Το πρόβλημα ξεκινά από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό. Από την λογική αντιστροφή της πυραμιδικής ιεραρχίας «Θεός-άνθρωπος-ζώο» σε «Άνθρωπος-Θεός-ζώο». Εκείνο ακριβώς το σημείο που ο άνθρωπος πίστεψε το «Σκέφτομαι άρα Υπάρχω», και άρα αφού υπάρχω στον υλικό κόσμο είμαι ο Θεός -γιατί καταλαβαίνω τι υπάρχει, ήταν το σημείο που αποφάσισε να καταταγεί στην βάση της πυραμιδικής ιδεολογικής κατασκευής του, ήτοι στα ζώα.
Γιατί υπέκυψε στην κυκλικότητα της ύπαρξης ως μοιραία διαδοχή στην αναμονή. Στην αναμονή του συμβάντος, αυτού του συμβάντος που θα επιβεβαίωνε μία γραμμικότητα που τείνει στο άπειρο. Δεν κατάλαβε ότι πέταξε τον διαβήτη και έμεινε στον κύκλο. Πως καταδίκασε το είδος στην ακινησία. Στην ακινησία μέσα σε ένα περιβάλλον που ξέρει να επιβιώνει στους κύκλους του.
Πώς να μιλήσεις για συναισθήματα όταν όλα έχουν ειπωθεί; Και πώς να μιλήσεις για το νέο όταν αυτό δεν υπάρχει; Πρέπει να μάθουμε να σιωπούμε. Εκεί κρύβεται ίσως το νέο.
Saturday, 30 June 2007
Wednesday, 27 June 2007
Θερμό επεισόδιο
Γκρ... Γκρρρρρ... Γγγγγγγγγγγκκκκκκρρρρρρρρρρρρρ... Ένα δύο... Τεστ... «I.D.; Μ' ακούς;» Γκρρρρρρρρρ... «Ωχ, παιδιά, δεν είναι καλά! Φέρτε την ένεση!» Γγγγκρρρρρρρρρ... «Γρήγοραααααα!!!»
Λοιπόν, σήμερα ήταν μία υπέροχη καλοκαιρινή ημέρα! Δεν καταλαβαίνω τον λόγο που όλοι γκρινιάζουν και τρομοκρατούνται με την ζέστη, λέει. Ποια ζέστη; Καταπληκτική ημέρα, ηλιόλουστη, οι δημόσιοι υπάλληλοι πήραν το ρεπό τους, διακοπές ρεύματος (κάποτε πρέπει να κάνει κι αυτό τις διακοπές του), οι δρόμοι άδειοι... Δηλαδή, πόσο γκρινιάρηδες είμαστε για λαός; Ε; Τίποτα δεν μας ικανοποιεί... Βρέχει. «Ωχ, αμάν!», πλημμύρες σκεφτόμαστε εμείς. Έχει ήλιο. «Ωχ, αμάν!», γκρινιάζουμε για την ζέστη. Κίνηση στους δρόμους. «Γαμώ την πουτάνα τους!», βρίζουμε όλη μέρα στο φανάρι. Άδειοι οι δρόμοι. «Γαμώ τα όρια ταχύτητας!», ξαναβρίζουμε μόλις βάλουμε τετάρτη. Όχι φίλοι μου! Το νόημα της ζωής δεν βρίσκεται εκεί, δηλαδή στην γκρίνια. Όχι... Όλα αυτά μας διδάσκουν ότι τα γαμημένα σκατά που μας περικυκλώνουν γ#$... Γκρ... Γκρρρ... Γκρρρρρρρρρρρ...
Ναι, συγγνώμη, τι έλεγα... Α, ναι! Αρμονικά πλασμένα είναι όλα γύρω μας και πρέπει να είμαστε και γαμώ τα μίζερα πλάσματα για να μην το καταλαβαίνουμε αυτό. Ας πούμε σήμερα. Ό,τι τηλέφωνο δέχτηκα όλη μέρα (μαμά, μπαμπάς, αδέρφια, θείες, φίλοι, συμφοιτητές, καθηγητές...) ήταν για να ερωτηθώ αν ζω (προφανές σφάλμα, αφού απαντάω το τηλέφωνο), αν είμαι σπίτι (προφανώς και όχι, θέλω να πιστεύω ότι είμαι άνθρωπος) κι αν δροσίζομαι (προφανές σφάλμα, το σώμα μου δεν διαθέτει air-condition). Κάλλιστα, όμως, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για το τι θα κάνουμε το βράδυ, τι κάναμε χθες, τι κάνει η Μαριγούλα, για τις πολικές αρκούδες, το τέρας του Λοχ Νες, τις φονικές σαρανταποδαρούσες, τα ωραία πόδια που ξεπροβάλλουν από τις καλοκαιρινές φούστες, τα εξώπλατα και πάει λέγοντας... Λοιπόν, δεν ξέρω τι ζόρι τραβάτε εσείς, εγώ όμως μια χαρά τις βρίσκω τις καιρικές συνθήκες.
Κατ' αρχάς, ακυρώθηκε το σημερινό μάθημα. Άρα δεν έκανα την παρουσίαση που ήταν να κάνω και ξενύχτησα τρία βράδια, άρα πάει για μια εβδομάδα αργότερα κι άρα γαμώ την μαλακία #$%^%*... Γκρ... Γκρρρρρρρρ... Ναι, λοιπόν, έφυγε από πάνω μου ένα άγχος και είχα όλη την ημέρα ελεύθερη! Φυσούσε ένα καταπληκτικό αεράκι στην σάουνα (=ανεμιστήρας στο σπίτι), τόσο δηλαδή, που ενώ κυκλοφορούσα με το μαγιό μου και ίδρωνα και αποβάλλονταν οι τοξίνες ταυτόχρονα κι ένα καυτό αεράκι υπνηλίας έφτανε σε εμένα και γλάρωνα... Κοιμήθηκα λοιπόν και ταυτόχρονα έκαιγα και λίπη... Αμ το άλλο; Εγώ, που υπό κανονικάς συνθήκας είμαι γκαμήλα και το νερό έχω ξεχάσει τι γεύση έχει, σήμερα κατανάλωσα πάνω από τρία λίτρα. Κι όπως όλοι γνωρίζουμε το νερό είναι ο καλύτερος φίλος του σώματος!
Ξύπνησα λοιπόν, τελειωτικά, κάποια στιγμή κατά τις δώδεκα το μεσημέρι. Κι εκεί κατάλαβα πως αυτός ο καιρός έχει κι άλλα καλά! Εδώ και τρεις μέρες κάνω αποτοξίνωση από τον καφέ! Χωρίς να το έχω επιδιώξει. Αυτό το καταπληκτικό θερμό αθηναϊκό κλίμα με κάνει να αποστρέφομαι τον καφέ φίλτρου (φραπέ δεν πίνω ούτε με σφαίρες) και τον ελληνικό κι άρα... Να μην φτιάχνω καφέ! Έχω βέβαια κάτι πονοκεφάλους, πρόσφατα είδα ότι είναι τυπικό σύμπτωμα κατά τη φάση απεξάρτησης από τον καφέ, αλλά νιώθω υπέροχα! Τα τσιγάρα έχουν άλλη γεύση, ποτέ πριν δεν τα απολάμβανα τόσο όσο τώρα με το νερό! Γαμώ το φελέκι τους γαμώ έτσι που τα έχουν κάνει πουτάνα με το κλίμα και μας @!@%$%&&*(%$... Γκρρρρρρρρρ... Γκρρρρ...
Έχοντας λοιπόν όλη τη μέρα ελεύθερη αποφάσισα να κάνω μία επανάληψη τα επεισόδια του πρώτου κύκλου του Flying Circus των Monty Python. Εκπληκτικά, αυτοί οι φοβεροί τύποι κάποτε έβγαζαν την γλώσσα σε ένα ολόκληρο σύστημα με τρόπο ευρηματικό κι όχι πουλώντας την γλώσσα που βγαίνει κοροϊδευτικά χτίζοντας περιουσίες (ονόματα δεν λέμε)... Αφού, λοιπόν, τέλειωσα και με αυτό σκέφτομαι πως μου έχει λείψει μεσημεριανό φαγητό με ουζάκια και καλή παρέα. Κάνω τις ψακτικές μου, παίρνω τα τηλέφωνά μου... Όλοι ήταν στα σπίτια τους! Κάνω την πρότασή μου, όοοοχι μου λένε, είμαι τρελλή;, έξω είναι κόλαση!, μέσα είναι παράδεισος. Μπράβο, νοικοκυρεύτηκαν οι φίλοι μου, άρχισαν να κοιτάνε την οικογένειά τους, το αμόρε, έκοψαν το φαγητό έξω και τα ποτά, σοβαρεύτηκαν και κατάλαβαν ότι δεν πρέπει να κοπροσκυλιάζουν συνέχεια... Κι όλα αυτά χάρη στον εκπληκτικό καιρό των τελευταίων ημερών!
Έβαλα, λοιπόν, και είδα το The Queen του Stephen Frears, καταπληκτική ταινία! Ε, λοιπόν, σήμερα ήταν η ημέρα του αγγλικού θριάμβου! Εκατό στραβά να τους καταλογίσει κάποιος, όταν όμως θέλουν το έχουν... Χαλαρά! Ενθουσιάστηκα λοιπόν, πω πω, τόσο απροσδόκητη και απρογραμμάτιστη χαλάρωση και χαρά είχα καιρό να νιώσω. Έπιασα μουσικές που είχα να τις ακούσω χρόνια. Έπεσα πάνω στο Signify των Porcupine Tree, στο The Contino Sessions των Death In Vegas και στο Renegades των Rage Against The Machine (έπεσα και σε άλλες αλλά δεν είχα χρόνια να τις ακούσω). Και ταυτόχρονα ίδρωνα, αφυδατωνόμουν, πονούσε το κεφάλι μου γαμώ τους παπάρηδες@$#%&^^%*(^()()$#$!$%^&& ... Γκρ... Γκρρρρρρρρρρρ... Γκρρ...
Το απόγευμα αργά, πήγα για καφέ σε μία καφετέρια με κλιματισμό. Τρεις ώρες κάτσαμε, πρώτη φορά αντέχω τόσο σε καφετέρια χωρίς να με πιάσει εκνευρισμός στην καρέκλα! Είδα τους φίλους μου, μιλήσαμε, γελάσαμε, φάγαμε το παγωτό μας, ήπια και έναν καφέ μπόμπα!!! Απίστευτα πράγματα για καθημερινή δηλαδή, να έχω τρεις ώρες ελεύθερες για καφέ! Μετά γύρισα στο σπίτι, στην τηλεόραση έπαιζε το Casino του Scorsese. Μαγεία. Σκέτη μαγεία είναι ο άτιμος όποτε το θελήσει. Ποτάκι, σάουνα, αεράκι και ταινιάρα. Μεγαλεία, αυτό είναι ζωή! Και μετά από αυτό, βέβαια, η βραδιά έκλεισε με παγάκια να εξατμίζονται σε καυτά σώματα και γλώσσες. Ό,τι καλύτερο...
Για αυτό λοιπόν σας λέω... Είμαστε πολύ αχάριστο είδος εμείς οι άνθρωποι. Όλο γκρινιάζουμε, καταστροφολογούμε, ασχολούμαστε με μερικά πταισματάκια κακόμοιρων πολιτικών, ανίδεων διοικήσεων, παραγόντων δημοσίου βίου, προέδρων και κάθε λογής πλασμάτων... Αφού όλα πάνε ρολόι, γιατί είμαστε τόσο κακοί; Ο πλανήτης πάει από το καλό στο καλύτερο, η πείνα και η φτώχεια καταπολεμώνται, οι πόλεμοι έχουν εξαλειφθεί, η αδικία και η διαφθορά πατάσσονται, τα οικονομικά μας είναι ανθηρότατα, έχουμε άπλετο χρόνο ελεύθερο από εργασία, τα ατομικά, κοινωνικά κι εργασιακά δικαιώματά μας τα σέβονται με ευλάβεια οι συμπολίτες μας και το κράτος, οι θάλασσές μας είναι πεντακάθαρες και συνεχίζουμε να χτίζουμε άψογης αισθητικής κτίρια γύρω μας και να κυκλοφορούμε με οικολογικότατα αυτοκίνητα γιατί η ζέστη των ημερών έχει να κάνει μόνο με κάποια ανεξήγητη δυσλειτουργία του καιρού...
Γκρ... Γκρρρρρρρρρρρ... Γκρρρρρρρρρρρρρρρ.....
