετεί τον εαυτό του πάντα ένα βήμα μπροστά από τους άλλους, προάγγελος μόνο κακών είναι. Λίγο αργότερα ο Carson μετριέται σε λίτρα αίματος στην μοκέτα ενός ξενοδοχείου -ενός τόπου που αποτελεί πατρίδα μόνο για κάποιους ξεχασμένους beats. Μέσα από όλο αυτό το κυνηγητό ένα ερώτημα προβάλλει ολοένα και πιο έντονα -ποιος είναι ο Άντον; Αυτός ο κινούμενος όλμος, που ανοίγει κλειδαριές με τον πιο παράξενο τρόπο ever, που τηρεί την αντρίκια υπόσχεσή του στο θήραμά του -σχιζοφρενικά μεταφρασμένη στο μυαλό του, που σέρνει τον θάνατο αργά σε γωνίες και διαδρόμους...
Περίτεχνα καμία πληροφορία γύρω από τη ζωή του Άντον δεν θα μας πουν οι Κοέν. Αφήνοντας πονηρά, και σταδιακά, τους δικούς τους άσσους στην πράσινη τσόχα. Με τελευταίο, και μεγαλειώδη για τη δική μου αισθητική, την συνάντηση του λαβωμένου -από κακορίζικη συγκυρία- ´Αντον με δύο παιδιά στο τέλος της ταινίας. Η προσωποποίηση του «απόλυτου Κακού» (ξερνάω όμως) θα πληρώσει ακριβά ένα πουκάμισο με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Και τα δύο πιτσιρίκια θα διαπληκτιστούν για την μοιρασιά -εκεί, πάνω στα ποδήλατά τους, λίγες στιγμές μετά την παρουσία τους ενώπιον ενός δυστυχήματος. Η θύμηση της τρομακτικής εικόνας ενός τροχαίου θα σβηστεί με λίγα δολλάρια, η φιλία τους εύκολα θα γίνει παζάρι στην αγορά ενός πουκαμίσου, η υπόνοια ότι αυτός που στέκεται ενώπιόν τους κάτι ύποπτο κουβαλά στο λαβωμένο του χέρι καθόλου δεν τους ταλανίζει. Δίνοντας υπόσχεση ότι το «Κακό» δεν θα πάψει ποτέ -και δικαιώνοντας, φαινομενικά, έτσι τον μπαμπά σερίφη.
Γιατί στο βάθος οι Κοέν μειδιούν στον καθρέφτη τους. Χτυπώντας συγκαταβατικά την πλάτη μας και ψιθυρίζοντας πως η απολυτότητα είναι μόνο για τον Λούκυ -το ναρκοπέδιο είναι για αυτούς που όντως θέλουν να μάθουν να ψάχνουν. Μόνο το απόλυτο Κακό, λοιπόν, δεν αντιπροσωπεύει ο Άντον. Το μυστήριό του θα πλανάται αιώνια πια, αποτυπωμένο στην ταινία, και θα ουρλιάζει σε σκοτεινούς διαδρόμους ξενοδοχείων πως για αυτόν δεν υπάρχει Καλό και Κακό. Υπάρχει ένας κώδικας τιμής. Που, πρόσεξε, αν σε βρει ενάντιο θα σε βρει να υπερασπίζεσαι έναν μικροαπατεώνα, έναν βλάκα, έναν παραιτημένο και την υπόνοια της μελλοντικής προδοσίας. Πιάσε μετά από αυτά τον άσσο που πέταξαν οι Κοέν και αναλογίσου αν είναι καλύτερη μία παρτίδα με τους Ντάλτον ή να χαζεύεις τον Ραν Ταν Πλαν να κυνηγά την ουρά του ξεφτιλίζοντας κάθε έννοια χρήσιμου στο αφεντικό σκύλου.
Update: Οι φίλοι μπορούν να επικοινωνούν με μυστήριους τρόπους καμιά φορά. Έτσι, με τον αγαπημένο μου Ηλία ανεβάσαμε την ίδια μέρα τα κείμενά μας για την ταινία -τυχαία. Σας συνιστώ να πάτε από εκεί. Γιατί, σε αυτό το ιδιότυπο ηλεκτρονικό αλισβερίσι, η ματιά του Ηλία προσθέτει χρυσό στο σεντούκι μας. Respect man.
Πολλοί βιάστηκαν να μιλήσουν για το πρόσωπο του «απόλυτου κακού», μαζί και ο πεπειραμένος και συνάμα απογοητευμένος σερίφης σιάζοντας ταυτόχρονα το αστεράκι του στο πουκάμισο. Υπάρχει, όμως, μία βαθύτερη έννοια δικαίου και αδικίας που οι Κοέν αναγνωρίζουν πάντα στους ήρωές τους. Κι ανάμεσα σε αυτήν την καλά κρυμμένη αίσθηση τιμής και το λαϊκό προσκύνημα στον βωμό της ανθρώπινης ζωής οι Κοέν βρίσκουν τη μαγιά να απλώσουν το χιούμορ τους σαν σεντόνι χλωριωμένο. Οι περισσότεροι γαλουχηθήκαμε μέσα στη μάχη, μάθαμε να βλέπουμε παντού δύο στρατόπεδα· το Καλό και το Κακό, η Δεξιά και η Αριστερά, ο Άνδρας και η Γυναίκα, το Μαύρο και το Άσπρο. Τα παραμύθια τόνωσαν αυτήν την επιμελώς καλλιεργούμενη πόλωση -στα μάτια μας ο τζίτζικας θα είναι πάντα ένας αγύρτης παράφωνος απόκληρος και το μυρμήγκι ο συνδυασμός της πιο καλολαδωμένης μηχανής με την Μητέρα Τερέζα. Κάθε προσπάθεια αναγνώρισης μεσοδιαστήματος σε αυτόν τον πολωτικό μηχανισμό καταλήγει ή σε κλισέ ή σε ναρκοπέδιο. Η φράση «υπάρχει και το γκρι», για παράδειγμα, μόνο εμετικούς συνειρμούς φέρνει στο μυαλό. Παίζουμε, λοιπόν, safe και διαλέγουμε πλευρές. Το Hollywood σίγουρα έχει επιλέξει την δική του -οι μανιέρες είναι, άλλωστε, απαραίτητες αν θες να καλλιεργήσεις κοινά σε βάθος χρόνου.
