Friday, 15 June 2007

Η συνταγή που δεν μπαγιατεύει


HOLLYWOOD



Το λαϊκό ρομάντζο


μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα Οι ήρωες ερωτεύονται κεραυνοβόλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα χα χα χα χα χα μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα ΩΧ! ΟΧΙ, χώρισαν; μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα χα χα χα χα χα μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Αυτός την περιμένει με ανθοδέσμη και δαχτυλίδι,
αυτή λέει πως δεν γίνεται να είναι μαζί γιατί την
κεράτωσε με την καλύτερή της φίλη, αυτός κλαίει
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα Παντρεύονται


AND THEY LIVED HAPPILY EVER AFTER... (ΚΛΑΠ ΚΛΑΠ) (90 min.)


Time for action

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα BANG! Πάει ο ένας μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα BANG! Πάει κι ο άλλος μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα Καραμπόλα φλεγόμενων-αυτοκινήτων-που-πετάνε-στον-αέρα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα Ο ήρωας έχει πιαστεί αιχμάλωτος μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα Ο ήρωας είναι ο πιο έξυπνος και την γλιτώνει,
την πατάει συνήθως ο χιουμορίστας πολυλογάς
μαύρος στη θέση του, ο ήρωας παίρνει προαγωγή
και άδεια για να πάει στη Χαβάη διακοπές με την έτσι.

AND THEY LIVED HAPPILY EVER AFTER... (ΚΛΑΠ ΚΛΑΠ) (93 min.)


Εξωγήινων απόβασις

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
(lazer) Πάει ο πρώτος μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Οι φοβεροί Αμερικανοί επιστήμονες οργανώνονται
για να εξολοθρέυσουν την απειλή μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Οι γενναίοι Αμερικανοί στρατιώτες πολεμούν με τους
αιμοσταγείς εξωγήινους, αποδεκατίζονται όλοι εκτός
από τον ήρωα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Ο ήρωας παίρνει την secret formula και εξολοθρεύει
τους αιμοσταγείς εξωγήινους 3 δευτερόλεπτα πριν
το τέλος του κόσμου μπλα μπλα Ρίχνει και το κορίτσι

AND THEY LIVED HAPPILY EVER AFTER (ΚΛΑΠ ΚΛΑΠ) (110 min.)


Τα πολεμικά έπη

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Η πολεμική πρόκληση μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Ξεκινούν οι γενναίοι να πολεμήσουν μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Σκοτώνονται μερικά καλά κομμάτια, λυπάται ο θεατής,
θυμώνει κι άλλο, το ηθικό της ομάδας είναι πεσμένο

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα Πετυχαίνει σημαντική στρατηγική νίκη
το στρατόπεδό μας μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Τελική μάχη, οι στρατιώτες μας τα δίνουν όλα ώσπου
αποδεκατίζουν τον οχτρό μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Επιστρέφουν νικητές στην ελεύθερη πατρίδα όπου
τους περιμένουν ισάριθμες πανέμορφες παρθένες.

(Εναλλακτικά, αντί των δύο τελευταίων στροφών έχουμε:

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Είναι φανερό ότι υστερούμε αριθμητικά, ο οχτρός
προσφέρει πλούτη και χαρέμι μπλα μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Δεν υποκύπτουμε, πολεμάμε για το φιλότιμο, χάνουμε
αλλά η χώρα μας σώζεται τελικά από τον από-μηχανής θεό
και το όνομά μας γράφεται με χρυσά γράμματα στην ιστορία)

AND THEY LIVED HAPPILY EVER AFTER (ΚΛΑΠ ΚΛΑΠ) (120 min.)


Κοινωνικόν αόριστον ανάγνωσμα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Η ηρωίδα δουλεύει σαν σκυλί και το αφεντικό είναι γουρούνι

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Έχει κατάθλιψη γιατί δεν έχει γκόμενο και το μαλλί
της έχει μείνει στα 80's μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Αποκτά μία και μοναδική φίλη, αυτή της δείχνει τα
κομμωτήρια και τα μίνι, κάνει ασκήσεις θάρρους μπροστά
στον καθρέφτη της μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Στην πρώτη ευκαιρία την λέει στο αφεντικό της μπροστά
στον διευθύνοντα σύμβουλο, του τρώει την δουλειά αλλά
παρόλα αυτά λυπάται γιατί κατά βάθος τον γουστάρει

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Τον συναντά σε μπαρ να πίνει για να ξεχάσει, τον
περιθάλπτει και την άλλη μέρα ξυπνάνε στο κρεβάτι
γυμνοί

μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Τον ξαναπροσλαμβάνει, σε άλλο τμήμα αυτήν τη φορά,
και αποφασίζουν να συζήσουν μπλα μπλα μπλα μπλα

AND THEY LIVED HAPPILY EVER AFTER (ΚΛΑΠ ΚΛΑΠ) (89 min.)


Συμπέρασμα: Ο κινηματογράφος, εκτός από Τέχνη ενίοτε, είναι και μια ανθηρότατη βιομηχανία. Ακολουθώντας βασικές συνταγές συνεχίζει να πλουτίζει από την τσέπη του αδαούς θεατή ο οποίος αναζητά μια όαση χαλάρωσης χωρίς να χρειάζεται να αγωνιά για την τελική έκβαση. Κυρίως, πρέπει να φεύγει ανάλαφρος και σίγουρος ότι είδε κάπου τον εαυτό του στο πανί. Κάντε τώρα την αναγωγή και σε ο,τιδήποτε άλλο μπορεί να είναι η βιομηχανία του θεάματος, ή έρχεται σε επαφή με αυτήν, αποκωδικοποιήστε την συνταγή κι ας καταλάβουμε όλοι μαζί τι σκατά μας σερβίρουν...

Wednesday, 13 June 2007

Η Industrial Daisies γελά

Σήμερα το έχω αποφασίσει. Ό,τι και να γίνει αυτό το κείμενο θα είναι χαρούμενο. Κι ας σου είπα πως δεν είμαι ευτυχισμένη σήμερα. Κι ας έκλαιγα στην αγκαλιά σου με μπλε δάκρυα και γέλια. Κι εσύ έκανες τον κλόουν· σαν τότε, που μου έλεγες πως όταν θα μεγαλώσω θα με κλέψεις πάνω σε άσπρο άλογο και θα το σκάσουμε μακρυά και θα γίνουμε κλόουν. Κι ας σου έλεγα εγώ πως οι κλόουν όταν βγάζουν τις μπογιές τους είναι δυστυχισμένοι, όχι, μου έλεγες εσύ, εμείς θα γίνουμε κλόουν.

Κι απόψε, στο είπα, θέλω να γράψω ένα χαρούμενο κείμενο, να πείσω πάνω από όλους εμένα πως δεν είμαι μόνο μίζερη και γκρινιάρα και μονόχνωτη. Και είπα από μέσα μου πως αυτό που είδα στην τηλεόραση, για τον λαό που δεν πρέπει να σκύβει κεφάλι γιατί τώρα πια του το λέει η κυβέρνηση, δεν θα το σχολιάσω. Γιατί σήμερα θα γράψω ένα χαρούμενο κείμενο, ένα κείμενο που θα κλείνει μέσα του το γέλιο μου και θα το χαρίσω στους φίλους μου που δεν τους έχω δει από κοντά κι όμως είναι κοντά μου.