Ρε δεν πάνε στο διάολο όλοι; Ποιοι; Όλοι, κι εμείς μαζί τους, γιατί τα ίδια σκατά έχουμε γίνει. Σήμερα, ερήμην μου, μού παρήγγειλαν κλιματιστικό για να μην πεθάνω λέει ενώ είχα πει κατηγορηματικά όχι. Όχι ρε, τα ίδια σκατά είμαστε, με μικρότερο ή μεγαλύτερο δάχτυλο, πάντως δάχτυλο στην πίτα όλοι βάζουμε. Άει στο διάολο ρε, που λίγες εβδομάδες πριν ασχολούμασταν με την Σύνοδο των Οχτώ και τώρα πάμε κι αγοράζουμε όλοι κλιματιστικά!
Γκρρρρρ... Γκρ... Γκρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρ...
Άει στο διάολο που γκρινιάζουμε άτομα 15, 25, 35 χρονών για την ζέστη και άτομα τρίτης ηλικίας έβγαιναν πρωί για να ψωνίσουν με την πενιχρή τους σύνταξη το ψωμί της ημέρας, επιστρέφοντας μετά σε ένα σπίτι χωρίς κλιματιστικά κι ανεμιστήρες. ´Αντε και στο διάολο με υπηρεσίες ΔΕΗ, λέει, που περήφανα πριν από τρεις μέρες δήλωναν πανέτοιμες να αντιμετωπίσουν την ζήτηση της αγοράς, σήμερα έκοβαν το ρεύμα (δεν άκουσα για διακοπή στο Κολωνάκι, στη Ρηγίλλης ή στην Αρχιεπισκοπή) αλλά κατά τα άλλα... Πόσο είναι οι απολαβές του καινούριου μεγαλοϋπαλλήλου της ΔΕΗ; Πόοοοοσο;
Γκρ... Γκρρρρρρρρρρρρ... Γκρρρρρρρρ...
«Ωχ, παιδιά, δεν πιάνει ούτε η ένεση! Run for your life!!!!»
Λοιπόν, σήμερα ήταν μία υπέροχη καλοκαιρινή ημέρα! Δεν καταλαβαίνω τον λόγο που όλοι γκρινιάζουν και τρομοκρατούνται με την ζέστη, λέει. Ποια ζέστη; Καταπληκτική ημέρα, ηλιόλουστη, οι δημόσιοι υπάλληλοι πήραν το ρεπό τους, διακοπές ρεύματος (κάποτε πρέπει να κάνει κι αυτό τις διακοπές του), οι δρόμοι άδειοι... Δηλαδή, πόσο γκρινιάρηδες είμαστε για λαός; Ε; Τίποτα δεν μας ικανοποιεί... Βρέχει. «Ωχ, αμάν!», πλημμύρες σκεφτόμαστε εμείς. Έχει ήλιο. «Ωχ, αμάν!», γκρινιάζουμε για την ζέστη. Κίνηση στους δρόμους. «Γαμώ την πουτάνα τους!», βρίζουμε όλη μέρα στο φανάρι. Άδειοι οι δρόμοι. «Γαμώ τα όρια ταχύτητας!», ξαναβρίζουμε μόλις βάλουμε τετάρτη. Όχι φίλοι μου! Το νόημα της ζωής δεν βρίσκεται εκεί, δηλαδή στην γκρίνια. Όχι... Όλα αυτά μας διδάσκουν ότι τα γαμημένα σκατά που μας περικυκλώνουν γ#$... Γκρ... Γκρρρ... Γκρρρρρρρρρρρ...
Ναι, συγγνώμη, τι έλεγα... Α, ναι! Αρμονικά πλασμένα είναι όλα γύρω μας και πρέπει να είμαστε και γαμώ τα μίζερα πλάσματα για να μην το καταλαβαίνουμε αυτό. Ας πούμε σήμερα. Ό,τι τηλέφωνο δέχτηκα όλη μέρα (μαμά, μπαμπάς, αδέρφια, θείες, φίλοι, συμφοιτητές, καθηγητές...) ήταν για να ερωτηθώ αν ζω (προφανές σφάλμα, αφού απαντάω το τηλέφωνο), αν είμαι σπίτι (προφανώς και όχι, θέλω να πιστεύω ότι είμαι άνθρωπος) κι αν δροσίζομαι (προφανές σφάλμα, το σώμα μου δεν διαθέτει air-condition). Κάλλιστα, όμως, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για το τι θα κάνουμε το βράδυ, τι κάναμε χθες, τι κάνει η Μαριγούλα, για τις πολικές αρκούδες, το τέρας του Λοχ Νες, τις φονικές σαρανταποδαρούσες, τα ωραία πόδια που ξεπροβάλλουν από τις καλοκαιρινές φούστες, τα εξώπλατα και πάει λέγοντας... Λοιπόν, δεν ξέρω τι ζόρι τραβάτε εσείς, εγώ όμως μια χαρά τις βρίσκω τις καιρικές συνθήκες.
Κατ' αρχάς, ακυρώθηκε το σημερινό μάθημα. Άρα δεν έκανα την παρουσίαση που ήταν να κάνω και ξενύχτησα τρία βράδια, άρα πάει για μια εβδομάδα αργότερα κι άρα γαμώ την μαλακία #$%^%*... Γκρ... Γκρρρρρρρρ... Ναι, λοιπόν, έφυγε από πάνω μου ένα άγχος και είχα όλη την ημέρα ελεύθερη! Φυσούσε ένα καταπληκτικό αεράκι στην σάουνα (=ανεμιστήρας στο σπίτι), τόσο δηλαδή, που ενώ κυκλοφορούσα με το μαγιό μου και ίδρωνα και αποβάλλονταν οι τοξίνες ταυτόχρονα κι ένα καυτό αεράκι υπνηλίας έφτανε σε εμένα και γλάρωνα... Κοιμήθηκα λοιπόν και ταυτόχρονα έκαιγα και λίπη... Αμ το άλλο; Εγώ, που υπό κανονικάς συνθήκας είμαι γκαμήλα και το νερό έχω ξεχάσει τι γεύση έχει, σήμερα κατανάλωσα πάνω από τρία λίτρα. Κι όπως όλοι γνωρίζουμε το νερό είναι ο καλύτερος φίλος του σώματος!
Ξύπνησα λοιπόν, τελειωτικά, κάποια στιγμή κατά τις δώδεκα το μεσημέρι. Κι εκεί κατάλαβα πως αυτός ο καιρός έχει κι άλλα καλά! Εδώ και τρεις μέρες κάνω αποτοξίνωση από τον καφέ! Χωρίς να το έχω επιδιώξει. Αυτό το καταπληκτικό θερμό αθηναϊκό κλίμα με κάνει να αποστρέφομαι τον καφέ φίλτρου (φραπέ δεν πίνω ούτε με σφαίρες) και τον ελληνικό κι άρα... Να μην φτιάχνω καφέ! Έχω βέβαια κάτι πονοκεφάλους, πρόσφατα είδα ότι είναι τυπικό σύμπτωμα κατά τη φάση απεξάρτησης από τον καφέ, αλλά νιώθω υπέροχα! Τα τσιγάρα έχουν άλλη γεύση, ποτέ πριν δεν τα απολάμβανα τόσο όσο τώρα με το νερό! Γαμώ το φελέκι τους γαμώ έτσι που τα έχουν κάνει πουτάνα με το κλίμα και μας @!@%$%&&*(%$... Γκρρρρρρρρρ... Γκρρρρ...
Έχοντας λοιπόν όλη τη μέρα ελεύθερη αποφάσισα να κάνω μία επανάληψη τα επεισόδια του πρώτου κύκλου του Flying Circus των Monty Python. Εκπληκτικά, αυτοί οι φοβεροί τύποι κάποτε έβγαζαν την γλώσσα σε ένα ολόκληρο σύστημα με τρόπο ευρηματικό κι όχι πουλώντας την γλώσσα που βγαίνει κοροϊδευτικά χτίζοντας περιουσίες (ονόματα δεν λέμε)... Αφού, λοιπόν, τέλειωσα και με αυτό σκέφτομαι πως μου έχει λείψει μεσημεριανό φαγητό με ουζάκια και καλή παρέα. Κάνω τις ψακτικές μου, παίρνω τα τηλέφωνά μου... Όλοι ήταν στα σπίτια τους! Κάνω την πρότασή μου, όοοοχι μου λένε, είμαι τρελλή;, έξω είναι κόλαση!, μέσα είναι παράδεισος. Μπράβο, νοικοκυρεύτηκαν οι φίλοι μου, άρχισαν να κοιτάνε την οικογένειά τους, το αμόρε, έκοψαν το φαγητό έξω και τα ποτά, σοβαρεύτηκαν και κατάλαβαν ότι δεν πρέπει να κοπροσκυλιάζουν συνέχεια... Κι όλα αυτά χάρη στον εκπληκτικό καιρό των τελευταίων ημερών!
Έβαλα, λοιπόν, και είδα το The Queen του Stephen Frears, καταπληκτική ταινία! Ε, λοιπόν, σήμερα ήταν η ημέρα του αγγλικού θριάμβου! Εκατό στραβά να τους καταλογίσει κάποιος, όταν όμως θέλουν το έχουν... Χαλαρά! Ενθουσιάστηκα λοιπόν, πω πω, τόσο απροσδόκητη και απρογραμμάτιστη χαλάρωση και χαρά είχα καιρό να νιώσω. Έπιασα μουσικές που είχα να τις ακούσω χρόνια. Έπεσα πάνω στο Signify των Porcupine Tree, στο The Contino Sessions των Death In Vegas και στο Renegades των Rage Against The Machine (έπεσα και σε άλλες αλλά δεν είχα χρόνια να τις ακούσω). Και ταυτόχρονα ίδρωνα, αφυδατωνόμουν, πονούσε το κεφάλι μου γαμώ τους παπάρηδες@$#%&^^%*(^()()$#$!$%^&& ... Γκρ... Γκρρρρρρρρρρρ... Γκρρ...
Το απόγευμα αργά, πήγα για καφέ σε μία καφετέρια με κλιματισμό. Τρεις ώρες κάτσαμε, πρώτη φορά αντέχω τόσο σε καφετέρια χωρίς να με πιάσει εκνευρισμός στην καρέκλα! Είδα τους φίλους μου, μιλήσαμε, γελάσαμε, φάγαμε το παγωτό μας, ήπια και έναν καφέ μπόμπα!!! Απίστευτα πράγματα για καθημερινή δηλαδή, να έχω τρεις ώρες ελεύθερες για καφέ! Μετά γύρισα στο σπίτι, στην τηλεόραση έπαιζε το Casino του Scorsese. Μαγεία. Σκέτη μαγεία είναι ο άτιμος όποτε το θελήσει. Ποτάκι, σάουνα, αεράκι και ταινιάρα. Μεγαλεία, αυτό είναι ζωή! Και μετά από αυτό, βέβαια, η βραδιά έκλεισε με παγάκια να εξατμίζονται σε καυτά σώματα και γλώσσες. Ό,τι καλύτερο...
Για αυτό λοιπόν σας λέω... Είμαστε πολύ αχάριστο είδος εμείς οι άνθρωποι. Όλο γκρινιάζουμε, καταστροφολογούμε, ασχολούμαστε με μερικά πταισματάκια κακόμοιρων πολιτικών, ανίδεων διοικήσεων, παραγόντων δημοσίου βίου, προέδρων και κάθε λογής πλασμάτων... Αφού όλα πάνε ρολόι, γιατί είμαστε τόσο κακοί; Ο πλανήτης πάει από το καλό στο καλύτερο, η πείνα και η φτώχεια καταπολεμώνται, οι πόλεμοι έχουν εξαλειφθεί, η αδικία και η διαφθορά πατάσσονται, τα οικονομικά μας είναι ανθηρότατα, έχουμε άπλετο χρόνο ελεύθερο από εργασία, τα ατομικά, κοινωνικά κι εργασιακά δικαιώματά μας τα σέβονται με ευλάβεια οι συμπολίτες μας και το κράτος, οι θάλασσές μας είναι πεντακάθαρες και συνεχίζουμε να χτίζουμε άψογης αισθητικής κτίρια γύρω μας και να κυκλοφορούμε με οικολογικότατα αυτοκίνητα γιατί η ζέστη των ημερών έχει να κάνει μόνο με κάποια ανεξήγητη δυσλειτουργία του καιρού...
Γκρ... Γκρρρρρρρρρρρ... Γκρρρρρρρρρρρρρρρ.....
Ρε δεν πάνε στο διάολο όλοι; Ποιοι; Όλοι, κι εμείς μαζί τους, γιατί τα ίδια σκατά έχουμε γίνει. Σήμερα, ερήμην μου, μού παρήγγειλαν κλιματιστικό για να μην πεθάνω λέει ενώ είχα πει κατηγορηματικά όχι. Όχι ρε, τα ίδια σκατά είμαστε, με μικρότερο ή μεγαλύτερο δάχτυλο, πάντως δάχτυλο στην πίτα όλοι βάζουμε. Άει στο διάολο ρε, που λίγες εβδομάδες πριν ασχολούμασταν με την Σύνοδο των Οχτώ και τώρα πάμε κι αγοράζουμε όλοι κλιματιστικά!
