Thursday, 17 May 2007

Καρέκλεεε, τραπέζααα, καρπούζααα, πατάτεεε!!

Αβάδιστα.

Νέα εικοσιτεσσάρων ετών.
Απόφοιτος Ενιαίου Λυκείου το 2000 (βαθμός απολυτηρίου: Άριστα, 19,2).
Απόφοιτος Νομικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών το 2005 (βαθμός πτυχίου: Άριστα, 8).
Φοιτήτρια Μεταπτυχιακού Προγράμματος στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (τμήμα Ε.Μ.Μ.Ε.).
Κάτοχος Proficiency, Sorbonne 2 και DELE Inicial.
Κάτοχος διπλώματος οδήγησης και αυτοκινήτου (1200 κ.κ., 76 hp).
Κάτοχος ECDL (2006).

Κάτοχος τρίτου νταν στο ελληνικό βρωμόξυλο.
Λευκό ποινικό μητρώο.
Πολυτάλαντη (χορεύτρια κλασσικού μπαλέτου [13 χρόνια], χορεύτρια φλαμενκο [3 χρόνια], μουσικές γνώσεις [ηλεκτρική κιθάρα], σεμινάρια σεναριογραφίας, σκηνοθεσία ταινιών μικρού μήκους, αναγνώστρια πάσης φύσεως βιβλίων - εξαιρούνται τα Άρλεκιν).
Κανονικού αναστήματος και βάρους, πράσινα μάτια, ωοειδές πρόσωπο.

Ανύπανδρη, άτεκνη και χωρίς πρόθεση να επιχειρήσει να αλλάξει κάτι από τα δύο.
Επίτιμο μέλος της γενιάς των 700 Ευρώ (λόγω ηλικίας, δεν έχει καταφέρει να πάρει μέχρι στιγμής τόσα από εργασία).
Μη απαραίτητο το ΙΚΑ.
Μη απαραίτητα τα σύκα.
Μη απαραίτητα τα μίκα.

Χαμογελαστή, προσηνής, με χιούμορ.
Ντροπαλή, αδυνατεί να αρνηθεί το φόρτωμα με έξτρα δουλειά.
Κανένα χρέος σε κάρτες.
Μη κάτοχος κάρτας.
Μη δανειολήπτης.
Ελάχιστα έξοδα, χαρακτηριστικό της η αποφυγή σπατάλης.
Προϋπηρεσία δύο ετών.

Καταπληκτική στην παρασκευή καφέδων για εργοδότες: ελληνικός με καϊμάκι/φουσκάλες, φραπέ με σωστό χτύπημα, φρέντο με σωστό αφρό (εναλλακτικά και σαντιγύ).
Καπνίστρια, αν όμως το κάπνισμα απαγορεύεται στον χώρο εργασίας, κανένα πρόβλημα. Μπορεί να μην καπνίσει για ώρες.

Δεν βρωμάει ιδρωτίλα και κρεμμυδίλα.
Δεν μιλάει με συναδέλφους εν ώρα εργασίας.
Δεν τρώει εν ώρα εργασίας.
Δεν πίνει εν ώρα εργασίας.
Δεν βάφει νύχια εν ώρα εργασίας.
Δεν μιλάει στο κινητό, ούτε στέλνει sms, εν ώρα εργασίας.
Δεν περνάει μια ώρα στο μπάνιο, για να φρεσκαριστεί, εν ώρα εργασίας.

Λειτουργεί ακόμα και με 39 πυρετό.
Λειτουργεί ακόμα και με μία ώρα βραδινό ύπνο - εντελώς άυπνη αντέχει 36 ώρες συνεχόμενα.
Δεν έχει παράλογες απαιτήσεις, όπως είναι η πληρωμή υπερωριών.
Εχέμυθη και διακριτική.
Στόμα έχει και μιλιά δεν έχει.
Καλύπτει τα έξοδα κίνησης μόνη της (κάρτα απεριορίστων, βενζίνη).

Δεν χρειάζεται άδεια -όταν αυτή δίνεται, αντιλαμβάνεται ότι είναι από την καλή προαίρεση του εργοδότη και δεν πληρώνεται κατά το διάστημα απουσίας της.
Δεν χρειάζεται αναρρωτικές (τα είπαμε και παραπάνω).
Δεν χρειάζεται διάλειμμα.
Συνεπής κι εργατική.

Καθόλου φιλόδοξη -η προαγωγή μπορεί πάντα να δοθεί σε κάποιον άλλον.
Στο μέλλον θα έχει εξ αδιαιρέτου (1/3) ένα στρέμμα ελιές στου Γκαού Κερκύρας, ένα διώροφο εξηκονταετίας στην Κέρκυρα και μία θέση στάθμευσης στην Κυψέλη.
Δεν θα χρειαστεί σύνταξη – θα πεθάνει πριν να την δικαιούται.

Tuesday, 15 May 2007

Ο Πατσουλής κι ο σμπαραλιασμένος φεμινισμός...

Ούτε λίγες ώρες δεν έχουν περάσει από όταν ανέβασα το προηγούμενο post μου.
Μες στην τρελή χαρά σήμερα - «Δεν μπορεί, λέω, πρέπει να με δουν και στις χαρές μου». Ε, γαμώ το κέρατό μου, όχι. Αυτό το blog ούτε σήμερα θα καταφέρει να μείνει ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο με πρώτη μούρη ένα αισιόδοξο και παιχνιδιάρικο post (το μεγαλύτερο κακό είναι που έχει πέσει στα χέρια μου).

Τους τελευταίους μήνες ακολουθώ μία νέα προσέγγιση στην ενημέρωση. Προσέγγιση «μπαγιάτικος μπακαλιάρος». Λόγω έλλειψης χρόνου έπιασα τον εαυτό μου, κάποια στιγμή, να διαβάζω τις εφημερίδες των προηγούμενων ημερών ετεροχρονισμένα, μέρες μετά. Μου καλάρεσε αυτό, η αντίληψη που αποκτάς γύρω από τα πράγματα έτσι έχει και τον αέρα της απόστασης, την γνώση των αποτελεσμάτων μερικές φορές. Άσε δε που τα νέα ψυγείου διαβάζονται σχεδόν οποτεδήποτε -είναι καλοδιατηρημένα στη συντήρηση. Πολλές φορές, λοιπόν, πλέον γυρίζω και σε εφημερίδες ενός μήνα πριν -καταλήγω πολλές φορές να σαρκάζω με πολύ άσχημο τρόπο μέσα μου τις εντυπώσεις που επιχειρούνται όταν το ψάρι σπαρταράει ή να κουνάω το κεφάλι μου σαν τα σκυλάκια στα παρμπρίζ ταξιτζήδων, αυτά που μοιάζουν να κοροϊδεύουν το μαλάκα που πληρώνει έναν τύπο χρυσάφι αντί να πάρει τα πόδια του ή κάποιο μέσο μεταφοράς...

Ξυπνάω, λοιπόν, σήμερα. Γράφω το κείμενό μου, χαμογελάω ευτυχισμένη -γιατί πάνω από όλα όταν ζεσταίνομαι ένα δροσιστικό χαμόγελο είναι ό,τι πρέπει- κάνω μία βόλτα από αγαπημένα μου blogs συνομιλώντας με τους οικοδεσπότες τους και μετά... Μετά, λέω, δεν θα πλύνω την κουζίνα -που έχω φτάσει να μην έχω ούτε πρωινό να φάω και που και να είχα πάει να αγοράσω δεν θα είχα κουτάλι να το φάω- όχι, θα διαβάσω το κυριακάτικο περιοδικό. (Την Κυριακάτικη και τους Schooligans τους διάβασα χθες βράδυ)

Αφιερωμένο στη γυναίκα. «Γαμώ την πουτάνα μου», σκέφτομαι. Οπλίζομαι με ατσάλινα νεύρα για να αντιμετωπίσω τους τόνους διαφήμισης που θα αντιμετωπίσω, με χιούμορ για τα άρθρα «γυναικείου» τύπου που θα διαβάσω και με ψυχραιμία για τους καταλόγους με ρούχα που θα αντικρίσω -ρούχα που αν δεν είσαι η γυναίκα, άντε η γκόμενα, του Ωνάση εγώ δεν μπορώ να φανταστώ να τα βλέπεις κάπως αλλιώς παρά μόνο κοιτάζοντας βιτρίνες.

Όχι, θα αντισταθώ, δεν θα χρησιμοποιήσω αυτό που διάβασα στο περιοδικό για ένα σοβαρό κείμενο κριτικής στην ηλιθιότητα των γυναικείων περιοδικών και των αναγνωστών τους. Όχι, γιατί το να πάθω νευρικό κλονισμό Μαγιάτικα, με 35 βαθμούς, χωρίς ανεμιστήρα ή κλιματιστικό πάνω από το κεφάλι μου δεν είναι ό,τι καλύτερο για εμένα σήμερα (άσε που οι γιατροί έχουν ακόμα απεργία).Θα ασχοληθώ μόνο με αυτό που με έκανε να φτάσω στα πρόθυρα υστερίας και θα χρησιμοποιήσω αυτό το κατακαημένο blog ως ντιβάνι, αυτοσχέδιο.

