Τον τελευταίο καιρό γράφω σπάνια στο blog μου και έχω πολύ λίγο χρόνο για να επισκεφτώ blogs φίλων. Σκέφτηκα να αναρτήσω ένα κείμενο που θα ανακοινώνει την αποχή μου για ένα διάστημα -μετά, όμως, σκέφτηκα πως μερικές φορές θέλω τόσο πολύ να γράψω και να διαβάσω τις απόψεις σας που θα έλεγα ψέματα αν έγραφα πως για ένα διάστημα θα απουσίαζα παντελώς. Οι προθεσμίες για τις εργασίες που έχω να παραδώσω πλησιάζουν, όσο περνούν οι μέρες πελαγώνω όλο και περισσότερο και συνειδητοποιώ πως να τις κάνω όλες δεν είναι δυνατόν. Τουλάχιστον αυτές που επέλεξα να γράψω τώρα τις γράφω με μεγάλη αγάπη και συγκέντρωση. Πριν από λίγες μέρες τελείωσα μία που ασχολείται με την αναπαράσταση του σώματος στην τέχνη -για τις ανάγκες του μαθήματος ασχοληθήκαμε με την ζωγραφική. Το δικό μου κομμάτι συνίσταται στο να ερευνήσω την αναπαράσταση του σώματος στο Νταντά. Ακολουθεί ένα μικρό (σε σχέση με το σύνολο της εργασίας) απόσπασμα, αυτό που ασχολείται με το Νταντά στη Νέα Υόρκη και, συγκεκριμένα, με τον Duchamp. Σας αφήνω με αυτό για Σαββατοκύριακο γνωρίζοντας πως ενδεχομένως να μην ενδιαφέρει πολλούς από εσάς. Θα με ενδιέφεραν και θα με βοηθούσαν, όμως, οι απόψεις και οι παρατηρήσεις σας.
"(...) Αντίθετα, ο Duchamp δεν διστάζει να τραβήξει στα άκρα την αντίληψη περί θανάτου της τέχνης. Προκλητικός, καινοτόμος και συνεπής προς τις ιδεολογικές του θέσεις, ήδη από το 1912 συγκεντρώνει πάνω του την προσοχή του καλλιτεχνικού χώρου με το έργο του “Nude descending a staircase no.2”. Σε αυτό, μέσω αλληλεπικαλυπτόμενων στρωμάτων της κίνησης ενός σώματος ενώ κατεβαίνει σκάλες, ο Duchamp καταφέρνει να αποδώσει την κίνηση στον ζωγραφικό πίνακα με τρόπο που προσεγγίζει την φουτουριστική (αλλά και την κυβιστική εν μέρει) τεχνοτροπία και τον τρόπο λειτουργίας της χρονοφωτογραφίας. Ο ίδιος μάλιστα παραδέχεται ότι επηρεάστηκε από τον φωτογράφο Etienne-Jules Marey, ο οποίος ασχολήθηκε με την τελευταία.
Από αυτήν την περίοδο ακόμη ο Duchamp ταράζει τα λιμνάζοντα νερά στην τέχνη. Η συναναστροφή του με τον Picabia και τον Ray, από το 1915 κι ύστερα που φτάνει στην Νέα Υόρκη, τον φέρνει σε επαφή με το Νταντά -το οποίο ο Picabia το υποστήριζε θερμά από την πρώτο ξέσπασμά του στη Ζυρίχη, διατηρώντας μάλιστα αλληλογραφία με τον Tzara.
Ο Duchamp στους πυλώνες της ντανταϊστικής σκέψης, δηλαδή τη διακήρυξη για θάνατο της τέχνης και την αναζήτηση της τέχνης στη ζωή και το παιχνίδι, στήνει την δική του εκδοχή Νταντά. Στην καρτεσιανή λογική του “Cogito ergo sum” αντιπαραθέτει το “ξεχείλωμά” της έως την πλήρη ανατροπή της· το ίδιο το “cogito” αμφισβητείται κι άρα κανένα ασφαλές συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από αυτήν τη διαδικασία. Αφού ούτε αυτό, λοιπόν, παρέχει μία στέρεη και de facto αλήθεια τότε τίποτα δεν ισχύει, τα πάντα είναι μία φάρσα κι άρα μόνο στην τυχαιότητα μπορεί να στηρίζεται κανείς. Στο λογικό lapsus του Descartes ο Duchamp εντοπίζει την αιτία της παρακμής της τέχνης αλλά και όλου του σύγχρονου κόσμου. Πράξεις, ιδεολογίες και τέχνη αποκτούν νόημα βασισμένα σε μία ευάλωτη πεποίθηση πως όλα αυτά υπάρχουν επειδή εμείς το θέλουμε. Στο κενό αυτό της καρτεσιανής θεωρίας ο Duchamp θα σταθεί αμείλικτος· τίποτα δεν υπάρχει, κάθε μικροαστική αντίληψη, και ό, τι τρέφεται από αυτή, πέθανε. Αυτή ακριβώς η θεωρητική τοποθέτηση επιτρέπει στον Duchamp να αντιλαμβάνεται την καλλιτεχνική δημιουργία με διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι περισσότεροι καλλιτέχνες, θεωρώντας την, εκ των πραγμάτων, ένα παιχνίδι της τύχης και κάτι το οποίο οφείλουμε να μην παίρνουμε και τόσο στα σοβαρά.
Σύμβολα της αντι-καρτεσιανής λογικής του αποτελούν τα διάσημα “Ready-mades”. Το “Fountain”, το “Porte-bouteilles”, το “Trebuchet”, το “Porte-chapeaux” και το “In advance of the Broken Arm”, όλα έργα της περιόδου 1913-1917, παραμένουν αυτό που ο τίτλος τους δηλώνει. Χρηστικά καθημερινά αντικείμενα, εξορισμένα από την συμμετοχή τους στην καλλιτεχνική δημιουργία, εκτίθενται από τον Duchamp χωρίς την παραμικρή αλλαγή. Η κίνηση αυτή δεν γίνεται για να τα “προβιβάσει” σε τέχνη· ο Duchamp δεν είναι άτεχνος, ούτε αλαζόνας, για να θεωρεί ότι η υπογραφή του μπορεί να αναγάγει οτιδήποτε σε τέχνη. Τα ready-mades του φέρουν την καταγγελία της ελιτίστικης συμπεριφοράς των καλλιτεχνών έναντι των υπολοίπων. Μία ελιτίστικη συμπεριφορά που στηρίζεται στο τίποτα αφού η τέχνη δεν υπάρχει. Κι αφού δεν υπάρχει, τα ready-mades έρχονται να προκαλέσουν έναν ακόμη βαθύτερο προβληματισμό: τι είναι καλαίσθητο και τι όχι;
Ο ίδιος αναφέρει: “(...) Ένα σημείο που θέλω πολύ να τονίσω είναι ότι η επιλογή αυτών των ready-mades δεν υπαγορεύτηκε ποτέ από καμία αισθητική απόλαυση. Η επιλογή βασιζόταν σε μια αντίδραση οπτικής αδιαφορίας με πλήρη απουσία του καλού ή του κακού γούστου... στην πραγματικότητα σε μια πλήρη αναισθησία.” Ο Duchamp, επομένως, δεν σπαταλά τον χρόνο του παλεύοντας να βρει την συνέχεια μετά τον θάνατο της τέχνης, την απάντηση στο τι είναι “ωραίο”· πάνω από όλα τον ενδιαφέρει να καταστήσει σαφές πως η τέχνη πέθανε -και, δευτερευόντως, να απολαύσει ένα καλό γέλιο στην κηδεία της. Όλο το έργο του Duchamp επικεντρώνεται γύρω από τον βασικό άξονα της μη τέχνης. Υιοθετώντας μία καλλιτεχνική συμπεριφορά που ομοιάζει με αντι-τέχνη, αυτή δεν είναι παρά το όχημα για να φτάσει κανείς στο συμπέρασμα -δηλαδή την ανυπαρξία της τέχνης. Εφόσον δεν υπάρχει τέχνη, κατά τον Duchamp, δεν μπορεί να υφίσταται και αντι-τέχνη.
Το 1919 σκαρώνει την διασημότερη, ίσως, φάρσα στην ιστορία της τέχνης ζωγραφίζοντας ένα τσιγκελωτό μουστάκι πάνω σε ένα αντίγραφό της Μόνα Λίζα του Da Vinci και ονομάζοντας το μυστακοφόρο, πλέον, πάλαι ποτέ σύμβολο του γυναικείου μυστηρίου και της αιθέριας γυναικείας παρουσίας “L.H.O.O.Q.” (κάτι που στα γαλλικά διαβάζεται περίπου σαν “Elle a chaud au cul”, δηλαδή “Είναι ξαναμμένη από πίσω”) ειρωνευόμενος έτσι και μία φημολογούμενη ομοφυλοφιλία του Da Vinci (η οποία, κατά την άποψη της γράφουσας, αποτελεί μία προσπάθεια φροϋδικής ερμηνείας του έργου του) . Ξανά εδώ ο Duchamp παραμένει πιστός στα πιστεύω του. Η κίνησή του αυτή δεν υποθάλπει μομφή για το ταλέντο του Da Vinci, ούτε βεβαίως κάποια κλίση προς τις ανδροπρεπείς γυναίκες, παρά είναι άλλη μία πρόκληση που εκτοξεύει στο πρόσωπο των καλλιτεχνών και του κοινού για να τους κάνει να δουν πως δεν υπάρχει τέχνη. Η καταγγελία του συνεχίζεται, φτάνει να καυτηριάσει τους αστούς που μόνο η υπογραφή κάτω από ένα οποιοδήποτε αντικείμενο ή έργο τους αρκεί για να βαφτίσουν κάτι “τέχνη”.
Στα περισσότερα έργα του, όσο και να ψάξει κάποιος, δεν θα συναντήσει την αναπαράσταση του ανθρώπινου σώματος. Σε κάποια, της “προ-νταντά” περιόδου του, η παρουσία του ανθρώπου προδίδεται από τον τίτλο και οι γραμμές του είναι πολύ κοντά στις φουτουριστικές και κυβιστικές αντιλήψεις. Χειρίζεται τις γραμμές και τα σχήματα για να προκαλέσει έντονους σχηματισμούς στον καμβά, δυνατά συναισθήματα στον θεατή και το φως για να υπερτονίσει την κίνηση και το αντικείμενό του που αλλιώς θα κινδύνευε να χαθεί μέσα σε όλη αυτή την ποικιλία σχημάτων. Το ανθρώπινο σώμα εκεί γίνεται ένα σύνολο από γραμμές που συνέχονται άρρηκτα και σε κίνηση -το σώμα δεν είναι ποτέ στατικό ούτε συναισθηματικά φορτισμένο με όλη αυτήν τη λατρεία των προγενέστερων ζωγράφων. Τέτοια έργα του είναι, για παράδειγμα, το “Nu descendant un escalier no.2” ή το “The King and Queen Surrounded by swift Nudes”, και τα δύο ζωγραφισμένα το 1912.
Κατά την περίοδο, όμως, που ο Duchamp γνωρίζει το Νταντά και κάνει παρέα με τους Picabia και Ray το σώμα μοιάζει να αποχωρεί από τα έργα του. Και αυτό είναι λογικό. Ο Duchamp δεν βρίσκεται σε αυτόν τον χώρο για να κάνει τέχνη. Βρίσκεται εκεί για να την καταγγείλει, να εξωθήσει στα άκρα κάθε “υποστηρικτή” της, να ξεμπροστιάσει μια ολόκληρη αστική αντίληψη απέναντί της. Εξαφανίζει, λοιπόν, το βασικότερο στοιχείο της ανά του αιώνες. Το σώμα. Οι κατασκευές και τα σχέδια του Duchamp δεν είναι το νέο “τροπάριο” στην τέχνη, σε αυτά η ελεγεία στον άνθρωπο κόβεται απότομα. Δεν γίνεται από αντι-ανθρωπιστική (sic!) αντίληψη η κίνηση αυτή. O Duchamp δεν τα έχει βάλει με τον άνθρωπο -ένα τέχνασμα και μία φάρσα είναι αυτό που συμβαίνει στο έργο του με σκοπό να ξεσκεπάσει ένα σάπιο σύστημα. Όταν “εμφανίζει” την Rrose Selavy (ή Rose Selavy), τον ίδιο δηλαδή μεταμορφωμένο σε γυναίκα, καταγγέλλει ένα ολόκληρο δίκτυο διαφήμισης το οποίο κυριαρχεί στην αμερικανική αγορά εκμεταλλευόμενο το “ωραίο”, εκμεταλλευόμενο -ενδεχομένως- πρότυπα ομορφιάς τα οποία έχουν συσταθεί διαμέσου αιώνων καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Εξ άλλου, όταν αναφερόμαστε στον Duchamp, βρισκόμαστε στην παρουσία ενός ανθρώπου με τρομακτικές καλλιτεχνικές ικανότητες γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από το έργα του όπως το “La Mariee mise a nu par ses celibataires, meme”, πάνω στο οποίο δούλευε για περίπου οχτώ χρόνια (1915-1923). Σε αυτό ο ευφάνταστος συνδυασμός υλικών, η χρήση του τυχαίου και του ελεγχόμενου και η περιπλάνηση στο υποσυνείδητο καταλήγουν σε ένα έργο υψηλής καλλιτεχνικής αισθητικής.