Κι ας διανύω περίοδο μεγάλης μελαγχολίας, κι ας θέλω να εξαφανιστώ από όλους κι από όλα, μπουρλότο να βάλω και να χαθώ σε θάλασσες, αυτές τις δικές μου, που μόνο εγώ ξέρω να χάνομαι μέσα τους γιατί εγώ τις χαϊδεύω όπως κανένας άλλος, κι ας νιώθω πως τίποτα σπουδαίο δεν έχω να γράψω και πως ώρες ώρες κοροϊδεύω τον εαυτό μου γράφοντας. Όχι, σήμερα είπα θα γράψω ένα χαρούμενο κείμενο, με χιούμορ. Ξέρω ότι έχω, κάνω τους φίλους μου να κλαίνε από τα γέλια, μα πού πάει όλο αυτό όταν κάθομαι να γράψω, το χιούμορ όταν δεν βγαίνει έξω πάει, χάνεται; Όταν μένεις μόνος να γράψεις πού εξαφανίζεται; Μήπως δεν έχω καθόλου και τσάμπα χαίρομαι, να άλλος ένας λόγος να νιώσω δυστυχισμένη. Κι έχουν ήδη μαζευτεί αρκετοί.

Όμως σήμερα αυτό το κείμενο πρέπει να βγει χαρούμενο. Χθες το υποσχέθηκα στον εαυτό μου, σήμερα σε εσένα. Σε εσένα που με κράταγες αγκαλιά κι απορροφούσες τους κραδασμούς μου, κι απορροφούσες τα δάκρυά μου με την άκρη της παλάμης σου που πλημμύρισε, χωρίς να με ρωτάς γιατί, και μου ζήτησες να σου κάνω την τιμή να σκουπίσω τις μύξες μου στην μπλούζα σου ώστε να έχεις ένα λόγο να μην την πετάξεις τώρα που πάλιωσε... Κι εγώ θυμήθηκα τότε που ήμουν μικρή και δεν έκλαιγα ποτέ, όσο ξύλο και να έτρωγα, μόνο έσφιγγα τα χείλη μου μέχρι που τα έσκιζα, όχι από πόνο αλλά για να μην κλάψω για την αδικία, και δεν καταδεχόμουν να χαρίσω τα δάκρυά μου σε κανέναν, κανένας να μην με λυπηθεί που είμαι μικρή και κλαίω. Και τώρα σου χάρισα τα δάκρυα και τις μύξες μου, και δεν ντρέπομαι που κλαίω μπροστά σου ενώ είναι δύο η ώρα τα ξημερώματα κι αύριο δουλεύεις. Παρά κάθομαι στην αγκαλιά σου και κλαίω όπως δεν έκλαψα ποτέ. Για αυτά που δεν ξέρω, για αυτά που φοβάμαι, για αυτά που με πληγώνουν, χωρίς να με ρωτάς γιατί.

Και μαζί γελάω· γιατί μου κάνεις τον κλόουν, κι αυτήν την περίεργη φωνή που με κάνει να λύνομαι στα γέλια, και με γαργαλάς εκεί που δεν το αντέχω. Και γελάω και κλαίω μαζί. Μαζί σου. Κι όλη μου η λύπη γίνεται μαζί ευτυχία, ίσως αυτή να είναι η ευτυχία που καταλαβαίνω, αυτή που μπορεί να τα βγάλει πέρα με τη λύπη μου, να αλατιστεί από τα δάκρυά μου και να καταλήξει στην άκρη του γέλιου μου. Και μου είπες, σήμερα να είναι χαρούμενο το κείμενο.

Και αν δεν ξέρω τι να γράψω που να είναι χαρούμενο, να γράψω για τους χαρταετούς και τον καθρέφτη. Για τους άντρες χαρταετούς που οι ουρές τους έχουν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και γίνονται βασιλιάδες στην χώρα των χαρταετών. Και οι κοπέλες δεν γίνονται βασίλισσες γιατί τους λείπει το μαύρο, όμως μία κοπέλα χαρταετός ερωτεύτηκε τον βασιλιά και ήθελε να κάνει έρωτα μαζί του και έγινε λίμνη, με ήσυχα νερά, κι αυτός καθρεφτίστηκε μέσα της, μπήκε μέσα της κι ενώθηκαν. Για αυτό μου είπες να γράψω, το πιο ωραίο παραμύθι που είπες ποτέ, ένα βράδυ που δεν σε άφησα να ξαπλώσεις μόνος για να κάτσω εγώ να διαβάσω παρά ήρθα μαζί σου και για να με ηρεμήσεις και να κοιμηθώ το σκέφτηκες όλο εκείνη την ώρα. Μόνο που μου είπες να το γράψω και το τέλος δεν το ήξερα, με είχε πάρει ο ύπνος τότε, και με πήραν πάλι τα κλάματα και κάθησες και μου το είπες πάλι από την αρχή και μετά εγώ δεν έκλαιγα, μόνο σε κοίταζα σαν χαζό, εγώ που ποτέ δεν μου άρεσαν τα παραμύθια εκείνη την ώρα είχα μείνει μαλάκας που κάποιος ένα βράδυ με αποκοίμισε με ένα παραμύθι.

Και πριν από αυτό εγώ σου φώναζα, όχι δηλαδή ακριβώς, μόνο να, όταν παθιάζομαι μιλάω έντονα, το ξέρεις πια, το ξέρεις ότι δεν σου φωνάζω, κι εσύ, αντί να μου αστράψεις ένα χαστούκι μου είπες στο τέλος πως η ματιά μου στα πράγματα είναι τόσο έντονη κι έχω πάθος, για αυτό είναι δύσκολο να δω μέσα από τα μάτια των άλλων, κι αυτό δεν είναι κακό (είπες), κι εγώ σου είπα πως δεν μπορώ να ξεπερνάω το κατώτατο όριό μου, αυτό που αν ξεπερνούσα θα έφτανα να αδικώ άλλους, αυτών των οποίων η ματιά είναι καθαρή και για αυτούς ο ελέφαντας δεν πετάει. Το πάθος μου μού λες να μην το χάσω και πως είμαι κι ο πιο αντιφατικός άνθρωπος που έχεις γνωρίσει ποτέ, κι εγώ το ξέρω· το ξέρω γιατί ποτέ δεν έχυνα δάκρυ και μέσα μου πλημμύρα, γιατί γελούσα και μετά με έπαιρναν τα κλάματα, γιατί έλεγα πως σε μισούσα και με κανέναν δεν μπορούσα να μείνω γιατί δεν ήταν εσύ, γιατί όλο γκρινιάζω αλλά τα όμορφα κρατάω, γιατί είμαι ο πιο απαισιόδοξος άνθρωπος του κόσμου -λες- αλλά πιστεύω πως η τέχνη θα σώσει τον κόσμο. Και δεν θέλω να είμαι τόσο αντιφατική, όμως δεν γίνεται, θα ήταν όλα πολύ εύκολα κι εγώ στα εύκολα κωλώνω.

