Τούτο εδώ το έργο θα είναι η τελευταία μου εργασία για αυτήν την περίοδο. Και μετά από καιρό είμαι ενθουσιασμένη και τρομοκρατημένη με αυτό που επέλεξα να γράψω. Απαιτεί γνώση, μυαλό, φαντασία, αγάπη, ταξείδια ανείπωτα, βουτιά στα βαθιά και πτήσεις στους αιθέρες, ποδαράδα σε χωματόδρομους και περιπλάνηση σε χρυσοποίκιλτους διαδρόμους. Ένας Guido τόσο αιθέριος, τόσο απόκοσμος μα ταυτόχρονα ριζωμένος μέσα μας. Δεν ξέρω τι θα καταφέρω να βγάλω από αυτό μου το ταξείδι. Ο Fellini, όμως, είναι για εμένα ο λαμπρότερος θρόνος και το ταπεινότερο σκαμνί που τοποθετήθηκε ποτέ πίσω από κάμερες. Και για αυτό, τα σέβη μου και η λατρεία μου αμείωτα.
Όταν καταφέρω να δώσω ένα προσωρινό τέλος στην εργασία μου αυτή (όταν δηλαδή θα πρέπει να την παραδώσω στις 19 του μήνα) θα σας ενημερώσω για το πού ταξείδεψα και τι κόσμους είδα στον άνθρωπο. Μέχρι τότε θα τα ξαναπούμε -σήμερα απλά νιώθω πρωτόγνωρη χαρά και παιδικό ενθουσιασμό διαβάζοντας και θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας. Εις το επανιδείν, λοιπόν...
Thursday, 4 October 2007
Monday, 1 October 2007
Μετεωρισμός
(Τσακμάκι. Εισπνοή. Σφύξεις πάνω από ενενήντα.)
Είναι κρίση πανικού; Όχι, τέτοιες δεν έχεις. Δεν ιδρώνεις, δεν ζαλίζεσαι. Ένας άλλος, εσωτερικός πανικός είναι αυτός. Νιώθεις τα όργανά σου να ασφυκτιούν στο σώμα, το μυαλό σου να ανατινάσσεται και να σκορπίζει σε μικρά βοτσαλάκια μέσα στο σκληρό του καύκαλο. Τι μέρα είναι; Έχει πρώτη ο μήνας. Ποιος μήνας; Ο δικός σου χρόνος δεν έχει όνομα. Μόνο ανάσες. Είσαι ακόμη πάνω στην καρέκλα σου, πόσες ανάσες πέθαναν άραγε, στα χέρια σου ένα τσιγάρο δυναμιτίζει το σκονισμένο οξυγόνο σου, αυτά τα δάχτυλα πώς είναι έτσι; Ρομποτικά τοποθετημένα πάνω σε πλήκτρα, κυλάει αίμα ακόμη μέσα τους; Θυμήσου. Θυμήσου τι σου έμαθαν. Στόχος.
Α. ναι, στόχος -αυτό είναι το διαβατήριό σου στον χρόνο. Τι απογίνονται οι στόχοι που ταξίδεψαν με άλλο καράβι; Κάθε φορά με άλλη απόχη τους ψαρεύεις, είναι δικοί σου τώρα, ψήσε τους καλά, απόλαυσέ τους με λίγο καλοστιμμένο λεμονάκι επιτυχίας. Ποιος με έμαθε να ψαρεύω; Μπαμπά, μαμά, πάλι μοιραία σε εσάς απευθύνομαι. Τι μου είπατε; Α, ναι, να μην ξεχαστώ. Στόχος. Είναι στόχος το να είσαι εικοσιτεσσάρων και καλά; Όχι, α, συγγνώμη, δεν πιάνεται.
(Εισπνοή)
Καθρέφτης μου τα γράμματα. Καθρέφτης μου οι ανάσες μου. Πότε γέμισα τρίχες, το δέρμα μου είναι μεταλλικό, πώς ζάρωσα έτσι; Πόσων ετών είμαι; Να ανοίξω την πόρτα ή πρέπει πρώτα να βρω έναν στόχο; Ωραία, τον βρήκα. Αλήθεια σου λέω. Τον βρήκα. Θέλω να είμαι. Όπως μου μάθατε, όπως μαθαίνω, όπως δεν θα γίνω ποτέ. Σήμερα είμαι γριά και τα άνυδρα μαλλιά μου ηλεκτρίζουν τον αέρα. Σε λίγο θα είμαι μικρή και θα θέλω μια αγκαλιά να κρυφτώ. Τι υποτίθεται ότι κάνω εδώ; Όσο και να διαβάσω οι βασιλικοί θα συνεχίσουν να πεθαίνουν στο μπαλκόνι μου, το κοκκινιστό δεν θα καταφέρω ποτέ να το φτιάξω ανάλατο και το πορτοφόλι μου θα συνεχίσει να έχει μέσα μία δεκάρα από το Ohio που βρήκα μια μέρα στον δρόμο. Τι είναι αυτός ο λυγμός που ουρλιάζει μέσα μου; Μπαμπά; Μαμά; Κύριε Freud; Κάποιος; Μισό λεπτό να ξαναχτίσω τα τείχη Lego γύρω μου.
Εντάξει, τώρα δεν κινδυνεύω. Αιωρούμαι μέσα σε μια φούσκα. Ο χώρος κι ο χρόνος την πιέζουν μέχρι που σκάει, ασφυκτιώ, μετά βγάζω το παιχνίδι μου και φτιάχνω μια καινούρια. Ανάσα. Μέσα στην φούσκα μου υπάρχουν μαγικές μελωδίες. Δεν κοιμάμαι γιατί μπορώ και ονειρεύομαι με ανοιχτά μάτια. Ό,τι θέλω η φούσκα μου το φτιάχνει. Την μια στιγμή βρίσκομαι δίπλα σε ένα ποτάμι και την άλλη βουτάω στην υπόκωφη σαγήνη ενός ανυψωτικού βυθού. Τα σταφύλια μου βγάζουν το ωραιότερο κρασί κι εγώ έχω χίλιες ζωές για να είμαι ό,τι θέλω. Στη μία σίγουρα είμαι χορεύτρια. Στην άλλη οδηγός αγώνων. Τώρα θα αλλάξω, θα πάω στην άλλη που είμαι κατάσκοπος. Ένα καρτούν είμαι σε κάθε ζωή και κάθε φορά πεθαίνω με τον πιο αστείο τρόπο. Μια φορά εμφανίστηκε ένα γιγάντιο χέρι, με έσκισε από το τετράδιο, με τσαλάκωσε και με πέταξε σε ένα καλάθι αχρήστων φωνάζοντας “Σκορ!”. Σε μια άλλη, με έστησε σε μια μικρή βάση, πήρε φόρα και με σούταρε στο άπειρο. Η άλλη ήταν ακόμη καλύτερη. Σε αυτήν ο Θεός ήταν ένας γιγάντιος κώλος που κάθισε πάνω μου, έκλασε κι εγώ πέθανα από ασφυξία. Μέχρι κι ο θάνατος είναι ωραίος στην φούσκα μου.
Είναι σχεδόν τέσσερις η ώρα, πρέπει να τελειώσεις την εργασία σου σήμερα. Στόχος. Η φούσκα έσκασε. Σε αυτήν τη ζωή έξω από φούσκες, ο Θεός είναι ένας γιγάντιος κώλος κι εγώ η βρωμερή του σκατούλα που επιπλέει μέχρι να βυθιστεί. Έτσι συμπάθησα την έννοια του Θεού, από όταν τον φαντάστηκα σαν ένα γιγάντιο κώλο. Ο Freud θα με λάτρευε, θα έκανα την Anna O. να πάθει σύνδρομο κατωτερότητας. Σε αυτήν την ζωή δεν έχει φούσκες. Έχει μόνο βέλη που σου δείχνουν μελλοντικές στιγμές σαν ψηφίδες μέσα σε ένα τεράστιο ψηφιδωτό. Κι εγώ δεν μπορώ να δω την εικόνα έτσι. Απομακρύνομαι μήπως και αναγνωρίσω τον εαυτό μου σε αυτήν. Ένα βέλος βλέπω που με δείχνει και αναβοσβήνει από πάνω μου μία φωτεινή επιγραφή. “Μαλάκας”.
Ναι, μπαμπά, μαμά, συγγνώμη, βρίζω πολύ -το ξέρω. Δεν το κάνω εγώ. Εγώ κάποιες φορές γράφω ποιήματα και κάποιες άλλες ζωγραφίζω Όχι, όχι... Εγώ βρίζω συχνά και δεν φτύνω ποτέ. Ψέμματα, πάλι, συγγνώμη. Εγώ μερικές φορές δεν σκέφτομαι καθόλου παρά μόνο εκτελώ. Λάθος, σκέφτομαι πολύ και δεν πράττω τίποτα. Σκατά, πώς γίνεται να είσαι τόσο γαμημένος στα εικοσιτέσσερα; Εάν χ ισούται με εσένα τότε f(x) ίσον... Μηδέν. Όχι το αποτέλεσμα, ο βαθμός μου. Πού οδηγεί αυτή η συνάρτηση; Στο τίποτα, στο χώμα, στην σήψη. Μέχρι τότε συνιστώσες και παράγοντες, παρενθέσεις και προσθέσεις, αφαιρέσεις και αυτό το γαμημένο "ίσον". Δεν είναι "ίσον"! Το καταλαβαίνεις κι εσύ, όσο και να ζορίζεσαι "ίσον" δεν θα γίνει ποτέ. Ανισότητα είναι. Παιχνιδιάρικη, αναποφάσιστη, κυκλοθυμική. Πότε βρίσκεσαι στην κορυφή της, πότε στην σπηλιά της. Στην κορυφή είσαι ο μεγαλύτερος. Μισό λεπτό, να πιάσω το κλίμα.
Ναι, λοιπόν. Μπαμπά, μαμά, είμαι εικοσιτεσσάρων και τα γαμάω όλα άμα θέλω. Φοβερή ενέργεια εκλύεται από τα μπατζάκια και το καλάμι που καβαλάω, ο κόσμος δεν με τρομάζει, θα γίνω ό,τι θέλω κάθε στιγμή κι ας μην είναι ένα. Το μαγικό μου καλάμι με πάει βόλτα πάνω από τα κεφάλια σας, είναι μικρός αυτός ο κόσμος, κολυμπάει στη δυσοσμία του κι εγώ ταξιδεύω στον καθαρό αέρα παίρνοντας βαθιές εισπνοές από οξυγόνο και πίνοντας το μαγικό νερό. Όχι, δεν το δίνω σε κανέναν, είναι δικό μου το νερό αυτό, οι υπόλοιποι πιείτε H2O.
Βλάβη.
Κατρακυλώ με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στην σπηλιά είμαι γυμνή και κάνει κρύο. Σε αυτόν τον κόσμο πάντα θα είμαι σε αυτούς που ζουν στον υπόνομο, που χαζεύουν στα όνειρά τους και για τους από πάνω είναι σκουπιδάκι που μπήκε στο μάτι τους. Με λίγο τρίψιμο θα φύγω και η κοκκινίλα θα υποχωρήσει σε λίγα λεπτά. Πώς γίνεται να βαρεθείς στα εικοσιτέσσερα; Την ίδια στιγμή που μπορεί να σε συνεπάρει το οτιδήποτε; Πώς γίνεται να κλαις με λυγμούς την ίδια στιγμή που γελάς από ευτυχία;
Όχι, μην μου πείτε πάλι πως έχω τρικυμία στο κρανίο. Μια θάλασσα ποτέ δεν έχει μόνο τρικυμία. Ούτε μόνο μπουνάτσα. Σε αυτήν τη θάλασσα κολυμπάω, είναι καθαρά εδώ, η αναπνοή μου δεν είναι μετρημένη -έχω εξασκηθεί όμως. Δεν είναι η τρικυμία το πρόβλημα. Η σανίδα είναι. Έσκασε η φούσκα μου σήμερα. Αυτό είναι το πρόβλημα. Κόσμος σκοτώνεται, κόσμος πεθαίνει, γυναίκες βιάζονται, εργαζόμενοι δεν πληρώνονται, μανάδες δεν βλέπουν τα παιδιά τους, κάποιος τα κονομάει φτιάχνοντας μυστικές συνταγές σε ένα γραφείο. Κι η δική μου φούσκα είναι λεπτή και γυαλίζει -γίνεται στόχος για τα βέλη που έρχονται κατά πάνω της.