Είναι, επομένως, άδικο να αντιμετωπίσει κάποιος τον Duchamp σαν μη-καλλιτέχνη. Ο ίδιος αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του και των ικανοτήτων του στο να αποδείξει ότι δεν υπάρχει τέχνη την ίδια στιγμή που με κάθε εικαστικό του έργο έκανε τέτοια. Είναι, μάλλον, δικαιότερο να αναγνωρίσουμε σε αυτόν έναν διανοούμενο καλλιτέχνη ο οποίος προσπάθησε να θέσει την τέχνη σε νέα τροχιά -ίσως περιερχόμενος κι ίδιος σε φοβερές αντιφάσεις. Γιατί ως τέτοια μπορεί να εκληφθεί η δημιουργία την ίδια στιγμή που επιδιώκεται η καταστροφή."
Thursday, 27 September 2007
Wednesday, 26 September 2007
Friday, 21 September 2007
Η παραφωνία του χρόνου
Από τα ηχεία ακούγεται το “Riverbed” των Madrugada. Κι ας είναι θλιμμένο τραγούδι -σήμερα νιώθω καλά και με κάνει να ανασαίνω με ανακούφιση. Θέλω να κλειστώ για λίγο στον μικρόκοσμό μου, να τον χαϊδέψω και μετά να του κάνω όλα τα χατήρια -για μια μέρα μόνο. Δεν έχει ανησυχίες σήμερα. Σήμερα γράφω τα δικά μου νέα σε φύλλα αρωματισμένα κι όχι ιλλουστρασιόν, σήμερα δεν έχει διαφημίσεις ανάμεσα σε ειδήσεις -μόνο ζωγραφιές.
Σήμερα φυσάει στους άοσμους δρόμους κι είναι σαν να μου φέρνει στο καλάθι του ποδηλάτου μαγικά υλικά για συνταγές πρωτόγνωρες. Έχω στάλες βροχής, τα πρώτα κόκκινα φύλλα που τίναξαν τα δέντρα από πάνω τους σαν ξύπνησαν από άνυδρο εφιάλτη και μπαχάρι υγρασίας -θα το βάλω στο τέλος για άρωμα. Ο καφές μου είναι γλυκός -ακριβώς όπως μ' αρέσει. Η κυρία που μου τον φτιάχνει κάθε πρωί σήμερα με θυμήθηκε· θυμήθηκε πως μ' αρέσει η ζάχαρη, μου χαμογέλασε κι έβαλε ένα κουταλάκι παραπάνω. Μαζί με τα δύο ευρώ τής έδωσα και το πιο φθινοπωρινό χαμόγελο που είχα. Έβγαλα την φόρμα μου με τα μακριά μπατζάκια -τέλος τα σορτσάκια- το σπίτι είναι κρύο πια κι ο ανεμιστήρας κοιτάει ανήμπορος την άδεια θέση του καλοκαιριού. Σήμερα θα διαβάσω -ο χρόνος ποτέ δεν είναι αρκετός αλλά σήμερα δεν τον φοβάμαι. Θα παίξω μαζί του, θα τον καλοπιάσω με αυτά που του αρέσουν κι εκείνος θα μου φερθεί καλά. Δεν θα κλείσω τα μάτια, δεν θα τρομάξω από δυο δείκτες, δεν θα λαχανιάσω κυνηγώντας.
“Πότε επιτέλους θα γίνεις παιδί της ηλικίας σου;” Τώρα, φίλε, σήμερα. Σήμερα είμαι εικοσιτεσσάρων Απριλίων και κάτι ψιλών, σήμερα νιώθω όμορφη, σήμερα δεν με στενοχωρεί τίποτα, σήμερα νιώθω το Σαββατοκύριακο να μου κλείνει το μάτι. Διάολε, είμαι εικοσιτεσσάρων ετών! Μπορώ να ονειρεύομαι πως η πραγματικότητα δεν θα με πλακώσει ποτέ, πως ο έρωτας κι η φιλία είναι αθάνατοι Highlanders, πως οι ρυτίδες είναι η απόδειξη μιας ολόκληρης ζωής, πως κάποτε θα ξυπνάω το πρωί αγκαλιασμένη από ένα κήπο με τα πιο περίεργα λουλούδια που θα έχει δει άνθρωπος, πως θα είμαι πάντα το μαγκάκι που λες πως αγαπάς γελώντας πονηρά! Δεν σου είπα, σήμερα θα μαγειρέψω με υλικά μαγικά! Πρέπει να προλάβω, σήμερα που ο χρόνος με αγαπά, πρέπει να προλάβω να κακομάθω τον μικρόκοσμό μου.
“We want the world and we want it... Nooooowwwww!” Ναι, Jim, στο υπόσχομαι, αυτόν τον κόσμο δεν τον χαρίζουμε σε κανέναν. Όποιος θέλει, "μολών λαβέ" και δεν θα πάρει τίποτα που να μην του αξίζει. Όμως, τον άλλον, αυτόν που είναι μόνο δικός μου, σήμερα θέλω να τον χαρίσω. Ρώγες σταφύλι σε ένα ξύλινο τελάρο μου σφυρίζουν “Τσιριτρί, τσιριτρό...”, στη χούφτα μου παίζουν σαν βόλοι και θυμάμαι τη γιαγιά. Πάλι η γιαγιά, το φάντασμά της είναι η αγάπη πάντα γύρω μου... Θυμάμαι τη γιαγιά να κολλάει χαρτάκια στα δάχτυλά της και να τα εξαφανίζει σαν λαγούς από καπέλα. Κι αυτός ο μαϊντανός γιατί μοιάζει τόσο με το σέλινο -στις μαγικές συνταγές μπορεί να είναι το ίδιο γιατί δεν έχω μάθει ακόμη να τα ξεχωρίζω; Θα πάρω και γλυκό -στο διάολο οι προσοχές. Αυτό με την κρέμα και τα κερασάκια, αυτό μ' αρέσει να μοιράζομαι από ένα κουτάλι. Κι ας είναι η σκόνη μισό μέτρο στη βιβλιοθήκη, κι ας είναι το πλυντήριο όλο άπλυτα γεμάτο, κι ας είναι τα παπούτσια μου φτιαγμένα σε ζευγάρια περίεργα -αλήθεια, πώς είναι να περπατάς φορώντας στο ένα πόδι αθλητικό και στ' άλλο τακούνι;- κι ας μου τέλειωσε η κανέλα. Σήμερα είναι η μέρα που θα με νοιάξει μόνο το χαμόγελο του κόσμου.
Τώρα είναι η ώρα που περνά από το πάρκο η γιαγιά με τον παχουλό της σκύλο. Θα κάτσει στο παγκάκι, θα τον χαϊδέψει, θα του ψιθυρίσει να μην απομακρυνθεί γιατί ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος για τα μικρά του ποδαράκια και μετά θα του λύσει το λουρί... Κι αυτός, αργά -σαν κάποιος που θέλει να γευτεί κάθε δευτερόλεπτο ελευθερίας- θα συρθεί μέχρι τα περιστέρια. Θα τα μυρίσει ευγενικά, εκείνα θα τρομάξουν, θα ανοίξουν τα φτερά τους κι αυτός θα καταλάβει πως αυτός ο κόσμος είναι πιο μικρός από όσο φαντάζεται η κυρά του.
Ο καπνός μου μυρίζει απ' τα χέρια που τον ξεδιάλεξαν κι εγώ φέρνω στο μυαλό μου εικόνες που δεν έζησα. Εικόνες με ανθρώπους που ήταν μάγοι στο να τον ψιλοκόβουν τότε που τα τσιγαρόχαρτα ήταν ροζ και για λίγους. Πώς τον έλεγαν εκείνον τον θείο που ανέβαινε από τη λίμνη σκυφτός κάθε απόγευμα σούρνοντας τα βήματά του; Θείος Γάκιας! Ναι, λοιπόν, ο θείος εκείνος καθόταν κάτω απ' τη μουριά, τράβαγε φύλλα απ' την κρεμάστρα κι έστριβε τσιγάρα χωρίς φίλτρο που στα ρουθούνια μου φάνταζαν η πιο νεραϊδίστικη μυρωδιά που υπάρχει.
“Σ' αγαπώ γιατί 'σαι ωραίαααα...” Οι φάλτσες νότες από το ακορντεόν που πλησιάζει σκαρφαλώνουν στ' αυτί μου, οι χτύποι της καρδιάς μου πληθαίνουν. Ο ακορντεονίστας τραβά την ανηφόρα τραγουδώντας μια ζεστή καντάδα για τον κρύο άνεμο. Κι εμένα μ' αρέσει να φαντάζομαι πως είναι για εμένα· που στέκομαι προσοχή σαν τον ακούω, που σταματάω τον χρόνο κι ανοίγω το παντζούρι για να μπουν στο σπίτι οι βρεγμένες του νότες όταν ολόκληρος κόσμος περιφέρεται γύρω του ασταμάτητα.
Σήμερα, λοιπόν, θα σου μαγειρέψω. Με τα πιο μαγικά και φρέσκα υλικά που μάζεψα πρωί πρωί για σένα θα σου φτιάξω το πιο νόστιμο φαΐ και θα το πασπαλίσω με νότες. Μετά θέλω να με πας σινεμά και στο διάλειμμα να φάμε μηλόπιτα ψάχνοντας μανιωδώς τα μικρά ελαττώματα που κάνουν την ταινία αυτή ανθρώπινη. Μέσα στην αίθουσα θα μου πιάνεις το χέρι κι εγώ θα νιώθω πως αυτός είναι ο παράδεισος -το σινεμά που μοιράζομαι μαζί σου, το δικό μου "σινεμά ο παράδεισος”. Και μετά θέλω να έρθουμε σπίτι, να με πάρεις μια αγκαλιά κι αυτός ο κόσμος που δεν κοιμάται ποτέ, αυτός ο κόσμος που όλο λαχανιάζει, να σταματήσει για μια νύχτα, να πάρει βαθειά ανάσα και να κυλιστεί μαζί μας στα πιο ανάλαφρα κι αρωματισμένα όνειρα.
Σήμερα φυσάει στους άοσμους δρόμους κι είναι σαν να μου φέρνει στο καλάθι του ποδηλάτου μαγικά υλικά για συνταγές πρωτόγνωρες. Έχω στάλες βροχής, τα πρώτα κόκκινα φύλλα που τίναξαν τα δέντρα από πάνω τους σαν ξύπνησαν από άνυδρο εφιάλτη και μπαχάρι υγρασίας -θα το βάλω στο τέλος για άρωμα. Ο καφές μου είναι γλυκός -ακριβώς όπως μ' αρέσει. Η κυρία που μου τον φτιάχνει κάθε πρωί σήμερα με θυμήθηκε· θυμήθηκε πως μ' αρέσει η ζάχαρη, μου χαμογέλασε κι έβαλε ένα κουταλάκι παραπάνω. Μαζί με τα δύο ευρώ τής έδωσα και το πιο φθινοπωρινό χαμόγελο που είχα. Έβγαλα την φόρμα μου με τα μακριά μπατζάκια -τέλος τα σορτσάκια- το σπίτι είναι κρύο πια κι ο ανεμιστήρας κοιτάει ανήμπορος την άδεια θέση του καλοκαιριού. Σήμερα θα διαβάσω -ο χρόνος ποτέ δεν είναι αρκετός αλλά σήμερα δεν τον φοβάμαι. Θα παίξω μαζί του, θα τον καλοπιάσω με αυτά που του αρέσουν κι εκείνος θα μου φερθεί καλά. Δεν θα κλείσω τα μάτια, δεν θα τρομάξω από δυο δείκτες, δεν θα λαχανιάσω κυνηγώντας.