Πού πάει αυτό το κείμενο, δεν ξέρω, είχα πει θα είναι χαρούμενο κι εγώ κλαίω με ένα τεράστιο χαμόγελο -να, είδες, πάλι αντιφατική. Είχα πει πως αν δεν βρω κάτι χαρούμενο σήμερα στον δρόμο για να γράψω εδώ, θα έγραφα από τα παλιά, τότε που λόγω ηλικίας και άγνοιας είχαμε περισσότερο χιούμορ από ποτέ. Όπως τότε που ο αδερφός μου ήπιε Soflan, όχι όχι το έχω ξαναπεί... Όπως τότε που ο μικρότερος αδερφός μου έκανε ρεζίλι τον μπαμπά στην ταβέρνα. Πάμε που λες για φαγητό, Κέρκυρα τώρα, σε ένα μέρος που το έχει φίλος του μπαμπά. Ήθελε ο μικρός, ο μπαμπάς έλεγε «όχι, να πάμε στου Μπούκαρη που έχει ψαράκι», «όχι, ο μικρός, να πάμε στον Τάσσο που έχει πίτσες», πάμε τελικά στον Τάσσο, τρώμε πίτσες, έρχεται μετά ο άνθρωπος, μας ρωτάει αν μας άρεσε το φαγητό, «Πολύ» του λέει ο μπαμπάς και πετάγεται ο μικρός «Είδες, μπαμπά, που έλεγες ότι στου Μπούκαρη είναι καλύτερα;». Αχ, δεν ξέρω καν αν είναι αστείο στο γραπτό αυτό, η φάτσα του μπαμπά σίγουρα ήταν. Όπως μια άλλη φορά, χτυπάει το τηλέφωνο, μια γνωστή της μαμάς, πάει να απαντήσει ο μικρός, λέει η μαμά «Εγώ δεν είμαι εδώ για κανέναν, είμαι στη δουλειά», απαντά ο μικρός, «Που είναι η μαμά σου πουλάκι μου;», «Δεν είναι εδώ», κάνω νεύμα εγώ πως κι εγώ απουσιάζω, «Α, καλά, η αδερφή σου;», μπερδεύεται ο μικρός με τόσα πράγματα να συνδυάσει, «Δεν είναι ούτε αυτή εδώ.», «Α, και πού είναι;», «Μαμά, που είναι η I.D.;».

Γελάω τώρα, γελάω μόνη μου κλαίγοντας, μόνο μην μου πείτε να πάω σε ψυχίατρο ή ψυχολόγο, δεν τους πιστεύω για επιστήμονες, μεταξύ μας, να είναι μόνο που νιώθω τόσο λυπημένη αλλά και τόσο χαρούμενη μαζί, ποιος έγραψε για την «χαρμολύπη», ούτε που θυμάμαι πού το είχα διαβάσει... Μόνο που σήμερα είπα πως θα γράψω ένα χαρούμενο κείμενο. Η λύπη πρέπει να εξοριστεί σήμερα, μα πώς;

Και σκέφτομαι πώς είναι στην αγκαλιά σου, όταν όλα με κυκλώνουν, όταν το πάθος μου για τα πράγματα αποσύρεται, όταν η ένταση εκτονώνεται και μένω απροστάτευτη, φοβισμένη· φοβισμένη για εμένα, που δίνω τόσο πολύ την αίσθηση στους άλλους πως είμαι δυνατή, πως έχω τόσο πάθος και οργή που δεν έχω ανάγκη, που δεν ξέρω πού πάω, που ποτέ μου δεν ζητιάνεψα μια αγκαλιά ούτε από τους γονείς μου ακόμα κι ας έκλαιγα μόνη μου που τα άλλα παιδάκια οι γονείς τους τα έπαιρναν συνέχεια αγκαλιές· και μετά έρχεται η εικόνα σου, τότε που ακόμα ήμουν μικρή, που από όλους είχα φύγει κι εσύ με έφερες πίσω στους ανθρώπους, με έκανες μια αγκαλιά κι εγώ έτρεμα μέσα της σαν ψάρι, που μου είπες «Σ' αγαπώ» κι έγινα κι εγώ κοριτσάκι από αγρίμι, που έφυγες κι εγώ πέθανα, πέθαινα συνέχεια με κάθε ώρα που σκότωνα μακριά σου, και μετά γύρισες, με διεκδίκησες από τα σκοτάδια μου με το άσπρο σου άλογο, όπως μου το είχες υποσχεθεί παλιά, συγγνώμη που δεν σε πίστευα τότε, και τώρα είμαστε εδώ, να με κρατάς αγκαλιά και να μου λες παραμύθια και να μου μαγειρεύεις φαγητά χωρίς συνταγή και να μου στρίβεις τσιγάρα γιατί -λες- εγώ δεν ξέρω να στρίβω, αλλά εγώ ξέρω ότι το κάνεις γιατί θες να με προσέχεις.

Να γιατί είναι χαρούμενο αυτό το κείμενο. Γιατί εγώ είμαι χαρούμενη, όχι ψέμματα, εγώ είμαι ευτυχισμένη όσο και λυπημένη να αισθάνομαι, να είδες, πάλι πέφτω σε αντιφάσεις. Κι αν μέχρι εδώ δεν έφτασε να διαβάσει κανείς, κρίμα, ποτέ δεν θα μάθουν οι φίλοι μου που έκανα εδώ πως είμαι χαρούμενη, κι ας θέλω εγώ να το μοιραστώ μαζί τους.

Sunday, 10 June 2007

Η γενιά της μόνιμης κόπωσης

«Είμαστε η γενιά που πάσχει από μόνιμη κόπωση». Άλλου ατάκα αυτή, σήμερα την άκουσα. Πίνοντας πρωινό καφέ και νιώθοντας νυσταγμένη. Όντως, στα εικοσιτέσσερά μου έχω ήδη πάθει δυο φορές υπερκόπωση κι έχω τενοντίτιδα και στα δυο μου χέρια. Αν καταφέρω να κοιμηθώ πάνω από τέσσερις ώρες την ημέρα νιώθω Μαρία Αντουανέτα στις Βερσαλίες. Αν μου περισσέψουν πενήντα ευρώ στο τέλος του μήνα νιώθω πλούσια.

Μεγάλωσα ακούγοντας από τους μεγαλύτερους πόσο προνομιούχα είναι η γενιά μου. Δεν βιώσαμε πόλεμο. Δεν βιώσαμε πείνα. Δεν βιώσαμε φτώχεια. Δεν βιώσαμε αμάθεια. Η μαμά με περιμένει κάθε Κυριακή με τα τάπερ γεμάτα φαγητό. Από το κυριακάτικο τραπέζι σηκωνόμαστε πάντα μόνο όταν οι σφύξεις έχουν φτάσει επίπεδα εμφράγματος. Πριν από αυτό απαγορεύεται, η μαμά θα στενοχωρηθεί ότι τα παιδιά της υποσιτίζονται.