Δεν ξέρω. Δεν είμαι. Δεν θα γίνω ποτέ. Τα παραπήραμε σοβαρά τα πράγματα μαμά και μπαμπά. Θα μου επιτρέψετε να αποσυρθώ στην φούσκα μου για λίγο; Εκεί κλαίω και γελάω και ρωτάω και χορεύω και βρίζω και αγαπάω και μισώ χωρίς να πρέπει να αποφασίσω τι είμαι. Το λεξικό δίπλα στη λέξη "στόχος" έχει μια ζωγραφιά με τον Γουλιέλμο Τέλλο. Εκεί δεν είναι δική μου η αποτυχία. Στις φούσκες δεν υπάρχουν αποτυχίες. Ταξίδι υπάρχει. Αποτυχίες υπάρχουν στις γραμμές που πάνω τους λαχανιάζουν τρένα για να φτάσουν σε σταθμούς με βρώμικες αποβάθρες και σκόρπιες βαλίτσες. Εγώ δεν πήρα ποτέ εισιτήριο. Εγώ δεν κουβαλάω τίποτα.
Είναι κρίση πανικού; Όχι, τέτοιες δεν έχεις. Δεν ιδρώνεις, δεν ζαλίζεσαι. Ένας άλλος, εσωτερικός πανικός είναι αυτός. Νιώθεις τα όργανά σου να ασφυκτιούν στο σώμα, το μυαλό σου να ανατινάσσεται και να σκορπίζει σε μικρά βοτσαλάκια μέσα στο σκληρό του καύκαλο. Τι μέρα είναι; Έχει πρώτη ο μήνας. Ποιος μήνας; Ο δικός σου χρόνος δεν έχει όνομα. Μόνο ανάσες. Είσαι ακόμη πάνω στην καρέκλα σου, πόσες ανάσες πέθαναν άραγε, στα χέρια σου ένα τσιγάρο δυναμιτίζει το σκονισμένο οξυγόνο σου, αυτά τα δάχτυλα πώς είναι έτσι; Ρομποτικά τοποθετημένα πάνω σε πλήκτρα, κυλάει αίμα ακόμη μέσα τους; Θυμήσου. Θυμήσου τι σου έμαθαν. Στόχος.
Α. ναι, στόχος -αυτό είναι το διαβατήριό σου στον χρόνο. Τι απογίνονται οι στόχοι που ταξίδεψαν με άλλο καράβι; Κάθε φορά με άλλη απόχη τους ψαρεύεις, είναι δικοί σου τώρα, ψήσε τους καλά, απόλαυσέ τους με λίγο καλοστιμμένο λεμονάκι επιτυχίας. Ποιος με έμαθε να ψαρεύω; Μπαμπά, μαμά, πάλι μοιραία σε εσάς απευθύνομαι. Τι μου είπατε; Α, ναι, να μην ξεχαστώ. Στόχος. Είναι στόχος το να είσαι εικοσιτεσσάρων και καλά; Όχι, α, συγγνώμη, δεν πιάνεται.
(Εισπνοή)
Καθρέφτης μου τα γράμματα. Καθρέφτης μου οι ανάσες μου. Πότε γέμισα τρίχες, το δέρμα μου είναι μεταλλικό, πώς ζάρωσα έτσι; Πόσων ετών είμαι; Να ανοίξω την πόρτα ή πρέπει πρώτα να βρω έναν στόχο; Ωραία, τον βρήκα. Αλήθεια σου λέω. Τον βρήκα. Θέλω να είμαι. Όπως μου μάθατε, όπως μαθαίνω, όπως δεν θα γίνω ποτέ. Σήμερα είμαι γριά και τα άνυδρα μαλλιά μου ηλεκτρίζουν τον αέρα. Σε λίγο θα είμαι μικρή και θα θέλω μια αγκαλιά να κρυφτώ. Τι υποτίθεται ότι κάνω εδώ; Όσο και να διαβάσω οι βασιλικοί θα συνεχίσουν να πεθαίνουν στο μπαλκόνι μου, το κοκκινιστό δεν θα καταφέρω ποτέ να το φτιάξω ανάλατο και το πορτοφόλι μου θα συνεχίσει να έχει μέσα μία δεκάρα από το Ohio που βρήκα μια μέρα στον δρόμο. Τι είναι αυτός ο λυγμός που ουρλιάζει μέσα μου; Μπαμπά; Μαμά; Κύριε Freud; Κάποιος; Μισό λεπτό να ξαναχτίσω τα τείχη Lego γύρω μου.
Εντάξει, τώρα δεν κινδυνεύω. Αιωρούμαι μέσα σε μια φούσκα. Ο χώρος κι ο χρόνος την πιέζουν μέχρι που σκάει, ασφυκτιώ, μετά βγάζω το παιχνίδι μου και φτιάχνω μια καινούρια. Ανάσα. Μέσα στην φούσκα μου υπάρχουν μαγικές μελωδίες. Δεν κοιμάμαι γιατί μπορώ και ονειρεύομαι με ανοιχτά μάτια. Ό,τι θέλω η φούσκα μου το φτιάχνει. Την μια στιγμή βρίσκομαι δίπλα σε ένα ποτάμι και την άλλη βουτάω στην υπόκωφη σαγήνη ενός ανυψωτικού βυθού. Τα σταφύλια μου βγάζουν το ωραιότερο κρασί κι εγώ έχω χίλιες ζωές για να είμαι ό,τι θέλω. Στη μία σίγουρα είμαι χορεύτρια. Στην άλλη οδηγός αγώνων. Τώρα θα αλλάξω, θα πάω στην άλλη που είμαι κατάσκοπος. Ένα καρτούν είμαι σε κάθε ζωή και κάθε φορά πεθαίνω με τον πιο αστείο τρόπο. Μια φορά εμφανίστηκε ένα γιγάντιο χέρι, με έσκισε από το τετράδιο, με τσαλάκωσε και με πέταξε σε ένα καλάθι αχρήστων φωνάζοντας “Σκορ!”. Σε μια άλλη, με έστησε σε μια μικρή βάση, πήρε φόρα και με σούταρε στο άπειρο. Η άλλη ήταν ακόμη καλύτερη. Σε αυτήν ο Θεός ήταν ένας γιγάντιος κώλος που κάθισε πάνω μου, έκλασε κι εγώ πέθανα από ασφυξία. Μέχρι κι ο θάνατος είναι ωραίος στην φούσκα μου.
Είναι σχεδόν τέσσερις η ώρα, πρέπει να τελειώσεις την εργασία σου σήμερα. Στόχος. Η φούσκα έσκασε. Σε αυτήν τη ζωή έξω από φούσκες, ο Θεός είναι ένας γιγάντιος κώλος κι εγώ η βρωμερή του σκατούλα που επιπλέει μέχρι να βυθιστεί. Έτσι συμπάθησα την έννοια του Θεού, από όταν τον φαντάστηκα σαν ένα γιγάντιο κώλο. Ο Freud θα με λάτρευε, θα έκανα την Anna O. να πάθει σύνδρομο κατωτερότητας. Σε αυτήν την ζωή δεν έχει φούσκες. Έχει μόνο βέλη που σου δείχνουν μελλοντικές στιγμές σαν ψηφίδες μέσα σε ένα τεράστιο ψηφιδωτό. Κι εγώ δεν μπορώ να δω την εικόνα έτσι. Απομακρύνομαι μήπως και αναγνωρίσω τον εαυτό μου σε αυτήν. Ένα βέλος βλέπω που με δείχνει και αναβοσβήνει από πάνω μου μία φωτεινή επιγραφή. “Μαλάκας”.
Ναι, μπαμπά, μαμά, συγγνώμη, βρίζω πολύ -το ξέρω. Δεν το κάνω εγώ. Εγώ κάποιες φορές γράφω ποιήματα και κάποιες άλλες ζωγραφίζω Όχι, όχι... Εγώ βρίζω συχνά και δεν φτύνω ποτέ. Ψέμματα, πάλι, συγγνώμη. Εγώ μερικές φορές δεν σκέφτομαι καθόλου παρά μόνο εκτελώ. Λάθος, σκέφτομαι πολύ και δεν πράττω τίποτα. Σκατά, πώς γίνεται να είσαι τόσο γαμημένος στα εικοσιτέσσερα; Εάν χ ισούται με εσένα τότε f(x) ίσον... Μηδέν. Όχι το αποτέλεσμα, ο βαθμός μου. Πού οδηγεί αυτή η συνάρτηση; Στο τίποτα, στο χώμα, στην σήψη. Μέχρι τότε συνιστώσες και παράγοντες, παρενθέσεις και προσθέσεις, αφαιρέσεις και αυτό το γαμημένο "ίσον". Δεν είναι "ίσον"! Το καταλαβαίνεις κι εσύ, όσο και να ζορίζεσαι "ίσον" δεν θα γίνει ποτέ. Ανισότητα είναι. Παιχνιδιάρικη, αναποφάσιστη, κυκλοθυμική. Πότε βρίσκεσαι στην κορυφή της, πότε στην σπηλιά της. Στην κορυφή είσαι ο μεγαλύτερος. Μισό λεπτό, να πιάσω το κλίμα.
Ναι, λοιπόν. Μπαμπά, μαμά, είμαι εικοσιτεσσάρων και τα γαμάω όλα άμα θέλω. Φοβερή ενέργεια εκλύεται από τα μπατζάκια και το καλάμι που καβαλάω, ο κόσμος δεν με τρομάζει, θα γίνω ό,τι θέλω κάθε στιγμή κι ας μην είναι ένα. Το μαγικό μου καλάμι με πάει βόλτα πάνω από τα κεφάλια σας, είναι μικρός αυτός ο κόσμος, κολυμπάει στη δυσοσμία του κι εγώ ταξιδεύω στον καθαρό αέρα παίρνοντας βαθιές εισπνοές από οξυγόνο και πίνοντας το μαγικό νερό. Όχι, δεν το δίνω σε κανέναν, είναι δικό μου το νερό αυτό, οι υπόλοιποι πιείτε H2O.
Βλάβη.
Κατρακυλώ με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στην σπηλιά είμαι γυμνή και κάνει κρύο. Σε αυτόν τον κόσμο πάντα θα είμαι σε αυτούς που ζουν στον υπόνομο, που χαζεύουν στα όνειρά τους και για τους από πάνω είναι σκουπιδάκι που μπήκε στο μάτι τους. Με λίγο τρίψιμο θα φύγω και η κοκκινίλα θα υποχωρήσει σε λίγα λεπτά. Πώς γίνεται να βαρεθείς στα εικοσιτέσσερα; Την ίδια στιγμή που μπορεί να σε συνεπάρει το οτιδήποτε; Πώς γίνεται να κλαις με λυγμούς την ίδια στιγμή που γελάς από ευτυχία;
Όχι, μην μου πείτε πάλι πως έχω τρικυμία στο κρανίο. Μια θάλασσα ποτέ δεν έχει μόνο τρικυμία. Ούτε μόνο μπουνάτσα. Σε αυτήν τη θάλασσα κολυμπάω, είναι καθαρά εδώ, η αναπνοή μου δεν είναι μετρημένη -έχω εξασκηθεί όμως. Δεν είναι η τρικυμία το πρόβλημα. Η σανίδα είναι. Έσκασε η φούσκα μου σήμερα. Αυτό είναι το πρόβλημα. Κόσμος σκοτώνεται, κόσμος πεθαίνει, γυναίκες βιάζονται, εργαζόμενοι δεν πληρώνονται, μανάδες δεν βλέπουν τα παιδιά τους, κάποιος τα κονομάει φτιάχνοντας μυστικές συνταγές σε ένα γραφείο. Κι η δική μου φούσκα είναι λεπτή και γυαλίζει -γίνεται στόχος για τα βέλη που έρχονται κατά πάνω της.
Δεν ξέρω. Δεν είμαι. Δεν θα γίνω ποτέ. Τα παραπήραμε σοβαρά τα πράγματα μαμά και μπαμπά. Θα μου επιτρέψετε να αποσυρθώ στην φούσκα μου για λίγο; Εκεί κλαίω και γελάω και ρωτάω και χορεύω και βρίζω και αγαπάω και μισώ χωρίς να πρέπει να αποφασίσω τι είμαι. Το λεξικό δίπλα στη λέξη "στόχος" έχει μια ζωγραφιά με τον Γουλιέλμο Τέλλο. Εκεί δεν είναι δική μου η αποτυχία. Στις φούσκες δεν υπάρχουν αποτυχίες. Ταξίδι υπάρχει. Αποτυχίες υπάρχουν στις γραμμές που πάνω τους λαχανιάζουν τρένα για να φτάσουν σε σταθμούς με βρώμικες αποβάθρες και σκόρπιες βαλίτσες. Εγώ δεν πήρα ποτέ εισιτήριο. Εγώ δεν κουβαλάω τίποτα.