“Πότε επιτέλους θα γίνεις παιδί της ηλικίας σου;” Τώρα, φίλε, σήμερα. Σήμερα είμαι εικοσιτεσσάρων Απριλίων και κάτι ψιλών, σήμερα νιώθω όμορφη, σήμερα δεν με στενοχωρεί τίποτα, σήμερα νιώθω το Σαββατοκύριακο να μου κλείνει το μάτι. Διάολε, είμαι εικοσιτεσσάρων ετών! Μπορώ να ονειρεύομαι πως η πραγματικότητα δεν θα με πλακώσει ποτέ, πως ο έρωτας κι η φιλία είναι αθάνατοι Highlanders, πως οι ρυτίδες είναι η απόδειξη μιας ολόκληρης ζωής, πως κάποτε θα ξυπνάω το πρωί αγκαλιασμένη από ένα κήπο με τα πιο περίεργα λουλούδια που θα έχει δει άνθρωπος, πως θα είμαι πάντα το μαγκάκι που λες πως αγαπάς γελώντας πονηρά! Δεν σου είπα, σήμερα θα μαγειρέψω με υλικά μαγικά! Πρέπει να προλάβω, σήμερα που ο χρόνος με αγαπά, πρέπει να προλάβω να κακομάθω τον μικρόκοσμό μου.
“We want the world and we want it... Nooooowwwww!” Ναι, Jim, στο υπόσχομαι, αυτόν τον κόσμο δεν τον χαρίζουμε σε κανέναν. Όποιος θέλει, "μολών λαβέ" και δεν θα πάρει τίποτα που να μην του αξίζει. Όμως, τον άλλον, αυτόν που είναι μόνο δικός μου, σήμερα θέλω να τον χαρίσω. Ρώγες σταφύλι σε ένα ξύλινο τελάρο μου σφυρίζουν “Τσιριτρί, τσιριτρό...”, στη χούφτα μου παίζουν σαν βόλοι και θυμάμαι τη γιαγιά. Πάλι η γιαγιά, το φάντασμά της είναι η αγάπη πάντα γύρω μου... Θυμάμαι τη γιαγιά να κολλάει χαρτάκια στα δάχτυλά της και να τα εξαφανίζει σαν λαγούς από καπέλα. Κι αυτός ο μαϊντανός γιατί μοιάζει τόσο με το σέλινο -στις μαγικές συνταγές μπορεί να είναι το ίδιο γιατί δεν έχω μάθει ακόμη να τα ξεχωρίζω; Θα πάρω και γλυκό -στο διάολο οι προσοχές. Αυτό με την κρέμα και τα κερασάκια, αυτό μ' αρέσει να μοιράζομαι από ένα κουτάλι. Κι ας είναι η σκόνη μισό μέτρο στη βιβλιοθήκη, κι ας είναι το πλυντήριο όλο άπλυτα γεμάτο, κι ας είναι τα παπούτσια μου φτιαγμένα σε ζευγάρια περίεργα -αλήθεια, πώς είναι να περπατάς φορώντας στο ένα πόδι αθλητικό και στ' άλλο τακούνι;- κι ας μου τέλειωσε η κανέλα. Σήμερα είναι η μέρα που θα με νοιάξει μόνο το χαμόγελο του κόσμου.
Τώρα είναι η ώρα που περνά από το πάρκο η γιαγιά με τον παχουλό της σκύλο. Θα κάτσει στο παγκάκι, θα τον χαϊδέψει, θα του ψιθυρίσει να μην απομακρυνθεί γιατί ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος για τα μικρά του ποδαράκια και μετά θα του λύσει το λουρί... Κι αυτός, αργά -σαν κάποιος που θέλει να γευτεί κάθε δευτερόλεπτο ελευθερίας- θα συρθεί μέχρι τα περιστέρια. Θα τα μυρίσει ευγενικά, εκείνα θα τρομάξουν, θα ανοίξουν τα φτερά τους κι αυτός θα καταλάβει πως αυτός ο κόσμος είναι πιο μικρός από όσο φαντάζεται η κυρά του.
Ο καπνός μου μυρίζει απ' τα χέρια που τον ξεδιάλεξαν κι εγώ φέρνω στο μυαλό μου εικόνες που δεν έζησα. Εικόνες με ανθρώπους που ήταν μάγοι στο να τον ψιλοκόβουν τότε που τα τσιγαρόχαρτα ήταν ροζ και για λίγους. Πώς τον έλεγαν εκείνον τον θείο που ανέβαινε από τη λίμνη σκυφτός κάθε απόγευμα σούρνοντας τα βήματά του; Θείος Γάκιας! Ναι, λοιπόν, ο θείος εκείνος καθόταν κάτω απ' τη μουριά, τράβαγε φύλλα απ' την κρεμάστρα κι έστριβε τσιγάρα χωρίς φίλτρο που στα ρουθούνια μου φάνταζαν η πιο νεραϊδίστικη μυρωδιά που υπάρχει.
“Σ' αγαπώ γιατί 'σαι ωραίαααα...” Οι φάλτσες νότες από το ακορντεόν που πλησιάζει σκαρφαλώνουν στ' αυτί μου, οι χτύποι της καρδιάς μου πληθαίνουν. Ο ακορντεονίστας τραβά την ανηφόρα τραγουδώντας μια ζεστή καντάδα για τον κρύο άνεμο. Κι εμένα μ' αρέσει να φαντάζομαι πως είναι για εμένα· που στέκομαι προσοχή σαν τον ακούω, που σταματάω τον χρόνο κι ανοίγω το παντζούρι για να μπουν στο σπίτι οι βρεγμένες του νότες όταν ολόκληρος κόσμος περιφέρεται γύρω του ασταμάτητα.
Σήμερα, λοιπόν, θα σου μαγειρέψω. Με τα πιο μαγικά και φρέσκα υλικά που μάζεψα πρωί πρωί για σένα θα σου φτιάξω το πιο νόστιμο φαΐ και θα το πασπαλίσω με νότες. Μετά θέλω να με πας σινεμά και στο διάλειμμα να φάμε μηλόπιτα ψάχνοντας μανιωδώς τα μικρά ελαττώματα που κάνουν την ταινία αυτή ανθρώπινη. Μέσα στην αίθουσα θα μου πιάνεις το χέρι κι εγώ θα νιώθω πως αυτός είναι ο παράδεισος -το σινεμά που μοιράζομαι μαζί σου, το δικό μου "σινεμά ο παράδεισος”. Και μετά θέλω να έρθουμε σπίτι, να με πάρεις μια αγκαλιά κι αυτός ο κόσμος που δεν κοιμάται ποτέ, αυτός ο κόσμος που όλο λαχανιάζει, να σταματήσει για μια νύχτα, να πάρει βαθειά ανάσα και να κυλιστεί μαζί μας στα πιο ανάλαφρα κι αρωματισμένα όνειρα.
Sunday, 16 September 2007
Της Αγίας Σημαίας και Ψηφοφόρων Μαρτύρων
Πρέπει να γράψεις. Τώρα. Πριν ξημερώσει. Πριν ανοίξουν οι κάλπες, πριν ανοίξουν τα παράθυρα, πριν συρθούμε σε έναν δρόμο φλυαρίας, υπερφίαλων δηλώσεων και κουτσομπολιού. Δεν νυστάζεις. Να, κλείσε τα βιβλία σου, στρίψε ένα τσιγάρο, βάλε μουσική και γράψε... Δεν προλαβαίνεις, δεν είναι ώρα για προβληματισμούς τώρα! Όχι, time out, αυτά θα τα γράψω.
Σε λίγες ώρες ανοίγουν οι κάλπες. Σχισμές που καταπίνουν την ανάγκη μας να νιώσουμε ότι κάπου συμμετέχουμε κι εμείς σε μια πολιτεία τόσο απομακρυσμένη και θαμπή. Σχισμές που ξεγελούν την πρωτόγονη ανάγκη μας για εξουσία. Απέχω. Για ακόμη μία φορά. Κι ας ταλανίστηκα πολύ. Δεν θέλω να με καταπιεί αυτή η σχισμή, δεν θέλω να συμμετέχω σε μια παρωδία, δεν θέλω να νιώθω Ελληνίδα με τέτοιον τρόπο. Δεν το ξέρω τον κύριο με τα παραπανίσια κιλά, δεν τον ξέρω τον κύριο που η φωνή του κι ο τρόπος που μιλά τώρα τελευταία κάποιον μου θυμίζουν, δεν τον ξέρω τον κύριο με το μπλέηζερ που ενώνεται με τους Πακιστανούς, δεν την ξέρω την κυρία που μοιάζει να έχει διακτινιστεί από την Ρωσία του '17, δεν τον ξέρω τον κύριο που απειλεί να μας προστατεύσει με ένα γάντι του μποξ. Δεν τους ξέρω όλους αυτούς, δεν τους ενόχλησα ποτέ μου, δεν τους ζήτησα ποτέ μου καμία χάρη. Με πήραν τηλέφωνο στις δωδεκάμιση το βράδυ να με καλέσουν σε συγκέντρωσή τους, μου μοίρασαν γυαλιστερά χαρτιά με πουδραρισμένα τα πρόσωπά τους πάνω τους, με πήραν να με ρωτήσουν την άποψή μου για πολιτικά θέματα θέλοντας να με κάνουν στατιστική.
Ποτέ δεν με ρώτησαν αν μπορώ να κυκλοφορήσω με το ποδήλατό μου σε αυτήν την πόλη. Ποτέ δεν με ρώτησαν αν μου φτάνει ο μισθός μου για να ζήσω. Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι το Πανεπιστήμιο ασφυκτιά κι αργοπεθαίνει μέσα στον κλοιό τους. Ποτέ δεν μου παρείχαν γυμναστήρια και γήπεδα για να αθληθώ. Ποτέ στο σχολείο μου δεν έλεγξαν τι έτρωγα και πώς διδασκόμουν. Ποτέ δεν τους ένοιαξε πόσες ώρες περίμενα έξω από την πόρτα ενός εξωτερικού ιατρείου. Ποτέ δεν σκέφτηκαν να φτιάξουν τους δρόμους που σπάω το αυτοκίνητό μου. Ποτέ δεν φύτεψαν ένα δέντρο στο πεζοδρόμιο που περπατάω.
Όχι, κάποιο λάθος έχει γίνει, δεν μιλάω την ίδια γλώσσα με αυτούς. Κι αυτοί, οι άλλοι, που κουνάνε σημαιάκια και ζουλάνε κόρνες σαν τους ακούνε να μιλούν... Όχι, σίγουρα έχει γίνει λάθος, δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν προσκυνάμε την ίδια σημαία, δεν ανήκουμε σε έναν τεράστιο εγκέφαλο όλοι εμείς. Άλλα πεζοδρόμια περπατάμε, σε άλλες δουλειές πηγαίνουμε κάθε πρωί, άλλο είναι το πράσινο που καταλαβαίνουμε, άλλο το γαλάζιο... Μα αυτός... Αυτός που μπαστακώθηκε σε μια θέση στο δημόσιο εξανδραποδίζοντας τον προκάτοχό του, αυτός που αγόρασε οικόπεδο μαύρο και πρόλαβε να το περιφράξει κιόλας, αυτός που προσπέρασε όλη την ουρά στο φανάρι και μπήκε πρώτος, αυτός που πάρκαρε πάνω στη διάβαση, αυτός που αγοράζει ντομάτες Βελγίου -1,60 το κιλό κι όλες ίδιες, στερημένες από την φαντασία της φύσης- και τσόντα στο περίπτερο, αυτός που πήγε στο γήπεδο κι έσπασε στο ξύλο καθίσματα κι ανθρώπους, αυτός που τον έβλεπα όλο το πρωί να πίνει καφέ κρύβοντας το βλέμμα του πίσω από τα μοδάτα μαύρα του γυαλιά -κι η γιαγιά περίμενε στο γραφείο του, αυτός που περιμένουν οι ασθενείς στοιβαγμένοι στα καθίσματα και κάθεται να μάθει το κουτσομπολιό για την Καλλιόπη τη νοσοκόμα, αυτός που τέλειωσε στη Ρουμανία σπουδές και τώρα περιμένει τηλέφωνο από το πολιτικό γραφείο να του αναγγείλουν τον απ' ευθείας διορισμό του... Μα αυτός κουνάει μια σημαία που μου 'παν ότι είναι και δικιά μου.
“Και τι σημαίνει δικιά μου, μπαμπά;” “Τίποτα παιδί μου. Τίποτα...” Τώρα κατάλαβα, μπαμπά. Δεν βγήκαμε όλοι από την ίδια πάστα. Και μετά μπερδέψαμε τα ντολμαδάκια και τη φασολάδα με τον γύρο και τα μιλκσέηκ και πάθαμε εντερικές διαταραχές. Την ίδια σημαία έχω κι εγώ, μπαμπά. Κι εμένα Ελληνίδα με λένε όταν πάω έξω. Κι εγώ ελληνικά μιλάω. Όμως, μπαμπά, να σου πω κάτι; Δεν μου λέει τίποτα αυτή η σημαία. Την βλέπω γαριασμένη πάνω στην Βουλή και δεν μου λέει τ-ί-π-ο-τ-α. Τι έχω μπαμπά; Είμαι κι εγώ απειλή; Όχι, δεν κατάλαβες, δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν. Αλλά, να...