Στα δεκαεννιά μού δόθηκε η πρώτη ευκαιρία να ψηφίσω. Να ασκήσω τα «δημοκρατικά» μου δικαιώματα, που ακόμα τότε ήταν και λίγο υποχρέωση γιατί η δημοκρατικότατη «αστική» - καπιταλιστική - μη χέσω δημοκρατία απαιτούσε την ψήφο μου. Δεν το έκανα. Η δημοκρατία είναι ακόμα στο μυαλό μου αρκετά σημαντικό θέμα για να το ξεφτιλίσω με την ψήφο μου. Να συνεχίσω το παραμύθι. Έχω ακούσει πολλά για αυτή μου την επιλογή. Πως οι παππούδες μου πολέμησαν για την ελευθερία και τη δημοκρατία, αργότερα οι γονείς μου για την επανεγκατάστασή της. Είμαι προνομιούχος, λένε, που δεν χρειάστηκε να παλέψω για ελευθερία και δημοκρατία. Υποκρισία το λέω εγώ αυτό.

Δεν απαιτεί και πολύ μυαλό για να διαβάσεις εύκολες καταστάσεις. Καταστάσεις που σου φωνάζουν πως ο εχθρός μιλά γερμανικά η του αρέσουν οι φοίνικες. Κι εκεί επιλέγεις, εύκολα, «με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις». Άσε που και να μην επιλέξεις όταν με το καλό οι τολμηροί θα σε απαλλάξουν από τον εχθρό θα καρπωθείς την δόξα του ήρωα. «Ήμουν κι εγώ στο Πολυτεχνείο» θα λες, και θα εννοείς ότι εκείνη την ώρα έστριβες τη Στουρνάρη, αφού είχες πιει τα ούζα σου, και πήρε το μάτι σου τον χαμό. Έτσι, γενιές ολόκληρες καρπώνονται θριάμβους -ηθικούς, κυρίως- λίγων, που έλαχε να είναι σύγχρονοί τους. Γιατί πιστεύω ότι είναι λίγοι αυτοί; Γιατί αν ήταν πολλοί, η «δημοκρατία» «μας» σήμερα δεν θα είχε στηθεί έτσι. Κι εγώ αρνούμαι να συμμετέχω. Για αυτούς τους λίγους, που δεν έπεσαν για αυτό. Για να μην συνεισφέρω κι εγώ στην συντήρηση του μύθου. Ενός μύθου που θρέφει τέρατα· τέρατα που θεριεύουν στο σκοτάδι τόσα χρόνια, που μας ρουφούν το αίμα και μας αποσπούν την προσοχή με άρτο και θεάματα για να μην το καταλαβαίνουμε. Αυτά τα τέρατα εγώ δεν τα στηρίζω. Τη διαφορά ανάμεσα στην δημοκρατία και το φασισμό δεν την κάνει η ψήφος· την κάνει η συνείδηση. Και η δική μας είναι άκρως δημοκρατικά φασιστική. Έξυπνη, όμως. Καθησυχάζει συνειδήσεις, ο εχθρός γίνεται αόρατος, ο άρτος και τα θεάματα σκεπάζουν τις «άλλες» φωνές. Κι όλοι νιώθουμε τυχεροί με τα ψίχουλα που μας πετάνε. Ψίχουλα που επειδή μας τα παρουσιάζουν για "δημοκρατικό" παντεσπάνι πρέπει να μας χορταίνουν κιόλας...

Δεν έχουμε περάσει πείνα, λένε. Αυτοί που μας σερβίρουν μεταλλαγμένες τροφές. Που μας ταϊζουν φράουλες τον Οκτώβριο και ντομάτα τον Ιανουάριο. Αυτοί που μας θέλουν να τρώμε από αλυσίδες ταχυφαγείων. Να τρώμε γρήγορα, να ξαναπεινάμε γρήγορα, να ξανατρώμε γρήγορα, να πληρώνουμε πριν φάμε, να πεθάνουμε γρήγορα. Μαρτυρικά, πληρώνοντας τις φαρμακευτικές για να καθυστερεί λίγο ο θάνατος, να νιώθουμε ότι υπάρχει κράτος υγείας και πρόνοιας, που μας πληρώνει όταν αρρωστήσουμε. Αυτοί που μας θέλουν παχύσαρκους. Για να πληρώνουμε τα ινστιτούτα αδυνατίσματος, για να πληρώνουμε τους ψυχιάτρους, για να ξεπερνάμε το κόμπλεξ ότι είμαστε αποκρουστικοί σε μια κοινωνία που μας θέλει αστραφτερούς, σένιους.

Δεν έχουμε περάσει φτώχεια, λένε. Και την ίδια στιγμή μας αποκαλούν την γενιά των εφτακοσίων ευρώ. Αυτοί που έχουν γίνει η γενιά των εφτακοσίων ευρώ. Ημερησίως. Αυτοί που μας θέλουν «παρα-μορφωμένους», καριερίστες, με το κεφάλι κάτω. Υποσχόμενοι «ευκαιρίες ανέλιξης» και ασφάλιση. Αυτοί που ξέχασαν τις συλλογικές συμβάσεις, ξέχασαν τις απεργίες, ξέχασαν το οχτάωρο...

Ξεχνά ο κόσμος. Ξεχνά κι αυτό τον μετατρέπει σε χρυσόψαρο. Εγκλωβισμένο σε μια γυάλα, να στριφογυρίζει νομίζοντας κάθε φορά πως κάτι καινούριο κάνει, ανίκανο να επιβιώσει εκτός αυτής, να περιμένει κάθε φορά την τροφή από το χέρι, έκθετο στην παρακολούθηση. Ξεχνά ο κόσμος. Ξεχνά γιατί ποτέ δεν κατάλαβε. Ποτέ δεν συνειδητοποίησε. Ευκαιριακά τα κουτσοβόλεψε στις μεγάλες δυσκολίες, ευκαιριακά καρπώθηκε τους αγώνες κάποιων -λίγων- και «απελευθερώθηκε», ευκαιριακά αντιμετώπισε κάθε ευκαιρία εξέλιξης. Και έβγαλε τα κόμπλεξ του, και βρήκε τις αρπαχτές, και βρήκε τον τρόπο να νιώθει έξυπνος «ξεγελώντας» το σύστημα· το σύστημα που πάντα τον ήθελε πεινασμένο, πάντα τον ήθελε να νιώθει έξυπνος, πάντα τον ήθελε να διατηρεί ελπίδα. Για να τον κάνει γρανάζι, να τον βάλει μέσα του, να τον ελέγχει. Να ανδριωθεί και να θεριέψει με τη βοήθειά του.

Έχω πέσει σε φοβερή μελαγχολία. Είναι φορές που νιώθω τέτοια οργή, τέτοιο θυμό που καταλαβαίνω πως μια στιγμή είναι το να διασχίσεις αυτήν τη λεπτή γραμμή και να φερθείς παράλογα, να τους δώσεις το άλλοθι να σε χώσουν σε ένα ίδρυμα. Μου περνά, όμως. Κάποτε μου περνά γιατί νιώθω ευτυχισμένη, βλέπω γύρω μου μαργαρίτες και πουλιά και έρωτα και ηρεμία και πάθος και τέχνη... Είναι άλλες φορές που μου περνά και αντικαθίσταται από μελαγχολία.