Thursday, 27 September 2007
Ο Marcel Duchamp και η νεκροφάνεια της Τέχνης
Τον τελευταίο καιρό γράφω σπάνια στο blog μου και έχω πολύ λίγο χρόνο για να επισκεφτώ blogs φίλων. Σκέφτηκα να αναρτήσω ένα κείμενο που θα ανακοινώνει την αποχή μου για ένα διάστημα -μετά, όμως, σκέφτηκα πως μερικές φορές θέλω τόσο πολύ να γράψω και να διαβάσω τις απόψεις σας που θα έλεγα ψέματα αν έγραφα πως για ένα διάστημα θα απουσίαζα παντελώς. Οι προθεσμίες για τις εργασίες που έχω να παραδώσω πλησιάζουν, όσο περνούν οι μέρες πελαγώνω όλο και περισσότερο και συνειδητοποιώ πως να τις κάνω όλες δεν είναι δυνατόν. Τουλάχιστον αυτές που επέλεξα να γράψω τώρα τις γράφω με μεγάλη αγάπη και συγκέντρωση. Πριν από λίγες μέρες τελείωσα μία που ασχολείται με την αναπαράσταση του σώματος στην τέχνη -για τις ανάγκες του μαθήματος ασχοληθήκαμε με την ζωγραφική. Το δικό μου κομμάτι συνίσταται στο να ερευνήσω την αναπαράσταση του σώματος στο Νταντά. Ακολουθεί ένα μικρό (σε σχέση με το σύνολο της εργασίας) απόσπασμα, αυτό που ασχολείται με το Νταντά στη Νέα Υόρκη και, συγκεκριμένα, με τον Duchamp. Σας αφήνω με αυτό για Σαββατοκύριακο γνωρίζοντας πως ενδεχομένως να μην ενδιαφέρει πολλούς από εσάς. Θα με ενδιέφεραν και θα με βοηθούσαν, όμως, οι απόψεις και οι παρατηρήσεις σας.
"(...) Αντίθετα, ο Duchamp δεν διστάζει να τραβήξει στα άκρα την αντίληψη περί θανάτου της τέχνης. Προκλητικός, καινοτόμος και συνεπής προς τις ιδεολογικές του θέσεις, ήδη από το 1912 συγκεντρώνει πάνω του την προσοχή του καλλιτεχνικού χώρου με το έργο του “Nude descending a staircase no.2”. Σε αυτό, μέσω αλληλεπικαλυπτόμενων στρωμάτων της κίνησης ενός σώματος ενώ κατεβαίνει σκάλες, ο Duchamp καταφέρνει να αποδώσει την κίνηση στον ζωγραφικό πίνακα με τρόπο που προσεγγίζει την φουτουριστική (αλλά και την κυβιστική εν μέρει) τεχνοτροπία και τον τρόπο λειτουργίας της χρονοφωτογραφίας. Ο ίδιος μάλιστα παραδέχεται ότι επηρεάστηκε από τον φωτογράφο Etienne-Jules Marey, ο οποίος ασχολήθηκε με την τελευταία.
Από αυτήν την περίοδο ακόμη ο Duchamp ταράζει τα λιμνάζοντα νερά στην τέχνη. Η συναναστροφή του με τον Picabia και τον Ray, από το 1915 κι ύστερα που φτάνει στην Νέα Υόρκη, τον φέρνει σε επαφή με το Νταντά -το οποίο ο Picabia το υποστήριζε θερμά από την πρώτο ξέσπασμά του στη Ζυρίχη, διατηρώντας μάλιστα αλληλογραφία με τον Tzara.
Ο Duchamp στους πυλώνες της ντανταϊστικής σκέψης, δηλαδή τη διακήρυξη για θάνατο της τέχνης και την αναζήτηση της τέχνης στη ζωή και το παιχνίδι, στήνει την δική του εκδοχή Νταντά. Στην καρτεσιανή λογική του “Cogito ergo sum” αντιπαραθέτει το “ξεχείλωμά” της έως την πλήρη ανατροπή της· το ίδιο το “cogito” αμφισβητείται κι άρα κανένα ασφαλές συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από αυτήν τη διαδικασία. Αφού ούτε αυτό, λοιπόν, παρέχει μία στέρεη και de facto αλήθεια τότε τίποτα δεν ισχύει, τα πάντα είναι μία φάρσα κι άρα μόνο στην τυχαιότητα μπορεί να στηρίζεται κανείς. Στο λογικό lapsus του Descartes ο Duchamp εντοπίζει την αιτία της παρακμής της τέχνης αλλά και όλου του σύγχρονου κόσμου. Πράξεις, ιδεολογίες και τέχνη αποκτούν νόημα βασισμένα σε μία ευάλωτη πεποίθηση πως όλα αυτά υπάρχουν επειδή εμείς το θέλουμε. Στο κενό αυτό της καρτεσιανής θεωρίας ο Duchamp θα σταθεί αμείλικτος· τίποτα δεν υπάρχει, κάθε μικροαστική αντίληψη, και ό, τι τρέφεται από αυτή, πέθανε. Αυτή ακριβώς η θεωρητική τοποθέτηση επιτρέπει στον Duchamp να αντιλαμβάνεται την καλλιτεχνική δημιουργία με διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι περισσότεροι καλλιτέχνες, θεωρώντας την, εκ των πραγμάτων, ένα παιχνίδι της τύχης και κάτι το οποίο οφείλουμε να μην παίρνουμε και τόσο στα σοβαρά.
Σύμβολα της αντι-καρτεσιανής λογικής του αποτελούν τα διάσημα “Ready-mades”. Το “Fountain”, το “Porte-bouteilles”, το “Trebuchet”, το “Porte-chapeaux” και το “In advance of the Broken Arm”, όλα έργα της περιόδου 1913-1917, παραμένουν αυτό που ο τίτλος τους δηλώνει. Χρηστικά καθημερινά αντικείμενα, εξορισμένα από την συμμετοχή τους στην καλλιτεχνική δημιουργία, εκτίθενται από τον Duchamp χωρίς την παραμικρή αλλαγή. Η κίνηση αυτή δεν γίνεται για να τα “προβιβάσει” σε τέχνη· ο Duchamp δεν είναι άτεχνος, ούτε αλαζόνας, για να θεωρεί ότι η υπογραφή του μπορεί να αναγάγει οτιδήποτε σε τέχνη. Τα ready-mades του φέρουν την καταγγελία της ελιτίστικης συμπεριφοράς των καλλιτεχνών έναντι των υπολοίπων. Μία ελιτίστικη συμπεριφορά που στηρίζεται στο τίποτα αφού η τέχνη δεν υπάρχει. Κι αφού δεν υπάρχει, τα ready-mades έρχονται να προκαλέσουν έναν ακόμη βαθύτερο προβληματισμό: τι είναι καλαίσθητο και τι όχι;
Ο ίδιος αναφέρει: “(...) Ένα σημείο που θέλω πολύ να τονίσω είναι ότι η επιλογή αυτών των ready-mades δεν υπαγορεύτηκε ποτέ από καμία αισθητική απόλαυση. Η επιλογή βασιζόταν σε μια αντίδραση οπτικής αδιαφορίας με πλήρη απουσία του καλού ή του κακού γούστου... στην πραγματικότητα σε μια πλήρη αναισθησία.” Ο Duchamp, επομένως, δεν σπαταλά τον χρόνο του παλεύοντας να βρει την συνέχεια μετά τον θάνατο της τέχνης, την απάντηση στο τι είναι “ωραίο”· πάνω από όλα τον ενδιαφέρει να καταστήσει σαφές πως η τέχνη πέθανε -και, δευτερευόντως, να απολαύσει ένα καλό γέλιο στην κηδεία της. Όλο το έργο του Duchamp επικεντρώνεται γύρω από τον βασικό άξονα της μη τέχνης. Υιοθετώντας μία καλλιτεχνική συμπεριφορά που ομοιάζει με αντι-τέχνη, αυτή δεν είναι παρά το όχημα για να φτάσει κανείς στο συμπέρασμα -δηλαδή την ανυπαρξία της τέχνης. Εφόσον δεν υπάρχει τέχνη, κατά τον Duchamp, δεν μπορεί να υφίσταται και αντι-τέχνη.
Το 1919 σκαρώνει την διασημότερη, ίσως, φάρσα στην ιστορία της τέχνης ζωγραφίζοντας ένα τσιγκελωτό μουστάκι πάνω σε ένα αντίγραφό της Μόνα Λίζα του Da Vinci και ονομάζοντας το μυστακοφόρο, πλέον, πάλαι ποτέ σύμβολο του γυναικείου μυστηρίου και της αιθέριας γυναικείας παρουσίας “L.H.O.O.Q.” (κάτι που στα γαλλικά διαβάζεται περίπου σαν “Elle a chaud au cul”, δηλαδή “Είναι ξαναμμένη από πίσω”) ειρωνευόμενος έτσι και μία φημολογούμενη ομοφυλοφιλία του Da Vinci (η οποία, κατά την άποψη της γράφουσας, αποτελεί μία προσπάθεια φροϋδικής ερμηνείας του έργου του) . Ξανά εδώ ο Duchamp παραμένει πιστός στα πιστεύω του. Η κίνησή του αυτή δεν υποθάλπει μομφή για το ταλέντο του Da Vinci, ούτε βεβαίως κάποια κλίση προς τις ανδροπρεπείς γυναίκες, παρά είναι άλλη μία πρόκληση που εκτοξεύει στο πρόσωπο των καλλιτεχνών και του κοινού για να τους κάνει να δουν πως δεν υπάρχει τέχνη. Η καταγγελία του συνεχίζεται, φτάνει να καυτηριάσει τους αστούς που μόνο η υπογραφή κάτω από ένα οποιοδήποτε αντικείμενο ή έργο τους αρκεί για να βαφτίσουν κάτι “τέχνη”.
Στα περισσότερα έργα του, όσο και να ψάξει κάποιος, δεν θα συναντήσει την αναπαράσταση του ανθρώπινου σώματος. Σε κάποια, της “προ-νταντά” περιόδου του, η παρουσία του ανθρώπου προδίδεται από τον τίτλο και οι γραμμές του είναι πολύ κοντά στις φουτουριστικές και κυβιστικές αντιλήψεις. Χειρίζεται τις γραμμές και τα σχήματα για να προκαλέσει έντονους σχηματισμούς στον καμβά, δυνατά συναισθήματα στον θεατή και το φως για να υπερτονίσει την κίνηση και το αντικείμενό του που αλλιώς θα κινδύνευε να χαθεί μέσα σε όλη αυτή την ποικιλία σχημάτων. Το ανθρώπινο σώμα εκεί γίνεται ένα σύνολο από γραμμές που συνέχονται άρρηκτα και σε κίνηση -το σώμα δεν είναι ποτέ στατικό ούτε συναισθηματικά φορτισμένο με όλη αυτήν τη λατρεία των προγενέστερων ζωγράφων. Τέτοια έργα του είναι, για παράδειγμα, το “Nu descendant un escalier no.2” ή το “The King and Queen Surrounded by swift Nudes”, και τα δύο ζωγραφισμένα το 1912.
Κατά την περίοδο, όμως, που ο Duchamp γνωρίζει το Νταντά και κάνει παρέα με τους Picabia και Ray το σώμα μοιάζει να αποχωρεί από τα έργα του. Και αυτό είναι λογικό. Ο Duchamp δεν βρίσκεται σε αυτόν τον χώρο για να κάνει τέχνη. Βρίσκεται εκεί για να την καταγγείλει, να εξωθήσει στα άκρα κάθε “υποστηρικτή” της, να ξεμπροστιάσει μια ολόκληρη αστική αντίληψη απέναντί της. Εξαφανίζει, λοιπόν, το βασικότερο στοιχείο της ανά του αιώνες. Το σώμα. Οι κατασκευές και τα σχέδια του Duchamp δεν είναι το νέο “τροπάριο” στην τέχνη, σε αυτά η ελεγεία στον άνθρωπο κόβεται απότομα. Δεν γίνεται από αντι-ανθρωπιστική (sic!) αντίληψη η κίνηση αυτή. O Duchamp δεν τα έχει βάλει με τον άνθρωπο -ένα τέχνασμα και μία φάρσα είναι αυτό που συμβαίνει στο έργο του με σκοπό να ξεσκεπάσει ένα σάπιο σύστημα. Όταν “εμφανίζει” την Rrose Selavy (ή Rose Selavy), τον ίδιο δηλαδή μεταμορφωμένο σε γυναίκα, καταγγέλλει ένα ολόκληρο δίκτυο διαφήμισης το οποίο κυριαρχεί στην αμερικανική αγορά εκμεταλλευόμενο το “ωραίο”, εκμεταλλευόμενο -ενδεχομένως- πρότυπα ομορφιάς τα οποία έχουν συσταθεί διαμέσου αιώνων καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Εξ άλλου, όταν αναφερόμαστε στον Duchamp, βρισκόμαστε στην παρουσία ενός ανθρώπου με τρομακτικές καλλιτεχνικές ικανότητες γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από το έργα του όπως το “La Mariee mise a nu par ses celibataires, meme”, πάνω στο οποίο δούλευε για περίπου οχτώ χρόνια (1915-1923). Σε αυτό ο ευφάνταστος συνδυασμός υλικών, η χρήση του τυχαίου και του ελεγχόμενου και η περιπλάνηση στο υποσυνείδητο καταλήγουν σε ένα έργο υψηλής καλλιτεχνικής αισθητικής.