Όταν ήμουν μικρή μας μάθαινε η δασκάλα “Της πατρίδας μου η σημαία έχει χρώμα γαλανό...”. Και παρόλο που μιλούσε για την σημαία εγώ ξεχνιόμουνα στην πρώτη λέξη. Στην “πατρίδα”. Και σκεφτόμουν τις θάλασσες που κολυμπούσα, τις εκδρομές στα βουνά, τις απογευματινές μας βόλτες στη Ρεματιά, την λίμνη στο χωριό, τα λουλούδια που μάζευα με τη μαμά την άνοιξη πίσω από το σπίτι μας, τα φαράγγι που διέσχισα στην πλάτη σου, το ποδόσφαιρο που παίζαμε με τους φίλους μου στην αλάνα πίσω από το σχολείο, στον παππού που πολέμησε σε χιονισμένα βουνά με τρύπιες κάλτσες κι έπαθε κρυοπαγήματα, στη γιαγιά που έστριβε το τσιγάρο της κάτω από τις ολάνθιστες πορτοκαλιές της στο περιβόλι μας και πότιζε κάθε πρωί τις καμέλιές της. Εκεί έμενε ο νους μου και δεν άκουγα τι έλεγε μετά για τη σημαία -ποτέ μου δεν έμαθα τι λέει μετά τον πρώτο στίχο αυτό το ποιηματάκι. Όμως, μπαμπά, δεν υπάρχουν πια όλα αυτά. Κι εγώ έχω πρόβλημα.
Από ό,τι καταλαβαίνω πρέπει πατρίδα μου να είναι γκρι δρόμοι, γκρι σπίτια, γκρι πεζοδρόμια, ένα ρολόι που ποτέ δεν σταματά, τριακόσια ευρώ στην αρχή κάθε μήνα στο πορτοφόλι, η “απόδειξις καταβολής ενοικίου -ευρώ τετρακόσια” την ίδια μέρα, ένα ποτήρι καφέ ισάξιο με τον μισθό ενός ανώτερου υπαλλήλου στην Αιθιοπία, φανάρια, σκυφτά κεφάλια, σακούλες γεμάτες με καρκίνο, τηλέφωνα που κουδουνίζουν πάντα, ποδήλατα που σαπίζουν σε υπόγεια, ξεκοκαλισμένες μπασκέτες σε φαγωμένα γήπεδα, τραμπουκισμός στον δρόμο, τραμπουκισμός στην δουλειά, τραμπουκισμός στην υπηρεσία, τραμπουκισμός στο Πανεπιστήμιο, ντομάτες ίδιες κι άχρωμες, συντηρητικά στον χυμό, ζαμπόν για τοστ με περιεκτικότητα 56% σε κρέας, λουλούδια που καταστρέφονται σε βεράντες καλυμμένα από παχιά λευκά στρώματα αρρώστιας...
Και δεν θέλω. Μ' ακούς; Δεν θέλω! Δεν την αγαπώ αυτήν την πατρίδα. Δεν είναι δική μου πατρίδα. Δεν με πονάει και δεν την πονάω. Δεν τους θέλω τους συμπατριώτες μου αυτούς. Περπατάνε σκυφτοί, σηκώνουν βλέμμα για να αρπαχτούν ή για να το ρίξουν λίγο αργότερα σε κάποιον αφ' υψηλού, μιλάνε μόνοι τους με κάτι καλώδια στ' αυτιά τους, κουνάνε σημαιάκια σε αυτούς που τους ληστεύουν, ρίχνουν χαρτάκια με σταυρούς σε σχισμές που την άλλη μέρα τους καταπίνουν, κλέβουν, τρέχουν, δεν ξέρουν και δεν θέλουν να μάθουν, πατάνε το “on” και πιστεύουν ό,τι τους πεις από ένα κουτί, δεν πήγαν ποτέ διακοπές στο βουνό ή σε ένα απόμερο νησί παρά αποζητούνε όλα τα κομφόρ και χαζεύουνε κώλους στην παραλία, δεν πάνε θέατρο ή σινεμά παρά γεμίζουνε με ακριβά γαρύφαλλα δωμάτια πνιγμένα στον καπνό και την παραφωνία. Και αδιαφορούν, μπαμπά. Το καταλαβαίνεις αυτό που σου λέω; ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ. Για όλα και όλους εκτός από τον εαυτό τους.
Όχι, μπαμπά, δεν πάω το πρωί να ψηφίσω. Την πατρίδα που αγάπησα δεν την ξέρουν αυτοί. Δεν της στεριώνουν τη σημαία ούτε της ρίχνουν μια στάλα νερό ν' ανθίσει. Δεν τους πιάνει το στομάχι τους από την τόση ομορφιά της ούτε καταλαβαίνουν τη γλώσσα της επαρχίας. Τους κοροϊδεύουν αυτούς τους ανθρώπους, τους λένε χωριάτες κι αγράμματους και τους μιλάνε για σχέδια ανάπτυξης -ανάπτυξη για αυτούς είναι να εξαφανιστούν τα χρώματα κι οι γεύσεις και τα αρώματα μπαμπά! Δεν είναι δική μου η σημαία. Ποτέ δεν ήταν. Ένα πανί έβλεπα σε αυτήν και πίστευα πως η εικονολατρεία είχε πεθάνει αιώνες πριν. Όμως έσφαλα. Ζώα είμαστε κατά βάθος -ταύροι που βλέπουν μόνο σημαία κι ορμάνε χωρίς να βλέπουν τα κοντάρια από πίσω. Μια αρένα μας δόθηκε ρε πατέρα· μια αρένα και μας έριξαν όλους μέσα...
Θέλω να φύγω... Αλλά πάλι εδώ είναι όλα αυτά που αγάπησα πρώτα και πιο βαθειά στη ζωή μου. Εδώ είναι ακόμη άνθρωποι που ερωτεύονται, που χαμογελούν κι ας μην σε ξέρουν, που σηκώνονται για να κάτσει η γερόντισσα, που την ψάχνουν καλλιτεχνικά κι ας μην τους βοηθάει κανείς, που παλεύουν για παιδεία κι ας τρώνε ξύλο και μπουντρούμιασμα, που σε κερνάνε καφέ στην πλατεία ρωτώντας τι κάνει η Αθήνα, που σε μαθαίνουν τους αέρηδες και πώς να καταλαβαίνεις τον καιρό, που χτίζουνε τα σπίτια τους με ιδρώτα, που επιμένουν και το παλεύουν μέχρι τέλους κι ας φαίνονται όλα εναντίον τους. Να, για να δεις, απόψε η εθνική μας ομάδα στο μπάσκετ έπαιξε ημιτελικό. Και δεν τα παράτησε μπαμπά, δεν έπαιξε βρώμικα όπως οι αντίπαλοι, δεν απογοητεύτηκε καμία στιγμή, δεν γκρίνιαξε για την αδικία. Και ξέρεις πόσοι αύριο θα χαρούν που θα τους δουν να επιστρέφουν χωρίς τρόπαιο; Ουουουουου, αμέτρητοι που περιμένουν κάθε φορά στη γωνία για ένα παραστράτημα. Όμως, όλοι αυτοί δεν κατάλαβαν ποτέ ότι το κεφάλι είναι πάντα στητό όταν παλεύεις, όταν δεν χρωστάς σε κανέναν, όταν δεν πουλιέσαι φτηνά, όταν βλέπεις την ομορφιά των πραγμάτων, όταν είσαι ερωτευμένος με ανθρώπους και πράγματα.
Υπάρχει κάποια πατρίδα και για 'μένα ακόμη, ε μπαμπά; Μια πατρίδα που παλεύει να επιβιώσει χωρίς να βάζει τρικλοποδιές, μια πατρίδα που θέλει να αναστήσει καμένες ψυχές και πνεύματα της φύσης, μια πατρίδα που ακόμη ξέρει να ερωτεύεται και να γελά, μια πατρίδα που δημιουργεί αντί να καταστρέφει. Μια πατρίδα που δεν έχει πάψει να νιώθει , που ακόμη νοιάζεται. Αυτήν την πατρίδα μου την καίνε, την ξεπουλάνε όσο όσο, την αφήνουν να ερημώνει, την δέρνουν, την βάζουν τιμωρία στη γωνία, μόνη της -μακριά από τους άλλους που αγαπάνε την σημαία, που την κουνάνε ζωηρά σε πλατείες και πάρκα, που την κρεμάνε στο μπαλκόνι τους στις εθνικές επετείους κι όταν η εθνική ομάδα βγαίνει πρώτη. Ποτέ, όμως, όταν βγαίνει από δεύτερη και κάτω. Δεν έμαθαν να χάνουν ποτέ τους αλήθεια; Στα παιχνίδια τους δεν υπάρχει ήττα, ούτε νίκη, ούτε ισοπαλία. Αυτά υπάρχουν στην αξιοπρέπεια κι αυτοί τέτοια λέξη δεν έμαθαν ποτέ τους.
Για αυτό σου λέω. Δεν πάω πουθενά σήμερα. Δεν μου άρεσαν ποτέ τα παραμύθια -θυμάσαι;, ούτε ένα δεν σου έχω ζητήσει- και δεν ανήκω σε κανέναν εκλογικό κατάλογο. Είναι εκλογές άλλης πατρίδας αυτές, άλλων ανθρώπων, άλλης σημαίας. Γίνονται σε μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνω· μια γλώσσα υποσχέσεων που ποτέ δεν πίστεψα και στην έλλειψη περιεχομένου έρχεται η οχλοβοή να καλύψει τις κραυγές που ακούγονται από τα “άλλα” στόματα. Ασφυκτιώ, μπαμπά, κι αγωνιώ. Πως κάποτε θα καταφέρουν όλους να μας κάνουν να αγαπάμε την δική τους σημαία. Και τώρα, που δεν τα καταφέρνουν ακόμη εντελώς καλά, νοιώθω πως με εκβιάζουν. Να βαδίσω στη σχισμή και να τους στηρίξω για να μην με ξανατιμωρήσουν με εκλογές.
Για αυτό σου λέω. Σίγουρα κάποιο λάθος έχει γίνει. Έμαθα να μην υποκύπτω σε εκβιασμούς και να μην χαρίζομαι σε όσους με αδικούν. Έμαθα να υπερασπίζομαι ό,τι αγαπώ κι όχι να το ξεπουλάω για φτηνές υποσχέσεις και άχρωμες λύσεις. Έμαθα ότι η σημαία είναι ένα πανί. Κανείς δεν πολέμησε για ένα πανί. Για ό,τι συμβολίζει αυτό πολέμησαν όσοι το έκαναν. Για μια πατρίδα που αγαπούσαν και καταλάβαιναν, μία γη που τους έτρεφε και μια θάλασσα που τους ημέρευε. Όχι, η δική μου πατρίδα δεν έχει εκλογές σήμερα. Η δική μου πατρίδα βρίσκεται σε πένθος και προσπαθεί να αναστήσει ό,τι απέμεινε από αυτό που αγάπησε. Η δική μου πατρίδα σήμερα νιώθει περήφανη για την εθνική της ομάδα στο μπάσκετ. Η δική μου πατρίδα κρατάει τη σημαία της πάντα ψηλά, κι όταν δεν υπάρχει όχλος και προβολείς. Η δική μου πατρίδα καταλαβαίνει από έρωτα και δημιουργία και θάνατο. Όχι από παραμύθια και πλαστά διαβατήρια για πολυτέλειες που βασίστηκαν σε αίμα.
Επιτρέψτε μου να αφιερώσω το κείμενο αυτό στον Καιρό. Το κείμενό του αυτό είναι ό,τι πιο δυνατό διάβασα εδώ και πολύ καιρό. Το κείμενο αυτό με έκανε να θέλω να γράψω για την δική μου πατρίδα.