Για αυτόν τον κόσμο που γίνεται χρυσόψαρο. Για αυτόν τον κόσμο που τη βγάζει εύκολα, επιφανειακά, παρασιτώντας, κοροϊδεύοντας. Για αυτόν τον κόσμο που δεν θα αλλάξει ποτέ. Για τη «γενιά» μου. Τη γενιά των εφτακοσίων ευρώ, της μόνιμης κόπωσης. Τη γενιά που βαδίζει επάξια στα χνάρια των προηγούμενων, που σκύβει κεφάλι, μασάει το παραμύθι και ψάχνει τρόπους να νιώσει έξυπνη. Τη γενιά που βαριέται εύκολα και ξεφεύγει από αυτό εύκολα, αγοράζοντας και καταναλώνοντας. Τη γενιά που έχει χάσει κάθε ελπίδα.

Friday, 8 June 2007

Επιστροφή σε βασικές σκέψεις

Τελικά, τα γουρούνια παντού την ίδια όψη έχουν.

Wednesday, 6 June 2007

Πορτραίτο της ελευθερίας ή πώς αυτή δεν χωρά σε κορνίζες

Ο τοίχος έλαμπε. Φρεσκοβαμμένος, σε μία παλ κρεμ απόχρωση. Πρώτα βρήκε τη θέση της σε αυτόν η παλιά εικόνα της Παναγίας με το Χριστό αγκαλιά, δώρο της γιαγιάς του όταν εκείνος πέρασε στο Πανεπιστήμιο. Δεξιά, ψηλά. Δίπλα ακριβώς κρέμασε το δώρο του φίλου του Αμπντούλ στα προηγούμενα γενέθλιά του. Μια εικόνα που αναπαριστούσε τον Μωάμεθ στην Kaaba, μια εικόνα γεμάτη χρώματα. Σκέφτηκε να την βάλει αλλού, ότι δεν ταίριαζε με την εικόνα της Παναγίας. «Μπα, ενδιαφέρον είναι», σκέφτηκε και χαμογέλασε με την πρωτοτυπία της σύλληψης. Σειρά είχαν δύο αφίσες του Lautrec, το «Woman pulling up her stocking» και το «Rue des Moulins: The Medical Inspection». Βρήκαν το χώρο τους στο κέντρο του τοίχου, ακριβώς πάνω από εκεί που θα έβαζε το γραφείο του. Αγαπημένος του ο Lautrec, στο σαλόνι είχε αποφασίσει να βάλει τις άλλες δύο, από το καμπαρέ.

Ο χώρος λιγόστευε, έπρεπε να βρει έναν τρόπο να χωρέσει σε αυτόν τον τοίχο και τα υπόλοιπα που είχε στο μυαλό του. «Σίγουρα θα μπει εδώ κι ο πίνακας της Νάντιας», τον άρπαξε κι άρχισε να κοιτά τον τοίχο διερευνητικά, ψάχνοντας για το σημείο εκείνο που θα του ταίριαζε η πρόκληση. «Αριστερά, ψηλά!», έπιασε ένα καρφί και άρχισε μια νέα τρύπα. «Νέμεσις» ήταν ο τίτλος του πίνακα της καλύτερής του φίλης, αριστούχου της Σχολής Καλών Τεχνών και άνεργης από όταν τελείωσε. Άνεργης γιατί ναι μεν έβγαζε κάποια χρήματα σχεδιάζοντας αφίσες για διαφημιστικές καμπάνιες, πουθενά όμως δεν έβρισκε να εκθέσει τα έργα της. Οι πόρτες κλειστές κι εκείνη απόλυτη, δεν ήθελε ποτέ να παρακαλέσει κανέναν. Η «Νέμεσις», λοιπόν, κρεμάστηκε διαμετρικά αντίθετα από την εικόνα της Παναγίας και του Μωάμεθ, αριστερά ψηλά. Ένας άνδρας φορούσε φουστάνι, σε έναν πίνακα εμφανώς αναφερόμενο στην περίοδο της Αναγέννησης, και μια γυναίκα, από πίσω του, το είχε ανασηκώσει ενώ εύκολα κάποιος διέκρινε ένα αντρικό μόριο να ξεπροβάλλει από το παντελόνι της, σε πλήρη στύση. «Είναι θεόμουρλη», σκέφτηκε· αυτό σκεφτόταν πάντα όταν έβλεπε έναν νέο της πίνακα. Τη θαύμαζε για τις ιδέες της, για τη ριζοσπαστικότητα της τέχνης της· αυτός ήταν ένα απλό θετικό μυαλό, χωρίς άνεση στην επιπρόσθετη σκέψη.

Λίγες ώρες μετά είχαν κρεμαστεί και τα υπόλοιπα. Το πτυχίο του, ένα ημερολόγιο τοίχου με φωτογραφίες από τη φύση και η πινακίδα του αυτοκινήτου του στην Ιταλία. Το τελευταίο του άρεσε πολύ, θεωρούσε ότι ήταν το πιο πρωτότυπο αντικείμενο που είχε κρεμαστεί ποτέ σε τοίχο. Τις επόμενες ημέρες κατάφερε να φτιάξει το σπίτι όπως ήθελε. Η καινούρια του ζωή ξεκινούσε, έμενε μόνο να τελειώσει και η Μαρίλια με τις σπουδές της και να μετακομίσει. Αυτό, όμως, μετά τις διακοπές που ξεκινούσαν την Δευτέρα. Έφυγαν, το Αιγαίο τους περίμενε για να τους ξεκουράσει, να τους δροσίσει και να τους προσφέρει απλόχερα τους αέρηδές του.

«Κάτσε, παιδί μου, λίγο ήσυχα στο κάθισμα. Έχω να πω δυο λογάκια με τον κύριο δίπλα.»

(Αφήνει το παιδί στο ξύλινο κάθισμα, εκείνο ήσυχο, παρατηρεί.)