Είναι, επομένως, άδικο να αντιμετωπίσει κάποιος τον Duchamp σαν μη-καλλιτέχνη. Ο ίδιος αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του και των ικανοτήτων του στο να αποδείξει ότι δεν υπάρχει τέχνη την ίδια στιγμή που με κάθε εικαστικό του έργο έκανε τέτοια. Είναι, μάλλον, δικαιότερο να αναγνωρίσουμε σε αυτόν έναν διανοούμενο καλλιτέχνη ο οποίος προσπάθησε να θέσει την τέχνη σε νέα τροχιά -ίσως περιερχόμενος κι ίδιος σε φοβερές αντιφάσεις. Γιατί ως τέτοια μπορεί να εκληφθεί η δημιουργία την ίδια στιγμή που επιδιώκεται η καταστροφή."
"(...) Αντίθετα, ο Duchamp δεν διστάζει να τραβήξει στα άκρα την αντίληψη περί θανάτου της τέχνης. Προκλητικός, καινοτόμος και συνεπής προς τις ιδεολογικές του θέσεις, ήδη από το 1912 συγκεντρώνει πάνω του την προσοχή του καλλιτεχνικού χώρου με το έργο του “Nude descending a staircase no.2”. Σε αυτό, μέσω αλληλεπικαλυπτόμενων στρωμάτων της κίνησης ενός σώματος ενώ κατεβαίνει σκάλες, ο Duchamp καταφέρνει να αποδώσει την κίνηση στον ζωγραφικό πίνακα με τρόπο που προσεγγίζει την φουτουριστική (αλλά και την κυβιστική εν μέρει) τεχνοτροπία και τον τρόπο λειτουργίας της χρονοφωτογραφίας. Ο ίδιος μάλιστα παραδέχεται ότι επηρεάστηκε από τον φωτογράφο Etienne-Jules Marey, ο οποίος ασχολήθηκε με την τελευταία.
Από αυτήν την περίοδο ακόμη ο Duchamp ταράζει τα λιμνάζοντα νερά στην τέχνη. Η συναναστροφή του με τον Picabia και τον Ray, από το 1915 κι ύστερα που φτάνει στην Νέα Υόρκη, τον φέρνει σε επαφή με το Νταντά -το οποίο ο Picabia το υποστήριζε θερμά από την πρώτο ξέσπασμά του στη Ζυρίχη, διατηρώντας μάλιστα αλληλογραφία με τον Tzara.
Ο Duchamp στους πυλώνες της ντανταϊστικής σκέψης, δηλαδή τη διακήρυξη για θάνατο της τέχνης και την αναζήτηση της τέχνης στη ζωή και το παιχνίδι, στήνει την δική του εκδοχή Νταντά. Στην καρτεσιανή λογική του “Cogito ergo sum” αντιπαραθέτει το “ξεχείλωμά” της έως την πλήρη ανατροπή της· το ίδιο το “cogito” αμφισβητείται κι άρα κανένα ασφαλές συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από αυτήν τη διαδικασία. Αφού ούτε αυτό, λοιπόν, παρέχει μία στέρεη και de facto αλήθεια τότε τίποτα δεν ισχύει, τα πάντα είναι μία φάρσα κι άρα μόνο στην τυχαιότητα μπορεί να στηρίζεται κανείς. Στο λογικό lapsus του Descartes ο Duchamp εντοπίζει την αιτία της παρακμής της τέχνης αλλά και όλου του σύγχρονου κόσμου. Πράξεις, ιδεολογίες και τέχνη αποκτούν νόημα βασισμένα σε μία ευάλωτη πεποίθηση πως όλα αυτά υπάρχουν επειδή εμείς το θέλουμε. Στο κενό αυτό της καρτεσιανής θεωρίας ο Duchamp θα σταθεί αμείλικτος· τίποτα δεν υπάρχει, κάθε μικροαστική αντίληψη, και ό, τι τρέφεται από αυτή, πέθανε. Αυτή ακριβώς η θεωρητική τοποθέτηση επιτρέπει στον Duchamp να αντιλαμβάνεται την καλλιτεχνική δημιουργία με διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι περισσότεροι καλλιτέχνες, θεωρώντας την, εκ των πραγμάτων, ένα παιχνίδι της τύχης και κάτι το οποίο οφείλουμε να μην παίρνουμε και τόσο στα σοβαρά.
Σύμβολα της αντι-καρτεσιανής λογικής του αποτελούν τα διάσημα “Ready-mades”. Το “Fountain”, το “Porte-bouteilles”, το “Trebuchet”, το “Porte-chapeaux” και το “In advance of the Broken Arm”, όλα έργα της περιόδου 1913-1917, παραμένουν αυτό που ο τίτλος τους δηλώνει. Χρηστικά καθημερινά αντικείμενα, εξορισμένα από την συμμετοχή τους στην καλλιτεχνική δημιουργία, εκτίθενται από τον Duchamp χωρίς την παραμικρή αλλαγή. Η κίνηση αυτή δεν γίνεται για να τα “προβιβάσει” σε τέχνη· ο Duchamp δεν είναι άτεχνος, ούτε αλαζόνας, για να θεωρεί ότι η υπογραφή του μπορεί να αναγάγει οτιδήποτε σε τέχνη. Τα ready-mades του φέρουν την καταγγελία της ελιτίστικης συμπεριφοράς των καλλιτεχνών έναντι των υπολοίπων. Μία ελιτίστικη συμπεριφορά που στηρίζεται στο τίποτα αφού η τέχνη δεν υπάρχει. Κι αφού δεν υπάρχει, τα ready-mades έρχονται να προκαλέσουν έναν ακόμη βαθύτερο προβληματισμό: τι είναι καλαίσθητο και τι όχι;
Ο ίδιος αναφέρει: “(...) Ένα σημείο που θέλω πολύ να τονίσω είναι ότι η επιλογή αυτών των ready-mades δεν υπαγορεύτηκε ποτέ από καμία αισθητική απόλαυση. Η επιλογή βασιζόταν σε μια αντίδραση οπτικής αδιαφορίας με πλήρη απουσία του καλού ή του κακού γούστου... στην πραγματικότητα σε μια πλήρη αναισθησία.” Ο Duchamp, επομένως, δεν σπαταλά τον χρόνο του παλεύοντας να βρει την συνέχεια μετά τον θάνατο της τέχνης, την απάντηση στο τι είναι “ωραίο”· πάνω από όλα τον ενδιαφέρει να καταστήσει σαφές πως η τέχνη πέθανε -και, δευτερευόντως, να απολαύσει ένα καλό γέλιο στην κηδεία της. Όλο το έργο του Duchamp επικεντρώνεται γύρω από τον βασικό άξονα της μη τέχνης. Υιοθετώντας μία καλλιτεχνική συμπεριφορά που ομοιάζει με αντι-τέχνη, αυτή δεν είναι παρά το όχημα για να φτάσει κανείς στο συμπέρασμα -δηλαδή την ανυπαρξία της τέχνης. Εφόσον δεν υπάρχει τέχνη, κατά τον Duchamp, δεν μπορεί να υφίσταται και αντι-τέχνη.
Το 1919 σκαρώνει την διασημότερη, ίσως, φάρσα στην ιστορία της τέχνης ζωγραφίζοντας ένα τσιγκελωτό μουστάκι πάνω σε ένα αντίγραφό της Μόνα Λίζα του Da Vinci και ονομάζοντας το μυστακοφόρο, πλέον, πάλαι ποτέ σύμβολο του γυναικείου μυστηρίου και της αιθέριας γυναικείας παρουσίας “L.H.O.O.Q.” (κάτι που στα γαλλικά διαβάζεται περίπου σαν “Elle a chaud au cul”, δηλαδή “Είναι ξαναμμένη από πίσω”) ειρωνευόμενος έτσι και μία φημολογούμενη ομοφυλοφιλία του Da Vinci (η οποία, κατά την άποψη της γράφουσας, αποτελεί μία προσπάθεια φροϋδικής ερμηνείας του έργου του) . Ξανά εδώ ο Duchamp παραμένει πιστός στα πιστεύω του. Η κίνησή του αυτή δεν υποθάλπει μομφή για το ταλέντο του Da Vinci, ούτε βεβαίως κάποια κλίση προς τις ανδροπρεπείς γυναίκες, παρά είναι άλλη μία πρόκληση που εκτοξεύει στο πρόσωπο των καλλιτεχνών και του κοινού για να τους κάνει να δουν πως δεν υπάρχει τέχνη. Η καταγγελία του συνεχίζεται, φτάνει να καυτηριάσει τους αστούς που μόνο η υπογραφή κάτω από ένα οποιοδήποτε αντικείμενο ή έργο τους αρκεί για να βαφτίσουν κάτι “τέχνη”.
Στα περισσότερα έργα του, όσο και να ψάξει κάποιος, δεν θα συναντήσει την αναπαράσταση του ανθρώπινου σώματος. Σε κάποια, της “προ-νταντά” περιόδου του, η παρουσία του ανθρώπου προδίδεται από τον τίτλο και οι γραμμές του είναι πολύ κοντά στις φουτουριστικές και κυβιστικές αντιλήψεις. Χειρίζεται τις γραμμές και τα σχήματα για να προκαλέσει έντονους σχηματισμούς στον καμβά, δυνατά συναισθήματα στον θεατή και το φως για να υπερτονίσει την κίνηση και το αντικείμενό του που αλλιώς θα κινδύνευε να χαθεί μέσα σε όλη αυτή την ποικιλία σχημάτων. Το ανθρώπινο σώμα εκεί γίνεται ένα σύνολο από γραμμές που συνέχονται άρρηκτα και σε κίνηση -το σώμα δεν είναι ποτέ στατικό ούτε συναισθηματικά φορτισμένο με όλη αυτήν τη λατρεία των προγενέστερων ζωγράφων. Τέτοια έργα του είναι, για παράδειγμα, το “Nu descendant un escalier no.2” ή το “The King and Queen Surrounded by swift Nudes”, και τα δύο ζωγραφισμένα το 1912.
Κατά την περίοδο, όμως, που ο Duchamp γνωρίζει το Νταντά και κάνει παρέα με τους Picabia και Ray το σώμα μοιάζει να αποχωρεί από τα έργα του. Και αυτό είναι λογικό. Ο Duchamp δεν βρίσκεται σε αυτόν τον χώρο για να κάνει τέχνη. Βρίσκεται εκεί για να την καταγγείλει, να εξωθήσει στα άκρα κάθε “υποστηρικτή” της, να ξεμπροστιάσει μια ολόκληρη αστική αντίληψη απέναντί της. Εξαφανίζει, λοιπόν, το βασικότερο στοιχείο της ανά του αιώνες. Το σώμα. Οι κατασκευές και τα σχέδια του Duchamp δεν είναι το νέο “τροπάριο” στην τέχνη, σε αυτά η ελεγεία στον άνθρωπο κόβεται απότομα. Δεν γίνεται από αντι-ανθρωπιστική (sic!) αντίληψη η κίνηση αυτή. O Duchamp δεν τα έχει βάλει με τον άνθρωπο -ένα τέχνασμα και μία φάρσα είναι αυτό που συμβαίνει στο έργο του με σκοπό να ξεσκεπάσει ένα σάπιο σύστημα. Όταν “εμφανίζει” την Rrose Selavy (ή Rose Selavy), τον ίδιο δηλαδή μεταμορφωμένο σε γυναίκα, καταγγέλλει ένα ολόκληρο δίκτυο διαφήμισης το οποίο κυριαρχεί στην αμερικανική αγορά εκμεταλλευόμενο το “ωραίο”, εκμεταλλευόμενο -ενδεχομένως- πρότυπα ομορφιάς τα οποία έχουν συσταθεί διαμέσου αιώνων καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Εξ άλλου, όταν αναφερόμαστε στον Duchamp, βρισκόμαστε στην παρουσία ενός ανθρώπου με τρομακτικές καλλιτεχνικές ικανότητες γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από το έργα του όπως το “La Mariee mise a nu par ses celibataires, meme”, πάνω στο οποίο δούλευε για περίπου οχτώ χρόνια (1915-1923). Σε αυτό ο ευφάνταστος συνδυασμός υλικών, η χρήση του τυχαίου και του ελεγχόμενου και η περιπλάνηση στο υποσυνείδητο καταλήγουν σε ένα έργο υψηλής καλλιτεχνικής αισθητικής.
Είναι, επομένως, άδικο να αντιμετωπίσει κάποιος τον Duchamp σαν μη-καλλιτέχνη. Ο ίδιος αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του και των ικανοτήτων του στο να αποδείξει ότι δεν υπάρχει τέχνη την ίδια στιγμή που με κάθε εικαστικό του έργο έκανε τέτοια. Είναι, μάλλον, δικαιότερο να αναγνωρίσουμε σε αυτόν έναν διανοούμενο καλλιτέχνη ο οποίος προσπάθησε να θέσει την τέχνη σε νέα τροχιά -ίσως περιερχόμενος κι ίδιος σε φοβερές αντιφάσεις. Γιατί ως τέτοια μπορεί να εκληφθεί η δημιουργία την ίδια στιγμή που επιδιώκεται η καταστροφή."