Ο Άντον, όμως, μας επισκέφθηκε ένα ανοιξιάτικο βράδυ για να αλλάξει αυτήν την κακοφορμισμένη ισορροπία. Αν τον συναντούσες ένα απόγευμα σε καφέ θα πίστευες ότι ο μπαμπάς του τον ξέχασε σε κάποια ντουλάπα πίσω στα '70s και βγήκε τώρα τελευταία μην γνωρίζοντας ότι της μόδας είναι μεν οι φράντζες αλλά όχι σαν τη δικιά του. Αστείο; Όχι πολύ -όχι μπροστά σε όλη αυτή τη σαρδόνια φάρσα που έχουν στήσει οι Κοέν στην ταινία. Η φράντζα του Άντον είναι το αστείο που προοριζόταν για το εκπαιδευμένο καλά από το Hollywood κοινό τους. Η υπόλοιπη ταινία είναι μία σοπενχαουρική ελεγεία στην «τραγικωμική» ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ένας σερίφης πασχίζει να διασώσει από τα νύχια του αδίστακτου κακοποιού έναν μικροαπατεώνα και την γυναίκα του. Έναν μικροαπατεώνα που όμως με χαρακτηριστική ευκολία οικειοποιήθηκε τα εκατομμύρια που βρήκε σε ένα σκηνικό μακελειού στην έρημο. Μία γυναίκα, καθόλα μέσα στα πρότυπα της γυναίκας η οποία υφίσταται τις συνέπειες από τις «ανδροδουλειές» του βλάχου συζύγου της, η οποία όμως φαίνεται να αποζητά περισσότερο την αποδοχή της κακότροπης μητέρας της από αυτήν του άνδρα της. Εις μάτην. Όλος ο κόπος του σερίφη δεν θα είναι αρκετός για να αποτρέψει τα χειρότερα. Βουτηγμένος μέσα στην ρουτίνα, την σιγουριά ότι ξέρει να διαχωρίζει το κακό από το καλό και την αναδυόμενη αίσθηση ανημπόριας και απογοήτευσης μπροστά στην παντοδυναμία του vicious Υπερανθρώπου των ημερών, ο σερίφης μετράει πτώματα μέσα στην τρύπα του ντόνατ. Ο ακόμη γηραιότερος πατέρας του έχει ήδη συμφιλιωθεί με την αιωνόβια, βαμπιρική νομίζεις, ύπαρξη του Κακού· τόσο που ο ίδιος αποτελεί παρακλάδι μίας φάρας που είναι ταγμένη στην προάσπιση του Καλού. Αποτυγχάνοντας παρόλα αυτά και προτιμώντας να αποσυρθεί στην σπηλιά του Αλή Μπαμπά αδιαφορώντας για τον έξω κόσμο. Πεπεισμένος πως «αυτός ο κόσμος δεν θ' αλλάξει ποτέ». Και προτιμώντας αυτήν ακριβώς την βεβαιότητα από την εξερεύνηση του άλλου στρατοπέδου.
Στο κατόπι του Άντον, που βρίσκεται στο κατόπι του μικροαπατεώνα Llewelyn Moss, ξεχύνεται και ο Carson Wells, ένας μεγαλοαπατεώνας του Καλού. Και βγαίνει από το σκηνικό από τα πρώτα κιόλας βήματά του στα σκαλιά. Η εικόνα του να προπορεύεται στη σκάλα, η εικονοποίηση της ύβρεως αυτού που τοποθετεί τον εαυτό του πάντα ένα βήμα μπροστά από τους άλλους, προάγγελος μόνο κακών είναι. Λίγο αργότερα ο Carson μετριέται σε λίτρα αίματος στην μοκέτα ενός ξενοδοχείου -ενός τόπου που αποτελεί πατρίδα μόνο για κάποιους ξεχασμένους beats. Μέσα από όλο αυτό το κυνηγητό ένα ερώτημα προβάλλει ολοένα και πιο έντονα -ποιος είναι ο Άντον; Αυτός ο κινούμενος όλμος, που ανοίγει κλειδαριές με τον πιο παράξενο τρόπο ever, που τηρεί την αντρίκια υπόσχεσή του στο θήραμά του -σχιζοφρενικά μεταφρασμένη στο μυαλό του, που σέρνει τον θάνατο αργά σε γωνίες και διαδρόμους...
Περίτεχνα καμία πληροφορία γύρω από τη ζωή του Άντον δεν θα μας πουν οι Κοέν. Αφήνοντας πονηρά, και σταδιακά, τους δικούς τους άσσους στην πράσινη τσόχα. Με τελευταίο, και μεγαλειώδη για τη δική μου αισθητική, την συνάντηση του λαβωμένου -από κακορίζικη συγκυρία- ´Αντον με δύο παιδιά στο τέλος της ταινίας. Η προσωποποίηση του «απόλυτου Κακού» (ξερνάω όμως) θα πληρώσει ακριβά ένα πουκάμισο με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Και τα δύο πιτσιρίκια θα διαπληκτιστούν για την μοιρασιά -εκεί, πάνω στα ποδήλατά τους, λίγες στιγμές μετά την παρουσία τους ενώπιον ενός δυστυχήματος. Η θύμηση της τρομακτικής εικόνας ενός τροχαίου θα σβηστεί με λίγα δολλάρια, η φιλία τους εύκολα θα γίνει παζάρι στην αγορά ενός πουκαμίσου, η υπόνοια ότι αυτός που στέκεται ενώπιόν τους κάτι ύποπτο κουβαλά στο λαβωμένο του χέρι καθόλου δεν τους ταλανίζει. Δίνοντας υπόσχεση ότι το «Κακό» δεν θα πάψει ποτέ -και δικαιώνοντας, φαινομενικά, έτσι τον μπαμπά σερίφη.
Γιατί στο βάθος οι Κοέν μειδιούν στον καθρέφτη τους. Χτυπώντας συγκαταβατικά την πλάτη μας και ψιθυρίζοντας πως η απολυτότητα είναι μόνο για τον Λούκυ -το ναρκοπέδιο είναι για αυτούς που όντως θέλουν να μάθουν να ψάχνουν. Μόνο το απόλυτο Κακό, λοιπόν, δεν αντιπροσωπεύει ο Άντον. Το μυστήριό του θα πλανάται αιώνια πια, αποτυπωμένο στην ταινία, και θα ουρλιάζει σε σκοτεινούς διαδρόμους ξενοδοχείων πως για αυτόν δεν υπάρχει Καλό και Κακό. Υπάρχει ένας κώδικας τιμής. Που, πρόσεξε, αν σε βρει ενάντιο θα σε βρει να υπερασπίζεσαι έναν μικροαπατεώνα, έναν βλάκα, έναν παραιτημένο και την υπόνοια της μελλοντικής προδοσίας. Πιάσε μετά από αυτά τον άσσο που πέταξαν οι Κοέν και αναλογίσου αν είναι καλύτερη μία παρτίδα με τους Ντάλτον ή να χαζεύεις τον Ραν Ταν Πλαν να κυνηγά την ουρά του ξεφτιλίζοντας κάθε έννοια χρήσιμου στο αφεντικό σκύλου.
Update: Οι φίλοι μπορούν να επικοινωνούν με μυστήριους τρόπους καμιά φορά. Έτσι, με τον αγαπημένο μου Ηλία ανεβάσαμε την ίδια μέρα τα κείμενά μας για την ταινία -τυχαία. Σας συνιστώ να πάτε από εκεί. Γιατί, σε αυτό το ιδιότυπο ηλεκτρονικό αλισβερίσι, η ματιά του Ηλία προσθέτει χρυσό στο σεντούκι μας. Respect man.