Γκρρρρρ... Γκρ... Γκρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρ...
Άει στο διάολο που γκρινιάζουμε άτομα 15, 25, 35 χρονών για την ζέστη και άτομα τρίτης ηλικίας έβγαιναν πρωί για να ψωνίσουν με την πενιχρή τους σύνταξη το ψωμί της ημέρας, επιστρέφοντας μετά σε ένα σπίτι χωρίς κλιματιστικά κι ανεμιστήρες. ´Αντε και στο διάολο με υπηρεσίες ΔΕΗ, λέει, που περήφανα πριν από τρεις μέρες δήλωναν πανέτοιμες να αντιμετωπίσουν την ζήτηση της αγοράς, σήμερα έκοβαν το ρεύμα (δεν άκουσα για διακοπή στο Κολωνάκι, στη Ρηγίλλης ή στην Αρχιεπισκοπή) αλλά κατά τα άλλα... Πόσο είναι οι απολαβές του καινούριου μεγαλοϋπαλλήλου της ΔΕΗ; Πόοοοοσο;
Γκρ... Γκρρρρρρρρρρρρ... Γκρρρρρρρρ...
«Ωχ, παιδιά, δεν πιάνει ούτε η ένεση! Run for your life!!!!»
Sunday, 24 June 2007
Το φανταχτερό περιτύλιγμα του κόσμου
«(...) Επίσης, βάσει επιστημονικών ερευνών των τελευταίων δεκαετιών, υποστηρίζεται ότι υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να συμβάλουν στην εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς.(...)»
Είμαι εικοσιτεσσάρων χρονών και νιώθω να βράζω. Κι όσο μεγαλώνω τόσο μεγαλώνει η θερμοκρασία, κάποτε θα εξατμιστώ φοβάμαι... Δεν φταίει ο καύσωνας και σίγουρα δεν φταίει το αίμα, που από ό,τι έχω καταλάβει όλοι θεωρούν ότι έχει σημείο βρασμού τις ηλικίες 16-28. Μετά πήζει, σχηματίζει σβώλους και το άτομο τελικά πεθαίνει από θρόμβωση. Η διανοητική θρόμβωση πάντως σίγουρα δεν γνωρίζει ηλικία.
Τα στερεότυπα. Μείζον δείγμα διανοητικής θρόμβωσης. Ας το δούμε, όμως, λίγο αναλυτικότερα πριν αρχίσουμε τους αφορισμούς. Πάντα με εκνεύριζαν οι γενικολογίες και τα στερεότυπα. «Οι γυναίκες μπλα μπλα...», «Όλες οι γυναίκες μπλα μπλα...», «Όλοι οι άνδρες είναι γουρούνια. Μπλα μπλα...». Αυτόματος συναγερμός μη συνεννόησης με τον άλλον. Παλιότερα προσπαθούσα να τους αλλάξω γνώμη, μετά την είδα μεγαλύτερη και τους δούλευα. Τώρα πατάω κάτι φοβερά βρισίδια μέσα στο κεφάλι μου και παίρνω την βαριεστημένη μου φάτσα μπροστά τους.
Μέχρι που πριν από αρκετούς μήνες άρχισα να βλέπω την άλλη πλευρά. Επειδή ποτέ δεν είχα γυναίκες κοντινές φίλες, παρά μόνο αγόρια, ήταν και δύσκολο να αντιληφθώ την γυναικεία ψυχολογία σε όλο της το μεγαλείο σε νεώτερη ηλικία. Ας μην γενικεύσω, όμως. Βασική μου αντίληψη είναι πως πέρα από άνδρες και γυναίκες είμαστε και άνθρωποι. Όταν δεν είμαστε τελείως ζώα δηλαδή.
Θυμώνω. Φοβερά. Με ανθρώπους που το παίζουν για να είναι. Χωρίς να είναι, είναι επειδή το παίζουν. «Το παίζω άρα υπάρχω». Και πείθει αυτό, μια ολόκληρη κοινωνία έχει μείνει με το στόμα να χάσκει μπροστά στην πρωτοφανή ερμηνεία μη όντων.
Θυμώνω. Με αυτούς που τα θέλουν όλα έτοιμα, σερβιρισμένα. Που χωρίς να κουνήσουν το μικρό τους δαχτυλάκι θέλουν παλάτια. Κι αυτό σημαίνει ότι κάποιος μαλάκας πρέπει να γίνει το χέρι που θα τα κάνει όλα.
Συναντώ, λοιπόν, ανθρώπους που την δική τους ανικανότητα την φορτώνουν σε πλάτες άλλων. Χωρίς την στοιχειώδη αξιοπρέπεια να βοηθήσουν στο κουβάλημα· έστω, να μοιραστούν ένα τσιγάρο μαζί με τον άλλο στην ανάπαυλα. Κάντε μόνοι σας τις αναγωγές, μην σας περιορίσω με τα δικά μου παραδείγματα. Κάντε αναγωγές στον εργασιακό χώρο, στις σχέσεις ή όπου αλλού νομίζετε.
Μαζί με αυτόν τον «σταρχιδισμό» λοιπόν, και συγγνώμη για την γλώσσα μου, έρχεται και η δειλία. Πακέτο ασυναγώνιστο. Είναι λοιπόν γαϊδούρι ο άλλος, είναι και μπουχέσας. Γιατί δεν έχει, κατ' αρχήν, την ειλικρίνεια και το θάρρος να παραδεχτεί στον εαυτό του το πόσο άδικος και χέστης είναι. Κι έτσι, αναγκαστική συνθήκη, για ό,τι μπορεί να του πάει στραβά φταίει ο άλλος, αυτός που τραβάει την ανηφόρα κουβαλώντας και το γεμάτο λίπος σώμα του άλλου.
Φοβερή αδικία γύρω μου. Πώς κλείνεις τα μάτια σου σε αυτήν; Πώς κλείνεις τα μάτια στα στραβά του κόσμου αυτού; Αυταπάτες ότι μπορείς να τον αλλάξεις δεν έχεις. Και δεν είναι κι εκεί το θέμα. Ούτε είναι το πώς να την βγάλεις καθαρή. Δεν γίνεται. Κάποια στιγμή θα σου χτυπήσει την πόρτα το «απαράδεκτο». Θα σκύψεις κεφάλι; Θα του σπάσεις το κεφάλι; Θα κάνεις ότι απουσιάζεις; Τι σκατά υποτίθεται ότι κάνει ο άνθρωπος με όλα αυτά που γίνονται γύρω του; Ο άνθρωπος, όχι το ζώο. Το ζώο κοιτά να επιβιώσει· βασικό ένστικτο. Ο άνθρωπος, όμως; Μένει σε αυτό;
Βράζω, λοιπόν. Στο ζουμί μου προς το παρόν. Χάνω από αυτό, το ξέρω. Οι άνθρωποι δεν έχουν συνηθίσει να ακούνε τα πράγματα όπως τα σκέφτεται κάποιος. Θέλουν γυαλιστερές λέξεις, κοπλιμέντα τυλιγμένα σε fancy περιτύλιγμα. Οι γυναίκες τώρα τελευταία αρχίζω επικίνδυνα να πιστεύω ότι θέλουν κι έναν μαλάκα τυλιγμένο σε fancy περιτύλιγμα. Πολύ μαλάκα όμως. (Αρχίζω να γενικεύω τώρα. Μην πέσετε να με φάτε, απαραίτητη συνθήκη η υπερβολή σε τέτοιου είδους θέματα.)
Να τραβάει κουπί χωρίς να κατσαρώσει από την υγρασία ούτε μισή τρίχα από το «κομμωτηριακό» μαλλί της απαυτής. Να κουβαλάει τα ψώνια του σούπερ μάρκετ σαν τον Ινδό βαστάζο παλιών ταινιών. Το περιτύλιγμά του να είναι πάνω από 100 ίππους, να έχει πιστωτικό όριο το Έβερεστ και σωματικά προσόντα Mr. Universe. Αυτό που ξεχνάνε, βέβαια, είναι ότι οι ίδιες δεν είναι από στόφα σταρ του Χόλυγουντ ούτε έχουν το μυαλό του Αϊνστάιν. Συνήθως είναι η μετριότητα καμουφλαρισμένη κάτω από τόνους πούδρας και μάσκαρας και το βλέμμα της αγελάδας κρυμμένο κάτω από τεράστια γυαλιά ηλίου. Το ακόμα καλύτερο, όμως, είναι ότι πείθουν. Κι έτσι μπορεί ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου να πιστέψει ότι είναι βλάκας, ο ωραιότερος άνδρας να νομίζει ότι είναι για τα μπάζα. Κι ότι η απαυτή του κάνει χάρη που τον φορτώνει.
Γιατί, κι έτσι επιστρέφουμε από ό,τι διαπιστώνω στην αρχή του κειμένου, είσαι ό,τι το παίζεις. Μόνο που αν δεν έχεις καμία διάθεση να το παίξεις κάτι κάνεις τον ταξιθέτη στην παράσταση των άλλων. Και περιμένεις κάποιον να σου χτυπήσει υποτιμητικά το μάγουλο και να σου δώσει φιλοδώρημα ψιθυρίζοντας «Για τον κόπο σου». Και δεν τα γράφω όλα αυτά γιατί μου συνέβη ή συμβαίνει κάτι τρομακτικό αυτόν τον καιρό. Με τα νεύρα που έχω αν μου συνέβαινε και κάτι φοβερό μάλλον θα είχα πάρει γραμμή για ίδρυμα.
Παρατηρώ απλά, παρατηρώ ακόμα και σε περιπτώσεις που θέλω να μπω μέσα στην κατάσταση και να γίνει πανικός. Κάποιες φορές είμαι σαν τους γέρους του Muppet Show, κυνική και απόμακρη. Άλλες πάλι, αυτή η ανικανότητά μου να παρέμβω, με κάνει να θέλω να τα σπάσω όλα.
Είναι κι αυτή η γαμημένη ζέστη που μαζί με την ηλιθιότητα που κινείται γύρω μας γίνεται αφόρητη... Και πώς να μην συνδυαστεί μετά η ζέστη με την επιθετική συμπεριφορά; Το εξωτερικό, εύκολα παρατηρήσιμο, φαινόμενο θεωρείται πάντα η αιτία... Για τον κόσμο του περιτυλίγματος.
Είμαι εικοσιτεσσάρων χρονών και νιώθω να βράζω. Κι όσο μεγαλώνω τόσο μεγαλώνει η θερμοκρασία, κάποτε θα εξατμιστώ φοβάμαι... Δεν φταίει ο καύσωνας και σίγουρα δεν φταίει το αίμα, που από ό,τι έχω καταλάβει όλοι θεωρούν ότι έχει σημείο βρασμού τις ηλικίες 16-28. Μετά πήζει, σχηματίζει σβώλους και το άτομο τελικά πεθαίνει από θρόμβωση. Η διανοητική θρόμβωση πάντως σίγουρα δεν γνωρίζει ηλικία.
Τα στερεότυπα. Μείζον δείγμα διανοητικής θρόμβωσης. Ας το δούμε, όμως, λίγο αναλυτικότερα πριν αρχίσουμε τους αφορισμούς. Πάντα με εκνεύριζαν οι γενικολογίες και τα στερεότυπα. «Οι γυναίκες μπλα μπλα...», «Όλες οι γυναίκες μπλα μπλα...», «Όλοι οι άνδρες είναι γουρούνια. Μπλα μπλα...». Αυτόματος συναγερμός μη συνεννόησης με τον άλλον. Παλιότερα προσπαθούσα να τους αλλάξω γνώμη, μετά την είδα μεγαλύτερη και τους δούλευα. Τώρα πατάω κάτι φοβερά βρισίδια μέσα στο κεφάλι μου και παίρνω την βαριεστημένη μου φάτσα μπροστά τους.
Μέχρι που πριν από αρκετούς μήνες άρχισα να βλέπω την άλλη πλευρά. Επειδή ποτέ δεν είχα γυναίκες κοντινές φίλες, παρά μόνο αγόρια, ήταν και δύσκολο να αντιληφθώ την γυναικεία ψυχολογία σε όλο της το μεγαλείο σε νεώτερη ηλικία. Ας μην γενικεύσω, όμως. Βασική μου αντίληψη είναι πως πέρα από άνδρες και γυναίκες είμαστε και άνθρωποι. Όταν δεν είμαστε τελείως ζώα δηλαδή.
Θυμώνω. Φοβερά. Με ανθρώπους που το παίζουν για να είναι. Χωρίς να είναι, είναι επειδή το παίζουν. «Το παίζω άρα υπάρχω». Και πείθει αυτό, μια ολόκληρη κοινωνία έχει μείνει με το στόμα να χάσκει μπροστά στην πρωτοφανή ερμηνεία μη όντων.