Wednesday, 26 September 2007
Friday, 21 September 2007
Η παραφωνία του χρόνου
Από τα ηχεία ακούγεται το “Riverbed” των Madrugada. Κι ας είναι θλιμμένο τραγούδι -σήμερα νιώθω καλά και με κάνει να ανασαίνω με ανακούφιση. Θέλω να κλειστώ για λίγο στον μικρόκοσμό μου, να τον χαϊδέψω και μετά να του κάνω όλα τα χατήρια -για μια μέρα μόνο. Δεν έχει ανησυχίες σήμερα. Σήμερα γράφω τα δικά μου νέα σε φύλλα αρωματισμένα κι όχι ιλλουστρασιόν, σήμερα δεν έχει διαφημίσεις ανάμεσα σε ειδήσεις -μόνο ζωγραφιές.
Σήμερα φυσάει στους άοσμους δρόμους κι είναι σαν να μου φέρνει στο καλάθι του ποδηλάτου μαγικά υλικά για συνταγές πρωτόγνωρες. Έχω στάλες βροχής, τα πρώτα κόκκινα φύλλα που τίναξαν τα δέντρα από πάνω τους σαν ξύπνησαν από άνυδρο εφιάλτη και μπαχάρι υγρασίας -θα το βάλω στο τέλος για άρωμα. Ο καφές μου είναι γλυκός -ακριβώς όπως μ' αρέσει. Η κυρία που μου τον φτιάχνει κάθε πρωί σήμερα με θυμήθηκε· θυμήθηκε πως μ' αρέσει η ζάχαρη, μου χαμογέλασε κι έβαλε ένα κουταλάκι παραπάνω. Μαζί με τα δύο ευρώ τής έδωσα και το πιο φθινοπωρινό χαμόγελο που είχα. Έβγαλα την φόρμα μου με τα μακριά μπατζάκια -τέλος τα σορτσάκια- το σπίτι είναι κρύο πια κι ο ανεμιστήρας κοιτάει ανήμπορος την άδεια θέση του καλοκαιριού. Σήμερα θα διαβάσω -ο χρόνος ποτέ δεν είναι αρκετός αλλά σήμερα δεν τον φοβάμαι. Θα παίξω μαζί του, θα τον καλοπιάσω με αυτά που του αρέσουν κι εκείνος θα μου φερθεί καλά. Δεν θα κλείσω τα μάτια, δεν θα τρομάξω από δυο δείκτες, δεν θα λαχανιάσω κυνηγώντας.
“Πότε επιτέλους θα γίνεις παιδί της ηλικίας σου;” Τώρα, φίλε, σήμερα. Σήμερα είμαι εικοσιτεσσάρων Απριλίων και κάτι ψιλών, σήμερα νιώθω όμορφη, σήμερα δεν με στενοχωρεί τίποτα, σήμερα νιώθω το Σαββατοκύριακο να μου κλείνει το μάτι. Διάολε, είμαι εικοσιτεσσάρων ετών! Μπορώ να ονειρεύομαι πως η πραγματικότητα δεν θα με πλακώσει ποτέ, πως ο έρωτας κι η φιλία είναι αθάνατοι Highlanders, πως οι ρυτίδες είναι η απόδειξη μιας ολόκληρης ζωής, πως κάποτε θα ξυπνάω το πρωί αγκαλιασμένη από ένα κήπο με τα πιο περίεργα λουλούδια που θα έχει δει άνθρωπος, πως θα είμαι πάντα το μαγκάκι που λες πως αγαπάς γελώντας πονηρά! Δεν σου είπα, σήμερα θα μαγειρέψω με υλικά μαγικά! Πρέπει να προλάβω, σήμερα που ο χρόνος με αγαπά, πρέπει να προλάβω να κακομάθω τον μικρόκοσμό μου.
“We want the world and we want it... Nooooowwwww!” Ναι, Jim, στο υπόσχομαι, αυτόν τον κόσμο δεν τον χαρίζουμε σε κανέναν. Όποιος θέλει, "μολών λαβέ" και δεν θα πάρει τίποτα που να μην του αξίζει. Όμως, τον άλλον, αυτόν που είναι μόνο δικός μου, σήμερα θέλω να τον χαρίσω. Ρώγες σταφύλι σε ένα ξύλινο τελάρο μου σφυρίζουν “Τσιριτρί, τσιριτρό...”, στη χούφτα μου παίζουν σαν βόλοι και θυμάμαι τη γιαγιά. Πάλι η γιαγιά, το φάντασμά της είναι η αγάπη πάντα γύρω μου... Θυμάμαι τη γιαγιά να κολλάει χαρτάκια στα δάχτυλά της και να τα εξαφανίζει σαν λαγούς από καπέλα. Κι αυτός ο μαϊντανός γιατί μοιάζει τόσο με το σέλινο -στις μαγικές συνταγές μπορεί να είναι το ίδιο γιατί δεν έχω μάθει ακόμη να τα ξεχωρίζω; Θα πάρω και γλυκό -στο διάολο οι προσοχές. Αυτό με την κρέμα και τα κερασάκια, αυτό μ' αρέσει να μοιράζομαι από ένα κουτάλι. Κι ας είναι η σκόνη μισό μέτρο στη βιβλιοθήκη, κι ας είναι το πλυντήριο όλο άπλυτα γεμάτο, κι ας είναι τα παπούτσια μου φτιαγμένα σε ζευγάρια περίεργα -αλήθεια, πώς είναι να περπατάς φορώντας στο ένα πόδι αθλητικό και στ' άλλο τακούνι;- κι ας μου τέλειωσε η κανέλα. Σήμερα είναι η μέρα που θα με νοιάξει μόνο το χαμόγελο του κόσμου.
Τώρα είναι η ώρα που περνά από το πάρκο η γιαγιά με τον παχουλό της σκύλο. Θα κάτσει στο παγκάκι, θα τον χαϊδέψει, θα του ψιθυρίσει να μην απομακρυνθεί γιατί ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος για τα μικρά του ποδαράκια και μετά θα του λύσει το λουρί... Κι αυτός, αργά -σαν κάποιος που θέλει να γευτεί κάθε δευτερόλεπτο ελευθερίας- θα συρθεί μέχρι τα περιστέρια. Θα τα μυρίσει ευγενικά, εκείνα θα τρομάξουν, θα ανοίξουν τα φτερά τους κι αυτός θα καταλάβει πως αυτός ο κόσμος είναι πιο μικρός από όσο φαντάζεται η κυρά του.
Ο καπνός μου μυρίζει απ' τα χέρια που τον ξεδιάλεξαν κι εγώ φέρνω στο μυαλό μου εικόνες που δεν έζησα. Εικόνες με ανθρώπους που ήταν μάγοι στο να τον ψιλοκόβουν τότε που τα τσιγαρόχαρτα ήταν ροζ και για λίγους. Πώς τον έλεγαν εκείνον τον θείο που ανέβαινε από τη λίμνη σκυφτός κάθε απόγευμα σούρνοντας τα βήματά του; Θείος Γάκιας! Ναι, λοιπόν, ο θείος εκείνος καθόταν κάτω απ' τη μουριά, τράβαγε φύλλα απ' την κρεμάστρα κι έστριβε τσιγάρα χωρίς φίλτρο που στα ρουθούνια μου φάνταζαν η πιο νεραϊδίστικη μυρωδιά που υπάρχει.
“Σ' αγαπώ γιατί 'σαι ωραίαααα...” Οι φάλτσες νότες από το ακορντεόν που πλησιάζει σκαρφαλώνουν στ' αυτί μου, οι χτύποι της καρδιάς μου πληθαίνουν. Ο ακορντεονίστας τραβά την ανηφόρα τραγουδώντας μια ζεστή καντάδα για τον κρύο άνεμο. Κι εμένα μ' αρέσει να φαντάζομαι πως είναι για εμένα· που στέκομαι προσοχή σαν τον ακούω, που σταματάω τον χρόνο κι ανοίγω το παντζούρι για να μπουν στο σπίτι οι βρεγμένες του νότες όταν ολόκληρος κόσμος περιφέρεται γύρω του ασταμάτητα.
Σήμερα, λοιπόν, θα σου μαγειρέψω. Με τα πιο μαγικά και φρέσκα υλικά που μάζεψα πρωί πρωί για σένα θα σου φτιάξω το πιο νόστιμο φαΐ και θα το πασπαλίσω με νότες. Μετά θέλω να με πας σινεμά και στο διάλειμμα να φάμε μηλόπιτα ψάχνοντας μανιωδώς τα μικρά ελαττώματα που κάνουν την ταινία αυτή ανθρώπινη. Μέσα στην αίθουσα θα μου πιάνεις το χέρι κι εγώ θα νιώθω πως αυτός είναι ο παράδεισος -το σινεμά που μοιράζομαι μαζί σου, το δικό μου "σινεμά ο παράδεισος”. Και μετά θέλω να έρθουμε σπίτι, να με πάρεις μια αγκαλιά κι αυτός ο κόσμος που δεν κοιμάται ποτέ, αυτός ο κόσμος που όλο λαχανιάζει, να σταματήσει για μια νύχτα, να πάρει βαθειά ανάσα και να κυλιστεί μαζί μας στα πιο ανάλαφρα κι αρωματισμένα όνειρα.
Σήμερα φυσάει στους άοσμους δρόμους κι είναι σαν να μου φέρνει στο καλάθι του ποδηλάτου μαγικά υλικά για συνταγές πρωτόγνωρες. Έχω στάλες βροχής, τα πρώτα κόκκινα φύλλα που τίναξαν τα δέντρα από πάνω τους σαν ξύπνησαν από άνυδρο εφιάλτη και μπαχάρι υγρασίας -θα το βάλω στο τέλος για άρωμα. Ο καφές μου είναι γλυκός -ακριβώς όπως μ' αρέσει. Η κυρία που μου τον φτιάχνει κάθε πρωί σήμερα με θυμήθηκε· θυμήθηκε πως μ' αρέσει η ζάχαρη, μου χαμογέλασε κι έβαλε ένα κουταλάκι παραπάνω. Μαζί με τα δύο ευρώ τής έδωσα και το πιο φθινοπωρινό χαμόγελο που είχα. Έβγαλα την φόρμα μου με τα μακριά μπατζάκια -τέλος τα σορτσάκια- το σπίτι είναι κρύο πια κι ο ανεμιστήρας κοιτάει ανήμπορος την άδεια θέση του καλοκαιριού. Σήμερα θα διαβάσω -ο χρόνος ποτέ δεν είναι αρκετός αλλά σήμερα δεν τον φοβάμαι. Θα παίξω μαζί του, θα τον καλοπιάσω με αυτά που του αρέσουν κι εκείνος θα μου φερθεί καλά. Δεν θα κλείσω τα μάτια, δεν θα τρομάξω από δυο δείκτες, δεν θα λαχανιάσω κυνηγώντας.
“Πότε επιτέλους θα γίνεις παιδί της ηλικίας σου;” Τώρα, φίλε, σήμερα. Σήμερα είμαι εικοσιτεσσάρων Απριλίων και κάτι ψιλών, σήμερα νιώθω όμορφη, σήμερα δεν με στενοχωρεί τίποτα, σήμερα νιώθω το Σαββατοκύριακο να μου κλείνει το μάτι. Διάολε, είμαι εικοσιτεσσάρων ετών! Μπορώ να ονειρεύομαι πως η πραγματικότητα δεν θα με πλακώσει ποτέ, πως ο έρωτας κι η φιλία είναι αθάνατοι Highlanders, πως οι ρυτίδες είναι η απόδειξη μιας ολόκληρης ζωής, πως κάποτε θα ξυπνάω το πρωί αγκαλιασμένη από ένα κήπο με τα πιο περίεργα λουλούδια που θα έχει δει άνθρωπος, πως θα είμαι πάντα το μαγκάκι που λες πως αγαπάς γελώντας πονηρά! Δεν σου είπα, σήμερα θα μαγειρέψω με υλικά μαγικά! Πρέπει να προλάβω, σήμερα που ο χρόνος με αγαπά, πρέπει να προλάβω να κακομάθω τον μικρόκοσμό μου.