Thursday, 6 March 2008
Κι ας μην ξέρουν να διαβάζουν νότες, τα πουλιά τραγουδούν ακόμη εδώ Μελίνα
Να σου πω την αλήθεια μου δεν ξέρω πώς να σου τα γράψω όλα αυτά... Έγινε πάλι το μπαμ μέσα μου -αυτό το μπαμ, που δεν χωράει σε όρους λεξικών όπως η “έκρηξη”- κι εγώ μαζεύω τα συντρίμμια που κυλάνε σε φλέβες και συναρμολογούν αυτό το σκόρπιο σώμα σε μνήμες και ερείπια που προβάλλονται στο μέλλον. Τι να σου πω τώρα κι εγώ, σκόρπια μέχρι και η πρώτη μου πρόταση, αναντάμ παπαντάμ που θα έλεγε και η Βαρβάρα. Ήθελα να σου πω για όλα αυτά που περνούν από μπροστά μου και χάνονται, κερδισμένα από την ανημπόρια μου απέναντι στον χρόνο. Να σου πω για όλα αυτά που με τρομάζουν. Όχι τα “δικά” μου, ξέρεις, αυτά που ο καθένας θέλει να νιώθει μόνο δικά του, ιδιοκτησιακά προβλήματα δηλαδή, αλλά για τα άλλα... Αυτά τα άλλα που ποτέ δεν ήταν και τόσο ξένα και ώρες ώρες γίνονται τόσο δικά μου που ψάχνω μια κιμωλία να τραβήξω μία γραμμή και να ανακηρύξω το δικό μου, απρόσβλητο σύνορο.
Είναι αυτές οι χώρες που με τρομάζουν. Αυτές που δεν κατακτήθηκαν από κανέναν αλλά μας μεγάλωσαν, μας έθρεψαν και μας παραχώρησαν ευγενικά το δικαίωμα της εκπόρνευσης και εκμετάλλευσής τους. Αυτές που έγιναν το ταψί της πίτας μας, που μας μάντρωσαν σε μία γραμμή του χάρτη και μας χώριζαν πάντα σε ήρωες και δειλούς, εραστές τους και αντίζηλους. Αυτές που έκαναν αιμοκάθαρση με αίμα δικό μας και σάπισαν στις ρυτίδες μας. Είναι αυτές οι πατρίδες που με τρομάζουν. Αυτές που γεννήθηκαν μαζί μας σαν το γονίδιο που δεν μπορείς να τιμωρήσεις στην γωνία γιατί θα χάσεις το σώμα σου, αυτές που πιο συχνά τις βλέπεις να γυαλίζουν στην άκρη του δάχτυλου που σου κουνιέται επιδεικτικά αντί να σε ρωτάνε αν σου αρέσει το καινούριο τους φόρεμα. Αυτές που απαιτούν κορώνες για να σε συνοδεύουν πάντα σε ένα χαρτί, μία γλώσσα, στους δεσμούς που θα σου χαρίσουν απλόχερα με τόσους άγνωστους σαν να είναι πακέτο συνδρομής σε εταιρία που σου χαρίζει και το rooter. Κορώνες χρυσοποίκιλτες ή κορώνες εκκωφαντικές -ανάλογα την εποχή.
Για μία από αυτές τις πατρίδες, ναι, για αυτήν την πόρνη της αδερφής της, της λέξης “σπίτι”, ο Μίκης -τον ήξερες- βγάζει κορώνες. Για τους άλλους δεν θα σου πω, θα αηδιάσεις. Και ο Μίκης, ναι, αυτός που ήξερες, με κάνει να μειδιώ. Όταν σκέφτομαι πως είναι ένα χαλάκι μπάνιου, με όλα τα χρώματα, υπεραπορροφητικό, με όλα αυτά τα ξέφτια να το κάνουν να φαίνεται απαραίτητο και διαρκώς σε χρήση. Ένα χαλάκι μπάνιου -από αυτά που όλοι σκουπίζουν τα πόδια τους αφού καθαριστούν, ένα χαλάκι που από λάθος αντίδραση στον εγκέφαλο συνδέεται με την καθαριότητα και, όμως, το ίδιο ζέχνει στην βρώμα του. Ξέρεις, νομίζω ότι είμαι ακραία σε κάποια πράγματα. Με χτυπούσε συνέχεια σαν σκέψη προχθές που μοιραζόμουν με έναν φίλο. Ίσως όχι ακραία. Απόλυτη. Του όλα ή τίποτα τύπος που λένε. Σε όσα έχουν σημασία τουλάχιστον. Δεν θέλω την μέση, δεν θέλω τεταρτημόρια. Στα ευθύγραμμα τμήματα που καταλαβαίνω θέλω ένα από τα δύο σημεία δικό μου. Αλλιώς δεν θέλω το τμήμα αυτό. Είναι για αυτό που ό,τι είναι στο ενδιάμεσο με ενοχλεί. Αλλά πιο πολύ με ενοχλεί ό,τι θέλει όλο το ευθύγραμμο τμήμα για την πάρτη του -και ανάλογα από πιο σημείο το βλέπεις να νομίζεις ότι έχει μόνο αυτό.
Σιγά μην καταλαβαίνεις τι σου λέω τώρα, δεν ξέρω, είναι αργά, τα εικοσιτετράωρα κυλούν αβασάνιστα με μικρά breaks για ύπνο -αυτόν τον εκχυδαϊσμένο ύπνο της βιαστικής μας ζωής. Σου έλεγα για τον Μίκη, ναι. Αυτό το χαλάκι μπάνιου που πιο πολύ με κάνει να ντρέπομαι για εμάς, αυτούς (δεν ξέρω ποιοι είναι ακριβώς). Που περιμένουν τον Μίκη να τους συσπειρώσει, να τους εμπνεύσει, να τους δείξει τον δρόμο να βγουν από τη σπηλιά -ο νεοΠλατωνιστής! Για εμάς ντρέπομαι που προσκυνάμε ό,τι και αυτούς που προσκυνάμε, που μία ταμπέλα είναι αρκετή για να πιστέψουμε ότι το μαγαζί όντως πουλάει διαμάντια κι όχι χάντρες. Δεν θα σου πω άλλα για τον Μίκη, δεν είναι ο Μίκης το θέμα... Ούτε το διακύβευμα είναι τα σύνορα της πατρίδας που ταξίδεψε λαθραία στα γονίδιά μας. Ούτε τα Σκόπια, ή ΠΓΔΜ ή όπως αλλιώς αποκαλούν την δική τους πόρνη κάποιοι άλλοι. Το θέμα είναι πως κανείς δεν μιλά για το θέμα. Πως η πόρνη που θεωρούν ότι τους ανήκει, δικαιωματικά και εκ γενετής, αρνείται να τους γαμήσει όπως θέλουν, αρνείται να τους γλείψει και να τους κάνει τα χατήρια. Κι έτσι βγαίνουν τα σύνδρομα του νταβατζή. Η πόρνη είναι δική του να την χτυπά, να την πηδά, να την εκμεταλλεύεται -αν του την πειράξει, όμως, κάποιος, ο “άλλος”, θα τον στείλει στο χαντάκι με την πρώτη ευκαιρία. Δεν θα σκεφτεί ότι πρώτος αυτός παραμέλησε την πόρνη του, την έκανε να τον βαρεθεί, την κακοποίησε -ούτε καν ότι αυτή, ως πόρνη φτηνή και πουλημένη, τον παραμέλησε, δεν κατάφερε να του προσφέρει ούτε μια τόση δα σταγόνα ηδονής. Και το δράμα κορυφώθηκε όταν αυτός κατάλαβε ότι δεν ήταν ικανή ούτε τις παντόφλες να του φέρει.