Μετά, λοιπόν, από και εγώ δεν ξέρω πόσες σελίδες διαφήμισης -ήμαρτον! αν δεν σέβεστε την ανάγκη να σας διαβάσουμε σεβαστείτε τα καημένα τα δέντρα, τα έχετε γαμήσει!- φτάνω στο πρώτο κείμενο. Χαχα, χουχου, προχωράω. Περνάω κάμποσες σελίδες γιατί βαριέμαι να ξεχωρίσω γραμματοσειρά με κείμενο ανάμεσα σε φαντεζί ιλουστρασιόν μηνύματα κατανάλωσης και πέφτω πάνω στην συνέντευξη ενός κυρίου λέει ... μούμπλε μούμπλε, μισό λεπτό ψάχνω τη σελίδα πάλι ανάμεσα στις μαλακίες...ναι, ενός κυρίου Μανόλη Παπαπολύζου. Σε περίπτωση που το γεγονός ότι δίνει συνέντευξη σε ένα τόσο -κατά τα άλλα- έγκυρο περιοδικό δεν λέει κάτι σε εμένα την ασήμαντη αναγνώστρια το περιοδικό έρχεται να καλύψει αυτό μου το κενό και έλλειψη. Με πληροφορεί ότι ο εν λόγω κύριος είναι «πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της DDB ATHENS, είναι ο πρόεδρος της Ένωσης Εταιριών Διαφήμισης-Επικοινωνίας.»

Κλαπ κλαπ. Ήδη τον συμπάθησα. Συγκεντρώνει τα αγαπημένα μου χαρακτηριστικά σε άνδρα. Διαφημιστής: ένα από τα δύο πιο άχρηστα επαγγέλματα στον κόσμο (το άλλο είναι οι managers). Διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος: Μα είναι τόσο εμφανείς οι ομοιότητες με έναν άλλο μοιραίο άνθρωπο των media που δεν μπορώ παρά να συγκινηθώ. Οι φωτογραφίες του: Μπαμ! κάνει ο άνθρωπος. Σοβαρός, με το γυαλάκι του, την κουστουμιά του, το ψαγμένο - μελαγχολικό βλέμμα στην πρώτη. Στην δεύτερη αποκαλύπτεται η άλλη πλευρά του. Rayban γυαλί -απαραίτητο αξεσουάρ επί ημερών μας για τζόβενους νεογιάπηδες που θέλουν να λανσάρουν το προφίλ ότι γαμάνε αβέρτα (κυριολεκτικά και μεταφορικά)- χαμόγελο επιτυχίας να αχνοφαίνεται -έτσι για να διατηρείται και η αινιγματική φυσιογνωμία- και το άρωμα από το πατσουλί να εισβάλει στην μύτη μου -ναι, το πατσουλί γνωρίζει μεγάλες δόξες στις μέρες μας, σέρνεται γύρω μας μια βρώμα τόσο απωθητική που μόνο με τους τόνους πατσουλιού (sic) μπορεί να καλυφθεί.

Και προχωρώ. Συνεντευξιάζεται, λοιπόν, ο... πώς τον είπαμε... ναι, Μανόλης Παπαπολύζος. Θα μου επιτρέψετε να αναπαραγάγω εδώ ένα κομμάτι της συνέντευξης, για όσους δεν είχαν την τύχη να την διαβάσουν ή είναι άνδρες και θεώρησαν ότι το τεύχος αυτό δεν τους αφορά (εγώ αδυνατώ να βρω πώς αφορά και τις γυναίκες που εγώ έχω στο μυαλό μου, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). Θα ακολουθεί σχολιασμός, έτσι γιατί κάνει πολύ ζέστη για να χτυπήσω κανέναν σάκο του μποξ ή να πάω να παίξω ξύλο, και δεν μου αρέσει να ιδρώνω με τέτοιον τρόπο για έναν άνδρα...

(...) (Εισαγωγή με μαλακίες)
«Παρόλο που όλες οι ΜΚΟ (και ο ΟΗΕ ακόμα) καταγγέλλουν την ελληνική ως βαθιά πατριαρχική κοινωνία;
Αυτό είναι το μεγάλο ψέμα στο οποίο ζούμε όλοι. Είναι ένα δημιούργημα των γυναικών για να μας προκαλούν ενοχές. Αν κρίνει κανείς από τα εξώφυλλα των περιοδικών, τα δύο κυρίαρχα θέματα που απασχολούν τις γυναίκες είναι: α) πόσο γουρούνια είναι οι άντρες και β) πώς να κατακτήσουν αυτά τα γουρούνια.»
Χα, αγαπητέ (μπλιαχ!), αυτά απασχολούν τις γυναικούλες και τις αλόγες που κινούνται γύρω από συγκεκριμένους χώρους και ανθρώπους. Είναι οι ίδιες που τελικά κατακτούν το γουρούνι κι αυτό δεν αναβαθμίζεται ποτέ, ανοίγουν το στάβλο παρέα και κυλιούνται στη λάσπη.

«Πώς γίνεται να καταναλώνουν, όταν η ανεργία στις νέες είναι τόσο υψηλή;
O.P.M.! Other people's money, αγοράζουν με χρήματα που δεν βγάζουν οι ίδιες. Και, επίσης, άνεργος είσαι όταν ενδιαφέρεσαι να εργαστείς και δεν βρίσκεις δουλειά.»
Ξέρεις πώς λέγεται αυτός που κατ' επάγγελμα πληρώνει κάποια να του κάθεται, να του πλένει και να του φέρνει πελατεία; Νταβατζής. Κατάλαβες τώρα, μην στο αναλύσω, ξέρεις εσύ, έχεις πτυχία.

«Ισχύει ότι, αν πείσεις μια γυναίκα να το αγοράσει, τότε το προϊόν έχει πετύχει;
Μα δεν είναι δύσπιστες, δεν είναι δύσκολοι καταναλωτές οι γυναίκες. Εκεί που έχουν δυσκολία είναι στο να ιεραρχήσουν τις ανάγκες τους, γιατί έχουν άπειρες, δεν τελειώνουν πουθενά.»
Μα, αγαπητέ (ξαναμπλιαχ!), κάνετε λάθος. Οι δικές μου, για παράδειγμα, τελειώνουν εκεί που θα αρχίσει το τέλος του βρωμερού σας επαγγέλματος. Και, βέβαια, παραλείπετε να μας πείτε από πού τα ξέρετε όλα αυτά και τα μοιράζεστε μαζί μας, με τόση σιγουριά μάλιστα. Μάλλον θα έχετε δει πολλούς που αφήνοντας ανικανοποίητες τις τόσες γυναίκες που τους περικυκλώνουν (ε, είναι και ακαταμάχητο το γυαλί και το πατσουλί στις μέρες μας) καλούνται μονίμως να τους καλύπτουν αλλιώς τις ανάγκες... Είπαμε, O.P.M.!!! Εξάλλου, ο χώρος της διαφήμισης αυτό το O.P.M. το έχει αναγάγει σε επιστήμη, έτσι δεν είναι;

(...) (παρεμβάλλονται κάποιες ακόμα μαλακίες)
«Έχω την αίσθηση ότι είστε πάρα πολύ επιεικής με τον εαυτό σας και ότι μειώνετε την πολύ μεγάλη δύναμη της διαφήμισης. Οι διαφημιστές καταξίωσαν το μοντέλο των ανορεξικών γυναικών.
Το μοντέλο των ανορεξικών γυναικών δεν δημιουργήθηκε από τους διαφημιστές, αλλά από τους μόδιστρους. Η διαφήμιση απλώς χρησιμοποίησε την τάση, δεν την δημιούργησε.»
Ψψψψτ, χρησιμοποίησε κι αυτό. Βρωμάει το θέμα. Πολύ. Κι αυτό και όσοι εμπλέκονται. Κάντε κάτι βρε παιδιά, δοκιμάστε κανένα «αρωματικό χώρου», ναι, από αυτά που διαφημίζετε στη χειρότερη... Κάποιοι, ακόμα, έχουν και μύτη και μυαλό για να αντιλαμβάνονται το σάπιο προϊόν...