«Συγγνώμη, κύριε, νομίζω ότι θα πρέπει να επιδείξετε σεβασμό και να αποχωρήσετε αυτοβούλως.»
«Σε εμένα μιλάτε μανδάμ;»
«Ναι, σε εσάς απευθύνομαι, μην κάνετε τον αδιάφορο. Παρ' όλο που δεν έχετε την στοιχειώδη ευγένεια να μας δείξετε το πρόσωπό σας εγώ σας απευθύνω το λόγο.»
«Και τι θέλετε, δηλαδή; Να αποχωρήσω για ποιον λόγο;»
«Ακούστε, κύριε, δεν είναι δυνατόν να μπούμε σε μια τόσο μεγάλη συζήτηση. Το ξέρω ότι το παιδί σας έβαλε εδώ, όμως υπάρχει χώρος για έναν από τους δύο μόνο. Σε λίγο καιρό θα αρχίσει να καταλαβαίνει κι ο γιος μου και δεν θέλω να μεγαλώνει δίπλα σε κακά πρότυπα...»
«Να με συγχωρείτε, κυρία, πρόκειται περί παρεξηγήσεως. Δεν ξέρω ποιος σας έχει μιλήσει άσχημα για εμένα, σας διαβεβαιώ, όμως, ότι μάλλον πρόκειται περί συκοφαντίας. Και πριν κάνουμε την συζήτηση αυτή, και αντιληφθείτε το σφάλμα σας, έχετε δει τι μένει απέναντί μας;»
«Όχι, δεν μπορούσα να γυρίσω από εκείνη την πλευρά. Ξέρετε, έχω πρόβλημα εκ γενετής στους μυς του λαιμού και δεν μπορώ να γυρίσω προς τα αριστερά. Καθίστε να κάνω μια προσπάθεια. Μου επιτρέπετε να έρθω λίγο στην δική σας πλευρά για να μου είναι ευκολότερο;»
«Βεβαίως, παρακαλώ!»
«Μα... Μα, αυτό είναι απαράδεκτο! Θεός φυλάξοι! Πόσες μέρες είναι αυτό το έκτρωμα κρεμασμένο στον ίδιο τοίχο με εμάς;»
«Κάτι ημέρες, από όταν το κρέμασε το παιδί προσεύχομαι· προσεύχομαι στον Αλλάχ να το πάρει από τα μάτια μου...»
«Κάτι πρέπει να κάνουμε. Δεν μπορεί αυτό το βλάσφημο δημιούργημα να παραμένει εδώ! Μεγαλώνουμε και μικρά παιδιά!!»
«Έχετε δίκιο... Έχετε απόλυτο δίκιο. Σκεφτόμουν, αν θέλετε, να πάμε από εκεί και να έχουμε δυο λογάκια με αυτά τα δύο τέρατα!»

Δένει το γιο της στο κάθισμα, ξεπηδούν οι δυο τους από τις εικόνες και πλησιάζουν τη «Νέμεσις».

(Ξερόβηχας, να καθαρίσει ο λαιμός)


«Δεν θα υπάρξει άλλη προειδοποίηση. Σηκωθείτε και φύγετε πριν η οργή του Αλλάχ πέσει στα κεφάλια σας! Η κυρία από εδώ μεγαλώνει παιδί κι εσείς ντροπιάζετε τα δύο φύλα και μόνο με την ύπαρξή σας!»

(Χασκόγελα από τις δύο φιγούρες)


«Μα, δεν είστε σοβαρός μου φαίνεται! Εμείς κανέναν δεν προσβάλλουμε, κριτική ασκούμε. Κι αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμά μας!»
«Δεν θα το πω άλλη φορά! Γυναίκα είσαι εσύ κι εσύ άνδρας; Θα έπρεπε να έχετε αυτοκτονήσει για λόγους ευθιξίας! Ποια κριτική; Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάζει τη βούληση του Αλλάχ!»
«Ούτε του Κυρίου! Τι πράγματα είναι αυτά παιδιά μου; Ζητήστε συγχώρεση κι Αυτός θα είναι μεγαλόψυχος. Μην συνεχίσετε έτσι, είναι παιχνίδια του Διαβόλου αυτά! Μάζεψε παιδί μου τα φουστάνια σου. Κι εσύ, κούμπωσε το παντελόνι σου... Δεν μπορώ ούτε να σας αντικρίζω!»
«Ακούστε, επιστρέψτε στα πόστα σας κι αφήστε μας να χειριζόμαστε τα κεφάλι μας όπως θέλουμε... Δεν τα βάζουμε με εσάς, ο άνθρωπος έχει ξεφύγει από το νόημα των λεγομένων σας. Τον άνθρωπο προσπαθούμε να ξυπνήσουμε, όχι να πυρπολήσουμε τη θέση σας.»
«Τελευταία ευκαιρία.»
«Φύγετε!»

Στον δρόμο της επιστροφής τα κεφάλια σκυφτά, γεμάτα οργή.
«Τι θα κάνουμε;», ρωτάει πρώτη εκείνη.
«Μην ανησυχείς, σε λίγη ώρα θα έχουμε απαλλαχτεί από τους βλάσφημους...»
Γυρίζουν, αγκαλιάζει το γιο της γεμάτη στοργή, του χαϊδεύει το κεφαλάκι στρέφοντάς το επίμονα προς τον κόρφο της όποτε πάει να το γυρίσει αλλού. Ακούει έναν ψίθυρο.
«Ψψψτ! Μ' ακούς;»
«Ναι!»
«Λοιπόν, πάνω στην βιβλιοθήκη, ακριβώς δίπλα μου, το παιδί έχει παρατάξει τα ξύλινα στρατιωτάκια που είχε μικρός. Τους τα είπα όλα και ήδη ετοιμάζουν επιχείρηση! Σε λίγη ώρα οι άπιστοι θα είναι παρελθόν!»

(Χαμογελάει κάτω από τα μουστάκια της)


«Ωραία, λέει, δεν μένει παρά να περιμένουμε!»

(Λίγη ώρα μετά ακούγονται κλαγγές όπλων, στρατιωτικά συνθήματα. Ο χώρος γεμίζει καπνό.)


«Τι γίνεται; Δεν μπορώ να γυρίσω το κεφάλι μου!»
«Αντιστέκονται οι βλάσφημοι. Οι δικοί μας, όμως, έχουν ήδη καταφέρει να πιάσουν αιχμάλωτο τον φουστανάτο! Η κοπέλα τρέχει να ξεφύγει... Για μισό λεπτό, έχει πολύ καπνό... Την ξυλοφορτώνουν τώρα.»

(Ένας πυροβολισμός ακούγεται.)


«Τι έγινε; Το παιδί κλαίει! Σσσσσς, σώπα μωρό μου. Τίποτα δεν είναι!»
«Την σκότωσαν! Πήγε να τραβήξει το όπλο ενός και την εκτέλεσαν! Τα πράγματα πάνε καλύτερα από όσο πίστευα!»

Μετά από λίγη ώρα ο καπνός είχε εξαφανιστεί. Οι δυο φιγούρες έλειπαν, τα αίματα είχαν καθαριστεί και στον πίνακα είχε απομείνει μόνο το αναγεννησιακό τοπίο.
«Ελάτε από εδώ, κυρία. Ελάτε να δείτε πόσο όμορφα είναι τώρα!»

(Αφήνει απαλά το παιδί που έχει αποκοιμηθεί στο κάθισμα και πάει στην πλευρά του.)


«Τώρα μάλιστα! Σας ευχαριστώ πολύ για την παρέμβασή σας... Δεν ξέρω αν θα τα είχα καταφέρει μόνη μου. Με ένα μωρό παιδί στην αγκαλιά... Ίσως τελικά να έχετε δίκιο. Ίσως να πρέπει να συζητήσουμε οι δυο μας και ίσως και να μην έχουμε μόνο σημεία διαφωνίας...» «Είμαι όλος στη διάθεσή σας...»