“We want the world and we want it... Nooooowwwww!” Ναι, Jim, στο υπόσχομαι, αυτόν τον κόσμο δεν τον χαρίζουμε σε κανέναν. Όποιος θέλει, "μολών λαβέ" και δεν θα πάρει τίποτα που να μην του αξίζει. Όμως, τον άλλον, αυτόν που είναι μόνο δικός μου, σήμερα θέλω να τον χαρίσω. Ρώγες σταφύλι σε ένα ξύλινο τελάρο μου σφυρίζουν “Τσιριτρί, τσιριτρό...”, στη χούφτα μου παίζουν σαν βόλοι και θυμάμαι τη γιαγιά. Πάλι η γιαγιά, το φάντασμά της είναι η αγάπη πάντα γύρω μου... Θυμάμαι τη γιαγιά να κολλάει χαρτάκια στα δάχτυλά της και να τα εξαφανίζει σαν λαγούς από καπέλα. Κι αυτός ο μαϊντανός γιατί μοιάζει τόσο με το σέλινο -στις μαγικές συνταγές μπορεί να είναι το ίδιο γιατί δεν έχω μάθει ακόμη να τα ξεχωρίζω; Θα πάρω και γλυκό -στο διάολο οι προσοχές. Αυτό με την κρέμα και τα κερασάκια, αυτό μ' αρέσει να μοιράζομαι από ένα κουτάλι. Κι ας είναι η σκόνη μισό μέτρο στη βιβλιοθήκη, κι ας είναι το πλυντήριο όλο άπλυτα γεμάτο, κι ας είναι τα παπούτσια μου φτιαγμένα σε ζευγάρια περίεργα -αλήθεια, πώς είναι να περπατάς φορώντας στο ένα πόδι αθλητικό και στ' άλλο τακούνι;- κι ας μου τέλειωσε η κανέλα. Σήμερα είναι η μέρα που θα με νοιάξει μόνο το χαμόγελο του κόσμου.
Τώρα είναι η ώρα που περνά από το πάρκο η γιαγιά με τον παχουλό της σκύλο. Θα κάτσει στο παγκάκι, θα τον χαϊδέψει, θα του ψιθυρίσει να μην απομακρυνθεί γιατί ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος για τα μικρά του ποδαράκια και μετά θα του λύσει το λουρί... Κι αυτός, αργά -σαν κάποιος που θέλει να γευτεί κάθε δευτερόλεπτο ελευθερίας- θα συρθεί μέχρι τα περιστέρια. Θα τα μυρίσει ευγενικά, εκείνα θα τρομάξουν, θα ανοίξουν τα φτερά τους κι αυτός θα καταλάβει πως αυτός ο κόσμος είναι πιο μικρός από όσο φαντάζεται η κυρά του.
Ο καπνός μου μυρίζει απ' τα χέρια που τον ξεδιάλεξαν κι εγώ φέρνω στο μυαλό μου εικόνες που δεν έζησα. Εικόνες με ανθρώπους που ήταν μάγοι στο να τον ψιλοκόβουν τότε που τα τσιγαρόχαρτα ήταν ροζ και για λίγους. Πώς τον έλεγαν εκείνον τον θείο που ανέβαινε από τη λίμνη σκυφτός κάθε απόγευμα σούρνοντας τα βήματά του; Θείος Γάκιας! Ναι, λοιπόν, ο θείος εκείνος καθόταν κάτω απ' τη μουριά, τράβαγε φύλλα απ' την κρεμάστρα κι έστριβε τσιγάρα χωρίς φίλτρο που στα ρουθούνια μου φάνταζαν η πιο νεραϊδίστικη μυρωδιά που υπάρχει.
“Σ' αγαπώ γιατί 'σαι ωραίαααα...” Οι φάλτσες νότες από το ακορντεόν που πλησιάζει σκαρφαλώνουν στ' αυτί μου, οι χτύποι της καρδιάς μου πληθαίνουν. Ο ακορντεονίστας τραβά την ανηφόρα τραγουδώντας μια ζεστή καντάδα για τον κρύο άνεμο. Κι εμένα μ' αρέσει να φαντάζομαι πως είναι για εμένα· που στέκομαι προσοχή σαν τον ακούω, που σταματάω τον χρόνο κι ανοίγω το παντζούρι για να μπουν στο σπίτι οι βρεγμένες του νότες όταν ολόκληρος κόσμος περιφέρεται γύρω του ασταμάτητα.
Σήμερα, λοιπόν, θα σου μαγειρέψω. Με τα πιο μαγικά και φρέσκα υλικά που μάζεψα πρωί πρωί για σένα θα σου φτιάξω το πιο νόστιμο φαΐ και θα το πασπαλίσω με νότες. Μετά θέλω να με πας σινεμά και στο διάλειμμα να φάμε μηλόπιτα ψάχνοντας μανιωδώς τα μικρά ελαττώματα που κάνουν την ταινία αυτή ανθρώπινη. Μέσα στην αίθουσα θα μου πιάνεις το χέρι κι εγώ θα νιώθω πως αυτός είναι ο παράδεισος -το σινεμά που μοιράζομαι μαζί σου, το δικό μου "σινεμά ο παράδεισος”. Και μετά θέλω να έρθουμε σπίτι, να με πάρεις μια αγκαλιά κι αυτός ο κόσμος που δεν κοιμάται ποτέ, αυτός ο κόσμος που όλο λαχανιάζει, να σταματήσει για μια νύχτα, να πάρει βαθειά ανάσα και να κυλιστεί μαζί μας στα πιο ανάλαφρα κι αρωματισμένα όνειρα.
Sunday, 16 September 2007
Της Αγίας Σημαίας και Ψηφοφόρων Μαρτύρων
Πρέπει να γράψεις. Τώρα. Πριν ξημερώσει. Πριν ανοίξουν οι κάλπες, πριν ανοίξουν τα παράθυρα, πριν συρθούμε σε έναν δρόμο φλυαρίας, υπερφίαλων δηλώσεων και κουτσομπολιού. Δεν νυστάζεις. Να, κλείσε τα βιβλία σου, στρίψε ένα τσιγάρο, βάλε μουσική και γράψε... Δεν προλαβαίνεις, δεν είναι ώρα για προβληματισμούς τώρα! Όχι, time out, αυτά θα τα γράψω.
Σε λίγες ώρες ανοίγουν οι κάλπες. Σχισμές που καταπίνουν την ανάγκη μας να νιώσουμε ότι κάπου συμμετέχουμε κι εμείς σε μια πολιτεία τόσο απομακρυσμένη και θαμπή. Σχισμές που ξεγελούν την πρωτόγονη ανάγκη μας για εξουσία. Απέχω. Για ακόμη μία φορά. Κι ας ταλανίστηκα πολύ. Δεν θέλω να με καταπιεί αυτή η σχισμή, δεν θέλω να συμμετέχω σε μια παρωδία, δεν θέλω να νιώθω Ελληνίδα με τέτοιον τρόπο. Δεν το ξέρω τον κύριο με τα παραπανίσια κιλά, δεν τον ξέρω τον κύριο που η φωνή του κι ο τρόπος που μιλά τώρα τελευταία κάποιον μου θυμίζουν, δεν τον ξέρω τον κύριο με το μπλέηζερ που ενώνεται με τους Πακιστανούς, δεν την ξέρω την κυρία που μοιάζει να έχει διακτινιστεί από την Ρωσία του '17, δεν τον ξέρω τον κύριο που απειλεί να μας προστατεύσει με ένα γάντι του μποξ. Δεν τους ξέρω όλους αυτούς, δεν τους ενόχλησα ποτέ μου, δεν τους ζήτησα ποτέ μου καμία χάρη. Με πήραν τηλέφωνο στις δωδεκάμιση το βράδυ να με καλέσουν σε συγκέντρωσή τους, μου μοίρασαν γυαλιστερά χαρτιά με πουδραρισμένα τα πρόσωπά τους πάνω τους, με πήραν να με ρωτήσουν την άποψή μου για πολιτικά θέματα θέλοντας να με κάνουν στατιστική.
Ποτέ δεν με ρώτησαν αν μπορώ να κυκλοφορήσω με το ποδήλατό μου σε αυτήν την πόλη. Ποτέ δεν με ρώτησαν αν μου φτάνει ο μισθός μου για να ζήσω. Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι το Πανεπιστήμιο ασφυκτιά κι αργοπεθαίνει μέσα στον κλοιό τους. Ποτέ δεν μου παρείχαν γυμναστήρια και γήπεδα για να αθληθώ. Ποτέ στο σχολείο μου δεν έλεγξαν τι έτρωγα και πώς διδασκόμουν. Ποτέ δεν τους ένοιαξε πόσες ώρες περίμενα έξω από την πόρτα ενός εξωτερικού ιατρείου. Ποτέ δεν σκέφτηκαν να φτιάξουν τους δρόμους που σπάω το αυτοκίνητό μου. Ποτέ δεν φύτεψαν ένα δέντρο στο πεζοδρόμιο που περπατάω.
Όχι, κάποιο λάθος έχει γίνει, δεν μιλάω την ίδια γλώσσα με αυτούς. Κι αυτοί, οι άλλοι, που κουνάνε σημαιάκια και ζουλάνε κόρνες σαν τους ακούνε να μιλούν... Όχι, σίγουρα έχει γίνει λάθος, δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν προσκυνάμε την ίδια σημαία, δεν ανήκουμε σε έναν τεράστιο εγκέφαλο όλοι εμείς. Άλλα πεζοδρόμια περπατάμε, σε άλλες δουλειές πηγαίνουμε κάθε πρωί, άλλο είναι το πράσινο που καταλαβαίνουμε, άλλο το γαλάζιο... Μα αυτός... Αυτός που μπαστακώθηκε σε μια θέση στο δημόσιο εξανδραποδίζοντας τον προκάτοχό του, αυτός που αγόρασε οικόπεδο μαύρο και πρόλαβε να το περιφράξει κιόλας, αυτός που προσπέρασε όλη την ουρά στο φανάρι και μπήκε πρώτος, αυτός που πάρκαρε πάνω στη διάβαση, αυτός που αγοράζει ντομάτες Βελγίου -1,60 το κιλό κι όλες ίδιες, στερημένες από την φαντασία της φύσης- και τσόντα στο περίπτερο, αυτός που πήγε στο γήπεδο κι έσπασε στο ξύλο καθίσματα κι ανθρώπους, αυτός που τον έβλεπα όλο το πρωί να πίνει καφέ κρύβοντας το βλέμμα του πίσω από τα μοδάτα μαύρα του γυαλιά -κι η γιαγιά περίμενε στο γραφείο του, αυτός που περιμένουν οι ασθενείς στοιβαγμένοι στα καθίσματα και κάθεται να μάθει το κουτσομπολιό για την Καλλιόπη τη νοσοκόμα, αυτός που τέλειωσε στη Ρουμανία σπουδές και τώρα περιμένει τηλέφωνο από το πολιτικό γραφείο να του αναγγείλουν τον απ' ευθείας διορισμό του... Μα αυτός κουνάει μια σημαία που μου 'παν ότι είναι και δικιά μου.
“Και τι σημαίνει δικιά μου, μπαμπά;” “Τίποτα παιδί μου. Τίποτα...” Τώρα κατάλαβα, μπαμπά. Δεν βγήκαμε όλοι από την ίδια πάστα. Και μετά μπερδέψαμε τα ντολμαδάκια και τη φασολάδα με τον γύρο και τα μιλκσέηκ και πάθαμε εντερικές διαταραχές. Την ίδια σημαία έχω κι εγώ, μπαμπά. Κι εμένα Ελληνίδα με λένε όταν πάω έξω. Κι εγώ ελληνικά μιλάω. Όμως, μπαμπά, να σου πω κάτι; Δεν μου λέει τίποτα αυτή η σημαία. Την βλέπω γαριασμένη πάνω στην Βουλή και δεν μου λέει τ-ί-π-ο-τ-α. Τι έχω μπαμπά; Είμαι κι εγώ απειλή; Όχι, δεν κατάλαβες, δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν. Αλλά, να...
Όταν ήμουν μικρή μας μάθαινε η δασκάλα “Της πατρίδας μου η σημαία έχει χρώμα γαλανό...”. Και παρόλο που μιλούσε για την σημαία εγώ ξεχνιόμουνα στην πρώτη λέξη. Στην “πατρίδα”. Και σκεφτόμουν τις θάλασσες που κολυμπούσα, τις εκδρομές στα βουνά, τις απογευματινές μας βόλτες στη Ρεματιά, την λίμνη στο χωριό, τα λουλούδια που μάζευα με τη μαμά την άνοιξη πίσω από το σπίτι μας, τα φαράγγι που διέσχισα στην πλάτη σου, το ποδόσφαιρο που παίζαμε με τους φίλους μου στην αλάνα πίσω από το σχολείο, στον παππού που πολέμησε σε χιονισμένα βουνά με τρύπιες κάλτσες κι έπαθε κρυοπαγήματα, στη γιαγιά που έστριβε το τσιγάρο της κάτω από τις ολάνθιστες πορτοκαλιές της στο περιβόλι μας και πότιζε κάθε πρωί τις καμέλιές της. Εκεί έμενε ο νους μου και δεν άκουγα τι έλεγε μετά για τη σημαία -ποτέ μου δεν έμαθα τι λέει μετά τον πρώτο στίχο αυτό το ποιηματάκι. Όμως, μπαμπά, δεν υπάρχουν πια όλα αυτά. Κι εγώ έχω πρόβλημα.