«Πώς γίνεται το 80% των διαφημιστικών σποτ να δείχνει νοικοκυρές που χοροπηδάνε σ' ένα σαλόνι κρατώντας μια σφουγγαρίστρα και είναι πολύ ευτυχισμένες που το καινούριο τους προϊόν μυρίζει όμορφα;
Γιατί, στις τηλεοπτικές σειρές τι βλέπετε; Τίποτα χοντρές, στραβές και κακομοίρες; Αν θες να σε πιάσει η ψυχή σου, πήγαινε στον κινηματογράφο. Δεν μπορεί να έχει ως πρότυπο μια κουτσή, στραβή, ανάπηρη. Πρέπει να έχεις μία όμορφη, επιτυχημένη, έξυπνη. Δεν είναι λογικό;»
Αχου το μωρέ, μην μου πεις, οι κινηματογραφικές σου γνώσεις εξαντλούνται στην Sandra Bullock και την Nicole Kidman, ε; Αχ, Μανόλη, σύντομα ελπίζω ότι κάποιος σαν εμένα, λίγο κακός και πολύ απαξιωτικός ως προς το τι ρόλο βαράς σε αυτήν την ρημάδα κοινωνία, θα πάρει μια πινεζούλα τόση δα (όση και η φαντασία σου) και θα σου σκάσει αυτή τη φούσκα μέσα στην οποία ζεις...

«Για το «έξυπνη» αμφιβάλλω.
Δεν μπορείς να δείξεις την εξυπνάδα μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα.»
Την χλιμιτζουριά, όμως, σίγουρα μπορείς.

(...) (μεσολαβούν τόνοι μαλακίας)
«Ποιες είναι οι τάσεις αυτήν την περίοδο για τις γυναίκες στη διαφήμιση;
Φεύγουμε από τις κούκλες και πάμε στις γυναίκες με περιεχόμενο, το οποίο αντανακλά και στην εμφάνισή τους. Γυναίκες ενδιαφέρουσες, έμπειρες, που έχουν κάτι να σου πουν για τη ζωή τους.»
Όπα, μου βάρυνες λίγο. Δεν θέλω τέτοια, μην μου σκοτίζεσαι εσύ... Λοιπόν, είμαι ακριβώς αυτό που ζητούν οι τάσεις. Άκου προσεκτικά. Δεν ξαναβάζεις πατσουλί, τα rayban δεν επιτρέπεται να πω που τα βάζεις, συνειδητοποιείς το πόσο ανούσιο είναι αυτό που περνάς για κάμποσο (και μετά κάνεις τον καμπόσο) και μετά δηλώνεις εθελοντής σε ομάδες που ξηλώνουν φονικές διαφημιστικές πινακίδες από τους δρόμους και στους οδοκαθαριστές των δήμων που μαζεύουν από το πεζοδρόμιο τα ιλουστρασιόν τερατουργήματα της βιομηχανίας της οποίας είσαι επίτιμο μέλος. Σκέψου το, κάπως έτσι μπορείς να γίνεις χρήσιμος ...

«Είναι πιο μεγάλη σπαζοκεφαλιά να φτιάξεις μια πετυχημένη διαφήμιση για ένα αντρικό προϊόν, παρά για ένα γυναικείο;
Αν υπάρχει κάτι που δυσκολεύει τον διαφημιστή είναι το ότι οι γυναίκες είναι απρόβλεπτες. Η συμπεριφορά τους και ο τρόπος που σκέφτονται είναι τρομερά σύνθετα, ενώ οι άντρες είναι σχετικά απλοί οργανισμοί, αμοιβάδες. Είναι πολύ πιο δύσκολο να αποκωδικοποιήσεις μια γυναίκα απ' ό,τι έναν άνδρα, τουλάχιστον όσον αφορά την καταναλωτική της συμπεριφορά. Στην αγορά ισχύει ό,τι ακριβώς συμβαίνει και στην καθημερινή ζωή: πρέπει να διεκδικείς κάθε γυναίκα σε καθημερινή βάση. Δεν υπάρχουν πια σχέσεις παντοτινές. Ένας άντρας πρέπει να αποδεχτεί ότι καμία γυναίκα δεν είναι μονογαμική πια και άρα πρέπει να προσπαθεί να κερδίζει το ενδιαφέρον της όσο περισσότερο μπορεί συνεχώς.»
Μανόλη, τς τς τς, πάλι πας να ανεβάσεις τις πωλήσεις προφυλακτικών με πλάγιο τρόπο; Τς τς τς, αγόρι μου, γιατί δεν ολοκληρώνεις αυτό που εννοείς; Ότι, κατά πώς το βλέπεις εσύ πάντα, ο άντρας ως αμοιβάδα και βλάκας (Τι; Δεν το είπες εσύ το βλάκας; Ε, τα ευκόλως εννοούμενα...) δεν μπορεί να κρατήσει το ενδιαφέρον μιας γυναίκας παντοτινά και για αυτό αυτή γίνεται πολυγαμική, αλλά άμα φοράει το προφυλακτικό του να είναι καλυμμένος και της αγοράζει και κανένα από τα προϊόντα που διαφημίζεις, ε, κάτι γίνεται... Πρόσεχε, με αυτά που λες θα χάσεις και την εύνοια των ανδρών, δεν είναι πολύ έξυπνο αυτό για κάποιον του επαγγέλματός σου... Μα καλά, εγώ θα στα λέω όλα;

«Τι κάνει ένας άντρας διαφημιστής όταν πρέπει να βρει έναν έξυπνο τρόπο να πουλήσει σερβιέττες;
Προσπαθούμε να δοκιμάζουμε τα προϊόντα στο βαθμό που μπορούμε. Είναι δύσκολο να χρησιμοποιήσεις καλτσόν για να δεις αν σε στενεύει ή όχι... Όμως το 70% των ανθρώπων που δουλεύουν στη διαφήμιση είναι γυναίκες.»
Γιααααα πες τα όλα... Γιαααααα πες πώς αυτό το 70% κατεβάζει τις περισσότερες ιδέες και μετά τις χρησιμοποιεί το άλλο 30% για να φτάσει στα ανώτατα στρώματα ιεραρχίας, το είπες πιο πριν δηλαδή. Άσε το άλλο, για πεεεεεεεες μας πώς δοκιμάζετε τα ταμπόν στις διαφημιστικές εταιρίες;

(...) (Μεσολαβεί μία μαλακία. Και τώρα έρχεται το φινάλε. Ένα κρεσέντο απύθμενης μαλακίας, γλοιωδέστατης αναίδειας και θράσους θα μας συνεπάρει! Αφεθείτε...)
«Ποια είναι η ιδανική καταναλώτρια;
Αυτές που έχουν τη μεγαλύτερη καταναλωτική δύναμη είναι οι οικονομικά ενεργές, με παιδιά και σύζυγο. Τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους δεν έχουν και τόσο σημασία, ούτε η μόρφωση ούτε η ταξική προέλευση. Καταναλώτριες υπάρχουν παντού, όπως και προϊόντα για όλες. Άλλωστε, τώρα πια έχουμε φτάσει την επικοινωνία ένα προς ένα: εμείς μπορούμε να μάθουμε όλες τις καταναλωτικές σας συνήθειες αν εσείς έχετε μια κάρτα σούπερ μάρκετ. Τι μπορώ να μάθω από κει μέσα; Αν μένατε στο χ χωριό και βρεθήκατε στην Ηρώδου Αττικού, μπορώ να υποθέσω ότι έχει αλλάξει κατά πολύ η χρηματοικονομική σας κατάσταση. Αν πριν από χρόνια καταναλώνατε προϊόντα ομορφιάς και τώρα πάνες, θα υποθέσω ότι είστε νέα μητέρα. Μ' αυτό το υλικό μπορώ να σκιαγραφήσω με ακρίβεια το πορτρέτο σας. Κι αν είστε ο κατάλληλος άνθρωπος, την επόμενη φορά που θα πάτε στο σούπερ μάρκετ (γιατί ξέρω πότε θα πάτε) θα σας έχω στείλει στο σπίτι σας ένα ωραιότατο πακέτο με κουπόνια για προϊόντα τα οποία σας ενδιαφέρουν.

Δηλαδή το παλιό τραγούδι που έλεγε «έχεις τον έλεγχο των πιο κρυφών κυττάρων μου» δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα.
Όχι, δεν απέχει. Το data το έχουμε. Και δεν είναι κάτι που οι εταιρείες κάνουν κρυφά· εσείς έχετε δώσει τα στοιχεία. Μπορεί να μην έχετε καταλάβει πώς ακριβώς, αλλά έχετε δεχτεί.»

Κατάλαβες μαλάκα καταναλωτή, πολίτη, αστέ, εργαζόμενε, συνταξιούχε, φοιτητή ποιος σε κρατάει από τα αρχίδια; Ο Πατσουλής. Συγχαρητήρια.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο «Ε» της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας», τεύχος 839, την 13.05.07. Για όσους έχουν απορίες...

Υ.Γ. 1: Να μην πάθω στο καπάκι κι άλλο νευρικό κλονισμό με μία διαφήμιση που είδα χθες στην τηλεόραση (ναι, δεν βλέπω συχνά, μπορεί αλλιώς να την είχα δει νωρίτερα)... Κράχτης μιας τράπεζας και της ασφάλειας που -δήθεν- παρέχει αυτή, εν ολίγοις σου φτύνει στα μούτρα ότι η μαμά σου μπορεί να είναι πουτάνα και στριπτιτζού. «Της μαμάς σου», που λένε; Ε, ας μην το σχολιάσω σήμερα... Καταλάβαμε όλοι νομίζω...