Θυμώνω. Με αυτούς που τα θέλουν όλα έτοιμα, σερβιρισμένα. Που χωρίς να κουνήσουν το μικρό τους δαχτυλάκι θέλουν παλάτια. Κι αυτό σημαίνει ότι κάποιος μαλάκας πρέπει να γίνει το χέρι που θα τα κάνει όλα.
Συναντώ, λοιπόν, ανθρώπους που την δική τους ανικανότητα την φορτώνουν σε πλάτες άλλων. Χωρίς την στοιχειώδη αξιοπρέπεια να βοηθήσουν στο κουβάλημα· έστω, να μοιραστούν ένα τσιγάρο μαζί με τον άλλο στην ανάπαυλα. Κάντε μόνοι σας τις αναγωγές, μην σας περιορίσω με τα δικά μου παραδείγματα. Κάντε αναγωγές στον εργασιακό χώρο, στις σχέσεις ή όπου αλλού νομίζετε.
Μαζί με αυτόν τον «σταρχιδισμό» λοιπόν, και συγγνώμη για την γλώσσα μου, έρχεται και η δειλία. Πακέτο ασυναγώνιστο. Είναι λοιπόν γαϊδούρι ο άλλος, είναι και μπουχέσας. Γιατί δεν έχει, κατ' αρχήν, την ειλικρίνεια και το θάρρος να παραδεχτεί στον εαυτό του το πόσο άδικος και χέστης είναι. Κι έτσι, αναγκαστική συνθήκη, για ό,τι μπορεί να του πάει στραβά φταίει ο άλλος, αυτός που τραβάει την ανηφόρα κουβαλώντας και το γεμάτο λίπος σώμα του άλλου.
Φοβερή αδικία γύρω μου. Πώς κλείνεις τα μάτια σου σε αυτήν; Πώς κλείνεις τα μάτια στα στραβά του κόσμου αυτού; Αυταπάτες ότι μπορείς να τον αλλάξεις δεν έχεις. Και δεν είναι κι εκεί το θέμα. Ούτε είναι το πώς να την βγάλεις καθαρή. Δεν γίνεται. Κάποια στιγμή θα σου χτυπήσει την πόρτα το «απαράδεκτο». Θα σκύψεις κεφάλι; Θα του σπάσεις το κεφάλι; Θα κάνεις ότι απουσιάζεις; Τι σκατά υποτίθεται ότι κάνει ο άνθρωπος με όλα αυτά που γίνονται γύρω του; Ο άνθρωπος, όχι το ζώο. Το ζώο κοιτά να επιβιώσει· βασικό ένστικτο. Ο άνθρωπος, όμως; Μένει σε αυτό;
Βράζω, λοιπόν. Στο ζουμί μου προς το παρόν. Χάνω από αυτό, το ξέρω. Οι άνθρωποι δεν έχουν συνηθίσει να ακούνε τα πράγματα όπως τα σκέφτεται κάποιος. Θέλουν γυαλιστερές λέξεις, κοπλιμέντα τυλιγμένα σε fancy περιτύλιγμα. Οι γυναίκες τώρα τελευταία αρχίζω επικίνδυνα να πιστεύω ότι θέλουν κι έναν μαλάκα τυλιγμένο σε fancy περιτύλιγμα. Πολύ μαλάκα όμως. (Αρχίζω να γενικεύω τώρα. Μην πέσετε να με φάτε, απαραίτητη συνθήκη η υπερβολή σε τέτοιου είδους θέματα.)
Να τραβάει κουπί χωρίς να κατσαρώσει από την υγρασία ούτε μισή τρίχα από το «κομμωτηριακό» μαλλί της απαυτής. Να κουβαλάει τα ψώνια του σούπερ μάρκετ σαν τον Ινδό βαστάζο παλιών ταινιών. Το περιτύλιγμά του να είναι πάνω από 100 ίππους, να έχει πιστωτικό όριο το Έβερεστ και σωματικά προσόντα Mr. Universe. Αυτό που ξεχνάνε, βέβαια, είναι ότι οι ίδιες δεν είναι από στόφα σταρ του Χόλυγουντ ούτε έχουν το μυαλό του Αϊνστάιν. Συνήθως είναι η μετριότητα καμουφλαρισμένη κάτω από τόνους πούδρας και μάσκαρας και το βλέμμα της αγελάδας κρυμμένο κάτω από τεράστια γυαλιά ηλίου. Το ακόμα καλύτερο, όμως, είναι ότι πείθουν. Κι έτσι μπορεί ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου να πιστέψει ότι είναι βλάκας, ο ωραιότερος άνδρας να νομίζει ότι είναι για τα μπάζα. Κι ότι η απαυτή του κάνει χάρη που τον φορτώνει.
Γιατί, κι έτσι επιστρέφουμε από ό,τι διαπιστώνω στην αρχή του κειμένου, είσαι ό,τι το παίζεις. Μόνο που αν δεν έχεις καμία διάθεση να το παίξεις κάτι κάνεις τον ταξιθέτη στην παράσταση των άλλων. Και περιμένεις κάποιον να σου χτυπήσει υποτιμητικά το μάγουλο και να σου δώσει φιλοδώρημα ψιθυρίζοντας «Για τον κόπο σου». Και δεν τα γράφω όλα αυτά γιατί μου συνέβη ή συμβαίνει κάτι τρομακτικό αυτόν τον καιρό. Με τα νεύρα που έχω αν μου συνέβαινε και κάτι φοβερό μάλλον θα είχα πάρει γραμμή για ίδρυμα.
Παρατηρώ απλά, παρατηρώ ακόμα και σε περιπτώσεις που θέλω να μπω μέσα στην κατάσταση και να γίνει πανικός. Κάποιες φορές είμαι σαν τους γέρους του Muppet Show, κυνική και απόμακρη. Άλλες πάλι, αυτή η ανικανότητά μου να παρέμβω, με κάνει να θέλω να τα σπάσω όλα.
Είναι κι αυτή η γαμημένη ζέστη που μαζί με την ηλιθιότητα που κινείται γύρω μας γίνεται αφόρητη... Και πώς να μην συνδυαστεί μετά η ζέστη με την επιθετική συμπεριφορά; Το εξωτερικό, εύκολα παρατηρήσιμο, φαινόμενο θεωρείται πάντα η αιτία... Για τον κόσμο του περιτυλίγματος.
Friday, 22 June 2007
Tuesday, 19 June 2007
Η Μελίνα, τα ούζα και ο ασθενής
Όπως θα έχετε καταλάβει ήδη, διανύουμε τον πρώτο μήνα του θέρους. "Θέρος" παλιά, βεβαίως, σήμαινε τέλος το σχολείο, μπάνια, γιαγιάδες, καιρός για δύο, τριο και δεν συμμαζεύεται... "Θέρος" πλέον, για τον φτωχό πλην τίμιο φοιτητή, σημαίνει μαθήματα αναπλήρωσης των ωρών που δεν καλύφθηκαν τον χειμώνα (μέσα σε μια εκπληκτική ατμόσφαιρα σάουνας στην αίθουσα), διάβασμα, έξοδοι, μπάνια και τύψεις γιατί, τελικά, μετά από τόσες εξόδους και μπάνια μόνο διάβασμα δεν κάνεις.
Βρίσκομαι λοιπόν στον Ιούνιο του επεισοδιακού έτους 2007, κάθε εβδομάδα όλο και κάτι έχω να παρουσιάσω στα μαθήματα του μεταπτυχιακού και... (το καλύτερο έρχεται)... για τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο παραδίδω εννέα εργασίες -μεγέθους πτυχιακής. Έκαστη (αμ, πώς; Τα σοβαρά μεταπτυχιακά προκαλούν σοβαρές βλάβες στον εγκέφαλο).
Έχω, λοιπόν, να γράψω κείμενο από την Παρασκευή. Είναι Δευτέρα. Και δεν έχω τίποτε άλλο στο μυαλό μου παρά αυτό που διαβάζω για την παρουσίαση της Τετάρτης. Μέχρι την Παρασκευή που μας πέρασε είχα στο μυαλό μου την παρουσίαση της Παρασκευής. Και μετά την Τετάρτη θα έχω στο μυαλό μου την παρουσίαση της άλλης Τρίτης. Και πάει λέγοντας αγαπημένοι μου. Εγώ, όμως, θέλω να γράψω. Έτσι νιώθω χαλαρή, θέλω να σας μιλήσω κιόλας βρε αδερφέ! Βέβαια, επειδή διαβάζω και οι μετακινήσεις περιορίζονται στα απαραίτητα συνήθως, νέα δεν έχω ακούσει, ούτε εκνευρίστηκα με κάτι. Είμαι αυτό που λέμε «Σχολή-Σπίτι, Σπίτι-Σχολή». Αρχίζω και ανησυχώ φοβερά. Οι κοινωνικές μου ευαισθησίες με έχουν αφήσει στην ησυχία μου, οι πολιτικο-οικονομικές μου τσαντίλες έχουν απομακρυνθεί και φαίνεται να αντιμετωπίζω όλο αυτό το φοιτητικό καλοκαιρινό ντελίριο με χιούμορ και καλή διάθεση. Γκρινιάζω, βέβαια, με κάθε ευκαιρία... Αλλά μέσα μου τα περισσότερα από αυτά που κάνω τα γουστάρω τρελά (εκτός από το γεγονός ότι πρέπει να τα κάνω καλοκαιριάτικα, το είπαμε αυτό). Και ακριβώς λόγω αυτής μου της διάθεσης και της άγνοιας περί του πολιτικο-οικονομικο-κοινωνικού γίγνεσθαι θα γράψω για το Σαββατοκύριακο!!!
Ναι, ναι, αγαπημένοι μου φίλοι κι αναγνώστες. Η I.D. (οι κρίσεις μεγαλείου μετά από τόση ζέστη και διάβασμα είναι δεδομένες σε εμάς τα ψώνια) θα γράψει για κάτι απλό. Χωρίς φανφάρες, χωρίς τις συνήθεις εξυπνάδες της, χωρίς γκρίνια και υπαινιγμούς, άνευ διανοία διάνοιας. Το "σεντόνι" (μισητή έκφραση) μην νομίζετε βέβαια ότι θα το γλιτώσετε.
Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε όποιος ήξερα και δεν ήξερα πήρε τα μπογαλάκια του, πήρε τον ομματιών του, οι τυχεροί πήραν και το αμόρε, και την κοπάνησαν. Αυτά, βέβαια, εγώ δεν τα συγχωρώ στους φίλους μου, την πληρώνουν με έξτρα δόση γκρίνιας την επόμενη φορά που συναντιόμαστε. Παρασκευή, όμως, μετά από μια επεισοδιακή παρουσίαση της «Όπερας της Πεντάρας» του Μπρεχτ, όσο και θερμή (μόνο οι συνθήκες στην αίθουσα ήταν... μπλα μπλα, μην τα ξαναλέμε), λέω δεν γίνεται. «I.D., δεν θα την βγάλεις καθαρή. Πρέπει να ξελαμπικάρεις!» Και αυτό έκανα. Την Παρασκευή το βράδυ, λοιπόν, κοπάνησα τα ούζα μου και στάνιαρα. Τα απόλαυσα με μια καταπληκτική παρέα, η οποία σημειωτέον έπινε όλη κρασί, από αυτά τα ξύδια που σερβίρουν στις ταβέρνες, αλλά εγώ, επειδή έχω εκλεπτυσμένα γούστα αν δεν μου αρέσει το κρασί προτιμώ το ούζο. Πού είχα μείνει... Μούμπλε, μούμπλε... Α, ναι.
Τα κοπάνησα, λοιπόν, τα ουζάκια μου, περδίκι μετά!! Να σας ενημερώσω ότι οι αντοχές μου στο ποτό είναι τεράστιες, ολυμπιακών διαστάσεων και βάλε. Το Σάββατο καταπολέμησα τις τύψεις μου, εμπέδωσα ότι δεν πρόκειται να διαβάσω τίποτα και το απόλαυσα. Σκηνές απείρου κάλλους, σπιτική θεσσαλονικιώτικη πίτα το μεσημέρι, ύυυυυυυπνος μέχρι το βράδυ και μετά... Ουζάκιαααααααααααα! Περιττό δε να σας πω ότι μετά από αυτό το καταπληκτικό Σαββατοκύριακο ανακήρυξα ποτό του φετινού καλοκαιριού το ούζο (πέρυσι ήταν πάλι -έχει καταντήσει σικέ πλέον- το κρασί του μπαμπά!). Από εδώ και πέρα, λοιπόν, μετά από κάποια χρόνια απουσίας, το ούζο επιστρέφει δυναμικά στην ζωή μου, δίνοντας μια άλλη διάσταση στα πανεπιστημιακά μου πονήματα. Η Κυριακή, όμως, ήταν... Το κάτι άλλο!