Σε λίγες ώρες ανοίγουν οι κάλπες. Σχισμές που καταπίνουν την ανάγκη μας να νιώσουμε ότι κάπου συμμετέχουμε κι εμείς σε μια πολιτεία τόσο απομακρυσμένη και θαμπή. Σχισμές που ξεγελούν την πρωτόγονη ανάγκη μας για εξουσία. Απέχω. Για ακόμη μία φορά. Κι ας ταλανίστηκα πολύ. Δεν θέλω να με καταπιεί αυτή η σχισμή, δεν θέλω να συμμετέχω σε μια παρωδία, δεν θέλω να νιώθω Ελληνίδα με τέτοιον τρόπο. Δεν το ξέρω τον κύριο με τα παραπανίσια κιλά, δεν τον ξέρω τον κύριο που η φωνή του κι ο τρόπος που μιλά τώρα τελευταία κάποιον μου θυμίζουν, δεν τον ξέρω τον κύριο με το μπλέηζερ που ενώνεται με τους Πακιστανούς, δεν την ξέρω την κυρία που μοιάζει να έχει διακτινιστεί από την Ρωσία του '17, δεν τον ξέρω τον κύριο που απειλεί να μας προστατεύσει με ένα γάντι του μποξ. Δεν τους ξέρω όλους αυτούς, δεν τους ενόχλησα ποτέ μου, δεν τους ζήτησα ποτέ μου καμία χάρη. Με πήραν τηλέφωνο στις δωδεκάμιση το βράδυ να με καλέσουν σε συγκέντρωσή τους, μου μοίρασαν γυαλιστερά χαρτιά με πουδραρισμένα τα πρόσωπά τους πάνω τους, με πήραν να με ρωτήσουν την άποψή μου για πολιτικά θέματα θέλοντας να με κάνουν στατιστική.
Ποτέ δεν με ρώτησαν αν μπορώ να κυκλοφορήσω με το ποδήλατό μου σε αυτήν την πόλη. Ποτέ δεν με ρώτησαν αν μου φτάνει ο μισθός μου για να ζήσω. Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι το Πανεπιστήμιο ασφυκτιά κι αργοπεθαίνει μέσα στον κλοιό τους. Ποτέ δεν μου παρείχαν γυμναστήρια και γήπεδα για να αθληθώ. Ποτέ στο σχολείο μου δεν έλεγξαν τι έτρωγα και πώς διδασκόμουν. Ποτέ δεν τους ένοιαξε πόσες ώρες περίμενα έξω από την πόρτα ενός εξωτερικού ιατρείου. Ποτέ δεν σκέφτηκαν να φτιάξουν τους δρόμους που σπάω το αυτοκίνητό μου. Ποτέ δεν φύτεψαν ένα δέντρο στο πεζοδρόμιο που περπατάω.
Όχι, κάποιο λάθος έχει γίνει, δεν μιλάω την ίδια γλώσσα με αυτούς. Κι αυτοί, οι άλλοι, που κουνάνε σημαιάκια και ζουλάνε κόρνες σαν τους ακούνε να μιλούν... Όχι, σίγουρα έχει γίνει λάθος, δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν προσκυνάμε την ίδια σημαία, δεν ανήκουμε σε έναν τεράστιο εγκέφαλο όλοι εμείς. Άλλα πεζοδρόμια περπατάμε, σε άλλες δουλειές πηγαίνουμε κάθε πρωί, άλλο είναι το πράσινο που καταλαβαίνουμε, άλλο το γαλάζιο... Μα αυτός... Αυτός που μπαστακώθηκε σε μια θέση στο δημόσιο εξανδραποδίζοντας τον προκάτοχό του, αυτός που αγόρασε οικόπεδο μαύρο και πρόλαβε να το περιφράξει κιόλας, αυτός που προσπέρασε όλη την ουρά στο φανάρι και μπήκε πρώτος, αυτός που πάρκαρε πάνω στη διάβαση, αυτός που αγοράζει ντομάτες Βελγίου -1,60 το κιλό κι όλες ίδιες, στερημένες από την φαντασία της φύσης- και τσόντα στο περίπτερο, αυτός που πήγε στο γήπεδο κι έσπασε στο ξύλο καθίσματα κι ανθρώπους, αυτός που τον έβλεπα όλο το πρωί να πίνει καφέ κρύβοντας το βλέμμα του πίσω από τα μοδάτα μαύρα του γυαλιά -κι η γιαγιά περίμενε στο γραφείο του, αυτός που περιμένουν οι ασθενείς στοιβαγμένοι στα καθίσματα και κάθεται να μάθει το κουτσομπολιό για την Καλλιόπη τη νοσοκόμα, αυτός που τέλειωσε στη Ρουμανία σπουδές και τώρα περιμένει τηλέφωνο από το πολιτικό γραφείο να του αναγγείλουν τον απ' ευθείας διορισμό του... Μα αυτός κουνάει μια σημαία που μου 'παν ότι είναι και δικιά μου.
“Και τι σημαίνει δικιά μου, μπαμπά;” “Τίποτα παιδί μου. Τίποτα...” Τώρα κατάλαβα, μπαμπά. Δεν βγήκαμε όλοι από την ίδια πάστα. Και μετά μπερδέψαμε τα ντολμαδάκια και τη φασολάδα με τον γύρο και τα μιλκσέηκ και πάθαμε εντερικές διαταραχές. Την ίδια σημαία έχω κι εγώ, μπαμπά. Κι εμένα Ελληνίδα με λένε όταν πάω έξω. Κι εγώ ελληνικά μιλάω. Όμως, μπαμπά, να σου πω κάτι; Δεν μου λέει τίποτα αυτή η σημαία. Την βλέπω γαριασμένη πάνω στην Βουλή και δεν μου λέει τ-ί-π-ο-τ-α. Τι έχω μπαμπά; Είμαι κι εγώ απειλή; Όχι, δεν κατάλαβες, δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν. Αλλά, να...
Όταν ήμουν μικρή μας μάθαινε η δασκάλα “Της πατρίδας μου η σημαία έχει χρώμα γαλανό...”. Και παρόλο που μιλούσε για την σημαία εγώ ξεχνιόμουνα στην πρώτη λέξη. Στην “πατρίδα”. Και σκεφτόμουν τις θάλασσες που κολυμπούσα, τις εκδρομές στα βουνά, τις απογευματινές μας βόλτες στη Ρεματιά, την λίμνη στο χωριό, τα λουλούδια που μάζευα με τη μαμά την άνοιξη πίσω από το σπίτι μας, τα φαράγγι που διέσχισα στην πλάτη σου, το ποδόσφαιρο που παίζαμε με τους φίλους μου στην αλάνα πίσω από το σχολείο, στον παππού που πολέμησε σε χιονισμένα βουνά με τρύπιες κάλτσες κι έπαθε κρυοπαγήματα, στη γιαγιά που έστριβε το τσιγάρο της κάτω από τις ολάνθιστες πορτοκαλιές της στο περιβόλι μας και πότιζε κάθε πρωί τις καμέλιές της. Εκεί έμενε ο νους μου και δεν άκουγα τι έλεγε μετά για τη σημαία -ποτέ μου δεν έμαθα τι λέει μετά τον πρώτο στίχο αυτό το ποιηματάκι. Όμως, μπαμπά, δεν υπάρχουν πια όλα αυτά. Κι εγώ έχω πρόβλημα.
Από ό,τι καταλαβαίνω πρέπει πατρίδα μου να είναι γκρι δρόμοι, γκρι σπίτια, γκρι πεζοδρόμια, ένα ρολόι που ποτέ δεν σταματά, τριακόσια ευρώ στην αρχή κάθε μήνα στο πορτοφόλι, η “απόδειξις καταβολής ενοικίου -ευρώ τετρακόσια” την ίδια μέρα, ένα ποτήρι καφέ ισάξιο με τον μισθό ενός ανώτερου υπαλλήλου στην Αιθιοπία, φανάρια, σκυφτά κεφάλια, σακούλες γεμάτες με καρκίνο, τηλέφωνα που κουδουνίζουν πάντα, ποδήλατα που σαπίζουν σε υπόγεια, ξεκοκαλισμένες μπασκέτες σε φαγωμένα γήπεδα, τραμπουκισμός στον δρόμο, τραμπουκισμός στην δουλειά, τραμπουκισμός στην υπηρεσία, τραμπουκισμός στο Πανεπιστήμιο, ντομάτες ίδιες κι άχρωμες, συντηρητικά στον χυμό, ζαμπόν για τοστ με περιεκτικότητα 56% σε κρέας, λουλούδια που καταστρέφονται σε βεράντες καλυμμένα από παχιά λευκά στρώματα αρρώστιας...
Και δεν θέλω. Μ' ακούς; Δεν θέλω! Δεν την αγαπώ αυτήν την πατρίδα. Δεν είναι δική μου πατρίδα. Δεν με πονάει και δεν την πονάω. Δεν τους θέλω τους συμπατριώτες μου αυτούς. Περπατάνε σκυφτοί, σηκώνουν βλέμμα για να αρπαχτούν ή για να το ρίξουν λίγο αργότερα σε κάποιον αφ' υψηλού, μιλάνε μόνοι τους με κάτι καλώδια στ' αυτιά τους, κουνάνε σημαιάκια σε αυτούς που τους ληστεύουν, ρίχνουν χαρτάκια με σταυρούς σε σχισμές που την άλλη μέρα τους καταπίνουν, κλέβουν, τρέχουν, δεν ξέρουν και δεν θέλουν να μάθουν, πατάνε το “on” και πιστεύουν ό,τι τους πεις από ένα κουτί, δεν πήγαν ποτέ διακοπές στο βουνό ή σε ένα απόμερο νησί παρά αποζητούνε όλα τα κομφόρ και χαζεύουνε κώλους στην παραλία, δεν πάνε θέατρο ή σινεμά παρά γεμίζουνε με ακριβά γαρύφαλλα δωμάτια πνιγμένα στον καπνό και την παραφωνία. Και αδιαφορούν, μπαμπά. Το καταλαβαίνεις αυτό που σου λέω; ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ. Για όλα και όλους εκτός από τον εαυτό τους.
Όχι, μπαμπά, δεν πάω το πρωί να ψηφίσω. Την πατρίδα που αγάπησα δεν την ξέρουν αυτοί. Δεν της στεριώνουν τη σημαία ούτε της ρίχνουν μια στάλα νερό ν' ανθίσει. Δεν τους πιάνει το στομάχι τους από την τόση ομορφιά της ούτε καταλαβαίνουν τη γλώσσα της επαρχίας. Τους κοροϊδεύουν αυτούς τους ανθρώπους, τους λένε χωριάτες κι αγράμματους και τους μιλάνε για σχέδια ανάπτυξης -ανάπτυξη για αυτούς είναι να εξαφανιστούν τα χρώματα κι οι γεύσεις και τα αρώματα μπαμπά! Δεν είναι δική μου η σημαία. Ποτέ δεν ήταν. Ένα πανί έβλεπα σε αυτήν και πίστευα πως η εικονολατρεία είχε πεθάνει αιώνες πριν. Όμως έσφαλα. Ζώα είμαστε κατά βάθος -ταύροι που βλέπουν μόνο σημαία κι ορμάνε χωρίς να βλέπουν τα κοντάρια από πίσω. Μια αρένα μας δόθηκε ρε πατέρα· μια αρένα και μας έριξαν όλους μέσα...
Θέλω να φύγω... Αλλά πάλι εδώ είναι όλα αυτά που αγάπησα πρώτα και πιο βαθειά στη ζωή μου. Εδώ είναι ακόμη άνθρωποι που ερωτεύονται, που χαμογελούν κι ας μην σε ξέρουν, που σηκώνονται για να κάτσει η γερόντισσα, που την ψάχνουν καλλιτεχνικά κι ας μην τους βοηθάει κανείς, που παλεύουν για παιδεία κι ας τρώνε ξύλο και μπουντρούμιασμα, που σε κερνάνε καφέ στην πλατεία ρωτώντας τι κάνει η Αθήνα, που σε μαθαίνουν τους αέρηδες και πώς να καταλαβαίνεις τον καιρό, που χτίζουνε τα σπίτια τους με ιδρώτα, που επιμένουν και το παλεύουν μέχρι τέλους κι ας φαίνονται όλα εναντίον τους. Να, για να δεις, απόψε η εθνική μας ομάδα στο μπάσκετ έπαιξε ημιτελικό. Και δεν τα παράτησε μπαμπά, δεν έπαιξε βρώμικα όπως οι αντίπαλοι, δεν απογοητεύτηκε καμία στιγμή, δεν γκρίνιαξε για την αδικία. Και ξέρεις πόσοι αύριο θα χαρούν που θα τους δουν να επιστρέφουν χωρίς τρόπαιο; Ουουουουου, αμέτρητοι που περιμένουν κάθε φορά στη γωνία για ένα παραστράτημα. Όμως, όλοι αυτοί δεν κατάλαβαν ποτέ ότι το κεφάλι είναι πάντα στητό όταν παλεύεις, όταν δεν χρωστάς σε κανέναν, όταν δεν πουλιέσαι φτηνά, όταν βλέπεις την ομορφιά των πραγμάτων, όταν είσαι ερωτευμένος με ανθρώπους και πράγματα.