Υ.Γ. 2: Ξαναδιαβάζοντας το κείμενο συνειδητοποίησα ότι μπορεί να άφησα να διαφανεί πως έχω πρόβλημα με τις καιρικές συνθήκες. Μέγα ψέμα! Η ζέστη γαμάει, ανάβει τα αίματα.

Μουσικό κουτί... της Πανδώρας

(Ο μαέστρος χτυπά την μπακέτα του στο αναλόγιο. Η μουσική ξεκινά από αυτό το σημείο. Κάποτε θα μπορώ να επιβεβαιώσω "επιστημονικά" ότι το γεγονός πως η μητέρα μου άκουγε Beatles, Rolling Stones και Pink Floyd και ο πατέρας μου ρεμπέτικα, Θεοδωράκη, Σαββόπουλο, Λοϊζο και Al Bano όταν ήμουν έμβρυο, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα μετέπειτα ακούσματά μου...)

Intro: Πέντε χρονών κι ο πατέρας μου με μαθαίνει να διαβάζω. Με ένα βιβλίο γεμάτο γραμμές που περιμένουν να τις γεμίσω με χρώμα και με τραγούδια του Σαββόπουλου και του Λοϊζου. "Ο δρόμος" και "Η Συννεφούλα" γίνονται το πρώτο μου αλφάβητο. Η γιαγιά μού τραγουδάει Ρίτσο και η μαμά με γράφει μπαλέτο. Από όλο αυτό το μουσικό συνονθύλευμα, εκεί κάπου στα εφτά πλέον, ακούω μετά μανίας Σαββόπουλο, λατρεύω αυτόν τον κύριο με τα μούσια κι έχω ζητήσει πια ξεκάθαρα να πάμε στο σπίτι του στην Μονεμβάσια για να του δώσω ένα παιχνίδι μου δώρο ενώ τα βήματά μου -ακόμα κι αυτά που με πάνε σχολείο- κάνουν πιρουέττες στην 5η του Beethoven και τις "Τέσσερις εποχές" του Vivaldi.

Verse: Κάπου έντεκα - δώδεκα χρονών, εκεί στο τέλος του δημοτικού, ανακαλύπτω τον κύριο Jackson. Εκτός των θεαματικών αλλαγών που μαθαίνω ότι έχει προξενήσει στον εαυτό του, με κάνει να χορεύω δαιμονισμένα. Όποτε γυρίζω από μπαλέτο, κρεμάω τις μπαλαρίνες μου και επιδίδομαι σε ανηλεείς στροφές γύρω από τον άξονά μου. Αν ξεχώριζα σήμερα κάποιο δεν ξέρω ποιο θα ήταν, τότε μου άρεσαν όλα. (Ίσως το "Give in to me") Στο σπίτι είμαστε όλοι καλά, ο μικρός μου αδερφός εξελίσσεται σε τρομερό μούτρο κι ο ακόμα μικρότερος κάνει τα πρώτα του βήματα. Τα απογεύματα που με τη μαμά χορεύουμε Edith Piaf με απαράμιλλο στυλ τα διαδέχονται τα βράδια που με κέντρο την αψυχολόγητη ροπή μας προς το χορό και τα τραγούδια, στο σαλόνι μας χορεύουμε και τραγουδάμε "Η εθνική μας μοναξιά" και όλα τα τραγούδια της Μελίνας. Στην πρώτη νότα από το "Χάρτινο το φεγγαράκι" ο ηλεκτρισμός με διαπερνά, δείχνοντάς μου πως απέναντι στην μουσική δεν έχω μόνωση...

Chorus: Απότομη εισαγωγή στην εφηβεία. Τα παιδιά σε αυτήν την ηλικία είναι πολύ σκληρά κι εγώ δεν βρίσκω τρόπο να πάψω να είμαι τόσο διαφορετική και να κάνω "μπαμ" άμα τη εμφανίσει μου πως ήρθε το παιδί του κάζου. Εισάγομαι στην απελπισία του Kurt Cobain και στην δυναμική του punk. Σιγά σιγά, πατώντας στα πόδια μου και δίνοντας μια κλωτσιά στην δημόσια εικόνα μου (στο σχολείο) αλλά και στην πιθανότητα να αποκτήσω παρέα, ανακαλύπτω την λαμπρότητα του ποιητή Jim Morrison. Οι Doors θα είναι η παρέα μου και η έμπνευσή μου όχι μόνο κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Ακόμα και σήμερα, όσο τους διαβάζω και τους ακούω, ο ηλεκτρισμός συνεχίζει να με διαπερνά. Μαζί με αυτούς έρχονται κι άλλοι. Από τους Rolling Stones και τους Led Zeppelin, τον Rory Gallagher και τον Bob Marley... Μην μου ζητάτε ένα τραγούδι. Δεν γίνεται. Με τίποτα. Μέχρι που φτάνω στη δεύτερη εφηβεία μου...

Verse: Στο Λύκειο, πλέον, είναι ξεκάθαρο ότι είμαι μόνη μου. Το έχω πάρει απόφαση, λαμβάνω "μόρφωση" φορώντας μονίμως τα ακουστικά του walkman μου και επενδύω μουσικά όλη αυτή τη μαυρίλα που με περικυκλώνει. Οι Radiohead είναι εκεί για να δικαιώνουν κάθε ψύγμα constructive nerd που έχω μέσα μου, οι Portishead για να με ταξιδεύουν με το "Roads" σε κάθε σκοτεινό σημείο του εαυτού μου, οι Sonic Youth για να με ξεναγούν στα φαντάσματα και τα λουλούδια της Νέας Υόρκης, ο κύριος Nick Cave για να με κάνει να βυθίζομαι στα κύματα της φωνής του με παφλασμό... Επειδή έχω και μία απίστευτη οργή μέσα μου και μία ανεξάντλητη ενέργεια η οποία μένει αδιοχέτευτη (το θρανίο ομολογουμένως είναι στατικός χώρος) βάζω στη ζωή μου τους Metallica (ε, όσα χρόνια και να περάσουν το "Wherever I may roam" ή το "Turn the Page" κάτι θα έχουν να μου πουν), τους Rage against the machine, τους Smashing Pumpkins, τους Nine Inch Nails, τον Marilyn Manson και τους Tool. Ακόμα εκεί είναι για εμένα, αυτή η ενέργεια δεν με έχει εγκαταλείψει. Συν τοις άλλοις ερωτεύομαι... Καταστροφικά, ονειρικά, απόλυτα. Το "Perfect Blue Buildings" των Counting Crows γίνεται ο ύμνος της θεαματικότερης βύθισης του εαυτού μου που κατέγραψα ποτέ...

Chorus: Σήμερα... Ο κύριος Morrison δεν χάνει ποτέ τον θρόνο του. Ούτε η Μελίνα, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μάνος Λοϊζος, ο Σαββόπουλος. Ούτε όσοι προαναφέρθηκαν -έχω μια δυσκολία φαίνεται να ξεπεράσω την εφηβεία... Πλέον, με τη σταθερή μου βούληση να ασχοληθώ με το σινεμά, τα soundtracks έχουν σημαντικό λόγο. Του "Ghostdog: The way of the samurai" φερ' ειπείν, του "Le fabuleux destin d' Amelie Poulain", του "Oldboy" και του "Modern Times" είναι μονίμως μαζί μου. Το ίδιο και η ισπανική κιθάρα, από τη στιγμή που η μπαλαρίνα μέσα μου μας άφησε χρόνους και γεννήθηκε μία χορεύτρια φλαμένκο, του Paco Pena ιδιαιτέρως... Το ίδιο και η ethnic μουσική, κυρίως αφρικανική, η οποία για κάποιο λόγο με κάνει να αισθάνομαι κάτι αρχέγονο μέσα μου...

Outro: Για κάποιο λόγο, ενώ την ταινία την είχα δει πιτσιρίκι με τον πατέρα μου, σε άσχετο χρόνο μου βγαίνει να σφυρίξω το μουσικό μοτίβο του "The Good, the Bad and theUgly". Έτσι θα σας αφήσω. Κυρίως, γιατί στη μουσική πολλά πράγματα, μέχρι και σήμερα, δεν μπορώ να αποκωδικοποιήσω πώς βρέθηκαν μέσα μου...

Ευχαριστώ πάρα πολύ το αξιαγάπητο elafini για την πρόσκληση να παίξουμε... Και με τη σειρά μου, επειδή μου άρεσε αυτό το παιχνίδι, θα καλέσω την tzotza, τον anyone, την Πασχαλίτσα (που κάποτε ήταν η πρώτη που με "έπαιξε" και με έκανε παρέα) και τον δείμο του πολίτη, που δεν ξέρω τι πιστεύει αλλά είναι καταπληκτικός σε αυτά τα παιχνίδια. Α! Και στον Therapist, για να μην λέει μετά τα δικά του ως άλλος Cartman! :p

Καλημέρα!