Άστα να πάνε σου λέω, νιώθω υβρίδιο, νιώθω ότι κάτι λείπει. Δεν είναι πατρίδα μου αυτή, οι πόρνες είναι για αυτούς που όλα τα ευτελίζουν ή για να έρχονται στα ίσα τους παραστρατημένοι κρατικοί προϋπολογισμοί. Δικές μου πατρίδες είναι άλλα. Εσύ θα με καταλάβεις, το ξέρω. Είναι η γλώσσα που μου μιλάει πρώτη όταν ονειρεύομαι, είναι η τέχνη που δεν έχει όνομα νταβατζή αλλά αμέτρητους παραλήπτες, είναι οι άνθρωποι που κάνουν τα μαγικά τους και επικοινωνούν με χίλιους τρόπους, είναι εκείνα τα ρίγη μπροστά στην τόση ομορφιά και τον τόσο θάνατο. Και μετά έπεσα πάνω στον Μάνο. Όχι τον δικό σου -ή μήπως εσύ ήσουν πιο δική του; Στον άλλο, τον Λοϊζο. Που κάποιος τον ρώτησε πώς και αποφάσισε αίφνης να στραφεί στο ερωτικό τραγούδι. Κι εκείνος του απάντησε πως δεν ήταν ξαφνικό -σαν τον ντουβρουτζά, δηλαδή- αλλά όντως αποφάσισε συνειδητά να στραφεί σε αυτό εντονότερα. Γιατί, είπε, ο κόσμος αρκετά ανέχτηκε το πολιτικό τραγούδι. Του προσφέρθηκε σε μεγάλες ποσότητες, φτάνει πια.
Ας μιλήσουμε για αγάπη, είπε ο Μάνος. Και, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, σου γράφω αυτά και ακούω το “Εφτά τραγούδια θα σου πω”. Όχι, μην βιαστείς να με κρίνεις, δεν θα πιστέψεις πόσο διαφορετικά είναι αυτά που ακούω. Αλλά, να, ακούω αυτό και μετά φτάνουν στα αυτιά μου άλλες κορώνες... Κορώνες που πασπαλίζονται με γαρύφαλλα από αυλικούς σε χώρους που τα μικρόφωνα μοιάζουν πάντα με φαλλό, κορώνες που στηρίζονται σε κεφάλια που κρύβουν “μυστικούς συνδυασμούς” και τρώνε από το τραπέζι μου αφήνοντάς μου τα ψίχουλα... Όλοι μιλάνε για έρωτα στα τραγούδια τους, μ' ακούς; Τον βάζουν στο μικροσκόπιο, τον μελετούν, έπειτα τον τεμαχίζουν στις μικρές στιγμές του και πιάνουν να μιλάνε για τον έρωτα στη φάση της πρώτης ματιάς, της δεύτερης, έπειτα για τη φάση του στόματος, τη φάση του κρεβατιού... Και τον πάνε, τον ξεπροβοδίζουνε μέχρι τον θάνατό του και την γέννηση ενός άλλου. Μιλούν για έναν έρωτα εύκολο, εξευτελιστικά προσιτό στον καθένα να πιάσει και να γράψει για αυτόν σαν να γεννηθήκανε μαζί, από την ίδια μήτρα. Ο έρωτάς τους πωλείται στα ράφια των σούπερ μάρκετς, έχει ταινία γνησιότητας, εγγύηση ποιότητας από τον καλύτερο συνθέτη της αντιγραφής, πασαπόρτι του τον αναστεναγμό και η ταυτότητά του δεν αναφέρει τίποτε για ύψος.
Και σκεφτόμουν, και με έτρωγε, να σου πω ότι αν ο Μάνος ζούσε θα είχε την διορατικότητα σήμερα να πει το αντίστροφο από αυτό που είχε πει τότε. Για τα πολιτικά τραγούδια που θα μας ξεδιψούσαν. Όχι τίποτε άλλο, αλλά τα πολιτικά του Μίκη τό σκασαν από καιρό. Έχει μείνει το αποτύπωμά τους και η ηχώ τους -γιατί τέτοια κοινωνία είμαστε πια, του θαμπού αποτυπώματος και της ηχούς, όχι της κίνησης του χεριού και της δημιουργίας μελωδιών- να θυμίζουν ότι κάποτε υπήρξε και το ίδιο το κάποτε. Μια χαρά ακούγονται και τώρα, αλλά να, όσο να 'ναι με χαλάει να ακούω αυτά και στο μυαλό μου να έχω τον Μίκη του τώρα, του κάποτε, του ποτέ ξανά. Θέλει τον έρωτά του το πολιτικό τραγούδι, εσύ πιστεύω, μέσα σε λίγους, αυτό θα το ξέρεις. Αν ήσουν εδώ θα μου το έλεγες πρώτη, θα έπαιρνες την κιθάρα μου και θα μου τραγουδούσες την πιο ερωτική πολιτική μπαλάντα που φτιάχτηκε ποτέ.
Και μέσα σε όλα αυτά, το μυαλό μου είναι κολλημένο στον Σπίθα. Αυτόν, τον πιο αριστοκράτη βλάχο της βρώμικης γωνιάς του δρόμου. Που την σακαράκα του την λέει βίλλα, και κοιμάται σε αυτήν τρέμοντας σύγκορμος από συγκίνηση κάθε που η βροχή μαστιγώνει τη λαμαρίνα της. Αυτόν που η μαγκιά του δεν του επέτρεψε ποτέ να συγκρίνει την βίλλα του με τις μερσεντές που παρκάρουν δίπλα του, παρά νιώθει πως το πιο εύκολο είναι να βάλεις τρικλοποδιά στα μερσεντικά. Γιατί αυτοί που τον προσπερνούν σε αυτά έχουν το κεφάλι στραμμένο ψηλά και δεν κοιτούν ποτέ χάμω, εκεί που στήνονται τα καλύτερα παιχνίδια κλωτσοπατινάδας. Ναι, ο Σπίθας είναι μια πατρίδα μου, μια πατρίδα λυτρωτική, τέτοια που δεν μου χαρίζεται και δεν με αδικεί -ό,τι κι αν γίνει.