Ασφαλώς, παρέλειψαν να κοιτάξουν χαμηλά... Οι φιγούρες του Lautrec τα είχαν δει όλα. Ανήμπορες να αντιδράσουν, ανήμπορες να κατανοήσουν όλη αυτή τη βαρβαρότητα που εξελίχθηκε μπροστά στα μάτια τους. «C' est terrible!», μονολογούσαν κουνώντας το κεφάλι τους. Σουλουπώθηκαν, έσιαξαν τα ρούχα τους και συγκάλεσαν έκτακτο συμβούλιο. Αρκετή ώρα μετά η απόφαση πάρθηκε. Ακούστηκαν πολλές απόψεις, όλοι όμως συμφωνούσαν ότι αυτό δεν έπρεπε να περάσει έτσι. «Ο πατέρας μας δεν θα το άφηνε έτσι το πράγμα!». Σε αυτό συμφώνησαν. Είδαν ότι δεν ήταν αρκετοί, ούτε τόσο δυνατοί, για να τα βάλουν με το στρατό και με την άνωθεν βούληση και συμπέραναν πως η διαμαρτυρία τους θα έπρεπε αλλιώς να εκφραστεί. Τελικά, έβγαλαν τα χέρια τους έξω από τις αφίσες, ξεκόλλησαν το blutack από τον τοίχο κι έπεσαν πάνω στο γραφείο, γυρισμένες ανάποδα.

«Ελπίζω να επιστρέψει γρήγορα ο φίλος μας, δεν νομίζω ότι έτσι έχουμε επαρκή αέρα για να επιβιώσουμε», είπε η μία.
«Μέχρι τέλους θα το πάμε, ό,τι χρειαστεί... Την αγάπη μου αδέρφια...», αντέτεινε μια άλλη.

Τρεις ημέρες μετά ο Φοίβος ξεκλείδωνε την εξώπορτα. Καλύπτοντας με τις παλάμες του το πρόσωπο της Μαρίλιας την έβαλε στο χώρο. «Voila!» και τις τράβηξε από τα μάτια της σαν αυλαία θεάτρου. Έμειναν έκπληκτοι. Η Μαρίλια από το πόσα είχε φτιάξει μόνος του ο Φοίβος. Εκείνος από το θέαμα του τοίχου.

«Όχι, όχι, δεν ήταν έτσι. Κάτι έγινε όσο έλειπα! Κάποιος μπήκε στο σπίτι!»
Έψαξαν, δεν έλειπε τίποτα.
«Εντάξει, αγάπη, μπορεί να μην τα είχες στερεώσει καλά και να έπεσαν!»
«Δεν καταλαβαίνεις; Καλά του Lautrec, ξεκόλληασαν... Δεν μπορώ να καταλάβω τι έγινε με τον πίνακα της Νάντιας!»
«Καλού κακού να κάνουμε κανένα ευχέλαιο», είπε εκείνη ειρωνικά ώρα μετά, αφού δεν κατάφεραν να φτάσουν σε λογικό συμπέρασμα.
«Α, και να σου πω μωρό μου... Νομίζω ότι είναι λίγο υπερβολικός ο τοίχος. Πολλά πράγματα έχεις βάλει, και ετερόκλιτα μεταξύ τους!»
«Τώρα που είσαι εσύ εδώ θα τα φτιάξεις όπως θες! Γυναίκα είσαι, κάτι παραπάνω από εμένα τον άτεχνο θα ξέρεις!»

Εκείνο το απόγευμα η εικόνα της Παναγίας και εκείνη του Μωάμεθ βρήκαν τη θέση τους σε ένα συρτάρι του γραφείου. Οι αφίσες του Lautrec μπήκαν σε κορνίζα και κρεμάστηκαν από δύο γερά καρφιά στο κέντρο του τοίχου, πάνω από το γραφείο. Τραβούσαν το βλέμμα όλων όσοι τους επισκέπτονταν για ποδαρικό και τα σχόλια για το καλό γούστο του οικοδεσπότη και της οικοδέσποινας. Η Νάντια χάρισε στον Φοίβο έναν άλλο πίνακά της, τον «Δάφνις και Χλόη 2000», ο οποίος κρεμάστηκε σε περίοπτη θέση στο σαλόνι.

Monday, 4 June 2007

Στον πάτο του πηγαδιού πέταξα το παιδί



Τις τελευταίες ημέρες αποζητώ με μεγάλη αγωνία στιγμές. Ψάχνω να θυμηθώ στιγμές που σήμαναν για εμένα στροφή, παράκαμψη, αλλαγή. Άρχισα να αναρωτιέμαι αν κάποτε ένιωθα πως ανήκω κάπου, κάτι που αδυνατώ να θυμηθώ από πότε έχει να μου συμβεί. Δεν νιώθω να ανήκω σε μια περίεργη ελίτ ούτε μόνη μου ακριβώς. Πάντα, όμως, φρόντιζαν οι γύρω μου να μου υπενθυμίζουν τη διαφορετικότητά μου με το να μην με κάνουν να αισθάνομαι ότι ανήκω. Ή μήπως φρόντιζα εγώ να μην νιώθω ότι ανήκω; Δεν είμαι τέρας στην εμφάνιση, ούτε έχω διανοητική υστέρηση. Δεν είμαι διάνοια ούτε μοντέλο. Κάτι αντιδρά μέσα μου, κάτι ανθίσταται στην απορρόφηση από το συλλογικό. Αλλά, πάλι, ούτε ατομίστρια είμαι... Χαμένη σε όλα αυτά το Σαββατοκύριακο που πέρασε σκόνταψα πάνω σε στιγμές που είχα θάψει, συνειδητά ή όχι. Θυμήθηκα ένα περιστατικό που έχει να κάνει με τον αδελφό μου.

Καλοκαίρι, λοιπόν, και την βγάζουμε με την γιαγιά στο χωριό. Ο παράδεισός μας ήταν αυτοί οι δύο μήνες στη γιαγιά. Μαθαίναμε την αξία του παιχνιδιού στην αυλή, να αγαπάμε τα δέντρα και τα λουλούδια, να σεβόμαστε κάθε μορφή ζωής... Νιώθαμε ελεύθεροι, βιώναμε την ανεμελιά με όρους που τον υπόλοιπο χρόνο δεν μας επιτρεπόταν. Απόγευμα καλοκαιρινό, και στο μπαλκόνι του σπιτιού έχει στηθεί το απογευματινό τραπέζι με καφέδες, παρουσία μεγάλων και μικρών. Η αυλή αντιλαλεί από τις παιδικές φωνές, το μπαλκόνι από συζητήσεις και γέλια μεγάλων. Κάποια στιγμή, άγνωστο πώς, η αυλή αδειάζει και μένει μόνος ο αδερφός μου. Τριών ετών, φύσει περίεργος απέναντι στα πράγματα, διαολεμένα αθόρυβος και ήσυχος με ό,τι καταπιανόταν καταφέρνει να σκαρφαλώσει στο πηγάδι. Το πηγάδι που τότε ακόμα ήταν χρηστικής αξίας για το σπίτι, ακάλυπτο λόγω καθημερινής χρήσης για το πότισμα των φυτών της αυλής. Είχε κάτσει εκεί ο μπαγάσας, όρθιος, και κοίταζε τον πάτο του πηγαδιού.