Friday, 11 May 2007

Ευθανασία (2)

(Το γράμμα αυτό γράφτηκε σήμερα. Αποστολέας είμαι εγώ. Παραλήπτης το παιδί που μπορεί κάποτε να αποκτήσω - όλα είναι πιθανά σε αυτήν τη ζωή. Αν δεν υπάρξει ποτέ τέτοιο, το γράμμα αυτό θα παραμείνει χειρόγραφο, κλειδωμένο στο κομοδίνο μου. Όσα γράφω αυτήν τη φορά είναι αληθινά. Η δική μου αλήθεια, τέλος πάντων, γύρω από τα γεγονότα. Ως τέτοια την εμπιστεύομαι και σε εσάς. Γιατί το έχω ανάγκη σήμερα. Συγχωρήστε με.)


(μέσα στο κεφάλι της γιαγιάς μου, έξι χρόνια πριν)

«Ποιοι είναι όλοι αυτοί;...
Που να είναι η Κούλα, ακόμα στην εξορία την έχουν;
Κάτι μου θυμίζει αυτή η κοπέλα δίπλα μου...»
«Γιαγιά; Πες μου κάτι, σε παρακαλώ... Ο,τιδήποτε. Πες μου γεια!»



«Παιδί μου,

στα γράφω πολύ νωρίς όλα αυτά. Χρόνια πριν γεννηθείς. Δεν έχω ιδέα σε τι θα έχω εξελιχθεί μέχρι τη στιγμή που θα διαβάζεις αυτό το γράμμα. Ούτε εσύ τι θα είσαι. Θέλω να στα πω τώρα. Πριν αλλάξουν μέσα μου πράγματα εξαιτίας σου, εξαιτίας της ευθύνης σου, εξαιτίας της αγάπης σου. Και τώρα αγαπάω, κανέναν όμως με τον τρόπο που αγαπώ εσένα.


Η γιαγιά μου, προγιαγιά σου δηλαδή, είναι πεθαμένη από καιρό. Το σώμα της, δηλαδή, είναι. Μπορεί όταν θα πεθάνω να μην έχω καταφέρει να σου αφήσω δεκάρα στην πάντα για μία δύσκολη στιγμή -σου ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη, ποτέ δεν πίστευα ότι θα καταφέρω να βγάλω αρκετά και δεν με ένοιαζε. Θέλω να σου αφήσω στην άκρη ένα ολόδικό μου κομμάτι, να το πάρεις μαζί σου, αν θες, για οποιαδήποτε στιγμή.


Η γιαγιά μου είναι ένα κομμάτι. Σημαντικό. Κι επειδή δεν την πρόλαβες θέλω να σου την γνωρίσω. Ασπασία την έλεγαν. Μέχρι να διαβάζεις αυτό το γράμμα μάλλον θα σου την ξαναέχω αναφέρει, δεν πιστεύω ότι θα την έχω ξεχάσει. Η γιαγιά, λοιπόν, ήταν μια γυναίκα ξεχωριστή. Με μεγάλωσε τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, όταν η γιαγιά σου και ο παππούς σου ήταν ακόμα φοιτητές και δεν μπορούσαν να με προσέχουν. Στο επάγγελμα ήταν μοδίστρα. Ουσιαστικά, ήταν καλλιτέχνις. Το γούστο της και οι δεξιότητές της με τα υφάσματα την έκαναν τέτοια. Όλα μου τα ρούχα, μέχρι που αρρώστησε, αυτή μου τα είχε φτιάξει. Μετά από αυτό ποτέ δεν κατάφερα να ξαναφορέσω ρούχο επάνω μου και να νιώσω καλά. Έμενε στο χωριό, στο σπίτι μας απέναντι από την εκκλησία, το πέτρινο, σε έχω πάει, θυμάσαι;


Ο παππούς είχε φύγει από όταν εγώ ήμουν μηνών, δεν τον είδα αλλά τον γνώρισα. Μου έκανε την τιμή η γιαγιά να μου τον γνωρίσει. Τον λάτρευε τον παππού η γιαγιά. Στην εποχή της, ξέρεις, τα «συνοικέσια» ήταν της μόδας. Ελπίζω στην εποχή σου να μην έχουν ξαναγίνει, αν και τώρα πολύ το φοβάμαι. Η γιαγιά, όμως, έμεινε ανύπαντρη μέχρι τα τριανταπέντε της. Γιατί δεν ήταν ερωτευμένη με κανέναν. «Γεροντοκόρες» τις έλεγαν τότε τις ανύπανδρες, αλλά η γιαγιά ήταν τεράστια μούρη και τους έγραφε στα αρχίδια της (sorry, παιδί μου). Ύστερα γνώρισε τον παππού. Στα σαρανταβάλε αυτός. Γνωρίστηκαν στην εξορία. «Εξορία» ήταν η πολιτική κάποτε να στέλνουν σε φυλακές που βρίσκονταν πάνω σε ξερονήσια ανθρώπους που ήταν αριστεροί. Όσους δεν σκότωναν, δηλαδή. Δεν επέστρεφαν όλοι από εκεί. Η γιαγιά και ο παππούς, πάντως, τα κατάφεραν. Και παντρεύτηκαν. Και έζησαν μια ζωή, όπως τουλάχιστον μου την περιέγραφε η γιαγιά, που τα παραμύθια που μπορεί -εγκληματικά- να σου έχω διαβάσει τα σβήνει. Γιατί είχαν προβλήματα και δυσκολίες απερίγραπτες. Αλλά ποτέ δεν την αποκάλεσε κάπως αλλιώς παρά μόνο «καμέλια μου» ή «φως μου». Έρωτας, το πρώτο που εύχομαι να έχεις στη ζωή σου είναι αυτό. Για τους ανθρώπους και τα πράγματα.


Ο παππούς ξαναπήγε εξορία. Όταν η μαμά μου ήταν επτά χρονών κι ο μικρός της αδελφός, ο θείος μου δηλαδή, ενός έτους. Η γιαγιά τα κατάφερε. κράτησε τα παιδιά και το σπίτι. Κράτησε το μοδιστράδικο και απέκτησε και μαθήτριες που, μέχρι που έφυγε από το χωριό άρρωστη, «δασκάλα» την αποκαλούσαν και το στόμα τους έσταζε μέλι. Όταν ο παππούς πέθανε, μία μέρα πριν τη γιορτή του, η γιαγιά είχε πάει να αγοράσει υλικά να ετοιμάσει το γιορτινό τραπέζι. Ήταν γνωστοί σε όλη την Αιτωλοακαρνανία -όχι για το σπίτι μας ή το όνομα- για το ανοιχτό τους σπίτι και καρδιά. Γύρισε, λοιπόν, πρωί ήταν, και βρήκε τον παππού ξαπλωμένο όπως τον είχε αφήσει νωρίτερα κι εμένα δίπλα του να του πειράζω τα χείλη - ξέρεις, αυτό που κάνουν με τα χείλη στα μωρά για να γελάνε, αυτό μου έκανε ο παππούς συνέχεια και φαίνεται ότι εκείνο το πρωί το ζητούσα πιο επίμονα από άλλες φορές. Όταν κατάλαβε ότι είχε φύγει στον ύπνο του, με πήρε αγκαλιά, πήγε στην κουζίνα και έκλαψε. Πριν πάρει τηλέφωνα και στείλει τηλεγραφήματα. Ταραγμένη και λυπημένη. Νομίζω ότι ο χτύπος της καρδιάς της τότε πέρασε μέσα μου με έναν τρόπο που δεν μπορώ να εξηγήσω. Η γιαγιά, πάντως, πάντα είχε αρρυθμίες· το ίδιο κι εγώ, από μικρή.


Απείχε από τις γυναικοπαρέες του χωριού. Τα κουτσομπολιά, τις ύπουλες τακτικές των ανθρώπων. Την γύρευαν, όμως, όλοι για παρέα. Ένα ουζάκι μαζί της (προοδευτικότατο σε πληροφορώ για τα χρόνια εκείνα -χήρα γυναίκα να πίνει ουζάκια με αντροπαρέες και να συζητούν πολιτικά) κι όλοι γίνονταν χαλί για πάρτη της, χωρίς ποτέ να ζητήσει τίποτα από κανέναν. Την θυμάμαι μαχητική (με είχε πάντα μαζί της, δεν ήθελε να μου κρύβει τίποτα. Μου έβαζε σε ένα σφηνοπότηρο μισή τζούρα ούζο και όταν συνομιλούσε με βυθοσκοπούσε με την ματιά της -να σιγουρευτεί ότι παρακολουθώ την συζήτηση και καταλαβαίνω). Για την αριστερά έλεγαν συνήθως, με παλιούς της συντρόφους -αυτής και του παππού- και για την ανάγκη να αγωνιζόμαστε αξιοπρεπώς. Τα θυμάμαι όλα, κι ας ήμουν πέντε, έξι, επτά χρονών όταν συνέβαιναν -αλήθεια σου λέω. Όταν πέθανε ο παππούς, το '83, η κηδεία του παρομοιάστηκε με αυτήν του Παλαμά από την κοσμοσυρροή. Όταν πέθανε η γιαγιά, αρχές της νέας χιλιετίας, ήταν λίγοι. Οι ουσιαστικοί. Κι αυτοί που είχαν απομείνει ακόμα όρθιοι. Ήρθαν, όμως. Και μόνο ένας μίλησε. Ένας "πρώην" αγωνιστής -εισαγωγικά, γιατί πρώην δεν έγιναν ποτέ αυτοί οι άνθρωποι- κι έκλαιγε στο τέλος. Είχε να την δει πάνω από δέκα χρόνια, όμως ταξίδεψε στο χωριό (είδε την αγγελία στο Ριζοσπάστη -εφημερίδα αριστερή της εποχής- όπως τις έβλεπε κι η γιαγιά πάντα) για να την δει. Προτρέχω, όμως.