Κατ' αρχάς κοιμήηηηηηηηηηηηηθηκα. Με επανέφερε στην τάξη ο δικός μου πολύπαθος Οδυσσέας κατά τις τρεις το μεσημέρι, μπορεί να είχε να μου συμβεί αυτό και πάνω από πέντε χρόνια. Η μέρα δική μας. Είναι λίγο δύσκολο να κουμαντάρεις τόσες ελεύθερες ώρες όταν δεν έχεις συνηθίσει. Και τι καλύτερο από το να καταστρέψεις την κουζίνα, αυτήν την κουζίνα που έχεις καταφέρει να μετατρέψεις σε απαστράπτον παλατάκι την προηγούμενη μόλις μέρα. Γενικά, επειδή δεν είμαι και πολύ της λάντζας, όταν την βλέπω καθαρή δεν θέλω να ξαναπατήσω το πόδι μου, δεν θέλω να ρισκάρω να βγει άπλυτο ούτε ένα ποτηράκι (το ούζο πίνεται κι από το μπουκάλι -δεν το ξέρατε;). Μου ανακοινώνει λοιπόν περιχαρής ο "Οδυσσέας", ας πούμε, πως έχει μια καταπληκτική συνταγή, απλούστατη, για παρασκευή σπιτικών ζυμαρικών. "Δεν πάει στο διάολο" σκέφτομαι, ο καλός μου είναι μέγας σεφ, κάτι θα ξέρει.
Δύο ώρες μετά η κουζίνα είχε γίνει άσπρη από αλεύρι, άμορφες μάζες ζυμαριού έβγαιναν από την κατσαρόλα και δεν υπήρχε πλυμμένο σκεύος ούτε για δείγμα. Δυόμιση ώρες μετά χαχανίζαμε νηστικοί κι αποφασίζαμε να παίξουμε αλευροπόλεμο με το υπόλοιπο αλεύρι. (Σ.τ.Σ.:Να σας ενημερώσω ότι πάντα θεωρούσα μια από τις πιο απολαυστικές σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου την σκηνή με τον τουρτοπόλεμο στο «Θ.Β. Φαλακρός Πράκτορας»). Μετά κι από το φιάσκο του μεσημεροαπογευματινού φαγητού οργανωθήκαμε, όχι δεν πλύναμε την κουζίνα, κάναμε μπάνιο και βγήκαμε για καφέ με δύο φίλους μας που είχαμε να τους δούμε μήνες. Οι οποίοι μας ανακοίνωσαν ότι παντρεύονται...
Συνήθως εγώ, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις δηλαδή, αρχίζω και βράζω στον κυνισμό μου και τον μηδενισμό. Έλα, όμως, που τα παιδιά ήταν χαρούμενα, έλα που ήταν πανέμορφα εκεί που ήμασταν, έλα που με πέτυχαν σε αδύναμη περίοδο (εργασίες, μπλα μπλα, μην τα ξαναλέμε). Και να οι ευχές, να τα τσιγάρα, να οι αφηγήσεις για το πώς έκανε την πρόταση ο άλλος πολύπαθος "Οδυσσέας" (καλά, δεν το συζητώ, αν εμένα είχε γίνει τέτοια μηχανορραφία για πρόταση ο άλλος θα είχε φάει σφαλιάρα) πάει βράδυ αργά...
Σπίτι. Η Κυριακή τελειώνει. Όχι πριν το πω εγώ! Για εκατοστή φορά, μιας και δεν ήμουν σε φάση για καινούρια ταινία, το "Ποτέ την Κυριακή". Και να πάλι τα ούζα μου εγώ, να τα ζεϊμπέκικα.
Η Μελίνα, φίλοι μου. Δεν ακούω τίποτα. Η ΓΥΝΑΙΚΑ. Αν και απεχθάνομαι τα πρότυπα και δεν είμαι και πολύ σίγουρη τι λειτουργία επιτελούν... Η Μελίνα. Ολόκληρο κεφάλαιο, άλλη φορά ίσως το ανοίξω. Ξημερώματα λοιπόν, ο "Οδυσσέας" σκέφτεται πια ότι θα ήταν προτιμότερο να ξαναφύγει για την Τροία παρά να υφίσταται όλη αυτήν την ταλαιπωρία μαζί μου, κι αρχίζω να σαρτεύω σαν το κατσίκι από την χαρά μου. Σαν παιδί (είναι μερικές ταινίες που όσες φορές και να τις δεις κάθε φορά θα είναι αλλιώτικη). Κι επειδή τόση ενέργεια με έναν μόνο τρόπο φεύγει, η Κυριακή έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο. Μεγάλα παιδιά είμαστε, καταλαβαινόμαστε. Όπως και το πόσο υπέροχο είναι να ενώνεσαι με τον άλλον με ένα εκατομμύριο τρόπους...
Πάει, λοιπόν, το Σαββατοκύριακο. Χωρίς καμία δόση μελαγχολίας. Γιατί ήταν γεμάτο αγάπη, ξεκούραση, χαλάρωση, δημιουργικότητα, χαρούμενες συναντήσεις, σημαντικές ανακοινώσεις, έρωτα και μεγάλες συγκινήσεις. Γιατί σας τα γράφω όλα αυτά τώρα;
Δεν έχω αυταπάτες ότι χέστηκε η φοράδα στο αλώνι για το δικό μου Σαββατοκύριακο. Επίσης, ήδη αρχίζει και με πιάνει εκνευρισμός που δεν γράφω για κάτι σοβαρό (ένα βρισίδι με το γάντι βρε αδερφέ για τα όσα στραβά συμβαίνουν). Και είπα, δεν θα γράψω κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικό σχόλιο, όμως δεν αντέχω...
Καλά, εγώ κάτι μήνες τώρα έχω αρχίσει να χάνω τον κόσμο λόγω διαβάσματος. Ο ρασοφόρος ασθενής τόσα χρόνια που «διάβαζε» δεν εκνευριζόταν; Πώς ξεμούδιαζε; Η μαμά του, οι φίλοι του τι του έλεγαν, «Διάβασε εσύ παιδί μου κι αν μας βρεις όταν επιστρέψεις μας βρήκες;» Ήμαρτον δηλαδή! Τέλος πάντων. Τι έλεγα;Μούμπλε, μούμπλε...
Ναι. Γιατί σας τα γράφω όλα αυτά. Γιατί είναι Δευτέρα βράδυ, ξημερώματα Τρίτης, μεθαύριο παρουσιάζω και δεν προλαβαίνωωωωωωωωωωωωωωωωωω. Αλλά τα υπέροχα που πέρασα ρίχνουν στα αυτιά στο άγχος που περνάω τώρα. Για αυτό.
Βρίσκομαι λοιπόν στον Ιούνιο του επεισοδιακού έτους 2007, κάθε εβδομάδα όλο και κάτι έχω να παρουσιάσω στα μαθήματα του μεταπτυχιακού και... (το καλύτερο έρχεται)... για τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο παραδίδω εννέα εργασίες -μεγέθους πτυχιακής. Έκαστη (αμ, πώς; Τα σοβαρά μεταπτυχιακά προκαλούν σοβαρές βλάβες στον εγκέφαλο).
Έχω, λοιπόν, να γράψω κείμενο από την Παρασκευή. Είναι Δευτέρα. Και δεν έχω τίποτε άλλο στο μυαλό μου παρά αυτό που διαβάζω για την παρουσίαση της Τετάρτης. Μέχρι την Παρασκευή που μας πέρασε είχα στο μυαλό μου την παρουσίαση της Παρασκευής. Και μετά την Τετάρτη θα έχω στο μυαλό μου την παρουσίαση της άλλης Τρίτης. Και πάει λέγοντας αγαπημένοι μου. Εγώ, όμως, θέλω να γράψω. Έτσι νιώθω χαλαρή, θέλω να σας μιλήσω κιόλας βρε αδερφέ! Βέβαια, επειδή διαβάζω και οι μετακινήσεις περιορίζονται στα απαραίτητα συνήθως, νέα δεν έχω ακούσει, ούτε εκνευρίστηκα με κάτι. Είμαι αυτό που λέμε «Σχολή-Σπίτι, Σπίτι-Σχολή». Αρχίζω και ανησυχώ φοβερά. Οι κοινωνικές μου ευαισθησίες με έχουν αφήσει στην ησυχία μου, οι πολιτικο-οικονομικές μου τσαντίλες έχουν απομακρυνθεί και φαίνεται να αντιμετωπίζω όλο αυτό το φοιτητικό καλοκαιρινό ντελίριο με χιούμορ και καλή διάθεση. Γκρινιάζω, βέβαια, με κάθε ευκαιρία... Αλλά μέσα μου τα περισσότερα από αυτά που κάνω τα γουστάρω τρελά (εκτός από το γεγονός ότι πρέπει να τα κάνω καλοκαιριάτικα, το είπαμε αυτό). Και ακριβώς λόγω αυτής μου της διάθεσης και της άγνοιας περί του πολιτικο-οικονομικο-κοινωνικού γίγνεσθαι θα γράψω για το Σαββατοκύριακο!!!
Ναι, ναι, αγαπημένοι μου φίλοι κι αναγνώστες. Η I.D. (οι κρίσεις μεγαλείου μετά από τόση ζέστη και διάβασμα είναι δεδομένες σε εμάς τα ψώνια) θα γράψει για κάτι απλό. Χωρίς φανφάρες, χωρίς τις συνήθεις εξυπνάδες της, χωρίς γκρίνια και υπαινιγμούς, άνευ διανοία διάνοιας. Το "σεντόνι" (μισητή έκφραση) μην νομίζετε βέβαια ότι θα το γλιτώσετε.
Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε όποιος ήξερα και δεν ήξερα πήρε τα μπογαλάκια του, πήρε τον ομματιών του, οι τυχεροί πήραν και το αμόρε, και την κοπάνησαν. Αυτά, βέβαια, εγώ δεν τα συγχωρώ στους φίλους μου, την πληρώνουν με έξτρα δόση γκρίνιας την επόμενη φορά που συναντιόμαστε. Παρασκευή, όμως, μετά από μια επεισοδιακή παρουσίαση της «Όπερας της Πεντάρας» του Μπρεχτ, όσο και θερμή (μόνο οι συνθήκες στην αίθουσα ήταν... μπλα μπλα, μην τα ξαναλέμε), λέω δεν γίνεται. «I.D., δεν θα την βγάλεις καθαρή. Πρέπει να ξελαμπικάρεις!» Και αυτό έκανα. Την Παρασκευή το βράδυ, λοιπόν, κοπάνησα τα ούζα μου και στάνιαρα. Τα απόλαυσα με μια καταπληκτική παρέα, η οποία σημειωτέον έπινε όλη κρασί, από αυτά τα ξύδια που σερβίρουν στις ταβέρνες, αλλά εγώ, επειδή έχω εκλεπτυσμένα γούστα αν δεν μου αρέσει το κρασί προτιμώ το ούζο. Πού είχα μείνει... Μούμπλε, μούμπλε... Α, ναι.
Τα κοπάνησα, λοιπόν, τα ουζάκια μου, περδίκι μετά!! Να σας ενημερώσω ότι οι αντοχές μου στο ποτό είναι τεράστιες, ολυμπιακών διαστάσεων και βάλε. Το Σάββατο καταπολέμησα τις τύψεις μου, εμπέδωσα ότι δεν πρόκειται να διαβάσω τίποτα και το απόλαυσα. Σκηνές απείρου κάλλους, σπιτική θεσσαλονικιώτικη πίτα το μεσημέρι, ύυυυυυυπνος μέχρι το βράδυ και μετά... Ουζάκιαααααααααααα! Περιττό δε να σας πω ότι μετά από αυτό το καταπληκτικό Σαββατοκύριακο ανακήρυξα ποτό του φετινού καλοκαιριού το ούζο (πέρυσι ήταν πάλι -έχει καταντήσει σικέ πλέον- το κρασί του μπαμπά!). Από εδώ και πέρα, λοιπόν, μετά από κάποια χρόνια απουσίας, το ούζο επιστρέφει δυναμικά στην ζωή μου, δίνοντας μια άλλη διάσταση στα πανεπιστημιακά μου πονήματα. Η Κυριακή, όμως, ήταν... Το κάτι άλλο!