Από ό,τι καταλαβαίνω πρέπει πατρίδα μου να είναι γκρι δρόμοι, γκρι σπίτια, γκρι πεζοδρόμια, ένα ρολόι που ποτέ δεν σταματά, τριακόσια ευρώ στην αρχή κάθε μήνα στο πορτοφόλι, η “απόδειξις καταβολής ενοικίου -ευρώ τετρακόσια” την ίδια μέρα, ένα ποτήρι καφέ ισάξιο με τον μισθό ενός ανώτερου υπαλλήλου στην Αιθιοπία, φανάρια, σκυφτά κεφάλια, σακούλες γεμάτες με καρκίνο, τηλέφωνα που κουδουνίζουν πάντα, ποδήλατα που σαπίζουν σε υπόγεια, ξεκοκαλισμένες μπασκέτες σε φαγωμένα γήπεδα, τραμπουκισμός στον δρόμο, τραμπουκισμός στην δουλειά, τραμπουκισμός στην υπηρεσία, τραμπουκισμός στο Πανεπιστήμιο, ντομάτες ίδιες κι άχρωμες, συντηρητικά στον χυμό, ζαμπόν για τοστ με περιεκτικότητα 56% σε κρέας, λουλούδια που καταστρέφονται σε βεράντες καλυμμένα από παχιά λευκά στρώματα αρρώστιας...
Και δεν θέλω. Μ' ακούς; Δεν θέλω! Δεν την αγαπώ αυτήν την πατρίδα. Δεν είναι δική μου πατρίδα. Δεν με πονάει και δεν την πονάω. Δεν τους θέλω τους συμπατριώτες μου αυτούς. Περπατάνε σκυφτοί, σηκώνουν βλέμμα για να αρπαχτούν ή για να το ρίξουν λίγο αργότερα σε κάποιον αφ' υψηλού, μιλάνε μόνοι τους με κάτι καλώδια στ' αυτιά τους, κουνάνε σημαιάκια σε αυτούς που τους ληστεύουν, ρίχνουν χαρτάκια με σταυρούς σε σχισμές που την άλλη μέρα τους καταπίνουν, κλέβουν, τρέχουν, δεν ξέρουν και δεν θέλουν να μάθουν, πατάνε το “on” και πιστεύουν ό,τι τους πεις από ένα κουτί, δεν πήγαν ποτέ διακοπές στο βουνό ή σε ένα απόμερο νησί παρά αποζητούνε όλα τα κομφόρ και χαζεύουνε κώλους στην παραλία, δεν πάνε θέατρο ή σινεμά παρά γεμίζουνε με ακριβά γαρύφαλλα δωμάτια πνιγμένα στον καπνό και την παραφωνία. Και αδιαφορούν, μπαμπά. Το καταλαβαίνεις αυτό που σου λέω; ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ. Για όλα και όλους εκτός από τον εαυτό τους.
Όχι, μπαμπά, δεν πάω το πρωί να ψηφίσω. Την πατρίδα που αγάπησα δεν την ξέρουν αυτοί. Δεν της στεριώνουν τη σημαία ούτε της ρίχνουν μια στάλα νερό ν' ανθίσει. Δεν τους πιάνει το στομάχι τους από την τόση ομορφιά της ούτε καταλαβαίνουν τη γλώσσα της επαρχίας. Τους κοροϊδεύουν αυτούς τους ανθρώπους, τους λένε χωριάτες κι αγράμματους και τους μιλάνε για σχέδια ανάπτυξης -ανάπτυξη για αυτούς είναι να εξαφανιστούν τα χρώματα κι οι γεύσεις και τα αρώματα μπαμπά! Δεν είναι δική μου η σημαία. Ποτέ δεν ήταν. Ένα πανί έβλεπα σε αυτήν και πίστευα πως η εικονολατρεία είχε πεθάνει αιώνες πριν. Όμως έσφαλα. Ζώα είμαστε κατά βάθος -ταύροι που βλέπουν μόνο σημαία κι ορμάνε χωρίς να βλέπουν τα κοντάρια από πίσω. Μια αρένα μας δόθηκε ρε πατέρα· μια αρένα και μας έριξαν όλους μέσα...
Θέλω να φύγω... Αλλά πάλι εδώ είναι όλα αυτά που αγάπησα πρώτα και πιο βαθειά στη ζωή μου. Εδώ είναι ακόμη άνθρωποι που ερωτεύονται, που χαμογελούν κι ας μην σε ξέρουν, που σηκώνονται για να κάτσει η γερόντισσα, που την ψάχνουν καλλιτεχνικά κι ας μην τους βοηθάει κανείς, που παλεύουν για παιδεία κι ας τρώνε ξύλο και μπουντρούμιασμα, που σε κερνάνε καφέ στην πλατεία ρωτώντας τι κάνει η Αθήνα, που σε μαθαίνουν τους αέρηδες και πώς να καταλαβαίνεις τον καιρό, που χτίζουνε τα σπίτια τους με ιδρώτα, που επιμένουν και το παλεύουν μέχρι τέλους κι ας φαίνονται όλα εναντίον τους. Να, για να δεις, απόψε η εθνική μας ομάδα στο μπάσκετ έπαιξε ημιτελικό. Και δεν τα παράτησε μπαμπά, δεν έπαιξε βρώμικα όπως οι αντίπαλοι, δεν απογοητεύτηκε καμία στιγμή, δεν γκρίνιαξε για την αδικία. Και ξέρεις πόσοι αύριο θα χαρούν που θα τους δουν να επιστρέφουν χωρίς τρόπαιο; Ουουουουου, αμέτρητοι που περιμένουν κάθε φορά στη γωνία για ένα παραστράτημα. Όμως, όλοι αυτοί δεν κατάλαβαν ποτέ ότι το κεφάλι είναι πάντα στητό όταν παλεύεις, όταν δεν χρωστάς σε κανέναν, όταν δεν πουλιέσαι φτηνά, όταν βλέπεις την ομορφιά των πραγμάτων, όταν είσαι ερωτευμένος με ανθρώπους και πράγματα.
Υπάρχει κάποια πατρίδα και για 'μένα ακόμη, ε μπαμπά; Μια πατρίδα που παλεύει να επιβιώσει χωρίς να βάζει τρικλοποδιές, μια πατρίδα που θέλει να αναστήσει καμένες ψυχές και πνεύματα της φύσης, μια πατρίδα που ακόμη ξέρει να ερωτεύεται και να γελά, μια πατρίδα που δημιουργεί αντί να καταστρέφει. Μια πατρίδα που δεν έχει πάψει να νιώθει , που ακόμη νοιάζεται. Αυτήν την πατρίδα μου την καίνε, την ξεπουλάνε όσο όσο, την αφήνουν να ερημώνει, την δέρνουν, την βάζουν τιμωρία στη γωνία, μόνη της -μακριά από τους άλλους που αγαπάνε την σημαία, που την κουνάνε ζωηρά σε πλατείες και πάρκα, που την κρεμάνε στο μπαλκόνι τους στις εθνικές επετείους κι όταν η εθνική ομάδα βγαίνει πρώτη. Ποτέ, όμως, όταν βγαίνει από δεύτερη και κάτω. Δεν έμαθαν να χάνουν ποτέ τους αλήθεια; Στα παιχνίδια τους δεν υπάρχει ήττα, ούτε νίκη, ούτε ισοπαλία. Αυτά υπάρχουν στην αξιοπρέπεια κι αυτοί τέτοια λέξη δεν έμαθαν ποτέ τους.
Για αυτό σου λέω. Δεν πάω πουθενά σήμερα. Δεν μου άρεσαν ποτέ τα παραμύθια -θυμάσαι;, ούτε ένα δεν σου έχω ζητήσει- και δεν ανήκω σε κανέναν εκλογικό κατάλογο. Είναι εκλογές άλλης πατρίδας αυτές, άλλων ανθρώπων, άλλης σημαίας. Γίνονται σε μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνω· μια γλώσσα υποσχέσεων που ποτέ δεν πίστεψα και στην έλλειψη περιεχομένου έρχεται η οχλοβοή να καλύψει τις κραυγές που ακούγονται από τα “άλλα” στόματα. Ασφυκτιώ, μπαμπά, κι αγωνιώ. Πως κάποτε θα καταφέρουν όλους να μας κάνουν να αγαπάμε την δική τους σημαία. Και τώρα, που δεν τα καταφέρνουν ακόμη εντελώς καλά, νοιώθω πως με εκβιάζουν. Να βαδίσω στη σχισμή και να τους στηρίξω για να μην με ξανατιμωρήσουν με εκλογές.
Για αυτό σου λέω. Σίγουρα κάποιο λάθος έχει γίνει. Έμαθα να μην υποκύπτω σε εκβιασμούς και να μην χαρίζομαι σε όσους με αδικούν. Έμαθα να υπερασπίζομαι ό,τι αγαπώ κι όχι να το ξεπουλάω για φτηνές υποσχέσεις και άχρωμες λύσεις. Έμαθα ότι η σημαία είναι ένα πανί. Κανείς δεν πολέμησε για ένα πανί. Για ό,τι συμβολίζει αυτό πολέμησαν όσοι το έκαναν. Για μια πατρίδα που αγαπούσαν και καταλάβαιναν, μία γη που τους έτρεφε και μια θάλασσα που τους ημέρευε. Όχι, η δική μου πατρίδα δεν έχει εκλογές σήμερα. Η δική μου πατρίδα βρίσκεται σε πένθος και προσπαθεί να αναστήσει ό,τι απέμεινε από αυτό που αγάπησε. Η δική μου πατρίδα σήμερα νιώθει περήφανη για την εθνική της ομάδα στο μπάσκετ. Η δική μου πατρίδα κρατάει τη σημαία της πάντα ψηλά, κι όταν δεν υπάρχει όχλος και προβολείς. Η δική μου πατρίδα καταλαβαίνει από έρωτα και δημιουργία και θάνατο. Όχι από παραμύθια και πλαστά διαβατήρια για πολυτέλειες που βασίστηκαν σε αίμα.
Επιτρέψτε μου να αφιερώσω το κείμενο αυτό στον Καιρό. Το κείμενό του αυτό είναι ό,τι πιο δυνατό διάβασα εδώ και πολύ καιρό. Το κείμενο αυτό με έκανε να θέλω να γράψω για την δική μου πατρίδα.
Σε λίγες ώρες ανοίγουν οι κάλπες. Σχισμές που καταπίνουν την ανάγκη μας να νιώσουμε ότι κάπου συμμετέχουμε κι εμείς σε μια πολιτεία τόσο απομακρυσμένη και θαμπή. Σχισμές που ξεγελούν την πρωτόγονη ανάγκη μας για εξουσία. Απέχω. Για ακόμη μία φορά. Κι ας ταλανίστηκα πολύ. Δεν θέλω να με καταπιεί αυτή η σχισμή, δεν θέλω να συμμετέχω σε μια παρωδία, δεν θέλω να νιώθω Ελληνίδα με τέτοιον τρόπο. Δεν το ξέρω τον κύριο με τα παραπανίσια κιλά, δεν τον ξέρω τον κύριο που η φωνή του κι ο τρόπος που μιλά τώρα τελευταία κάποιον μου θυμίζουν, δεν τον ξέρω τον κύριο με το μπλέηζερ που ενώνεται με τους Πακιστανούς, δεν την ξέρω την κυρία που μοιάζει να έχει διακτινιστεί από την Ρωσία του '17, δεν τον ξέρω τον κύριο που απειλεί να μας προστατεύσει με ένα γάντι του μποξ. Δεν τους ξέρω όλους αυτούς, δεν τους ενόχλησα ποτέ μου, δεν τους ζήτησα ποτέ μου καμία χάρη. Με πήραν τηλέφωνο στις δωδεκάμιση το βράδυ να με καλέσουν σε συγκέντρωσή τους, μου μοίρασαν γυαλιστερά χαρτιά με πουδραρισμένα τα πρόσωπά τους πάνω τους, με πήραν να με ρωτήσουν την άποψή μου για πολιτικά θέματα θέλοντας να με κάνουν στατιστική.
Ποτέ δεν με ρώτησαν αν μπορώ να κυκλοφορήσω με το ποδήλατό μου σε αυτήν την πόλη. Ποτέ δεν με ρώτησαν αν μου φτάνει ο μισθός μου για να ζήσω. Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι το Πανεπιστήμιο ασφυκτιά κι αργοπεθαίνει μέσα στον κλοιό τους. Ποτέ δεν μου παρείχαν γυμναστήρια και γήπεδα για να αθληθώ. Ποτέ στο σχολείο μου δεν έλεγξαν τι έτρωγα και πώς διδασκόμουν. Ποτέ δεν τους ένοιαξε πόσες ώρες περίμενα έξω από την πόρτα ενός εξωτερικού ιατρείου. Ποτέ δεν σκέφτηκαν να φτιάξουν τους δρόμους που σπάω το αυτοκίνητό μου. Ποτέ δεν φύτεψαν ένα δέντρο στο πεζοδρόμιο που περπατάω.