Όταν ήμουν γυμνάσιο, γύρισα ένα μεσημέρι και μου ανακοίνωσαν ότι η γιαγιά είχε πάθει εγκεφαλικό. Την έφεραν στην Αθήνα. Η μαμά είχε ήδη διαγνώσει, περίπου μια διετία πριν, ότι έπασχε από πρώιμης μορφής Αλτσχάιμερ. Κανένας δεν την πίστευε, «γεροντική άνοια είναι» της έλεγαν. Μόνο εγώ την πίστευα, από το φόβο μου. Η γιαγιά μετά το εγκεφαλικό απέκτησε ένα μικρό πρόβλημα ομιλίας και μία σχετική δυσκαμψία. Ένιωσαν τα παιδιά της ότι θα ήταν ευτυχέστερη στο σπίτι της. Και της βρήκαν μια κοπέλα να την προσέχει και ξαναπήγε στο χωριό. Δύο χρόνια μετά ξαναέπαθε εγκεφαλικό. Βαρύτερο. Αφυδατώθηκε, κατέρρευσε κι αντί να της δώσουν ένα ποτήρι νερό οι κάργιες στο χωριό, που αν η γιαγιά ήταν καλά θα είχαν φάει φούντο προ πολλού, είχαν μαζευτεί από πάνω της και την έκλαιγαν. Την έφερε η μαμά με ασθενοφόρο. Επέζησε. Σχεδόν χωρίς να μπορεί να μιλήσει με το στόμα (γιατί να ξέρεις, η γιαγιά πάντα μιλούσε με πάρα πολλούς τρόπους, κι αυτό δεν το έχασε ποτέ). Με το Αλτσχάιμερ να έχει κάνει σε τέσσερα χρόνια αλματώδη πρόοδο μέσα στον οργανισμό της. Έμεινε Αθήνα. Σε ένα -ομολογουμένως πολύ αξιοπρεπές- ίδρυμα για ανθρώπους ηλικιωμένους, ανθρώπους παρατημένους ή ανθρώπους που κάπου αλλού περίσσευαν. Πέντε λεπτά ήταν από το σπίτι μας με το ποδήλατο. Το έπαιρνα κάθε απόγευμα και πήγαινα. Πολλές φορές έλεγα ότι έβγαινα με άλλους και πήγαινα εκεί.


Η γιαγιά με καταλάβαινε. Το ξέρω, έχω μέσα μου τα μάτια της όταν με αντίκρυζε. Δεν με κοιτούσε όπως τους άλλους που έμπαιναν στο οπτικό της πεδίο. Ούτε εμένα, ούτε τα παιδιά της, ούτε τα άλλα της εγγόνια είχε ξεχάσει. Δεν μπορούσε απλά να το πει με λόγια που θα καταλάβαιναν όλοι. Κι όταν έχανα την πίστη μου ότι καταλαβαίνει, η μαμά με έπαιρνε μια αγκαλιά, την έπαιρναν τα κλάμματα και μου ψιθύριζε ότι σίγουρα, Εμένα με καταλαβαίνει. Το πιστεύω. Όχι μόνο γιατί το έχω ανάγκη. Γιατί ήξερα τη γιαγιά.


Οχτώ χρόνια έζησε η γιαγιά εκεί. Ήσυχη, δεν ενόχλησε ποτέ κανέναν, Θα μπορούσε. Θα μπορούσε να είναι μια -έστω και βιολογικά ιδιότροπη- γριά. Δεν ήταν. Οι νοσοκόμες κάθονταν και της μιλούσαν (το είχα δει μια φορά που είχα κρυφτεί και παρακολουθούσα) και της χάιδευαν τα κάτασπρα αλογίσια ατίθασα μαλλιά της. Έφυγε κι αυτή στον ύπνο της. Με ένα τηλέφωνο το έμαθα, πηγαίνοντας για μάθημα στο Πανεπιστήμιο.


Στα γράφω αυτά, παιδί μου, γιατί έχω πολλά στο μυαλό μου. Πολλά, και για αυτό κάποια χάνονται, τα ξεχνάω, δεν υπήρξαν ποτέ. Αυτό δεν θέλω να ξεχαστεί. Όχι από εμένα, αυτό δεν είναι δυνατό. Δεν θέλω να ξεχαστεί με τον θάνατό μου. Είναι από τα λίγα που έχω άξια μέσα μου. (Την γιαγιά σου και τον παππού σου ελπίζω να τους έχεις γνωρίσει. Αν δεν προλάβεις θα σου γράψω και για αυτούς, είναι το άλλο κομμάτι.) Πληγωνόμουν με τη γιαγιά. Έκλαιγα μέσα μου, ακόμα και τώρα που σου γράφω κλαίω. Ευχήθηκα πολλές φορές μέσα μου να πεθάνει, να πάψει να βασανίζεται. Ευχόμουν κι εγώ να μην είχα μέσα μου τέτοιες εικόνες της, να είχα μόνο τις παλιές...


Μέχρι που... (Τρέμει το χέρι μου παιδί μου, συγγνώμη. Και κλαίω. Συγγνώμη.) Μέχρι που λίγους μήνες πριν πεθάνει έγινε κάτι. Κάτι που αυτόματα ένιωσα ότι είναι μαγεία. Η μαγεία των ανθρώπων, αυτή που πάντα πιστεύω ότι υπάρχει και αιωρείται γύρω μας και μέσα μας. Ήμουν δίπλα της. Και της κρατούσα το χέρι. Την κοιτούσα βαθιά μέσα στα τεράστια μάτια της και προσπαθούσα να καταλάβω. Πάντα την τσίγκλαγα. «Μίλα γιαγιά.» Απαντούσε όταν της απεύθυνα ερωτήσεις. Ποτέ όταν την διέταζα. Όταν της έλεγα «Μ'αγαπάς, ε;», «Ναι», μου έλεγε. Την τσίγκλαγα, λοιπόν, «Πες μου κάτι, γαμώτο!». Ούτε σε μία ερώτηση δεν είχε απαντήσει εκείνη τη μέρα. Με πήραν τα κλάμματα, μπροστά της. Χείμμαρος. Κι όσο πιο πολύ ντρεπόμουν, τόσο πιο πολύ έκλαιγα. Έβαλα το κεφάλι μου στις παλάμες της, όπως όταν ήμουν μικρή, κι άρχισα να της τραγουδάω το «Άστα τα μαλλάκια σου». Το τραγούδι που μου τραγουδούσε πάντα όταν ήμουν μικρή και με νανούριζε. Κι όπως ήμουν εκεί, πλημμύρα μες στα χέρια της, την άκουσα να τραγουδάει. (Τώρα όμως κλαίω με λυγμούς, παιδί μου) Έπιασε το τραγούδι από το στίχο που ήμουν. Σταμάτησε η καρδιά μου, έμεινα ακίνητη -δεν ήθελα να χαλάσω τίποτα- και την άκουσα να το τραγουδάει όλο.


Για αυτό, παιδί μου, στα γράφω όλα αυτά. Για να σου πω ότι τον θάνατο δεν ξέρουμε πότε και πώς θα τον συναντήσουμε. Μπορούμε, όμως, να είμαστε όμορφοι κάθε στιγμή. Δεν θα τον τρομάξουμε έτσι. Θα κάνουμε αυτούς που αγαπάμε να μην τρομάξουν όταν φύγουμε. Εμείς, αν έχουμε καταφέρει να είμαστε όμορφοι, δεν θα τρομάξουμε. Σίγουρα.


Να προσέχεις καρδιά μου,

Η μαμά»



Wednesday, 9 May 2007

Ευθανασία

«Μετανοείς;»
«Σάλτα και γαμήσου.»
«Ο Θεός σε έχει ήδη συγχωρέσει. Πορεύσου εν ειρήνη.»
«Άντε γαμήσου σου είπα παλιομαλάκα!... Μην κάνεις ότι δεν ακούς.»