Κατ' αρχάς κοιμήηηηηηηηηηηηηθηκα. Με επανέφερε στην τάξη ο δικός μου πολύπαθος Οδυσσέας κατά τις τρεις το μεσημέρι, μπορεί να είχε να μου συμβεί αυτό και πάνω από πέντε χρόνια. Η μέρα δική μας. Είναι λίγο δύσκολο να κουμαντάρεις τόσες ελεύθερες ώρες όταν δεν έχεις συνηθίσει. Και τι καλύτερο από το να καταστρέψεις την κουζίνα, αυτήν την κουζίνα που έχεις καταφέρει να μετατρέψεις σε απαστράπτον παλατάκι την προηγούμενη μόλις μέρα. Γενικά, επειδή δεν είμαι και πολύ της λάντζας, όταν την βλέπω καθαρή δεν θέλω να ξαναπατήσω το πόδι μου, δεν θέλω να ρισκάρω να βγει άπλυτο ούτε ένα ποτηράκι (το ούζο πίνεται κι από το μπουκάλι -δεν το ξέρατε;). Μου ανακοινώνει λοιπόν περιχαρής ο "Οδυσσέας", ας πούμε, πως έχει μια καταπληκτική συνταγή, απλούστατη, για παρασκευή σπιτικών ζυμαρικών. "Δεν πάει στο διάολο" σκέφτομαι, ο καλός μου είναι μέγας σεφ, κάτι θα ξέρει.
Δύο ώρες μετά η κουζίνα είχε γίνει άσπρη από αλεύρι, άμορφες μάζες ζυμαριού έβγαιναν από την κατσαρόλα και δεν υπήρχε πλυμμένο σκεύος ούτε για δείγμα. Δυόμιση ώρες μετά χαχανίζαμε νηστικοί κι αποφασίζαμε να παίξουμε αλευροπόλεμο με το υπόλοιπο αλεύρι. (Σ.τ.Σ.:Να σας ενημερώσω ότι πάντα θεωρούσα μια από τις πιο απολαυστικές σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου την σκηνή με τον τουρτοπόλεμο στο «Θ.Β. Φαλακρός Πράκτορας»). Μετά κι από το φιάσκο του μεσημεροαπογευματινού φαγητού οργανωθήκαμε, όχι δεν πλύναμε την κουζίνα, κάναμε μπάνιο και βγήκαμε για καφέ με δύο φίλους μας που είχαμε να τους δούμε μήνες. Οι οποίοι μας ανακοίνωσαν ότι παντρεύονται...
Συνήθως εγώ, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις δηλαδή, αρχίζω και βράζω στον κυνισμό μου και τον μηδενισμό. Έλα, όμως, που τα παιδιά ήταν χαρούμενα, έλα που ήταν πανέμορφα εκεί που ήμασταν, έλα που με πέτυχαν σε αδύναμη περίοδο (εργασίες, μπλα μπλα, μην τα ξαναλέμε). Και να οι ευχές, να τα τσιγάρα, να οι αφηγήσεις για το πώς έκανε την πρόταση ο άλλος πολύπαθος "Οδυσσέας" (καλά, δεν το συζητώ, αν εμένα είχε γίνει τέτοια μηχανορραφία για πρόταση ο άλλος θα είχε φάει σφαλιάρα) πάει βράδυ αργά...
Σπίτι. Η Κυριακή τελειώνει. Όχι πριν το πω εγώ! Για εκατοστή φορά, μιας και δεν ήμουν σε φάση για καινούρια ταινία, το "Ποτέ την Κυριακή". Και να πάλι τα ούζα μου εγώ, να τα ζεϊμπέκικα.
Η Μελίνα, φίλοι μου. Δεν ακούω τίποτα. Η ΓΥΝΑΙΚΑ. Αν και απεχθάνομαι τα πρότυπα και δεν είμαι και πολύ σίγουρη τι λειτουργία επιτελούν... Η Μελίνα. Ολόκληρο κεφάλαιο, άλλη φορά ίσως το ανοίξω. Ξημερώματα λοιπόν, ο "Οδυσσέας" σκέφτεται πια ότι θα ήταν προτιμότερο να ξαναφύγει για την Τροία παρά να υφίσταται όλη αυτήν την ταλαιπωρία μαζί μου, κι αρχίζω να σαρτεύω σαν το κατσίκι από την χαρά μου. Σαν παιδί (είναι μερικές ταινίες που όσες φορές και να τις δεις κάθε φορά θα είναι αλλιώτικη). Κι επειδή τόση ενέργεια με έναν μόνο τρόπο φεύγει, η Κυριακή έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο. Μεγάλα παιδιά είμαστε, καταλαβαινόμαστε. Όπως και το πόσο υπέροχο είναι να ενώνεσαι με τον άλλον με ένα εκατομμύριο τρόπους...
Πάει, λοιπόν, το Σαββατοκύριακο. Χωρίς καμία δόση μελαγχολίας. Γιατί ήταν γεμάτο αγάπη, ξεκούραση, χαλάρωση, δημιουργικότητα, χαρούμενες συναντήσεις, σημαντικές ανακοινώσεις, έρωτα και μεγάλες συγκινήσεις. Γιατί σας τα γράφω όλα αυτά τώρα;
Δεν έχω αυταπάτες ότι χέστηκε η φοράδα στο αλώνι για το δικό μου Σαββατοκύριακο. Επίσης, ήδη αρχίζει και με πιάνει εκνευρισμός που δεν γράφω για κάτι σοβαρό (ένα βρισίδι με το γάντι βρε αδερφέ για τα όσα στραβά συμβαίνουν). Και είπα, δεν θα γράψω κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικό σχόλιο, όμως δεν αντέχω...
Καλά, εγώ κάτι μήνες τώρα έχω αρχίσει να χάνω τον κόσμο λόγω διαβάσματος. Ο ρασοφόρος ασθενής τόσα χρόνια που «διάβαζε» δεν εκνευριζόταν; Πώς ξεμούδιαζε; Η μαμά του, οι φίλοι του τι του έλεγαν, «Διάβασε εσύ παιδί μου κι αν μας βρεις όταν επιστρέψεις μας βρήκες;» Ήμαρτον δηλαδή! Τέλος πάντων. Τι έλεγα;Μούμπλε, μούμπλε...
Ναι. Γιατί σας τα γράφω όλα αυτά. Γιατί είναι Δευτέρα βράδυ, ξημερώματα Τρίτης, μεθαύριο παρουσιάζω και δεν προλαβαίνωωωωωωωωωωωωωωωωωω. Αλλά τα υπέροχα που πέρασα ρίχνουν στα αυτιά στο άγχος που περνάω τώρα. Για αυτό.
Friday, 15 June 2007
Η συνταγή που δεν μπαγιατεύει
HOLLYWOOD
Το λαϊκό ρομάντζο
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα Οι ήρωες ερωτεύονται κεραυνοβόλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα χα χα χα χα χα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα ΩΧ! ΟΧΙ, χώρισαν; μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα χα χα χα χα χα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Αυτός την περιμένει με ανθοδέσμη και δαχτυλίδι,
αυτή λέει πως δεν γίνεται να είναι μαζί γιατί την
κεράτωσε με την καλύτερή της φίλη, αυτός κλαίει
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα Παντρεύονται
AND THEY LIVED HAPPILY EVER AFTER... (ΚΛΑΠ ΚΛΑΠ) (90 min.)
Time for action
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα BANG! Πάει ο ένας μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα BANG! Πάει κι ο άλλος μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα Καραμπόλα φλεγόμενων-αυτοκινήτων-που-πετάνε-στον-αέρα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα Ο ήρωας έχει πιαστεί αιχμάλωτος μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα Ο ήρωας είναι ο πιο έξυπνος και την γλιτώνει,
την πατάει συνήθως ο χιουμορίστας πολυλογάς
μαύρος στη θέση του, ο ήρωας παίρνει προαγωγή
και άδεια για να πάει στη Χαβάη διακοπές με την έτσι.
AND THEY LIVED HAPPILY EVER AFTER... (ΚΛΑΠ ΚΛΑΠ) (93 min.)
Εξωγήινων απόβασις
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
(lazer) Πάει ο πρώτος μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Οι φοβεροί Αμερικανοί επιστήμονες οργανώνονται
για να εξολοθρέυσουν την απειλή μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Οι γενναίοι Αμερικανοί στρατιώτες πολεμούν με τους
αιμοσταγείς εξωγήινους, αποδεκατίζονται όλοι εκτός
από τον ήρωα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Ο ήρωας παίρνει την secret formula και εξολοθρεύει
τους αιμοσταγείς εξωγήινους 3 δευτερόλεπτα πριν
το τέλος του κόσμου μπλα μπλα Ρίχνει και το κορίτσι
AND THEY LIVED HAPPILY EVER AFTER (ΚΛΑΠ ΚΛΑΠ) (110 min.)
Τα πολεμικά έπη
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Η πολεμική πρόκληση μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Ξεκινούν οι γενναίοι να πολεμήσουν μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Σκοτώνονται μερικά καλά κομμάτια, λυπάται ο θεατής,
θυμώνει κι άλλο, το ηθικό της ομάδας είναι πεσμένο
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα Πετυχαίνει σημαντική στρατηγική νίκη
το στρατόπεδό μας μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Τελική μάχη, οι στρατιώτες μας τα δίνουν όλα ώσπου
αποδεκατίζουν τον οχτρό μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Επιστρέφουν νικητές στην ελεύθερη πατρίδα όπου
τους περιμένουν ισάριθμες πανέμορφες παρθένες.
(Εναλλακτικά, αντί των δύο τελευταίων στροφών έχουμε:
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Είναι φανερό ότι υστερούμε αριθμητικά, ο οχτρός
προσφέρει πλούτη και χαρέμι μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Δεν υποκύπτουμε, πολεμάμε για το φιλότιμο, χάνουμε
αλλά η χώρα μας σώζεται τελικά από τον από-μηχανής θεό
και το όνομά μας γράφεται με χρυσά γράμματα στην ιστορία)
AND THEY LIVED HAPPILY EVER AFTER (ΚΛΑΠ ΚΛΑΠ) (120 min.)
Κοινωνικόν αόριστον ανάγνωσμα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Η ηρωίδα δουλεύει σαν σκυλί και το αφεντικό είναι γουρούνι
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Έχει κατάθλιψη γιατί δεν έχει γκόμενο και το μαλλί
της έχει μείνει στα 80's μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Αποκτά μία και μοναδική φίλη, αυτή της δείχνει τα
κομμωτήρια και τα μίνι, κάνει ασκήσεις θάρρους μπροστά
στον καθρέφτη της μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Στην πρώτη ευκαιρία την λέει στο αφεντικό της μπροστά
στον διευθύνοντα σύμβουλο, του τρώει την δουλειά αλλά
παρόλα αυτά λυπάται γιατί κατά βάθος τον γουστάρει
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Τον συναντά σε μπαρ να πίνει για να ξεχάσει, τον
περιθάλπτει και την άλλη μέρα ξυπνάνε στο κρεβάτι
γυμνοί
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα
Τον ξαναπροσλαμβάνει, σε άλλο τμήμα αυτήν τη φορά,
και αποφασίζουν να συζήσουν μπλα μπλα μπλα μπλα
AND THEY LIVED HAPPILY EVER AFTER (ΚΛΑΠ ΚΛΑΠ) (89 min.)
Συμπέρασμα: Ο κινηματογράφος, εκτός από Τέχνη ενίοτε, είναι και μια ανθηρότατη βιομηχανία. Ακολουθώντας βασικές συνταγές συνεχίζει να πλουτίζει από την τσέπη του αδαούς θεατή ο οποίος αναζητά μια όαση χαλάρωσης χωρίς να χρειάζεται να αγωνιά για την τελική έκβαση. Κυρίως, πρέπει να φεύγει ανάλαφρος και σίγουρος ότι είδε κάπου τον εαυτό του στο πανί. Κάντε τώρα την αναγωγή και σε ο,τιδήποτε άλλο μπορεί να είναι η βιομηχανία του θεάματος, ή έρχεται σε επαφή με αυτήν, αποκωδικοποιήστε την συνταγή κι ας καταλάβουμε όλοι μαζί τι σκατά μας σερβίρουν...
Wednesday, 13 June 2007
Η Industrial Daisies γελά
Σήμερα το έχω αποφασίσει. Ό,τι και να γίνει αυτό το κείμενο θα είναι χαρούμενο. Κι ας σου είπα πως δεν είμαι ευτυχισμένη σήμερα. Κι ας έκλαιγα στην αγκαλιά σου με μπλε δάκρυα και γέλια. Κι εσύ έκανες τον κλόουν· σαν τότε, που μου έλεγες πως όταν θα μεγαλώσω θα με κλέψεις πάνω σε άσπρο άλογο και θα το σκάσουμε μακρυά και θα γίνουμε κλόουν. Κι ας σου έλεγα εγώ πως οι κλόουν όταν βγάζουν τις μπογιές τους είναι δυστυχισμένοι, όχι, μου έλεγες εσύ, εμείς θα γίνουμε κλόουν.
Κι απόψε, στο είπα, θέλω να γράψω ένα χαρούμενο κείμενο, να πείσω πάνω από όλους εμένα πως δεν είμαι μόνο μίζερη και γκρινιάρα και μονόχνωτη. Και είπα από μέσα μου πως αυτό που είδα στην τηλεόραση, για τον λαό που δεν πρέπει να σκύβει κεφάλι γιατί τώρα πια του το λέει η κυβέρνηση, δεν θα το σχολιάσω. Γιατί σήμερα θα γράψω ένα χαρούμενο κείμενο, ένα κείμενο που θα κλείνει μέσα του το γέλιο μου και θα το χαρίσω στους φίλους μου που δεν τους έχω δει από κοντά κι όμως είναι κοντά μου.