Κι όλα αυτά στα λέω σήμερα, έτσι, αναντάμ παπαντάμ τελικά. Δεν σε σκέφτηκα μόνο σήμερα, για κάποιον περίεργο λόγο είσαι πάντα εδώ. Είναι αυτή η αύρα που σε περιβάλλει. Όταν κοιτάς, όταν τραγουδάς, όταν αναστενάζεις, όταν τραντάζεσαι από τα γέλια, όταν περπατάς μέσα σε αυτήν την cigarette φούστα σου φορώντας από πάνω την φανέλα του Ολυμπιακού και μια φαρδιά ζώνη, όταν ρωτάς με νάζι τόσο αυθάδικο που κανείς δεν θα σκεφτεί ότι έχει άλλη επιλογή, όταν απλώνεις τα χέρια σου πάνω σε έναν αέρινο σταυρό και χορεύεις... Είναι όλα αυτά. Και άλλα. Τόσα πολλά που κάποιος θα έπρεπε να έχει γεννηθεί και να ζει μέσα σου για να τα παρατηρεί όλα. Και μετά, έτσι εύκολα που το κάνουν οι αποχωρισμοί, σε έστεψαν με την δική τους κορώνα. Της τελευταίας ελληνίδας θεάς. Τι τα θες αδερφάκι μου, από τίτλους να φαν' κι οι κότες. Αν δεν ήσουν θεά θα ήσουν Η σταρ ή τα ωραιότερα μάτια ή αυθεντική ή η ασυμβίβαστη. Τίτλοι, τίτλοι που στοιβάζονται σε εύκολες κόλλες και μνήμες υπολογιστών και απονέμονται με κλήρωση μετά από κάθε φανταχτερή κηδεία.
Εγώ, όμως, πάνω από όλα σήμερα ήθελα να σου πω ότι όντως ήσουν από θεϊκή σκόνη φτιαγμένη. Θα μου πεις τι σημασία έχει που το λέω εγώ και σιγά τα λάχανα μωρέ παιδάκι μου, αλλά για εμένα έχει. Για εμένα που μισώ ακόμη και την ακουστική της λέξης “πρότυπο”, που νιώθω πως οι άνθρωποι που γίνονται πρότυπα είναι άνθρωποι φτιαγμένοι από τους κατακερματισμένους και κλεμμένους εαυτούς άλλων. Για εμένα ήσουν από θεϊκή σκόνη φτιαγμένη. Δεν με νοιάζει αν ήσουν η “τελευταία” (που, μεταξύ μας, εύχομαι όχι) ελληνίδα θεά. Με νοιάζει ότι ήσουν. Έτσι. Τόσο απλά. Και τόσο απόλυτα. Χωρίς αντίλογο, χωρίς μετριασμούς του θριάμβου, χωρίς τίποτε από αυτά τα χαρακτηριστικά του ελιτίστικου αντιλόγου. Αυτό ήθελα να σου πω πάνω από όλα σήμερα, Μελίνα.
Thursday, 28 February 2008
1 2 3, φτου και βγαίνω!
Με προσκάλεσαν 3 φίλοι μου, σχεδόν ταυτόχρονα, να παίξουμε το παιχνίδι που τώρα τελευταία έχει προκαλέσει εθισμό στους bloggers. Ε, θα παίξω, γιατί κατά βάθος κι εγώ ένα παιδί είμαι και γιατί γουστάρω να παίζω με φίλους.
Άκη, Krotίδιο και Zaphod μου δεν γνωρίζετε, βέβαια, μία πολύ κακιά μου συνήθεια. Να διαβάζω βιβλία ταυτόχρονα. Να βρίσκονται ταυτόχρονα πάνω στο γραφείο μου 4 - 5 στοίβες βιβλία, χαρτιά, εφημερίδες (και, γενικώς, να γίνεται ο κακός χαμός), δίπλα στο κρεβάτι άλλα 3-4 και μέσα στην τσάντα μου άλλο ένα. Τεχνικές δυσκολίες, λοιπόν, προκύπτουν από το γεγονός αυτό. Θα τις ξεπεράσω. Αφού είμαι στο γραφείο τα δίπλα στο κρεβάτι και το μέσα στην τσάντα αποκλείονται. Πάει το πρώτο εμπόδιο. Πάνω στο γραφείο τώρα, στην πιο κοντινή μου ντάνα (με τρελαίνει αυτή η λέξη) βρίσκεται το "Εκατό ώρες με το Φιντέλ" του Ραμονέ που το ξανάνοιξα τις τελευταίες μέρες να δω τρία πράγματα. Δεν θα συμπεριληφθεί, όμως, στον διαγωνισμό καθ' ότι παλιότερα είχα βάλει αποσπάσματα από το βιβλίο αυτό (δεν ειναι και καιροί τώρα να παίζουμε απροκάλυπτα με Fidel, λίγες μέρες πριν έβρισκα μία λίστα της ΣΙΑ με τους "φίλους του Fidel που θέλουν να εγκαθιδρύσουν μία παγκόσμια κομμουνιστική δικτατορία" και ανάμεσά τους ήταν ο Ραμονέ, ο Σαραμάγκου και ο Μανού Τσάο [Zaphod μου, ξέρω, τώρα φόρτωσες!]). Κάτω από τον Fidel βρίσκεται το εξαιρετικό δοκίμιο της Λιλής Ζωγράφου "Σύγχρονός μας ο Κάφκα". Το οποίο, ω γαμώτο, δεν φτάνει μέχρι την σελίδα 123!!!
Συνεπώς, προχωρώ στο από κάτω (θρίλερ έχει γίνει ένα αθώο παιχνίδι)... Στα αποκάτω για την ακρίβεια. Έχω παρατήσει δύο βιβλία με τις σελίδες τους μπλεγμένες (για να θυμάμαι πού έχω μείνει στο καθένα). Οπότε... Για να είμαι και τυπικά σωστή, βάζω και από τα δύο.
Ο Ρίτσαρντ Σένετ, στο καταπληκτικό του βιβλίο "Η τυραννία της οικειότητας: ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό" γράφει στην σελίδα 123, στην 6η, 7η και 8η περίοδο: "Η αντίληψη ότι τα ανθρώπινα όντα έχουν δικαίωμα να είναι ευτυχισμένα είναι κατ' εξοχήν μοντέρνα, δυτική ιδέα. Σε κοινωνίες με μεγάλη ένδεια, άκαμπτη ιεραρχεία ή έντονα θρησκευτικά πάθη, η ψυχική ικανοποίηση έχει ελάχιστη σημασία ως σκοπός καθ' εαυτόν. Αυτή η ιδιάζουσα προβολή των απαιτήσεων της φύσης ενάντια στον πολιτισμό άρχισε να διαμορφώνεται τον 18ο αιώνα, ιδίως στην Αγγλία, Γαλλία, Βόρεια Ιταλία και Βορειοανατολική Αμερική."
Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, από την άλλη, στο "Για το ρεαλισμό", στην σελίδα 123 φτάνει στην εξής διακήρυξη (μα, τελικά, είναι καταπληκτικές οι σελίδες με τον αριθμό 123 -πάω να τσεκάρω κι άλλα βιβλία): "Γιατί η τέχνη χρειάζεται γνώσεις. Η παρατήρηση της τέχνης μπορεί να οδηγήσει στην πραγματική απόλαυση μόνο αν υπάρχει η τέχνη της παρατήρησης. Όσο σωστή είναι η άποψη ότι μέσα σε κάθε άνθρωπο κρύβεται κι ένας καλλιτέχνης, ότι ο άνθρωπος είναι το πιο καλλιτεχνικό ανάμεσα σε όλα τα ζώα, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι αυτή η έμφυτη ικανότητα μπορεί να εξελιχθεί, αλλά και να χαθεί."
Ένα σας λέω. Αν είχα πάρει το laptop στο κρεβάτι θα είχατε να τα βάλετε με Φίλιπ Ντικ και Ζοζέ Σαραμάγκου... Προς το παρόν σας αφήνω με τα παραπάνω. Και, όποιος θέλει, ας τα συζητήσουμε.