Υπάρχει κάποια πατρίδα και για 'μένα ακόμη, ε μπαμπά; Μια πατρίδα που παλεύει να επιβιώσει χωρίς να βάζει τρικλοποδιές, μια πατρίδα που θέλει να αναστήσει καμένες ψυχές και πνεύματα της φύσης, μια πατρίδα που ακόμη ξέρει να ερωτεύεται και να γελά, μια πατρίδα που δημιουργεί αντί να καταστρέφει. Μια πατρίδα που δεν έχει πάψει να νιώθει , που ακόμη νοιάζεται. Αυτήν την πατρίδα μου την καίνε, την ξεπουλάνε όσο όσο, την αφήνουν να ερημώνει, την δέρνουν, την βάζουν τιμωρία στη γωνία, μόνη της -μακριά από τους άλλους που αγαπάνε την σημαία, που την κουνάνε ζωηρά σε πλατείες και πάρκα, που την κρεμάνε στο μπαλκόνι τους στις εθνικές επετείους κι όταν η εθνική ομάδα βγαίνει πρώτη. Ποτέ, όμως, όταν βγαίνει από δεύτερη και κάτω. Δεν έμαθαν να χάνουν ποτέ τους αλήθεια; Στα παιχνίδια τους δεν υπάρχει ήττα, ούτε νίκη, ούτε ισοπαλία. Αυτά υπάρχουν στην αξιοπρέπεια κι αυτοί τέτοια λέξη δεν έμαθαν ποτέ τους.
Για αυτό σου λέω. Δεν πάω πουθενά σήμερα. Δεν μου άρεσαν ποτέ τα παραμύθια -θυμάσαι;, ούτε ένα δεν σου έχω ζητήσει- και δεν ανήκω σε κανέναν εκλογικό κατάλογο. Είναι εκλογές άλλης πατρίδας αυτές, άλλων ανθρώπων, άλλης σημαίας. Γίνονται σε μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνω· μια γλώσσα υποσχέσεων που ποτέ δεν πίστεψα και στην έλλειψη περιεχομένου έρχεται η οχλοβοή να καλύψει τις κραυγές που ακούγονται από τα “άλλα” στόματα. Ασφυκτιώ, μπαμπά, κι αγωνιώ. Πως κάποτε θα καταφέρουν όλους να μας κάνουν να αγαπάμε την δική τους σημαία. Και τώρα, που δεν τα καταφέρνουν ακόμη εντελώς καλά, νοιώθω πως με εκβιάζουν. Να βαδίσω στη σχισμή και να τους στηρίξω για να μην με ξανατιμωρήσουν με εκλογές.
Για αυτό σου λέω. Σίγουρα κάποιο λάθος έχει γίνει. Έμαθα να μην υποκύπτω σε εκβιασμούς και να μην χαρίζομαι σε όσους με αδικούν. Έμαθα να υπερασπίζομαι ό,τι αγαπώ κι όχι να το ξεπουλάω για φτηνές υποσχέσεις και άχρωμες λύσεις. Έμαθα ότι η σημαία είναι ένα πανί. Κανείς δεν πολέμησε για ένα πανί. Για ό,τι συμβολίζει αυτό πολέμησαν όσοι το έκαναν. Για μια πατρίδα που αγαπούσαν και καταλάβαιναν, μία γη που τους έτρεφε και μια θάλασσα που τους ημέρευε. Όχι, η δική μου πατρίδα δεν έχει εκλογές σήμερα. Η δική μου πατρίδα βρίσκεται σε πένθος και προσπαθεί να αναστήσει ό,τι απέμεινε από αυτό που αγάπησε. Η δική μου πατρίδα σήμερα νιώθει περήφανη για την εθνική της ομάδα στο μπάσκετ. Η δική μου πατρίδα κρατάει τη σημαία της πάντα ψηλά, κι όταν δεν υπάρχει όχλος και προβολείς. Η δική μου πατρίδα καταλαβαίνει από έρωτα και δημιουργία και θάνατο. Όχι από παραμύθια και πλαστά διαβατήρια για πολυτέλειες που βασίστηκαν σε αίμα.
Επιτρέψτε μου να αφιερώσω το κείμενο αυτό στον Καιρό. Το κείμενό του αυτό είναι ό,τι πιο δυνατό διάβασα εδώ και πολύ καιρό. Το κείμενο αυτό με έκανε να θέλω να γράψω για την δική μου πατρίδα.
Thursday, 13 September 2007
Tuesday, 11 September 2007
Έναρξις σχολικού έτους
Ξυπνάς, είναι νωρίς ακόμη, η ανάσα λαχανιασμένη. Όχι, το τέρας δεν αναπνέει δίπλα σου. Αναπνέει μέσα σου κάθε φορά που κλείνεις τα μάτια. Αν τα κλείσεις πάλι θα ξυπνήσει, θα έρθει να στοιχειώσει ό, τι έλπιζες να συναντήσεις στα σκοτάδια. Κουβαλάει εγκαύματα και σε κοιτάζει μέσα από τις γάζες με τις σάρκες του να λιώνουν και να στάζουν πάνω σου καυτό δέρμα. Πρέπει να ξυπνήσεις αλλιώς σε λίγο θα βρεθείς να χορεύεις με ένα τέρας σ' ένα ξύλινο σπίτι πνιγμένο στα χορτάρια.
Φοράω την μπλούζα μου, το σπίτι είναι πάντα κρύο όταν δραπετεύεις από εφιάλτες. Το σπίτι είναι πάντα κρύο όταν είναι πρωί και τον καφέ τον μοιράζεσαι με το γυάλινο γραφείο. Απόφαση: σήμερα θα φάω πρωινό. Σήμερα θα φάω πρωινό χαζεύοντας. On. Σε πέντε μέρες έχουμε εκλογές, περίεργα πλήθη ανεμίζουν σημαίες μιας πατρίδας άγνωστης, στην Ηλεία ακόμη μετρούν, μήκος επί πλάτος, απουσίες σπιτιών, απουσίες ανθρώπων, απουσία χρώματος, μυρωδιά καμένου ζώου, μπουκάλια νερό, κερασιά, ένας δήμαρχος έβαλε φωτιά σε ό,τι τον έκανε ένοχο, ποιος δεν βάζει φωτιά σε ό,τι τον καίει;
Κι εγώ, αποσβολωμένη στα μαξιλάρια μου που μυρίζουν καπνό το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι πως σήμερα ο μήνας έχει έντεκα. Είναι έντεκα Σεπτεμβρίου και η μαμά θα με ξυπνήσει να πάω σχολείο. Θα πλησιάσει τα χείλη της στο αυτί μου, θα χαϊδέψει το κεφάλι μου και θα σιγοτραγουδήσει εκείνη την αστεία μελωδία που έχει φτιάξει μόνη της χρόνια τώρα: “Σήμερα παιδιά αρχίζει το σχολείο, σήμερα παιδιά το νηπιαγωγείο!”... Θα σηκωθώ μουρμουρίζοντας, θα βγάλει καινούριες ξυλομπογιές από ένα χάρτινο πολύχρωμο περιτύλιγμα, θα μου φτιάξει γάλα και δυο φέτες ψωμί με μέλι, θα μου δέσει τα κορδόνια από τα καινούρια μου παπούτσια, θα με αγκαλιάσει κι εγώ θα χαθώ στο άρωμά της, θα μου ανακατέψει τις μπούκλες μου και θα φύγει. Θα πάρω τον δρόμο με τις πορτοκαλιές, θα φτάσω σε μια αυλή σχολείου κι όλοι μου οι φίλοι θα είναι εκεί, η Στέλλα δεν θα έχει πεθάνει, η δασκάλα μας θα χαμογελάει όλη μέρα και θα μας ρωτάει πώς περάσαμε, η μυρωδιά από τα καινούρια μου βιβλία θα είναι ό,τι ωραιότερο μύρισα τον τελευταίο καιρό, θα προλάβω το καλύτερο θρανίο στην τάξη, στο διάλειμμα θα φάω κουλούρι με σουσάμι και θα παίξω μπάσκετ...
Σήμερα είναι έντεκα Σεπτεμβρίου, κι εγώ κάθομαι στο κρύο μου γραφείο, ο καφές κρυώνει, ο καπνός μου τελειώνει και τίποτα δεν αρχίζει. Πώς ξέρεις αν έχεις φτάσει το σημείο που όλα συνεχίζουν; Που τίποτα δεν αρχίζει; Πιάνω την μαριονέτα μου και κουνάω νευρικά τα σχοινιά της, γράφει σε έναν μεταλλικό κρύο υπολογιστή εργασίες βγαλμένες από άνευρες χημικές ενώσεις. Νυστάζω, φοβάμαι, πλήττω, ονειρεύομαι. Δεν γυρίζω πίσω σε αυτά τα σεντόνια, εκεί με περιμένουν τέρατα και κυνηγητό και θάνατος και κλάμα. Πόσες σκέψεις επιτρέπεται ο άνθρωπος να κάνει κάθε μέρα; Πόσα συναισθήματα να νιώθει; Εγώ που προσπαθώ να μην νιώθω τι είμαι; Αν νιώσω θα βγω να πιω εκείνον τον καφέ που θέλω καιρό. Θα κάνω εκείνη την αποτρίχωση και το βράδυ θα φορέσω την φούστα μου την μαύρη. Θα πάω σινεμά, να προλάβω τα θερινά, όλες οι ταινίες είναι πιο όμορφες πασπαλισμένες με μπύρα κι αστέρια. Θα τελειώσω βιβλία που βρήκαν πρόωρα την θέση τους στο ράφι της βιβλιοθήκης. Θα φτιάξω εκείνη την τούρτα που σου χρωστάω βδομάδες τώρα. Θα νιώσω τύψεις που σε έναν κόσμο τόσο σκληρό, τόσο εγωιστικό, τόσο παράλογο, τόσο γρήγορο εγώ σταμάτησα μία στιγμή για να προσέξω εμένα -μόνο εμένα και κανέναν άλλον, ο κόσμος μου έγινα εγώ.
Όχι, δεν επιτρέπεται να νιώσω. Θα φτιάξω καινούριο καφέ, θα κάτσω ήσυχα ήσυχα στο γραφείο μου, θα ανοίξω τα βιβλία μου, θα ανεβάσω τα πόδια μου στην καρέκλα και θα παλέψω με νύχια και με δόντια να φέρω το μυαλό μου εδώ. Θα το μαζέψω, κομμάτι κομμάτι, θα φτιάξω ένα παζλ και το βράδυ θα το διαλύσω ξανά, θα συρθώ μέχρι το κρεβάτι που τρίζει, θα γλιστρήσω στα σεντόνια και ξέρω πως, απρόσκλητοι πάλι, θα μου κάνουν παρέα οι εφιάλτες. Μαμά, οι εφιάλτες κοιμούνται την ημέρα ή την νύχτα;
Φοράω την μπλούζα μου, το σπίτι είναι πάντα κρύο όταν δραπετεύεις από εφιάλτες. Το σπίτι είναι πάντα κρύο όταν είναι πρωί και τον καφέ τον μοιράζεσαι με το γυάλινο γραφείο. Απόφαση: σήμερα θα φάω πρωινό. Σήμερα θα φάω πρωινό χαζεύοντας. On. Σε πέντε μέρες έχουμε εκλογές, περίεργα πλήθη ανεμίζουν σημαίες μιας πατρίδας άγνωστης, στην Ηλεία ακόμη μετρούν, μήκος επί πλάτος, απουσίες σπιτιών, απουσίες ανθρώπων, απουσία χρώματος, μυρωδιά καμένου ζώου, μπουκάλια νερό, κερασιά, ένας δήμαρχος έβαλε φωτιά σε ό,τι τον έκανε ένοχο, ποιος δεν βάζει φωτιά σε ό,τι τον καίει;
Κι εγώ, αποσβολωμένη στα μαξιλάρια μου που μυρίζουν καπνό το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι πως σήμερα ο μήνας έχει έντεκα. Είναι έντεκα Σεπτεμβρίου και η μαμά θα με ξυπνήσει να πάω σχολείο. Θα πλησιάσει τα χείλη της στο αυτί μου, θα χαϊδέψει το κεφάλι μου και θα σιγοτραγουδήσει εκείνη την αστεία μελωδία που έχει φτιάξει μόνη της χρόνια τώρα: “Σήμερα παιδιά αρχίζει το σχολείο, σήμερα παιδιά το νηπιαγωγείο!”... Θα σηκωθώ μουρμουρίζοντας, θα βγάλει καινούριες ξυλομπογιές από ένα χάρτινο πολύχρωμο περιτύλιγμα, θα μου φτιάξει γάλα και δυο φέτες ψωμί με μέλι, θα μου δέσει τα κορδόνια από τα καινούρια μου παπούτσια, θα με αγκαλιάσει κι εγώ θα χαθώ στο άρωμά της, θα μου ανακατέψει τις μπούκλες μου και θα φύγει. Θα πάρω τον δρόμο με τις πορτοκαλιές, θα φτάσω σε μια αυλή σχολείου κι όλοι μου οι φίλοι θα είναι εκεί, η Στέλλα δεν θα έχει πεθάνει, η δασκάλα μας θα χαμογελάει όλη μέρα και θα μας ρωτάει πώς περάσαμε, η μυρωδιά από τα καινούρια μου βιβλία θα είναι ό,τι ωραιότερο μύρισα τον τελευταίο καιρό, θα προλάβω το καλύτερο θρανίο στην τάξη, στο διάλειμμα θα φάω κουλούρι με σουσάμι και θα παίξω μπάσκετ...