(στο διάδρομο του νοσοκομείου)
«Έφυγε. Μετάλαβε πριν φύγει. Τώρα αναπαύεται στα χέρια του Δημιουργού του. Να ζήσετε να τον θυμάστε...»
(η μητέρα, με λυγμούς)
«Έφυγε τόσο νέος! Και ταλαιπωρήθηκε ο γλυκός μου... Άχνα δεν έβγαλε, δεν βαρυγκώμησε καθόλου το παιδί μου παρόλα αυτά που τον χτύπησαν!»
«Έλα, μαμά, πιες λίγο νερό... Θα πάθεις τίποτα. Ευχαριστούμε πάτερ, θα μιλήσουμε αργότερα για τα της κηδείας.»
«Να τον θυμάστε με αγάπη. Έστω και την τελευταία στιγμή επέλεξε να επιστρέψει στον Κύριο. Στον Κύριο της Αγάπης... Γραφείο κηδειών ξέρετε ή να το κανονίσω;»
«Όχι πάτερ, το έχουμε ήδη ρυθμίσει, τόσο καιρό που τον περιμέναμε...»


«Έχω πέντε χρόνια να αρθρώσω λέξη. Δεν έχω σταματήσει ούτε στιγμή να μιλάω. Το πρόβλημα είναι ότι οι δικοί μου είναι ηλίθιοι. Με αγαπάνε. Αλλά είναι ηλίθιοι. Κι εγωιστές. Αυτό δεν τους το συγχωρώ.

Πάνε δεκαπέντε χρόνια τώρα που αρρώστησα. Που πέθανα το λέω εγώ αλλά κανένας δεν το παραδέχεται. Σκότωσα ό, τι είχα εντός μου και προχώρησα στη μεταθανάτια ζωή μου με δεκανίκια· αυτά που μου δίναν οι κοντινοί μου (που δεν τους επέλεξα) για να κουτσαίνω στη ζωή τους.

Θα μπορούσες να είσαι η μόνη που θα έπαιρνα μαζί μου. Αλλά επέλεξες κι εσύ τον εύκολο δρόμο. Των τύψεων και των ελπίδων. Κι εκεί υπέγραψες τη θανατική σου καταδίκη για εμένα. Έγινες «οι άλλοι». Έγινες κομμάτι τους. Αδύνατον να σε πάρω μαζί μου πια. Έχεις πεθάνει από καιρό, έναν άλλο θάνατο. Δικός μου ο ορισμός του, στον κόσμο σας δεν θα τον καταλαβαίνατε ποτέ...

Η ζωή σας είναι γεμάτη ψέμματα. Γεμάτη ανασφάλεια και τύψεις. Τα δικά σας δεκανίκια τα ψάχνετε σε υποσχέσεις μιας άλλης ζωής. Αυτό εγώ δεν το κατάλαβα ποτέ. Κι ούτε θέλησα να σου πω την αλήθεια.

Η δική μου αλήθεια περικλείει το θάνατο ως κομμάτι της ζωής. Όχι σαν το γεγονός που μπορούμε να ελέγξουμε, να παρατείνουμε, να του κλείσουμε τα μάτια μήπως χάσει το δρόμο. Την ζωή μου εγώ την ορίζω. Και το θάνατό μου εγώ. Λογική συνέπεια καλείται αυτό. Όχι δειλία. Και ήθελα πολύ να είμαι συνεπής με τον εαυτό μου. Αλλά δεν σας έκανε αυτό. Τι θα έκανε ο παπάς χωρίς τη δική μου συμβολή στο νεκροταφείο και στο παγκάρι του; Πώς θα διαχειριζόσασταν εσείς τις τύψεις που σας έχουν εμφυτεύσει στον φτωχό σας εγκέφαλο;

Δεν ξέρω γιατί σου τα γράφω όλα αυτά. Δεν ελπίζω και δεν θέλω να αλλάξει τίποτα πια. Πεθαίνω κάνοντάς σας το χατήρι. Η ζωή που μου έχετε επιβάλει με εμπαίζει. Ίσως γιατί την κατάλαβα την πουτάνα. Κατάλαβα ότι από μόνη της καμία αξία δεν έχει. Έχει αυτή που της δίνουμε εμείς. Ο καθένας στη δική του. Αυτογνωσία καλείται αυτό.

Τι σου ήταν, ρε, να μου κάνεις εκείνη τη γαμοένεση; Στα γόνατα σε παρακαλούσα! Κλαίγοντας και ουρλιάζοντας. Με αγαπούσες, κι εσύ και όλοι τους, λιγότερο από όσο πίστευα. Για αυτό και σας έριξα από μία σφαίρα στον κρόταφο μέσα μου και σας σκότωσα. Η αδυναμία μου και η ασυνέπειά μου ήταν ότι σας άφησα να με σκοτώνετε καθημερινά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Αυτό, Εγώ, δεν μου το συγχωρώ.

Θα με ρωτήσεις γιατί δεν πλήρωσα στην Ολλανδία να μου την κάνουν. Δεν ήθελα να φύγω μόνος. Ήθελα το χέρι σου γεμάτο αγάπη να με ταΐσει στο ταξίδι. Δεν ήθελα να φύγω επαγγελματικά. Ήθελα να φύγω ανθρώπινα. Κι ο άνθρωπος -μα καλά, πουθενά δεν σας το έμαθαν αυτό;- γίνεται από την αγάπη. Όχι το σχήμα ή τη λογική του. Από την Αγάπη που μπορεί να νιώθει μέσα στην παράλογη λογική του. Για εμένα το χάσατε αυτό το χαρακτηριστικό σας. Παύσατε να είστε άνθρωποι. Ανδρείκελα, ίσως.

Μαθαίνω πως σε λίγο καιρό δεν θα μπορώ ούτε να κουνήσω τα δάχτυλά μου, έστω αυτό το λίγο που μου επιτρέπει να σου γράφω τώρα. Για αυτό στα λέω τώρα. Για να λάβεις αυτό το γράμμα σίγουρα.Τουλάχιστον εσύ να μην νιώθεις καλά με τον εαυτό σου, όπως οι άλλοι, όταν φύγω. Γιατί εσύ, μέχρι να σε σκοτώσω, δεν ήσουν ποτέ «οι άλλοι». Για αυτό και δεν σε συγχώρεσα ποτέ. Για αυτό και σε μισώ όσο δεν μίσησα ποτέ τίποτα και κανέναν. Για αυτό και είσαι συνέχεια μέσα μου. Έχω πεθάνει από καιρό· έχω πεθάνει μια ζωή που εσάς σας θρέφει. Το μίσος μου συντηρεί τη λογική μου. Ξέρω ότι σου δίνω τα όπλα για να πιστέψεις ότι η αρρώστια με έχει καταστρέψει, ότι τα φάρμακα με έχουν οδηγήσει σε ντελίριο και απώλεια της λογικής. Μάθε ότι δεν τα πήρα ποτέ. Τα έφτυνα στη λεκάνη μόλις γυρίζατε κεφάλι και συνεχίζατε με τις ζωές σας. Οι ενέσεις μόνο μπήκαν μέσα μου. Αλλά δεν είναι αρκετές να με κρατήσουν εδώ. Ευτυχώς.

Θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Θα μπορούσες εσύ να είσαι αλλιώς. Θα μπορούσαν όλα να έχουν τελειώσει με αγάπη. Θα μπορούσα να σε έχω πάρει μαζί μου. Σε αυτό το ταξίδι γεμάτο αγάπη και χέρια γεμάτα κατανόηση. Επέλεξες το θάνατο. Για να επιζήσεις εσύ. Για να κουμαντάρεις τις τύψεις και να θρέψεις τις ελπίδες. Τις ελπίδες άλλων. Μισθοφόρων της, εντεταλμένων του θανάτου. Έχεις πεθάνει από καιρό. Μαζί με τους «άλλους». Δεν μπορώ να θρηνήσω άλλο για αυτούς που πέθαναν. Από εδώ και μπρος θα σκέφτομαι τι θα κάνω όταν θα πέσει η αυλαία και θα εξαφανιστώ στο παρασκήνιο. Έχω να ονειρευτώ την τελευταία μου ανάσα. Αυτή ήταν η ελπίδα μου τόσα χρόνια. Κι αυτή ήταν η δική Μου ελπίδα, όχι κάποιου άλλου.