Υ.Γ. Για να μην είμαι εγώ το σπαστήρι προσκαλώ την Baby Lemonade, τον Fuzzy Burlesque, το Πατσιουράκι, την Niemandsrose και τον Narita να παίξουν. Ασφαλώς, ο κύκλος μπορεί να μεγαλώσει...
Υ.Γ. 2: Αντιγράφω και τους κανόνες από τον Zaphod ( γιατί βαριέμαι να ξαναγράφω)
"1. πιάνουμε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά μας αυτή τη στιγμή
2. το ανοίγουμε στη σελίδα 123 (αν είναι μικρό, παίρνουμε το επόμενο κοντύτερα σε μας, που έχει τουλάχιστον 123 σελίδες)
3. βρίσκουμε την πέμπτη περίοδο (ΚΕΦΑΛΑΙΟ->τελεία)
4. αντιγράφουμε τις επόμενες τρεις, δηλαδή την έκτη, έβδομη και όγδοη και
5. βρίσκουμε άλλους πέντε ατυχείς να τους πασάρουμε το παιχνίδι"
Άκη, Krotίδιο και Zaphod μου δεν γνωρίζετε, βέβαια, μία πολύ κακιά μου συνήθεια. Να διαβάζω βιβλία ταυτόχρονα. Να βρίσκονται ταυτόχρονα πάνω στο γραφείο μου 4 - 5 στοίβες βιβλία, χαρτιά, εφημερίδες (και, γενικώς, να γίνεται ο κακός χαμός), δίπλα στο κρεβάτι άλλα 3-4 και μέσα στην τσάντα μου άλλο ένα. Τεχνικές δυσκολίες, λοιπόν, προκύπτουν από το γεγονός αυτό. Θα τις ξεπεράσω. Αφού είμαι στο γραφείο τα δίπλα στο κρεβάτι και το μέσα στην τσάντα αποκλείονται. Πάει το πρώτο εμπόδιο. Πάνω στο γραφείο τώρα, στην πιο κοντινή μου ντάνα (με τρελαίνει αυτή η λέξη) βρίσκεται το "Εκατό ώρες με το Φιντέλ" του Ραμονέ που το ξανάνοιξα τις τελευταίες μέρες να δω τρία πράγματα. Δεν θα συμπεριληφθεί, όμως, στον διαγωνισμό καθ' ότι παλιότερα είχα βάλει αποσπάσματα από το βιβλίο αυτό (δεν ειναι και καιροί τώρα να παίζουμε απροκάλυπτα με Fidel, λίγες μέρες πριν έβρισκα μία λίστα της ΣΙΑ με τους "φίλους του Fidel που θέλουν να εγκαθιδρύσουν μία παγκόσμια κομμουνιστική δικτατορία" και ανάμεσά τους ήταν ο Ραμονέ, ο Σαραμάγκου και ο Μανού Τσάο [Zaphod μου, ξέρω, τώρα φόρτωσες!]). Κάτω από τον Fidel βρίσκεται το εξαιρετικό δοκίμιο της Λιλής Ζωγράφου "Σύγχρονός μας ο Κάφκα". Το οποίο, ω γαμώτο, δεν φτάνει μέχρι την σελίδα 123!!!
Συνεπώς, προχωρώ στο από κάτω (θρίλερ έχει γίνει ένα αθώο παιχνίδι)... Στα αποκάτω για την ακρίβεια. Έχω παρατήσει δύο βιβλία με τις σελίδες τους μπλεγμένες (για να θυμάμαι πού έχω μείνει στο καθένα). Οπότε... Για να είμαι και τυπικά σωστή, βάζω και από τα δύο.
Ο Ρίτσαρντ Σένετ, στο καταπληκτικό του βιβλίο "Η τυραννία της οικειότητας: ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό" γράφει στην σελίδα 123, στην 6η, 7η και 8η περίοδο: "Η αντίληψη ότι τα ανθρώπινα όντα έχουν δικαίωμα να είναι ευτυχισμένα είναι κατ' εξοχήν μοντέρνα, δυτική ιδέα. Σε κοινωνίες με μεγάλη ένδεια, άκαμπτη ιεραρχεία ή έντονα θρησκευτικά πάθη, η ψυχική ικανοποίηση έχει ελάχιστη σημασία ως σκοπός καθ' εαυτόν. Αυτή η ιδιάζουσα προβολή των απαιτήσεων της φύσης ενάντια στον πολιτισμό άρχισε να διαμορφώνεται τον 18ο αιώνα, ιδίως στην Αγγλία, Γαλλία, Βόρεια Ιταλία και Βορειοανατολική Αμερική."
Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, από την άλλη, στο "Για το ρεαλισμό", στην σελίδα 123 φτάνει στην εξής διακήρυξη (μα, τελικά, είναι καταπληκτικές οι σελίδες με τον αριθμό 123 -πάω να τσεκάρω κι άλλα βιβλία): "Γιατί η τέχνη χρειάζεται γνώσεις. Η παρατήρηση της τέχνης μπορεί να οδηγήσει στην πραγματική απόλαυση μόνο αν υπάρχει η τέχνη της παρατήρησης. Όσο σωστή είναι η άποψη ότι μέσα σε κάθε άνθρωπο κρύβεται κι ένας καλλιτέχνης, ότι ο άνθρωπος είναι το πιο καλλιτεχνικό ανάμεσα σε όλα τα ζώα, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι αυτή η έμφυτη ικανότητα μπορεί να εξελιχθεί, αλλά και να χαθεί."
Ένα σας λέω. Αν είχα πάρει το laptop στο κρεβάτι θα είχατε να τα βάλετε με Φίλιπ Ντικ και Ζοζέ Σαραμάγκου... Προς το παρόν σας αφήνω με τα παραπάνω. Και, όποιος θέλει, ας τα συζητήσουμε.
Υ.Γ. Για να μην είμαι εγώ το σπαστήρι προσκαλώ την Baby Lemonade, τον Fuzzy Burlesque, το Πατσιουράκι, την Niemandsrose και τον Narita να παίξουν. Ασφαλώς, ο κύκλος μπορεί να μεγαλώσει...
Υ.Γ. 2: Αντιγράφω και τους κανόνες από τον Zaphod ( γιατί βαριέμαι να ξαναγράφω)
"1. πιάνουμε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά μας αυτή τη στιγμή
2. το ανοίγουμε στη σελίδα 123 (αν είναι μικρό, παίρνουμε το επόμενο κοντύτερα σε μας, που έχει τουλάχιστον 123 σελίδες)
3. βρίσκουμε την πέμπτη περίοδο (ΚΕΦΑΛΑΙΟ->τελεία)
4. αντιγράφουμε τις επόμενες τρεις, δηλαδή την έκτη, έβδομη και όγδοη και
5. βρίσκουμε άλλους πέντε ατυχείς να τους πασάρουμε το παιχνίδι"
Don't you know?