Κι ας διανύω περίοδο μεγάλης μελαγχολίας, κι ας θέλω να εξαφανιστώ από όλους κι από όλα, μπουρλότο να βάλω και να χαθώ σε θάλασσες, αυτές τις δικές μου, που μόνο εγώ ξέρω να χάνομαι μέσα τους γιατί εγώ τις χαϊδεύω όπως κανένας άλλος, κι ας νιώθω πως τίποτα σπουδαίο δεν έχω να γράψω και πως ώρες ώρες κοροϊδεύω τον εαυτό μου γράφοντας. Όχι, σήμερα είπα θα γράψω ένα χαρούμενο κείμενο, με χιούμορ. Ξέρω ότι έχω, κάνω τους φίλους μου να κλαίνε από τα γέλια, μα πού πάει όλο αυτό όταν κάθομαι να γράψω, το χιούμορ όταν δεν βγαίνει έξω πάει, χάνεται; Όταν μένεις μόνος να γράψεις πού εξαφανίζεται; Μήπως δεν έχω καθόλου και τσάμπα χαίρομαι, να άλλος ένας λόγος να νιώσω δυστυχισμένη. Κι έχουν ήδη μαζευτεί αρκετοί.
Όμως σήμερα αυτό το κείμενο πρέπει να βγει χαρούμενο. Χθες το υποσχέθηκα στον εαυτό μου, σήμερα σε εσένα. Σε εσένα που με κράταγες αγκαλιά κι απορροφούσες τους κραδασμούς μου, κι απορροφούσες τα δάκρυά μου με την άκρη της παλάμης σου που πλημμύρισε, χωρίς να με ρωτάς γιατί, και μου ζήτησες να σου κάνω την τιμή να σκουπίσω τις μύξες μου στην μπλούζα σου ώστε να έχεις ένα λόγο να μην την πετάξεις τώρα που πάλιωσε... Κι εγώ θυμήθηκα τότε που ήμουν μικρή και δεν έκλαιγα ποτέ, όσο ξύλο και να έτρωγα, μόνο έσφιγγα τα χείλη μου μέχρι που τα έσκιζα, όχι από πόνο αλλά για να μην κλάψω για την αδικία, και δεν καταδεχόμουν να χαρίσω τα δάκρυά μου σε κανέναν, κανένας να μην με λυπηθεί που είμαι μικρή και κλαίω. Και τώρα σου χάρισα τα δάκρυα και τις μύξες μου, και δεν ντρέπομαι που κλαίω μπροστά σου ενώ είναι δύο η ώρα τα ξημερώματα κι αύριο δουλεύεις. Παρά κάθομαι στην αγκαλιά σου και κλαίω όπως δεν έκλαψα ποτέ. Για αυτά που δεν ξέρω, για αυτά που φοβάμαι, για αυτά που με πληγώνουν, χωρίς να με ρωτάς γιατί.
Και μαζί γελάω· γιατί μου κάνεις τον κλόουν, κι αυτήν την περίεργη φωνή που με κάνει να λύνομαι στα γέλια, και με γαργαλάς εκεί που δεν το αντέχω. Και γελάω και κλαίω μαζί. Μαζί σου. Κι όλη μου η λύπη γίνεται μαζί ευτυχία, ίσως αυτή να είναι η ευτυχία που καταλαβαίνω, αυτή που μπορεί να τα βγάλει πέρα με τη λύπη μου, να αλατιστεί από τα δάκρυά μου και να καταλήξει στην άκρη του γέλιου μου. Και μου είπες, σήμερα να είναι χαρούμενο το κείμενο.
Και αν δεν ξέρω τι να γράψω που να είναι χαρούμενο, να γράψω για τους χαρταετούς και τον καθρέφτη. Για τους άντρες χαρταετούς που οι ουρές τους έχουν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και γίνονται βασιλιάδες στην χώρα των χαρταετών. Και οι κοπέλες δεν γίνονται βασίλισσες γιατί τους λείπει το μαύρο, όμως μία κοπέλα χαρταετός ερωτεύτηκε τον βασιλιά και ήθελε να κάνει έρωτα μαζί του και έγινε λίμνη, με ήσυχα νερά, κι αυτός καθρεφτίστηκε μέσα της, μπήκε μέσα της κι ενώθηκαν. Για αυτό μου είπες να γράψω, το πιο ωραίο παραμύθι που είπες ποτέ, ένα βράδυ που δεν σε άφησα να ξαπλώσεις μόνος για να κάτσω εγώ να διαβάσω παρά ήρθα μαζί σου και για να με ηρεμήσεις και να κοιμηθώ το σκέφτηκες όλο εκείνη την ώρα. Μόνο που μου είπες να το γράψω και το τέλος δεν το ήξερα, με είχε πάρει ο ύπνος τότε, και με πήραν πάλι τα κλάματα και κάθησες και μου το είπες πάλι από την αρχή και μετά εγώ δεν έκλαιγα, μόνο σε κοίταζα σαν χαζό, εγώ που ποτέ δεν μου άρεσαν τα παραμύθια εκείνη την ώρα είχα μείνει μαλάκας που κάποιος ένα βράδυ με αποκοίμισε με ένα παραμύθι.
Και πριν από αυτό εγώ σου φώναζα, όχι δηλαδή ακριβώς, μόνο να, όταν παθιάζομαι μιλάω έντονα, το ξέρεις πια, το ξέρεις ότι δεν σου φωνάζω, κι εσύ, αντί να μου αστράψεις ένα χαστούκι μου είπες στο τέλος πως η ματιά μου στα πράγματα είναι τόσο έντονη κι έχω πάθος, για αυτό είναι δύσκολο να δω μέσα από τα μάτια των άλλων, κι αυτό δεν είναι κακό (είπες), κι εγώ σου είπα πως δεν μπορώ να ξεπερνάω το κατώτατο όριό μου, αυτό που αν ξεπερνούσα θα έφτανα να αδικώ άλλους, αυτών των οποίων η ματιά είναι καθαρή και για αυτούς ο ελέφαντας δεν πετάει. Το πάθος μου μού λες να μην το χάσω και πως είμαι κι ο πιο αντιφατικός άνθρωπος που έχεις γνωρίσει ποτέ, κι εγώ το ξέρω· το ξέρω γιατί ποτέ δεν έχυνα δάκρυ και μέσα μου πλημμύρα, γιατί γελούσα και μετά με έπαιρναν τα κλάματα, γιατί έλεγα πως σε μισούσα και με κανέναν δεν μπορούσα να μείνω γιατί δεν ήταν εσύ, γιατί όλο γκρινιάζω αλλά τα όμορφα κρατάω, γιατί είμαι ο πιο απαισιόδοξος άνθρωπος του κόσμου -λες- αλλά πιστεύω πως η τέχνη θα σώσει τον κόσμο. Και δεν θέλω να είμαι τόσο αντιφατική, όμως δεν γίνεται, θα ήταν όλα πολύ εύκολα κι εγώ στα εύκολα κωλώνω.
Πού πάει αυτό το κείμενο, δεν ξέρω, είχα πει θα είναι χαρούμενο κι εγώ κλαίω με ένα τεράστιο χαμόγελο -να, είδες, πάλι αντιφατική. Είχα πει πως αν δεν βρω κάτι χαρούμενο σήμερα στον δρόμο για να γράψω εδώ, θα έγραφα από τα παλιά, τότε που λόγω ηλικίας και άγνοιας είχαμε περισσότερο χιούμορ από ποτέ. Όπως τότε που ο αδερφός μου ήπιε Soflan, όχι όχι το έχω ξαναπεί... Όπως τότε που ο μικρότερος αδερφός μου έκανε ρεζίλι τον μπαμπά στην ταβέρνα. Πάμε που λες για φαγητό, Κέρκυρα τώρα, σε ένα μέρος που το έχει φίλος του μπαμπά. Ήθελε ο μικρός, ο μπαμπάς έλεγε «όχι, να πάμε στου Μπούκαρη που έχει ψαράκι», «όχι, ο μικρός, να πάμε στον Τάσσο που έχει πίτσες», πάμε τελικά στον Τάσσο, τρώμε πίτσες, έρχεται μετά ο άνθρωπος, μας ρωτάει αν μας άρεσε το φαγητό, «Πολύ» του λέει ο μπαμπάς και πετάγεται ο μικρός «Είδες, μπαμπά, που έλεγες ότι στου Μπούκαρη είναι καλύτερα;». Αχ, δεν ξέρω καν αν είναι αστείο στο γραπτό αυτό, η φάτσα του μπαμπά σίγουρα ήταν. Όπως μια άλλη φορά, χτυπάει το τηλέφωνο, μια γνωστή της μαμάς, πάει να απαντήσει ο μικρός, λέει η μαμά «Εγώ δεν είμαι εδώ για κανέναν, είμαι στη δουλειά», απαντά ο μικρός, «Που είναι η μαμά σου πουλάκι μου;», «Δεν είναι εδώ», κάνω νεύμα εγώ πως κι εγώ απουσιάζω, «Α, καλά, η αδερφή σου;», μπερδεύεται ο μικρός με τόσα πράγματα να συνδυάσει, «Δεν είναι ούτε αυτή εδώ.», «Α, και πού είναι;», «Μαμά, που είναι η I.D.;».
Γελάω τώρα, γελάω μόνη μου κλαίγοντας, μόνο μην μου πείτε να πάω σε ψυχίατρο ή ψυχολόγο, δεν τους πιστεύω για επιστήμονες, μεταξύ μας, να είναι μόνο που νιώθω τόσο λυπημένη αλλά και τόσο χαρούμενη μαζί, ποιος έγραψε για την «χαρμολύπη», ούτε που θυμάμαι πού το είχα διαβάσει... Μόνο που σήμερα είπα πως θα γράψω ένα χαρούμενο κείμενο. Η λύπη πρέπει να εξοριστεί σήμερα, μα πώς;
Και σκέφτομαι πώς είναι στην αγκαλιά σου, όταν όλα με κυκλώνουν, όταν το πάθος μου για τα πράγματα αποσύρεται, όταν η ένταση εκτονώνεται και μένω απροστάτευτη, φοβισμένη· φοβισμένη για εμένα, που δίνω τόσο πολύ την αίσθηση στους άλλους πως είμαι δυνατή, πως έχω τόσο πάθος και οργή που δεν έχω ανάγκη, που δεν ξέρω πού πάω, που ποτέ μου δεν ζητιάνεψα μια αγκαλιά ούτε από τους γονείς μου ακόμα κι ας έκλαιγα μόνη μου που τα άλλα παιδάκια οι γονείς τους τα έπαιρναν συνέχεια αγκαλιές· και μετά έρχεται η εικόνα σου, τότε που ακόμα ήμουν μικρή, που από όλους είχα φύγει κι εσύ με έφερες πίσω στους ανθρώπους, με έκανες μια αγκαλιά κι εγώ έτρεμα μέσα της σαν ψάρι, που μου είπες «Σ' αγαπώ» κι έγινα κι εγώ κοριτσάκι από αγρίμι, που έφυγες κι εγώ πέθανα, πέθαινα συνέχεια με κάθε ώρα που σκότωνα μακριά σου, και μετά γύρισες, με διεκδίκησες από τα σκοτάδια μου με το άσπρο σου άλογο, όπως μου το είχες υποσχεθεί παλιά, συγγνώμη που δεν σε πίστευα τότε, και τώρα είμαστε εδώ, να με κρατάς αγκαλιά και να μου λες παραμύθια και να μου μαγειρεύεις φαγητά χωρίς συνταγή και να μου στρίβεις τσιγάρα γιατί -λες- εγώ δεν ξέρω να στρίβω, αλλά εγώ ξέρω ότι το κάνεις γιατί θες να με προσέχεις.
Να γιατί είναι χαρούμενο αυτό το κείμενο. Γιατί εγώ είμαι χαρούμενη, όχι ψέμματα, εγώ είμαι ευτυχισμένη όσο και λυπημένη να αισθάνομαι, να είδες, πάλι πέφτω σε αντιφάσεις. Κι αν μέχρι εδώ δεν έφτασε να διαβάσει κανείς, κρίμα, ποτέ δεν θα μάθουν οι φίλοι μου που έκανα εδώ πως είμαι χαρούμενη, κι ας θέλω εγώ να το μοιραστώ μαζί τους.