Σήμερα είναι έντεκα Σεπτεμβρίου, κι εγώ κάθομαι στο κρύο μου γραφείο, ο καφές κρυώνει, ο καπνός μου τελειώνει και τίποτα δεν αρχίζει. Πώς ξέρεις αν έχεις φτάσει το σημείο που όλα συνεχίζουν; Που τίποτα δεν αρχίζει; Πιάνω την μαριονέτα μου και κουνάω νευρικά τα σχοινιά της, γράφει σε έναν μεταλλικό κρύο υπολογιστή εργασίες βγαλμένες από άνευρες χημικές ενώσεις. Νυστάζω, φοβάμαι, πλήττω, ονειρεύομαι. Δεν γυρίζω πίσω σε αυτά τα σεντόνια, εκεί με περιμένουν τέρατα και κυνηγητό και θάνατος και κλάμα. Πόσες σκέψεις επιτρέπεται ο άνθρωπος να κάνει κάθε μέρα; Πόσα συναισθήματα να νιώθει; Εγώ που προσπαθώ να μην νιώθω τι είμαι; Αν νιώσω θα βγω να πιω εκείνον τον καφέ που θέλω καιρό. Θα κάνω εκείνη την αποτρίχωση και το βράδυ θα φορέσω την φούστα μου την μαύρη. Θα πάω σινεμά, να προλάβω τα θερινά, όλες οι ταινίες είναι πιο όμορφες πασπαλισμένες με μπύρα κι αστέρια. Θα τελειώσω βιβλία που βρήκαν πρόωρα την θέση τους στο ράφι της βιβλιοθήκης. Θα φτιάξω εκείνη την τούρτα που σου χρωστάω βδομάδες τώρα. Θα νιώσω τύψεις που σε έναν κόσμο τόσο σκληρό, τόσο εγωιστικό, τόσο παράλογο, τόσο γρήγορο εγώ σταμάτησα μία στιγμή για να προσέξω εμένα -μόνο εμένα και κανέναν άλλον, ο κόσμος μου έγινα εγώ.
Όχι, δεν επιτρέπεται να νιώσω. Θα φτιάξω καινούριο καφέ, θα κάτσω ήσυχα ήσυχα στο γραφείο μου, θα ανοίξω τα βιβλία μου, θα ανεβάσω τα πόδια μου στην καρέκλα και θα παλέψω με νύχια και με δόντια να φέρω το μυαλό μου εδώ. Θα το μαζέψω, κομμάτι κομμάτι, θα φτιάξω ένα παζλ και το βράδυ θα το διαλύσω ξανά, θα συρθώ μέχρι το κρεβάτι που τρίζει, θα γλιστρήσω στα σεντόνια και ξέρω πως, απρόσκλητοι πάλι, θα μου κάνουν παρέα οι εφιάλτες. Μαμά, οι εφιάλτες κοιμούνται την ημέρα ή την νύχτα;
Friday, 7 September 2007
Κάστρο και οχυρό
Πάει καιρός τώρα που παλεύω πάνω από ένα γραφείο να οργανώσω τη σκέψη μου και να γράψω πανεπιστημιακές εργασίες με ημερομηνία λήξεως. Αντ' αυτού καταφέρνω άνετα, χωρίς να παρατηρείται το φαινόμενο να εμφανίζονται στους ώμους μου το αγγελάκι και το διαβολάκι, να διαβάσω οποιοδήποτε άλλο βιβλίο έχω στα χέρια μου και δεν εξυπηρετεί "ακαδημαϊκούς" σκοπούς. Παραμερίζω λοιπόν, για λίγο, τους συλλογισμούς για το νταντά, την μη λεκτική επικοινωνία, τον Foucault, τον Brecht και τον Beckett, τον Fellini και το "Oldboy" για να παραθέσω τα παρακάτω αποσπάσματα από το βιβλίο του Ιγνάσιο Ραμονέ, Εκατό ώρες με τον Φιντέλ: Βιογραφία σε δύο φωνές. Χωρίς σχολιασμό. Γιατί όταν κάποιος είναι "μικρός" δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να μπορεί να πει και να εξυπηρετεί κάτι άλλο από τη ματαιοδοξία του.
"Αναρωτιέστε τι απέμεινε από τον καπιταλισμό. Νομίζετε ότι η παγκοσμιοποίηση καταστρέφει ακόμα και τον ίδιο τον καπιταλισμό;
Σήμερα δεν υπάρχει καπιταλισμός, δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Σήμερα αυτό που υπάρχει είναι μονοπώλιο σε όλους τους μεγάλους τομείς. Υπάρχουν ορισμένοι ανταγωνισμοί ανάμεσα σε διάφορες χώρες για την παραγωγή τηλεοράσεων ή υπολογιστών, ακόμη και αυτοκίνητα τις έβαλε να παράγουν η Διεθνής Τράπεζα, αλλά ο καπιταλισμός δεν υπάρχει πια.
Πεντακόσιες πολυεθνικές επιχειρήσεις εξουσιάζουν σήμερα το 80% της παγκόσμιας οικονομίας. Οι τιμές δεν είναι ανταγωνιστικές, οι τιμές στις οποίες πωλούνται, για παράδειγμα, τα φάρμακα εναντίον του AIDS... Τα φάρμακα αποτελούν μία από τις σειρές προϊόντων με τις πιο εξωφρενικά και παράλογα ακριβές τιμές του κόσμου, τα χρησιμοποιούν για να εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους· ένα φάρμακο που πουλάνε στον κόσμο έχει τιμή, σε πολλές περιπτώσεις, δέκα φορές το κόστος παραγωγής. Η διαφήμιση σχεδόν καθορίζει τι πωλείται και τι δεν πωλείται, όποιος δεν έχει πολλά χρήματα δεν μπορεί να κάνει διαφήμιση κανενός είδους για τα προϊόντα του κι ας είναι εξαιρετικά.
Μετά την τελευταία παγκόσμια σφαγή κατά την δεκαετία του '40, μας υποσχέθηκαν έναν κόσμο ειρήνης, μείωση της απόστασης μεταξύ πλουσίων και φτωχών και ότι οι πιο ανεπτυγμένοι θα βοηθούσαν τους λιγότερο ανεπτυγμένους. Όλα αποδείχθηκαν ένα τεράστιο ψέμα. Μας επέβαλαν μία παγκόσμια τάξη την οποία δεν μπορούμε να υποφέρουμε ούτε να αντέξουμε. Ο κόσμος οδηγείται σε αδιέξοδο.
Κανένα από τα χαρακτηριστικά αυτά στα οποία πιστεύαμε ότι βασιζόταν ο καπιταλισμός δεν υπάρχει· έτσι, δεν υπάρχει η θεωρία που διδάσκουν στον κόσμο τα Chicago Boys. Και από την άλλη, η θεωρία και η πράξη του σοσιαλισμού μένει να αναπτυχθούν και να καταγραφούν.
(...)
Βρίσκετε κάποια σχέση ανάμεσα στη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και στην επιτάχυνση της καταστροφής του περιβάλλοντος;
Νομίζω ότι κάθε προσπάθεια για τη διάσωση του περιβάλλοντος είναι ασύμβατη με το οικονομικό σύστημα που έχει επιβληθεί στον κόσμο, αυτήν την ανελέητη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, με όσα επιβάλλει και με τους όρους με τους οποίους το ΔΝΤ θυσιάζει την υγεία, την παιδεία και την κοινωνική ασφάλιση δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Και με τον απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο, μέσω της ελεύθερης αγοραπωλησίας συναλλάγματος ανάμεσα στα ισχυρά νομίσματα και στα αδύναμα νομίσματα του Τρίτου Κόσμου, αρπάζουν από τον τελευταίο τεράστια ποσά κάθε χρόνο.
Για να το πω με λίγα λόγια, νομίζω ότι η διάσωση του περιβάλλοντος είναι ασύμβατη με του ΠΟΥ, που είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε οι πλούσιες χώρες να μπορούν να εισβάλουν στον κόσμο με τα εμπορεύματά τους χωρίς κανέναν περιορισμό, και να καταστρέφουν τη βιομηχανική και αγροτική ανάπτυξη των φτωχών χωρών, χωρίς κανένα άλλο μέλλον πέρα από την παροχή πρώτων υλών και φτηνής εργατικής δύναμης· με τη NAFTA (Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου της Αμερικής) και άλλες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου ανάμεσα στους καρχαρίες και στις σαρδέλες· με το τερατώδες εξωτερικό χρέος, που μερικές φορές απορροφά ακόμα και το 50% των εθνικών προϋπολογισμών, εντελώς αδύνατον να πληρωθεί στις σημερινές συνθήκες· με την κλοπή εγκεφάλων, το σχεδόν ολοκληρωτικό μονοπώλιο της πνευματικής ιδιοκτησίας και την καταχρηστική και δυσανάλογη χρήση των πλουτοπαραγωγικών και ενεργειακών πηγών του πλανήτη.
Ο κατάλογος των αδικιών θα ήταν ατελείωτος. Η άβυσσος βαθαίνει, η λεηλασία είναι μεγαλύτερη...
(...)
Πρέπει να χάσουμε τις ελπίδες μας για το ανθρώπινο ον; Ή μπορούμε ακόμα να διατηρήσουμε μια μικρή ελπίδα στην ικανότητά του να σταματήσει την πορεία προς την άβυσσο;
Σήμερα γνωρίζουμε τι συμβαίνει. Κατά την άποψή μου, δεν υπάρχει πιο επείγον καθήκον από τη δημιουργία μιας καθολικής συνείδησης, την προώθηση του προβλήματος στη μάζα των δισεκατομμυρίων ανδρών και γυναικών όλων των ηλικιών, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, που κατοικούν στον πλανήτη. Οι αντικειμενικές συνθήκες και τα βάσανα που υφίσταται η τεράστια πλειονότητα τους δημιουργούν τις υποκειμενικές συνθήκες για το έργο της συνείδησης. Όλα σχετίζονται μεταξύ τους: αναλφαβητισμός, ανεργία, φτώχεια, πείνα, ασθένειες, έλλειψη πόσιμου νερού, κατοικιών, ηλεκτρικού· ερημοποίηση, αλλαγή κλίματος, εξαφάνιση των δασών, πλημμύρες, κυκλώνες, ξηρασίες, διάβρωση των εδαφών, αποσάθρωση, λοιμοί και άλλες τραγωδίες που γνωρίζετε καλά.
Τι αποτέλεσμα πετύχαμε μετά τη Διάσκεψη του Ρίο το 1992; Σχεδόν κανένα. Αντίθετα. Ενώ το Πρωτόκολλο του Κυότο είναι θύμα ενός αλαζονικού μποϋκοτάζ, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, πολύ μακριά από το να μειωθούν, αυξήθηκαν κατά 9%· και στη χώρα που μολύνει περισσότερο -τις Ηνωμένες Πολιτείες- κατά 18%! Οι θάλασσες και οι ποταμοί είναι σήμερα πιο δηλητηριασμένοι από το 1992· δεκαπέντε εκατομμύρια εκτάρια δασών καταστρέφονται κάθε χρόνο, σχεδόν τέσσερις φορές η επιφάνεια της Ελβετίας...
Η ανθρώπινη κοινωνία διέπραξε κολοσσιαία λάθη και εξακολουθεί να τα διαπράττει, αλλά εγώ είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι το ανθρώπινο ον είναι ικανό να συλλάβει τις ευγενέστερες ιδέες, να φιλοξενήσει τα πιο γενναιόδωρα αισθήματα και, ξεπερνώντας τα πανίσχυρα ένστικτα που του επέβαλε η φύση, είναι ικανό να δώσει τη ζωή του γι' αυτό που νιώθει και γι' αυτό που σκέφτεται. Το απέδειξε πολλές φορές στη διάρκεια της ιστορίας.