Ξέρω πως θα μου φέρουν κάποιον από τους μισθοφόρους της σειράς να με «διαβάσει» πριν φύγω. Ξέρω πως δεν θα με ακούσει και δεν θα καταλάβει τι θα του πω τότε, ούτε ο υπάλληλος ούτε οι δικοί μου, όμως εγώ μέσα μου θα ουρλιάζω με λύσσα. Και μετά θα κλάψουν ξαλαφρωμένοι που έφυγα όπως ήθελαν. Τους μιλώ με τα μάτια χρόνια τώρα. Κάποτε κατάφερνα να τους ψιθυρίσω πως δεν είναι έτσι αυτό που θέλω. Πως αν μ' αγαπούσαν έπρεπε κάποτε, διάολε, να το δείξουν και με πράξη. Τους σκότωσα και τους απαξίωσα, για αυτό κι έχω σταματήσει πλέον να τους μιλάω. Όχι ότι άκουγαν ποτέ -για να καταλάβουν ούτε κουβέντα. Ο άνθρωπος δεν μιλάει μόνο με το στόμα, κουφάλες, αλλά αυτό δεν το αντιλήφθηκαν ποτέ.

Θέλω εσύ να ξέρεις πως δεν θα μετανοήσω. Σίγουρα πράγματα. Θάρρος καλείται αυτό. Θέλω εσύ να κλάψεις από δυστυχία κι όχι από ξαλάφρωμα, όπως οι άλλοι. Γιατί είσαι ξεχωριστή. Το μίσος μου για εσένα με έκανε να τα βγάλω πέρα με τα σκουριασμένα δεκανίκια μου. Και γιατί θα μπορούσες να μην είσαι «οι άλλοι». Αλλά επέλεξες να γίνεις σωρός. Με τη φυγή μου θα στο στερήσω αυτό, θα σε βγάλω από το σωρό. Θα ξαναγίνεις ξεχωριστή σε κάτι για εμένα.
Το μίσος μου και η αγάπη μου θα σου χαρίσουν μια ζωή που ούτε την φαντάστηκες ποτέ. Αυτήν που κυλά με αλήθεια.

Θα φύγω ήσυχος. Ταλαιπωρημένος, απογοητευμένος αλλά όταν θα έρθει εκείνη η ώρα το μόνο που θα σκέφτομαι είναι ελευθερία. Ό,τι κι αν κάνατε, αυτήν δεν καταφέρατε να μου τη στερήσετε.»

Tuesday, 8 May 2007

Οι ελέφαντες, οι μυρωδιές και τα σουβλάκια

Αυτό το blog παραπαίει. Εγώ παραπαίω. Θυμίζω κήπο αφημένο στην καλή διάθεση του χρόνου. Πάνω που είχα αποφασίσει να γράφω συχνότερα τις σκέψεις μου, και ό,τι άλλο μπορεί να κυκλοφορεί στο κεφάλι μου, ένα κοπάδι οργισμένων ελεφάντων επιδόθηκε στη μανιώδη καταδίωξή μου. Ελπίζω να τη σκαπουλάρω. Το βράδυ θα ξέρω αν βγήκε knockout ο πρώτος.

Εν τω μεταξύ, κι επειδή ξέρω ότι απηυδίσατε στην εικοστή πέμπτη ανάγνωση του προηγούμενου post, σας αφήνω προς το παρόν με κάτι που έπεσε στα χέρια μου την Κυριακή και μου θύμισε πως κάποτε ο κόσμος μού φαινόταν τόσο εύκολα προσπελάσιμος...

Θα επανέλθω, σήμερα ει δυνατόν, με πράγματα που θέλω να μοιραστώ μαζί σας εδώ και μέρες. Σιχαίνομαι απλά την προχειρότητα και για αυτό μου απαγορεύω να σας γράψω τώρα (I.D.! Απαγορεύεται η παραγωγική σκέψη προς το παρόν! Κάτω τα χέρια από το πληκτρολόγιο!).

"Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 1989

Σκέφτομαι και γράφω: Φέρνω κι εγώ μυρωδιές από τη γειτονιά μου

Εγώ μένω σε μια πολυκατοικία που κοντά έχει μια γειτονιά. Η γειτονιά μου είναι γεμάτη με άλλες πολυκατοικίες αλλά και μονοκατοικίες. Βγαίνοντας από το σπίτι μου μυρίζει το γιασεμί που έχουμε στην αυλή. Στο δρόμο για το σχολείο συναντώ το φούρνο που κάθε πρωί φτιάχνει μυρωδάτο ψωμί. Απέναντι είναι κρεοπώλης. Δεν μου αρέσει η μυρωδιά εκεί και για αυτό όταν πάμε με τη μαμά μου για ψώνια εγώ περιμένω απέξω. Μετά είναι ο δρόμος για το σχολείο που έχει μόνο σπίτια. Εκεί συνήθως δεν μυρίζει τίποτα. Καμιά φορά όμως την άνοιξη μυρίζουν τα τριαντάφυλλα, οι πορτοκαλιές και τα άλλα λουλούδια στους κήπους. Τέλος στο δρόμο μετά το σχολείο είναι το σουβλατζίδικο. Εκεί έχει την καλύτερη μυρωδιά!
Industrial Daisies"

Ξέρω ξέρω, το άστρο μου στη συγγραφή κειμένων είχε ανατείλει από τότε, από την τρυφερή ηλικία των έξι!
Σας φιλώ σταυρωτά (που θα έλεγε κι ο Νιόνιος),
I.D.

Sunday, 6 May 2007

Playtime

1. Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;

Απόλυτη; Η ευτυχία δεν έρχεται ποτέ μόνη της...

2. Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί;

Οι ελέφαντες που με κυνηγούν. Ξεκινούν από τα όνειρα και καταφέρνουν να με σηκώσουν πρωί πρωί...

3. Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;

Στον ύπνο μου, χθες βράδυ, με έναν ελέφαντα από αυτούς που με κυνηγούν όταν του έβαλα τρικλοποδιά με ένα ποντίκι.

4. Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;

Ότι δεν έχω ιδέα ποια είμαι και ποια είναι τα βασικά μου γνωρίσματα...

5. Το βασικό ελάττωμά σας;

Ότι δεν έχω ιδέα ποια είμαι και ποια είναι τα βασικά μου γνωρίσματα...

6. Σε ποια λάθη δείχνετε τη μεγαλύτερη επιείκεια;

Σε αυτά που μπορώ να δικαιολογήσω.

7. Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;

Η Industrial Daisies δεν ταυτίζεται με καμία.

8. Ποιοι είναι οι ήρωες σας σήμερα;

Ειδικά σήμερα... Δεν ξέρω, δεν έχω πιει καφέ ακόμα.

9. Το αγαπημένο σας ταξίδι;

Εκείνο που για δεκαεννέα ώρες σκεφτόμουν τον προορισμό κι έτρεμα από ανυπομονησία.

10. Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Είναι πάρα πολλοί, κύριε Προυστ. Θα έπρεπε να γίνετε πιο συγκεκριμένος.

11. Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα;

Να ξέρει να αγαπά.

12. … και σε μια γυναίκα;

Να ξέρει να αγαπά.

13. Ο αγαπημένος σας συνθέτης;

Ο φωτο - συνθέτης.

14. Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;

"Always look at the bright side of life..."

15. Το βιβλίο που σας σημάδεψε;

"Τάδε έφη Ζαρατούστρα" και "Τα άνθη του κακού" (sorry. Mr. Proust, τα διάβαζα μαζί μια εποχή)

16. Η ταινία που σας σημάδεψε;

Όταν ήμουν μικρή "Η αρκούδα". Όταν μεγάλωσα, πάρα πολλές. Χμμμμ, μπορώ να αναφέρω το "Oldboy" και το "Ghostdog : The way of the Samurai"; (Ξέρω, μία θέλατε αλλά... οι κανόνες είναι για να παραβιάζονται)

17. Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;

Salvador Dali

18. Το αγαπημένο σας χρώμα;

Αυτό που έχει η συνείδησή μου, τις καλές μέρες...

19. Ποια θεωρείτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σας;

Το ότι κατάφερα να χορέψω την "Λίμνη των Κύκνων" με σαράντα πυρετό.

20. Το αγαπημένο σας ποτό;

Ούζο. Και κρασί.

21. Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

Για το ότι μετανιώνω συχνά και προχωράω δύσκολα.

22. Τι απεχθάνεστε περισσότερο απ’ όλα;

Την βλακεία.

23. Όταν δεν γράφετε, ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;

Ο κινηματογράφος.

24. Ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Τα γηρατειά.

25. Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;

Δεν είναι μία αυτή η περίπτωση...

26. Ποιο είναι το μότο σας;

Motos are for idiots, Mr. Proust.

27. Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;

Στον ύπνο μου.

28. Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;

Τι πραγματικά έκανε την έβδομη ημέρα της δημιουργίας...

29. Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;

Σε αυτή που βρίσκομαι τα τελευταία εικοσιτέσσερα χρόνια. Ατελείωτης περιέργειας και αδυναμίας να συγκροτηθώ σε προσωπικότητα.


Ο κύριος Προυστ θα χτυπήσει την πόρτα... Μούμπλε, μούμπλε... Του δείμου του πολίτη, του 2Σχ2, του Σέξπυρ .... Κι αν θέλουν, ανοίγουν ο Καιρός κι ο Ghostdog (Αν όχι, δεν πειράζει... Ο κύριος Προυστ έχει κατανόηση...)