Κι απόψε, στο είπα, θέλω να γράψω ένα χαρούμενο κείμενο, να πείσω πάνω από όλους εμένα πως δεν είμαι μόνο μίζερη και γκρινιάρα και μονόχνωτη. Και είπα από μέσα μου πως αυτό που είδα στην τηλεόραση, για τον λαό που δεν πρέπει να σκύβει κεφάλι γιατί τώρα πια του το λέει η κυβέρνηση, δεν θα το σχολιάσω. Γιατί σήμερα θα γράψω ένα χαρούμενο κείμενο, ένα κείμενο που θα κλείνει μέσα του το γέλιο μου και θα το χαρίσω στους φίλους μου που δεν τους έχω δει από κοντά κι όμως είναι κοντά μου.
Κι ας διανύω περίοδο μεγάλης μελαγχολίας, κι ας θέλω να εξαφανιστώ από όλους κι από όλα, μπουρλότο να βάλω και να χαθώ σε θάλασσες, αυτές τις δικές μου, που μόνο εγώ ξέρω να χάνομαι μέσα τους γιατί εγώ τις χαϊδεύω όπως κανένας άλλος, κι ας νιώθω πως τίποτα σπουδαίο δεν έχω να γράψω και πως ώρες ώρες κοροϊδεύω τον εαυτό μου γράφοντας. Όχι, σήμερα είπα θα γράψω ένα χαρούμενο κείμενο, με χιούμορ. Ξέρω ότι έχω, κάνω τους φίλους μου να κλαίνε από τα γέλια, μα πού πάει όλο αυτό όταν κάθομαι να γράψω, το χιούμορ όταν δεν βγαίνει έξω πάει, χάνεται; Όταν μένεις μόνος να γράψεις πού εξαφανίζεται; Μήπως δεν έχω καθόλου και τσάμπα χαίρομαι, να άλλος ένας λόγος να νιώσω δυστυχισμένη. Κι έχουν ήδη μαζευτεί αρκετοί.
Όμως σήμερα αυτό το κείμενο πρέπει να βγει χαρούμενο. Χθες το υποσχέθηκα στον εαυτό μου, σήμερα σε εσένα. Σε εσένα που με κράταγες αγκαλιά κι απορροφούσες τους κραδασμούς μου, κι απορροφούσες τα δάκρυά μου με την άκρη της παλάμης σου που πλημμύρισε, χωρίς να με ρωτάς γιατί, και μου ζήτησες να σου κάνω την τιμή να σκουπίσω τις μύξες μου στην μπλούζα σου ώστε να έχεις ένα λόγο να μην την πετάξεις τώρα που πάλιωσε... Κι εγώ θυμήθηκα τότε που ήμουν μικρή και δεν έκλαιγα ποτέ, όσο ξύλο και να έτρωγα, μόνο έσφιγγα τα χείλη μου μέχρι που τα έσκιζα, όχι από πόνο αλλά για να μην κλάψω για την αδικία, και δεν καταδεχόμουν να χαρίσω τα δάκρυά μου σε κανέναν, κανένας να μην με λυπηθεί που είμαι μικρή και κλαίω. Και τώρα σου χάρισα τα δάκρυα και τις μύξες μου, και δεν ντρέπομαι που κλαίω μπροστά σου ενώ είναι δύο η ώρα τα ξημερώματα κι αύριο δουλεύεις. Παρά κάθομαι στην αγκαλιά σου και κλαίω όπως δεν έκλαψα ποτέ. Για αυτά που δεν ξέρω, για αυτά που φοβάμαι, για αυτά που με πληγώνουν, χωρίς να με ρωτάς γιατί.
Και μαζί γελάω· γιατί μου κάνεις τον κλόουν, κι αυτήν την περίεργη φωνή που με κάνει να λύνομαι στα γέλια, και με γαργαλάς εκεί που δεν το αντέχω. Και γελάω και κλαίω μαζί. Μαζί σου. Κι όλη μου η λύπη γίνεται μαζί ευτυχία, ίσως αυτή να είναι η ευτυχία που καταλαβαίνω, αυτή που μπορεί να τα βγάλει πέρα με τη λύπη μου, να αλατιστεί από τα δάκρυά μου και να καταλήξει στην άκρη του γέλιου μου. Και μου είπες, σήμερα να είναι χαρούμενο το κείμενο.
Και αν δεν ξέρω τι να γράψω που να είναι χαρούμενο, να γράψω για τους χαρταετούς και τον καθρέφτη. Για τους άντρες χαρταετούς που οι ουρές τους έχουν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και γίνονται βασιλιάδες στην χώρα των χαρταετών. Και οι κοπέλες δεν γίνονται βασίλισσες γιατί τους λείπει το μαύρο, όμως μία κοπέλα χαρταετός ερωτεύτηκε τον βασιλιά και ήθελε να κάνει έρωτα μαζί του και έγινε λίμνη, με ήσυχα νερά, κι αυτός καθρεφτίστηκε μέσα της, μπήκε μέσα της κι ενώθηκαν. Για αυτό μου είπες να γράψω, το πιο ωραίο παραμύθι που είπες ποτέ, ένα βράδυ που δεν σε άφησα να ξαπλώσεις μόνος για να κάτσω εγώ να διαβάσω παρά ήρθα μαζί σου και για να με ηρεμήσεις και να κοιμηθώ το σκέφτηκες όλο εκείνη την ώρα. Μόνο που μου είπες να το γράψω και το τέλος δεν το ήξερα, με είχε πάρει ο ύπνος τότε, και με πήραν πάλι τα κλάματα και κάθησες και μου το είπες πάλι από την αρχή και μετά εγώ δεν έκλαιγα, μόνο σε κοίταζα σαν χαζό, εγώ που ποτέ δεν μου άρεσαν τα παραμύθια εκείνη την ώρα είχα μείνει μαλάκας που κάποιος ένα βράδυ με αποκοίμισε με ένα παραμύθι.
Και πριν από αυτό εγώ σου φώναζα, όχι δηλαδή ακριβώς, μόνο να, όταν παθιάζομαι μιλάω έντονα, το ξέρεις πια, το ξέρεις ότι δεν σου φωνάζω, κι εσύ, αντί να μου αστράψεις ένα χαστούκι μου είπες στο τέλος πως η ματιά μου στα πράγματα είναι τόσο έντονη κι έχω πάθος, για αυτό είναι δύσκολο να δω μέσα από τα μάτια των άλλων, κι αυτό δεν είναι κακό (είπες), κι εγώ σου είπα πως δεν μπορώ να ξεπερνάω το κατώτατο όριό μου, αυτό που αν ξεπερνούσα θα έφτανα να αδικώ άλλους, αυτών των οποίων η ματιά είναι καθαρή και για αυτούς ο ελέφαντας δεν πετάει. Το πάθος μου μού λες να μην το χάσω και πως είμαι κι ο πιο αντιφατικός άνθρωπος που έχεις γνωρίσει ποτέ, κι εγώ το ξέρω· το ξέρω γιατί ποτέ δεν έχυνα δάκρυ και μέσα μου πλημμύρα, γιατί γελούσα και μετά με έπαιρναν τα κλάματα, γιατί έλεγα πως σε μισούσα και με κανέναν δεν μπορούσα να μείνω γιατί δεν ήταν εσύ, γιατί όλο γκρινιάζω αλλά τα όμορφα κρατάω, γιατί είμαι ο πιο απαισιόδοξος άνθρωπος του κόσμου -λες- αλλά πιστεύω πως η τέχνη θα σώσει τον κόσμο. Και δεν θέλω να είμαι τόσο αντιφατική, όμως δεν γίνεται, θα ήταν όλα πολύ εύκολα κι εγώ στα εύκολα κωλώνω.
Πού πάει αυτό το κείμενο, δεν ξέρω, είχα πει θα είναι χαρούμενο κι εγώ κλαίω με ένα τεράστιο χαμόγελο -να, είδες, πάλι αντιφατική. Είχα πει πως αν δεν βρω κάτι χαρούμενο σήμερα στον δρόμο για να γράψω εδώ, θα έγραφα από τα παλιά, τότε που λόγω ηλικίας και άγνοιας είχαμε περισσότερο χιούμορ από ποτέ. Όπως τότε που ο αδερφός μου ήπιε Soflan, όχι όχι το έχω ξαναπεί... Όπως τότε που ο μικρότερος αδερφός μου έκανε ρεζίλι τον μπαμπά στην ταβέρνα. Πάμε που λες για φαγητό, Κέρκυρα τώρα, σε ένα μέρος που το έχει φίλος του μπαμπά. Ήθελε ο μικρός, ο μπαμπάς έλεγε «όχι, να πάμε στου Μπούκαρη που έχει ψαράκι», «όχι, ο μικρός, να πάμε στον Τάσσο που έχει πίτσες», πάμε τελικά στον Τάσσο, τρώμε πίτσες, έρχεται μετά ο άνθρωπος, μας ρωτάει αν μας άρεσε το φαγητό, «Πολύ» του λέει ο μπαμπάς και πετάγεται ο μικρός «Είδες, μπαμπά, που έλεγες ότι στου Μπούκαρη είναι καλύτερα;». Αχ, δεν ξέρω καν αν είναι αστείο στο γραπτό αυτό, η φάτσα του μπαμπά σίγουρα ήταν. Όπως μια άλλη φορά, χτυπάει το τηλέφωνο, μια γνωστή της μαμάς, πάει να απαντήσει ο μικρός, λέει η μαμά «Εγώ δεν είμαι εδώ για κανέναν, είμαι στη δουλειά», απαντά ο μικρός, «Που είναι η μαμά σου πουλάκι μου;», «Δεν είναι εδώ», κάνω νεύμα εγώ πως κι εγώ απουσιάζω, «Α, καλά, η αδερφή σου;», μπερδεύεται ο μικρός με τόσα πράγματα να συνδυάσει, «Δεν είναι ούτε αυτή εδώ.», «Α, και πού είναι;», «Μαμά, που είναι η I.D.;».
Γελάω τώρα, γελάω μόνη μου κλαίγοντας, μόνο μην μου πείτε να πάω σε ψυχίατρο ή ψυχολόγο, δεν τους πιστεύω για επιστήμονες, μεταξύ μας, να είναι μόνο που νιώθω τόσο λυπημένη αλλά και τόσο χαρούμενη μαζί, ποιος έγραψε για την «χαρμολύπη», ούτε που θυμάμαι πού το είχα διαβάσει... Μόνο που σήμερα είπα πως θα γράψω ένα χαρούμενο κείμενο. Η λύπη πρέπει να εξοριστεί σήμερα, μα πώς;
Και σκέφτομαι πώς είναι στην αγκαλιά σου, όταν όλα με κυκλώνουν, όταν το πάθος μου για τα πράγματα αποσύρεται, όταν η ένταση εκτονώνεται και μένω απροστάτευτη, φοβισμένη· φοβισμένη για εμένα, που δίνω τόσο πολύ την αίσθηση στους άλλους πως είμαι δυνατή, πως έχω τόσο πάθος και οργή που δεν έχω ανάγκη, που δεν ξέρω πού πάω, που ποτέ μου δεν ζητιάνεψα μια αγκαλιά ούτε από τους γονείς μου ακόμα κι ας έκλαιγα μόνη μου που τα άλλα παιδάκια οι γονείς τους τα έπαιρναν συνέχεια αγκαλιές· και μετά έρχεται η εικόνα σου, τότε που ακόμα ήμουν μικρή, που από όλους είχα φύγει κι εσύ με έφερες πίσω στους ανθρώπους, με έκανες μια αγκαλιά κι εγώ έτρεμα μέσα της σαν ψάρι, που μου είπες «Σ' αγαπώ» κι έγινα κι εγώ κοριτσάκι από αγρίμι, που έφυγες κι εγώ πέθανα, πέθαινα συνέχεια με κάθε ώρα που σκότωνα μακριά σου, και μετά γύρισες, με διεκδίκησες από τα σκοτάδια μου με το άσπρο σου άλογο, όπως μου το είχες υποσχεθεί παλιά, συγγνώμη που δεν σε πίστευα τότε, και τώρα είμαστε εδώ, να με κρατάς αγκαλιά και να μου λες παραμύθια και να μου μαγειρεύεις φαγητά χωρίς συνταγή και να μου στρίβεις τσιγάρα γιατί -λες- εγώ δεν ξέρω να στρίβω, αλλά εγώ ξέρω ότι το κάνεις γιατί θες να με προσέχεις.
Να γιατί είναι χαρούμενο αυτό το κείμενο. Γιατί εγώ είμαι χαρούμενη, όχι ψέμματα, εγώ είμαι ευτυχισμένη όσο και λυπημένη να αισθάνομαι, να είδες, πάλι πέφτω σε αντιφάσεις. Κι αν μέχρι εδώ δεν έφτασε να διαβάσει κανείς, κρίμα, ποτέ δεν θα μάθουν οι φίλοι μου που έκανα εδώ πως είμαι χαρούμενη, κι ας θέλω εγώ να το μοιραστώ μαζί τους.
Subscribe to:
Posts (Atom)