Don’t you know
They ‘re talkin’ about a revolution
It sounds like a whisper
Don’t you know
They ‘re talkin about a revolution
It sounds like a whisper
While they ‘re standing in the welfare lines
Crying at the doorsteps of those armies of salvation
Wasting time in the unemployment lines
Sitting around waiting for a promotion
Poor people gonna rise up
And get their share
Poor people gonna rise up
And take what’s theirs
Don’t you know
You better run, run, run...
Oh I said you better
Run, run, run...
Finally the tables are starting to turn
Talkin bout a revolution
Tracy Chapman - Talkin' about a revolution
Sunday, 24 February 2008
Εμφύλιος
Αλήθεια σου λέω... Μην με κοιτάς με δυσπιστία... Όπου κι αν κοιτάξεις θα τον δεις... Εκεί που περιμένεις το φανάρι που ανάβει για 7 δευτερόλεπτα κάθε μισή ώρα, θα έρθει να χωθεί σφήνα κι εσύ θα το χάσεις πάλι. Αν περιμένεις σε μια σειρά τράπεζας θα χωθεί σιγά σιγά δίπλα σου προσπερνώντας όλα τα χνώτα που ένιωθες στην πλάτη σου. Αν πας στην εφορία για την δήλωσή θα τον δεις να δηλώνει εισόδημα μιας μακαρονάδας κι ενός φραπέ για όλον τον χρόνο -και μετά θα ξεπαρκάρει την Mercedes του έξω από την είσοδο. Θα τον βρεις να παρκάρει στο πεζοδρόμιο ή μπροστά στη διάβαση για τα ΑΜΕΑ. Θα τον δεις να γκαζώνει στο κόκκινο. Αν ρωτήσεις την μάνα σου ή τη θεία σου θα σου πουν ότι έπιασε δουλειά στο δημόσιο χάρη στον μπάρμπα του. Η δουλειά του τον πληρώνει 1.000 ευρώ τον μήνα κι αυτός κάθε δυο μήνες πάει ταξιδάκια στο εξωτερικό. Στο σχολείο ήταν αυτός που αντέγραφε από το γραπτό σου και στο διάλειμμα σε κορόιδευε με τους φίλους του. Όταν εσύ πίνεις έναν καφέ στο γραφείο σου εκείνος ισιώνει την γραβάτα του σε κάποιο καφέ που βρίσκεται για “δουλειά”. Αν κοιτάξεις στον κάδο ανακύκλωσης που πετάς τα σκουπίδια σου θα δεις την σακούλα του που μόλις άφησε -έχει σάλτσες μέσα αλλά βαριόταν να ανοίξει τον διπλανό κάδο. Και στα σκοτάδια μπορείς να τον δεις... Στο σινεμά κάποια στιγμή θα χτυπήσει το κινητό του κι εκείνος θα απαντήσει, δέκα κουδουνίσματα μετά, για να συνεννοηθεί με τον κολλητό. Εκεί που πίνεις τον καφέ σου θα τον πετύχεις εύκολα -είναι αυτός που φωνάζει και γελάει με την παρέα, ρουφώντας το πούρο του, σαν να μην υπάρχει κανείς άλλος στον κόσμο σαν αυτόν. Είναι ο ίδιος που σε άφησε με το ταξί του έξω από την πόρτα και κράτησε τα 30 λεπτά πουρμπουάρ χωρίς να ρωτήσει. Αυτός που σου πουλάει καλαμάρι κατεψυγμένο για φρέσκο, πατάτες τηγανισμένες σε λάδι μηχανής καμμένο και ντομάτα Ιανουάριο μήνα με αντίτιμο το μηνιάτικό σου. Είναι αυτός που αγοράζει τον καφέ 30 λεπτά και στον πουλάει 4,20 ευρώ. Είναι αυτός που δεν ξέρει μία για τη δουλειά του αλλά το αφεντικό σου λατρεύει για κάποιον μυστήριο λόγο. Είναι αυτός που μιλάει για τη γυναίκα του με τα χειρότερα λόγια και το βράδυ την πέφτει σε μικρούλες στα μπαρ. Είναι αυτός που αγοράζει οικόπεδο εκεί που μόλις κάηκε -χαρούμενος για την ευκαιρία που του παρουσιάστηκε.
Αλήθεια σου λέω αδερφάκι μου, είναι παντού... Κοίτα κι άλλο λίγο, για χάρη μου... Είναι κι ο άλλος. Κι αυτός παντού είναι... Δίπλα στον άλλο, από κάτω του, από πάνω του, απέναντι, δεν ξέρω... Πάντως κι αυτός παντού είναι. Όταν είσαι στην άκρη του πεζοδρομίου θα φρενάρει για να περάσεις. Αν δεις μια γριά στο φανάρι θα τον δεις να της δίνει το χέρι του για να την περάσει απέναντι. Αν μείνεις στην άκρη του δρόμου θα σταματήσει να σε βοηθήσει με την ρεζέρβα. Θα τον πάρεις ένα τηλέφωνο στην υπηρεσία που δουλεύει και θα ψάξει αυτό που θες αμέσως, έτσι, γιατί αυτή είναι η δουλειά του. Θα πάει στην εφορία για να κάνει τη δήλωσή του και θα σκέφτεται πως θα τον γαμήσει μετά στους φόρους μετά την αύξηση του 3% που πήρε φέτος στη δουλειά του. Θα του χτυπήσεις το κουδούνι στις 10:00 το πρωί του Σαββάτου και θα σου δώσει το τρυπάνι που του ζήτησες -κι ας σε βλέπει πρώτη φορά. Θα σηκωθεί στο λεωφορείο για να κάτσει ένας παππούς. Θα δεις τα παιδιά του -ποτέ δεν θα σου πουν ότι ονειρεύονται πολλά λεφτά και μία θέση στο Δημόσιο. Θα τον δεις στο φανάρι πίσω σου. Οδηγεί ένα μικρό αυτοκίνητο και έχει κάτσει στην ουρά ήδη 15 λεπτά. Είναι ο ίδιος που το πρωί λέει καλημέρα όταν μπαίνει στο γραφείο και την εννοεί. Αυτός είναι που επέστρεψε το πορτοφόλι που βρήκε στον δρόμο και τα ρέστα που έκανε λάθος η ψιλικατζού. Είναι αυτός που ό,τι κι αν του ζητήσει το αφεντικό θα πει όχι αν δεν συμφωνεί. Είναι αυτός που στην τράπεζα περιμένει τη σειρά του και τελευταία στιγμή την παραχωρεί σε μία ηλικιωμένη. Αυτός που δεν βλέπει την ώρα να βρεθεί στην αγκαλιά της γυναίκας του και των παιδιών τους, της κοπέλας του, της αρραβωνιαστικιάς του. Είναι αυτός που δεν θέλει περίσσευμα χρημάτων κάθε μήνα αλλά χρόνο για τους αγαπημένους του. Αυτός που θα ακούσει ένα τραγούδι και θα τραγουδά στο αυτοκίνητο ενώ την ίδια στιγμή θα νιώθει ότι η μέρα του έφτιαξε ήδη. Αυτός που θα νιώθει βαθιά θλίψη για τα προβλήματα κάποιου άλλου λαού κάποιας άλλης χώρας. Αυτός που πριν μπει στο σινεμά θα κλείσει το κινητό του. Αυτός που θα πίνει τον καφέ του χωρίς να καπνίζει δίπλα στο μωρό που μόλις πάρκαραν οι γονείς στο διπλανό τραπέζι. Αυτός που όταν χιόνισε κατέβηκε με το λάστιχο και το φτυάρι να καθαρίσει το πεζοδρόμιο.