(...)
Λέτε ότι αυτή η Επανάσταση δεν έχει εξαντληθεί;
Δεν έχουμε τελειώσει ούτε κατά διάνοια. Ζούμε στην καλύτερη εποχή της ιστορίας μας και αυτήν που προσφέρει περισσότερες ελπίδες για όλα και το βλέπετε παντού. Ασφαλώς, και σωστά, θα ήμουν διατεθειμένος να δεχτώ την κριτική ότι διαπράξαμε ορισμένα λάθη ιδεαλισμού, ίσως θελήσαμε να προχωρήσουμε υπερβολικά γρήγορα, ίσως υποτιμήσαμε δυνάμεις, το βάρος των συνηθειών κι αυτά. Αλλά καμία χώρα δεν αντιμετώπισε κανέναν εχθρό τόσο ισχυρό, τόσο πλούσιο, το μηχανισμό δημοσιότητας που διαθέτει, τον αποκλεισμό του, μια κατάρρευση του σημείου στήριξης. Εξαφανίστηκε η ΕΣΣΔ και μείναμε μόνοι μας και δεν ταλαντευτήκαμε. Ναι, μας συνόδευσε το μεγαλύτερο μέρος του λαού, δεν σας λέω όλος, γιατί ορισμένοι αποθαρρύνονται, αλλά εμείς γίναμε μάρτυρες των πραγμάτων που έκανε αυτή η χώρα, πώς αντιστάθηκε, πώς προχωράει, πώς μειώνεται η ανεργία, πώς αυξάνεται η συνείδηση.
Δεν πρέπει να μετράτε τις εκλογές μας με τον αριθμό των ψήφων. Εγώ τις μετράω με το βάθος των συναισθημάτων, με τη ζεστασιά, το βλέπω εδώ και πολλά χρόνια. Ποτέ δεν είδα τα πρόσωπα πιο γεμάτα ελπίδα, με περισσότερη υπερηφάνεια. Σταδιακά συσσωρεύονταν αυτά, Ραμονέ."
Η σκέψη του Κομαντάντε, όπως αυτή αναπτύσσεται καθ' όλη τη διάρκεια των συνεντεύξεων, με έκανε να νιώσω πολλά. Κυρίως μικρή. Και ντροπή -από αυτή που σε κάνει να σκύβεις το κεφάλι για να σκεφτείς. Και να αποφασίσεις. Πού στέκεσαι.
"Αναρωτιέστε τι απέμεινε από τον καπιταλισμό. Νομίζετε ότι η παγκοσμιοποίηση καταστρέφει ακόμα και τον ίδιο τον καπιταλισμό;
Σήμερα δεν υπάρχει καπιταλισμός, δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Σήμερα αυτό που υπάρχει είναι μονοπώλιο σε όλους τους μεγάλους τομείς. Υπάρχουν ορισμένοι ανταγωνισμοί ανάμεσα σε διάφορες χώρες για την παραγωγή τηλεοράσεων ή υπολογιστών, ακόμη και αυτοκίνητα τις έβαλε να παράγουν η Διεθνής Τράπεζα, αλλά ο καπιταλισμός δεν υπάρχει πια.
Πεντακόσιες πολυεθνικές επιχειρήσεις εξουσιάζουν σήμερα το 80% της παγκόσμιας οικονομίας. Οι τιμές δεν είναι ανταγωνιστικές, οι τιμές στις οποίες πωλούνται, για παράδειγμα, τα φάρμακα εναντίον του AIDS... Τα φάρμακα αποτελούν μία από τις σειρές προϊόντων με τις πιο εξωφρενικά και παράλογα ακριβές τιμές του κόσμου, τα χρησιμοποιούν για να εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους· ένα φάρμακο που πουλάνε στον κόσμο έχει τιμή, σε πολλές περιπτώσεις, δέκα φορές το κόστος παραγωγής. Η διαφήμιση σχεδόν καθορίζει τι πωλείται και τι δεν πωλείται, όποιος δεν έχει πολλά χρήματα δεν μπορεί να κάνει διαφήμιση κανενός είδους για τα προϊόντα του κι ας είναι εξαιρετικά.
Μετά την τελευταία παγκόσμια σφαγή κατά την δεκαετία του '40, μας υποσχέθηκαν έναν κόσμο ειρήνης, μείωση της απόστασης μεταξύ πλουσίων και φτωχών και ότι οι πιο ανεπτυγμένοι θα βοηθούσαν τους λιγότερο ανεπτυγμένους. Όλα αποδείχθηκαν ένα τεράστιο ψέμα. Μας επέβαλαν μία παγκόσμια τάξη την οποία δεν μπορούμε να υποφέρουμε ούτε να αντέξουμε. Ο κόσμος οδηγείται σε αδιέξοδο.
Κανένα από τα χαρακτηριστικά αυτά στα οποία πιστεύαμε ότι βασιζόταν ο καπιταλισμός δεν υπάρχει· έτσι, δεν υπάρχει η θεωρία που διδάσκουν στον κόσμο τα Chicago Boys. Και από την άλλη, η θεωρία και η πράξη του σοσιαλισμού μένει να αναπτυχθούν και να καταγραφούν.
(...)
Βρίσκετε κάποια σχέση ανάμεσα στη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και στην επιτάχυνση της καταστροφής του περιβάλλοντος;
Νομίζω ότι κάθε προσπάθεια για τη διάσωση του περιβάλλοντος είναι ασύμβατη με το οικονομικό σύστημα που έχει επιβληθεί στον κόσμο, αυτήν την ανελέητη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, με όσα επιβάλλει και με τους όρους με τους οποίους το ΔΝΤ θυσιάζει την υγεία, την παιδεία και την κοινωνική ασφάλιση δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Και με τον απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο, μέσω της ελεύθερης αγοραπωλησίας συναλλάγματος ανάμεσα στα ισχυρά νομίσματα και στα αδύναμα νομίσματα του Τρίτου Κόσμου, αρπάζουν από τον τελευταίο τεράστια ποσά κάθε χρόνο.
Για να το πω με λίγα λόγια, νομίζω ότι η διάσωση του περιβάλλοντος είναι ασύμβατη με του ΠΟΥ, που είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε οι πλούσιες χώρες να μπορούν να εισβάλουν στον κόσμο με τα εμπορεύματά τους χωρίς κανέναν περιορισμό, και να καταστρέφουν τη βιομηχανική και αγροτική ανάπτυξη των φτωχών χωρών, χωρίς κανένα άλλο μέλλον πέρα από την παροχή πρώτων υλών και φτηνής εργατικής δύναμης· με τη NAFTA (Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου της Αμερικής) και άλλες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου ανάμεσα στους καρχαρίες και στις σαρδέλες· με το τερατώδες εξωτερικό χρέος, που μερικές φορές απορροφά ακόμα και το 50% των εθνικών προϋπολογισμών, εντελώς αδύνατον να πληρωθεί στις σημερινές συνθήκες· με την κλοπή εγκεφάλων, το σχεδόν ολοκληρωτικό μονοπώλιο της πνευματικής ιδιοκτησίας και την καταχρηστική και δυσανάλογη χρήση των πλουτοπαραγωγικών και ενεργειακών πηγών του πλανήτη.
Ο κατάλογος των αδικιών θα ήταν ατελείωτος. Η άβυσσος βαθαίνει, η λεηλασία είναι μεγαλύτερη...
(...)
Πρέπει να χάσουμε τις ελπίδες μας για το ανθρώπινο ον; Ή μπορούμε ακόμα να διατηρήσουμε μια μικρή ελπίδα στην ικανότητά του να σταματήσει την πορεία προς την άβυσσο;
Σήμερα γνωρίζουμε τι συμβαίνει. Κατά την άποψή μου, δεν υπάρχει πιο επείγον καθήκον από τη δημιουργία μιας καθολικής συνείδησης, την προώθηση του προβλήματος στη μάζα των δισεκατομμυρίων ανδρών και γυναικών όλων των ηλικιών, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, που κατοικούν στον πλανήτη. Οι αντικειμενικές συνθήκες και τα βάσανα που υφίσταται η τεράστια πλειονότητα τους δημιουργούν τις υποκειμενικές συνθήκες για το έργο της συνείδησης. Όλα σχετίζονται μεταξύ τους: αναλφαβητισμός, ανεργία, φτώχεια, πείνα, ασθένειες, έλλειψη πόσιμου νερού, κατοικιών, ηλεκτρικού· ερημοποίηση, αλλαγή κλίματος, εξαφάνιση των δασών, πλημμύρες, κυκλώνες, ξηρασίες, διάβρωση των εδαφών, αποσάθρωση, λοιμοί και άλλες τραγωδίες που γνωρίζετε καλά.
Τι αποτέλεσμα πετύχαμε μετά τη Διάσκεψη του Ρίο το 1992; Σχεδόν κανένα. Αντίθετα. Ενώ το Πρωτόκολλο του Κυότο είναι θύμα ενός αλαζονικού μποϋκοτάζ, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, πολύ μακριά από το να μειωθούν, αυξήθηκαν κατά 9%· και στη χώρα που μολύνει περισσότερο -τις Ηνωμένες Πολιτείες- κατά 18%! Οι θάλασσες και οι ποταμοί είναι σήμερα πιο δηλητηριασμένοι από το 1992· δεκαπέντε εκατομμύρια εκτάρια δασών καταστρέφονται κάθε χρόνο, σχεδόν τέσσερις φορές η επιφάνεια της Ελβετίας...
Η ανθρώπινη κοινωνία διέπραξε κολοσσιαία λάθη και εξακολουθεί να τα διαπράττει, αλλά εγώ είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι το ανθρώπινο ον είναι ικανό να συλλάβει τις ευγενέστερες ιδέες, να φιλοξενήσει τα πιο γενναιόδωρα αισθήματα και, ξεπερνώντας τα πανίσχυρα ένστικτα που του επέβαλε η φύση, είναι ικανό να δώσει τη ζωή του γι' αυτό που νιώθει και γι' αυτό που σκέφτεται. Το απέδειξε πολλές φορές στη διάρκεια της ιστορίας.
(...)
Λέτε ότι αυτή η Επανάσταση δεν έχει εξαντληθεί;
Δεν έχουμε τελειώσει ούτε κατά διάνοια. Ζούμε στην καλύτερη εποχή της ιστορίας μας και αυτήν που προσφέρει περισσότερες ελπίδες για όλα και το βλέπετε παντού. Ασφαλώς, και σωστά, θα ήμουν διατεθειμένος να δεχτώ την κριτική ότι διαπράξαμε ορισμένα λάθη ιδεαλισμού, ίσως θελήσαμε να προχωρήσουμε υπερβολικά γρήγορα, ίσως υποτιμήσαμε δυνάμεις, το βάρος των συνηθειών κι αυτά. Αλλά καμία χώρα δεν αντιμετώπισε κανέναν εχθρό τόσο ισχυρό, τόσο πλούσιο, το μηχανισμό δημοσιότητας που διαθέτει, τον αποκλεισμό του, μια κατάρρευση του σημείου στήριξης. Εξαφανίστηκε η ΕΣΣΔ και μείναμε μόνοι μας και δεν ταλαντευτήκαμε. Ναι, μας συνόδευσε το μεγαλύτερο μέρος του λαού, δεν σας λέω όλος, γιατί ορισμένοι αποθαρρύνονται, αλλά εμείς γίναμε μάρτυρες των πραγμάτων που έκανε αυτή η χώρα, πώς αντιστάθηκε, πώς προχωράει, πώς μειώνεται η ανεργία, πώς αυξάνεται η συνείδηση.
Δεν πρέπει να μετράτε τις εκλογές μας με τον αριθμό των ψήφων. Εγώ τις μετράω με το βάθος των συναισθημάτων, με τη ζεστασιά, το βλέπω εδώ και πολλά χρόνια. Ποτέ δεν είδα τα πρόσωπα πιο γεμάτα ελπίδα, με περισσότερη υπερηφάνεια. Σταδιακά συσσωρεύονταν αυτά, Ραμονέ."
Η σκέψη του Κομαντάντε, όπως αυτή αναπτύσσεται καθ' όλη τη διάρκεια των συνεντεύξεων, με έκανε να νιώσω πολλά. Κυρίως μικρή. Και ντροπή -από αυτή που σε κάνει να σκύβεις το κεφάλι για να σκεφτείς. Και να αποφασίσεις. Πού στέκεσαι.
Subscribe to:
Posts (Atom)