Ένας θείος έτυχε να βγαίνει εκείνη την ώρα και με κίνηση αιλουροειδούς έριξε έναν σάλτο και τον γράπωσε. Τη στιγμή που ο πιτσιρικάς άπλωνε το πόδι του, έδειχνε με το χέρι του τον προορισμό που είχε επιλέξει. Οι σκηνές υστερίας που ακολούθησαν από τους γονείς μου και τους λοιπούς παρευρισκόμενους δεν έχει καμία σημασία να εξιστορηθούν εδώ. Με θυμάμαι, ώρες μετά, όταν όλοι φαινομενικά είχαν συνέλθει και επανέλθει στις καθημερινές συζητήσεις, να κάθομαι δίπλα στο πηγάδι κλαίγοντας. Είχα αποφασίσει να μην κουνήσω από εκεί, να στέκω φρουρός μην πάει και πέσει κάποιος μέσα. Η γιαγιά με μάζεψε το βράδυ, λέγοντάς μου πως το πηγάδι την επόμενη κιόλας μέρα θα σφραγιζόταν.

Θυμάμαι να αλλάζω μετά από αυτό. Έξι ετών ήμουν και νομίζω πως σε αυτό το πηγάδι αυτοκτόνησε εκείνη την ημέρα η παιδική μου αθωότητα. Είδα τη ζωή με άλλους όρους, είναι σαν να κατάλαβα πως αυτός ο καθρέφτης γίνεται θρύψαλα με μια γροθιά και μετά δεν είναι το είδωλό μας εκεί, είναι σπασμένο σε κομμάτια που δεν μας περιλαμβάνουν ολόκληρους. Είναι βλακώδης άποψη, από την δική μου πλευρά, αυτή που υποστηρίζει ότι η παιδική αθωότητα χάνεται με την πρώτη φορά που κάποιος κάνει έρωτα. Ενδέχεται να την έχει χάσει καιρό πριν ή να την χάσει πολύ μετά από αυτό το σημείο. Σε τι συνίσταται η αθωότητα αυτή;

Στην απλότητα με την οποία αντιμετωπίζει ένα παιδί τη ζωή; Ή μήπως με το παιδικό των φόβων του οι οποίοι δεν έχουν «ενηλικιωθεί» ακόμα; Ή μήπως σε μια γενικώς οριζόμενη αγνότητα ψυχής; Έχω γνωρίσει ανθρώπους, μεσήλικες ή και ηλικιωμένους, των οποίων η ψυχή είναι τόσο αγνή, ανέγγιχτη θαρρείς από την κακία του κόσμου αυτού. Άρα, τι είναι αυτή η περιβόητη «παιδική αθωότητα»; Νιώθω, μέσα μου, πως εκείνη την ημέρα ένα κομμάτι της το έχασα. Οι φόβοι μου άλλαξαν, ενηλικιώθηκαν. Δεν φοβήθηκα ποτέ μάγισσες ή φαντάσματα και αδυνατώ να θυμηθώ τι φοβόμουν πριν από αυτό το σημείο. Σίγουρα μετά από αυτό, όμως, με θυμάμαι να φοβάμαι για την ζωή των αδελφών μου και αυτών που αγαπώ. Ενήλικος φόβος σε μυαλό παιδιού...

Δεν ξέρω γιατί σας τα γράφω όλα αυτά. Ίσως γιατί από όλα όσα σκεφτόμουν να σας γράψω αυτό είναι το πιο δυνατό, αυτό που έχει καρφωθεί στο κεφάλι μου δυο μέρες τώρα και δεν λέει να με αφήσει. Πότε σταμάτησα να είμαι παιδί, σταμάτησα ποτέ; Γιατί πάντα ήμουν «εκτός», πώς γίνεται ένα παιδί έξι, επτά ετών να μην ανήκει όχι λόγω μιας εξόφθαλμης διαφορετικότητας αλλά για κάποιον λόγο που ακόμα δεν μου αποκαλύπτεται, κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια;

Για ενημερωτικούς και μόνο λόγους να σας πω πως ο αδελφός μου φρόντισε κι άλλες φορές να με ταρακουνήσει, εμένα και την λοιπή οικογένεια. Λίγους μήνες αργότερα κατάφερε να κατεβάσει μερικά σφηνάκια Soflan και να μας προσφέρει λίγες μέρες παραθερισμού στο «Παίδων», ενώ ένα από τα αγαπημένα του χόμπι ήταν να αποσπάται από το χέρι της μαμάς ή του μπαμπά και να τρομάζει διερχόμενα αυτοκίνητα... Σήμερα είναι γερός και συνεχίζει να με τρομάζει, με άλλους τρόπους...

Σε ανταπόδοση των ψυχολογικών διαταραχών και εφιαλτών που μου προξένησε φρόντισα να εντάξω στα παιχνίδια μας το θέατρο. Όταν ήμασταν μόνοι στο σπίτι (κάτι που συνέβαινε πολλάκις από όταν εγώ ήμουν οχτώ κι εκείνος πέντε) έκανα πως σωριαζόμουν και πέθαινα και τον παρατηρούσα να σκύβει από πάνω μου και να ουρλιάζει, τον άφηνα να κλαίει μην ξέροντας τι να κάνει μέχρι που τραβιόταν σε μια γωνία και κούρνιαζε στα γόνατά του. Πεταγόμουν τρομάζοντάς τον κι εκείνος ανταπέδιδε με μπουνιές... Σκέφτομαι πόσο, άραγε, να θεωρείται φυσιολογικό για ένα παιδί επτά κι οχτώ ετών να εντάσσει στα παιχνίδια του τον θάνατο, έχοντας στο βάθος του μυαλού του να εκπαιδεύσει το μικρό του αδερφάκι να τα βγάλει πέρα σε μια τέτοια περίπτωση. Διότι, δεν ήταν ένα απλό παιχνίδι για εμένα. Ήθελα να τον μάθω πως αν είμαστε μόνοι μας κι εγώ πάθω κάτι θα πρέπει να καταφέρει να επιβιώσει μέχρι να επιστρέψουν οι γονείς μας, να προσέξει τον μικρότερο αδερφό μας (που τότε ήταν ενός έτους) και αν καταφέρει να ειδοποιήσει δια τηλεφώνου κάποιον... Νιώθω, ξέρω μέσα μου, πως παιδί δεν υπήρξα για πολύ καιρό. Ίσως αυτό με έκανε να μην μπορώ να ανήκω τότε. Για τώρα δεν ξέρω...

Saturday, 2 June 2007

Αληθειότητες

- Απαντησέ μου σε αυτό που σε ρωτάω!
- Ποια αλήθεια θες;
- Μία είναι η αλήθεια.
- Δεν θυμάμαι.
- Άρα, δεν μπορεί να λες αλήθεια.

- Μπορώ να σου πω ψέμματα.
- Αν δεν θυμάσαι πώς θα μπορέσεις να μου πεις ψέμματα;

- Προσπάθησε να θυμηθείς. Τι έκανες χθες το πρωί;
- Δεν θυμάμαι!
- Χθες το μεσημέρι;
- Ούτε αυτό μπορώ να στο πω.
- Αύριο πρωί θα θυμάσαι τι έκανες σήμερα;
- Δεν μπορώ να σου απαντήσω αλήθεια σε αυτό που με ρωτάς, η λήθη έχει να κάνει με το παρελθόν όχι με προγνωστικά του μέλλοντος.