Αυτοί είναι αδερφέ μου... Σου το λέω να το ξέρεις. Είναι παντού. Τους βλέπω όπου κι αν πάω. Τρομάζω, νομίζω θα με πάρουν τα σκάγια. Ο ένας για τον άλλο μαλάκας. Ο μαλάκας... Χα!... Παλεύουν με νύχια και με δόντια να βγάλουν ο ένας τον άλλον μαλάκα. Κοιτάνε τον εαυτό τους, νιώθουν καλά, νιώθουν κακά... Δεν έχει σημασία. Αρκεί που ο άλλος είναι ο μαλάκας κι όχι οι ίδιοι. Και, αδερφέ μου, αλήθεια σου λέω... Αυτός ο μαλάκας θα μας φάει. Ο μαλάκας που δεν κοίταξε ποτέ τίποτε άλλο παρά τον εαυτό του στον καθρέφτη και μετά τον άλλον απέναντι. Αυτός ο μαλάκας που το έχει ρίξει στην μαλακία. Για να σώσει τα λεφτά του, την δουλειά του, την οικογένειά του, την αξιοπρέπειά του, την τιμή του, το σπίτι του... Που ποτέ δεν κατάλαβε ότι όταν μαθαίνεις να κοιτάς τους απέναντι με μίσος είσαι σε πόλεμο. Τα υπόλοιπα είναι θέμα χρόνου... Για αυτό σου λέω αδερφάκι μου. Μην είσαι μαλάκας. Σώσε ό,τι σώζεται και φύγε. Μιλάμε για τον πόλεμο του μαλάκα εδώ πέρα, όχι για κανέναν πόλεμο της προκοπής και της ανδρείας.
Αλήθεια σου λέω αδερφάκι μου, είναι παντού... Κοίτα κι άλλο λίγο, για χάρη μου... Είναι κι ο άλλος. Κι αυτός παντού είναι... Δίπλα στον άλλο, από κάτω του, από πάνω του, απέναντι, δεν ξέρω... Πάντως κι αυτός παντού είναι. Όταν είσαι στην άκρη του πεζοδρομίου θα φρενάρει για να περάσεις. Αν δεις μια γριά στο φανάρι θα τον δεις να της δίνει το χέρι του για να την περάσει απέναντι. Αν μείνεις στην άκρη του δρόμου θα σταματήσει να σε βοηθήσει με την ρεζέρβα. Θα τον πάρεις ένα τηλέφωνο στην υπηρεσία που δουλεύει και θα ψάξει αυτό που θες αμέσως, έτσι, γιατί αυτή είναι η δουλειά του. Θα πάει στην εφορία για να κάνει τη δήλωσή του και θα σκέφτεται πως θα τον γαμήσει μετά στους φόρους μετά την αύξηση του 3% που πήρε φέτος στη δουλειά του. Θα του χτυπήσεις το κουδούνι στις 10:00 το πρωί του Σαββάτου και θα σου δώσει το τρυπάνι που του ζήτησες -κι ας σε βλέπει πρώτη φορά. Θα σηκωθεί στο λεωφορείο για να κάτσει ένας παππούς. Θα δεις τα παιδιά του -ποτέ δεν θα σου πουν ότι ονειρεύονται πολλά λεφτά και μία θέση στο Δημόσιο. Θα τον δεις στο φανάρι πίσω σου. Οδηγεί ένα μικρό αυτοκίνητο και έχει κάτσει στην ουρά ήδη 15 λεπτά. Είναι ο ίδιος που το πρωί λέει καλημέρα όταν μπαίνει στο γραφείο και την εννοεί. Αυτός είναι που επέστρεψε το πορτοφόλι που βρήκε στον δρόμο και τα ρέστα που έκανε λάθος η ψιλικατζού. Είναι αυτός που ό,τι κι αν του ζητήσει το αφεντικό θα πει όχι αν δεν συμφωνεί. Είναι αυτός που στην τράπεζα περιμένει τη σειρά του και τελευταία στιγμή την παραχωρεί σε μία ηλικιωμένη. Αυτός που δεν βλέπει την ώρα να βρεθεί στην αγκαλιά της γυναίκας του και των παιδιών τους, της κοπέλας του, της αρραβωνιαστικιάς του. Είναι αυτός που δεν θέλει περίσσευμα χρημάτων κάθε μήνα αλλά χρόνο για τους αγαπημένους του. Αυτός που θα ακούσει ένα τραγούδι και θα τραγουδά στο αυτοκίνητο ενώ την ίδια στιγμή θα νιώθει ότι η μέρα του έφτιαξε ήδη. Αυτός που θα νιώθει βαθιά θλίψη για τα προβλήματα κάποιου άλλου λαού κάποιας άλλης χώρας. Αυτός που πριν μπει στο σινεμά θα κλείσει το κινητό του. Αυτός που θα πίνει τον καφέ του χωρίς να καπνίζει δίπλα στο μωρό που μόλις πάρκαραν οι γονείς στο διπλανό τραπέζι. Αυτός που όταν χιόνισε κατέβηκε με το λάστιχο και το φτυάρι να καθαρίσει το πεζοδρόμιο.
Αυτοί είναι αδερφέ μου... Σου το λέω να το ξέρεις. Είναι παντού. Τους βλέπω όπου κι αν πάω. Τρομάζω, νομίζω θα με πάρουν τα σκάγια. Ο ένας για τον άλλο μαλάκας. Ο μαλάκας... Χα!... Παλεύουν με νύχια και με δόντια να βγάλουν ο ένας τον άλλον μαλάκα. Κοιτάνε τον εαυτό τους, νιώθουν καλά, νιώθουν κακά... Δεν έχει σημασία. Αρκεί που ο άλλος είναι ο μαλάκας κι όχι οι ίδιοι. Και, αδερφέ μου, αλήθεια σου λέω... Αυτός ο μαλάκας θα μας φάει. Ο μαλάκας που δεν κοίταξε ποτέ τίποτε άλλο παρά τον εαυτό του στον καθρέφτη και μετά τον άλλον απέναντι. Αυτός ο μαλάκας που το έχει ρίξει στην μαλακία. Για να σώσει τα λεφτά του, την δουλειά του, την οικογένειά του, την αξιοπρέπειά του, την τιμή του, το σπίτι του... Που ποτέ δεν κατάλαβε ότι όταν μαθαίνεις να κοιτάς τους απέναντι με μίσος είσαι σε πόλεμο. Τα υπόλοιπα είναι θέμα χρόνου... Για αυτό σου λέω αδερφάκι μου. Μην είσαι μαλάκας. Σώσε ό,τι σώζεται και φύγε. Μιλάμε για τον πόλεμο του μαλάκα εδώ πέρα, όχι για κανέναν πόλεμο της προκοπής και της ανδρείας.
Subscribe to:
Posts (Atom)