Όχι, κάποιο λάθος έχει γίνει, δεν μιλάω την ίδια γλώσσα με αυτούς. Κι αυτοί, οι άλλοι, που κουνάνε σημαιάκια και ζουλάνε κόρνες σαν τους ακούνε να μιλούν... Όχι, σίγουρα έχει γίνει λάθος, δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Δεν προσκυνάμε την ίδια σημαία, δεν ανήκουμε σε έναν τεράστιο εγκέφαλο όλοι εμείς. Άλλα πεζοδρόμια περπατάμε, σε άλλες δουλειές πηγαίνουμε κάθε πρωί, άλλο είναι το πράσινο που καταλαβαίνουμε, άλλο το γαλάζιο... Μα αυτός... Αυτός που μπαστακώθηκε σε μια θέση στο δημόσιο εξανδραποδίζοντας τον προκάτοχό του, αυτός που αγόρασε οικόπεδο μαύρο και πρόλαβε να το περιφράξει κιόλας, αυτός που προσπέρασε όλη την ουρά στο φανάρι και μπήκε πρώτος, αυτός που πάρκαρε πάνω στη διάβαση, αυτός που αγοράζει ντομάτες Βελγίου -1,60 το κιλό κι όλες ίδιες, στερημένες από την φαντασία της φύσης- και τσόντα στο περίπτερο, αυτός που πήγε στο γήπεδο κι έσπασε στο ξύλο καθίσματα κι ανθρώπους, αυτός που τον έβλεπα όλο το πρωί να πίνει καφέ κρύβοντας το βλέμμα του πίσω από τα μοδάτα μαύρα του γυαλιά -κι η γιαγιά περίμενε στο γραφείο του, αυτός που περιμένουν οι ασθενείς στοιβαγμένοι στα καθίσματα και κάθεται να μάθει το κουτσομπολιό για την Καλλιόπη τη νοσοκόμα, αυτός που τέλειωσε στη Ρουμανία σπουδές και τώρα περιμένει τηλέφωνο από το πολιτικό γραφείο να του αναγγείλουν τον απ' ευθείας διορισμό του... Μα αυτός κουνάει μια σημαία που μου 'παν ότι είναι και δικιά μου.
“Και τι σημαίνει δικιά μου, μπαμπά;” “Τίποτα παιδί μου. Τίποτα...” Τώρα κατάλαβα, μπαμπά. Δεν βγήκαμε όλοι από την ίδια πάστα. Και μετά μπερδέψαμε τα ντολμαδάκια και τη φασολάδα με τον γύρο και τα μιλκσέηκ και πάθαμε εντερικές διαταραχές. Την ίδια σημαία έχω κι εγώ, μπαμπά. Κι εμένα Ελληνίδα με λένε όταν πάω έξω. Κι εγώ ελληνικά μιλάω. Όμως, μπαμπά, να σου πω κάτι; Δεν μου λέει τίποτα αυτή η σημαία. Την βλέπω γαριασμένη πάνω στην Βουλή και δεν μου λέει τ-ί-π-ο-τ-α. Τι έχω μπαμπά; Είμαι κι εγώ απειλή; Όχι, δεν κατάλαβες, δεν θέλω να κάνω κακό σε κανέναν. Αλλά, να...
Όταν ήμουν μικρή μας μάθαινε η δασκάλα “Της πατρίδας μου η σημαία έχει χρώμα γαλανό...”. Και παρόλο που μιλούσε για την σημαία εγώ ξεχνιόμουνα στην πρώτη λέξη. Στην “πατρίδα”. Και σκεφτόμουν τις θάλασσες που κολυμπούσα, τις εκδρομές στα βουνά, τις απογευματινές μας βόλτες στη Ρεματιά, την λίμνη στο χωριό, τα λουλούδια που μάζευα με τη μαμά την άνοιξη πίσω από το σπίτι μας, τα φαράγγι που διέσχισα στην πλάτη σου, το ποδόσφαιρο που παίζαμε με τους φίλους μου στην αλάνα πίσω από το σχολείο, στον παππού που πολέμησε σε χιονισμένα βουνά με τρύπιες κάλτσες κι έπαθε κρυοπαγήματα, στη γιαγιά που έστριβε το τσιγάρο της κάτω από τις ολάνθιστες πορτοκαλιές της στο περιβόλι μας και πότιζε κάθε πρωί τις καμέλιές της. Εκεί έμενε ο νους μου και δεν άκουγα τι έλεγε μετά για τη σημαία -ποτέ μου δεν έμαθα τι λέει μετά τον πρώτο στίχο αυτό το ποιηματάκι. Όμως, μπαμπά, δεν υπάρχουν πια όλα αυτά. Κι εγώ έχω πρόβλημα.
Από ό,τι καταλαβαίνω πρέπει πατρίδα μου να είναι γκρι δρόμοι, γκρι σπίτια, γκρι πεζοδρόμια, ένα ρολόι που ποτέ δεν σταματά, τριακόσια ευρώ στην αρχή κάθε μήνα στο πορτοφόλι, η “απόδειξις καταβολής ενοικίου -ευρώ τετρακόσια” την ίδια μέρα, ένα ποτήρι καφέ ισάξιο με τον μισθό ενός ανώτερου υπαλλήλου στην Αιθιοπία, φανάρια, σκυφτά κεφάλια, σακούλες γεμάτες με καρκίνο, τηλέφωνα που κουδουνίζουν πάντα, ποδήλατα που σαπίζουν σε υπόγεια, ξεκοκαλισμένες μπασκέτες σε φαγωμένα γήπεδα, τραμπουκισμός στον δρόμο, τραμπουκισμός στην δουλειά, τραμπουκισμός στην υπηρεσία, τραμπουκισμός στο Πανεπιστήμιο, ντομάτες ίδιες κι άχρωμες, συντηρητικά στον χυμό, ζαμπόν για τοστ με περιεκτικότητα 56% σε κρέας, λουλούδια που καταστρέφονται σε βεράντες καλυμμένα από παχιά λευκά στρώματα αρρώστιας...
Και δεν θέλω. Μ' ακούς; Δεν θέλω! Δεν την αγαπώ αυτήν την πατρίδα. Δεν είναι δική μου πατρίδα. Δεν με πονάει και δεν την πονάω. Δεν τους θέλω τους συμπατριώτες μου αυτούς. Περπατάνε σκυφτοί, σηκώνουν βλέμμα για να αρπαχτούν ή για να το ρίξουν λίγο αργότερα σε κάποιον αφ' υψηλού, μιλάνε μόνοι τους με κάτι καλώδια στ' αυτιά τους, κουνάνε σημαιάκια σε αυτούς που τους ληστεύουν, ρίχνουν χαρτάκια με σταυρούς σε σχισμές που την άλλη μέρα τους καταπίνουν, κλέβουν, τρέχουν, δεν ξέρουν και δεν θέλουν να μάθουν, πατάνε το “on” και πιστεύουν ό,τι τους πεις από ένα κουτί, δεν πήγαν ποτέ διακοπές στο βουνό ή σε ένα απόμερο νησί παρά αποζητούνε όλα τα κομφόρ και χαζεύουνε κώλους στην παραλία, δεν πάνε θέατρο ή σινεμά παρά γεμίζουνε με ακριβά γαρύφαλλα δωμάτια πνιγμένα στον καπνό και την παραφωνία. Και αδιαφορούν, μπαμπά. Το καταλαβαίνεις αυτό που σου λέω; ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΝ. Για όλα και όλους εκτός από τον εαυτό τους.
Όχι, μπαμπά, δεν πάω το πρωί να ψηφίσω. Την πατρίδα που αγάπησα δεν την ξέρουν αυτοί. Δεν της στεριώνουν τη σημαία ούτε της ρίχνουν μια στάλα νερό ν' ανθίσει. Δεν τους πιάνει το στομάχι τους από την τόση ομορφιά της ούτε καταλαβαίνουν τη γλώσσα της επαρχίας. Τους κοροϊδεύουν αυτούς τους ανθρώπους, τους λένε χωριάτες κι αγράμματους και τους μιλάνε για σχέδια ανάπτυξης -ανάπτυξη για αυτούς είναι να εξαφανιστούν τα χρώματα κι οι γεύσεις και τα αρώματα μπαμπά! Δεν είναι δική μου η σημαία. Ποτέ δεν ήταν. Ένα πανί έβλεπα σε αυτήν και πίστευα πως η εικονολατρεία είχε πεθάνει αιώνες πριν. Όμως έσφαλα. Ζώα είμαστε κατά βάθος -ταύροι που βλέπουν μόνο σημαία κι ορμάνε χωρίς να βλέπουν τα κοντάρια από πίσω. Μια αρένα μας δόθηκε ρε πατέρα· μια αρένα και μας έριξαν όλους μέσα...
Θέλω να φύγω... Αλλά πάλι εδώ είναι όλα αυτά που αγάπησα πρώτα και πιο βαθειά στη ζωή μου. Εδώ είναι ακόμη άνθρωποι που ερωτεύονται, που χαμογελούν κι ας μην σε ξέρουν, που σηκώνονται για να κάτσει η γερόντισσα, που την ψάχνουν καλλιτεχνικά κι ας μην τους βοηθάει κανείς, που παλεύουν για παιδεία κι ας τρώνε ξύλο και μπουντρούμιασμα, που σε κερνάνε καφέ στην πλατεία ρωτώντας τι κάνει η Αθήνα, που σε μαθαίνουν τους αέρηδες και πώς να καταλαβαίνεις τον καιρό, που χτίζουνε τα σπίτια τους με ιδρώτα, που επιμένουν και το παλεύουν μέχρι τέλους κι ας φαίνονται όλα εναντίον τους. Να, για να δεις, απόψε η εθνική μας ομάδα στο μπάσκετ έπαιξε ημιτελικό. Και δεν τα παράτησε μπαμπά, δεν έπαιξε βρώμικα όπως οι αντίπαλοι, δεν απογοητεύτηκε καμία στιγμή, δεν γκρίνιαξε για την αδικία. Και ξέρεις πόσοι αύριο θα χαρούν που θα τους δουν να επιστρέφουν χωρίς τρόπαιο; Ουουουουου, αμέτρητοι που περιμένουν κάθε φορά στη γωνία για ένα παραστράτημα. Όμως, όλοι αυτοί δεν κατάλαβαν ποτέ ότι το κεφάλι είναι πάντα στητό όταν παλεύεις, όταν δεν χρωστάς σε κανέναν, όταν δεν πουλιέσαι φτηνά, όταν βλέπεις την ομορφιά των πραγμάτων, όταν είσαι ερωτευμένος με ανθρώπους και πράγματα.
Υπάρχει κάποια πατρίδα και για 'μένα ακόμη, ε μπαμπά; Μια πατρίδα που παλεύει να επιβιώσει χωρίς να βάζει τρικλοποδιές, μια πατρίδα που θέλει να αναστήσει καμένες ψυχές και πνεύματα της φύσης, μια πατρίδα που ακόμη ξέρει να ερωτεύεται και να γελά, μια πατρίδα που δημιουργεί αντί να καταστρέφει. Μια πατρίδα που δεν έχει πάψει να νιώθει , που ακόμη νοιάζεται. Αυτήν την πατρίδα μου την καίνε, την ξεπουλάνε όσο όσο, την αφήνουν να ερημώνει, την δέρνουν, την βάζουν τιμωρία στη γωνία, μόνη της -μακριά από τους άλλους που αγαπάνε την σημαία, που την κουνάνε ζωηρά σε πλατείες και πάρκα, που την κρεμάνε στο μπαλκόνι τους στις εθνικές επετείους κι όταν η εθνική ομάδα βγαίνει πρώτη. Ποτέ, όμως, όταν βγαίνει από δεύτερη και κάτω. Δεν έμαθαν να χάνουν ποτέ τους αλήθεια; Στα παιχνίδια τους δεν υπάρχει ήττα, ούτε νίκη, ούτε ισοπαλία. Αυτά υπάρχουν στην αξιοπρέπεια κι αυτοί τέτοια λέξη δεν έμαθαν ποτέ τους.
Για αυτό σου λέω. Δεν πάω πουθενά σήμερα. Δεν μου άρεσαν ποτέ τα παραμύθια -θυμάσαι;, ούτε ένα δεν σου έχω ζητήσει- και δεν ανήκω σε κανέναν εκλογικό κατάλογο. Είναι εκλογές άλλης πατρίδας αυτές, άλλων ανθρώπων, άλλης σημαίας. Γίνονται σε μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνω· μια γλώσσα υποσχέσεων που ποτέ δεν πίστεψα και στην έλλειψη περιεχομένου έρχεται η οχλοβοή να καλύψει τις κραυγές που ακούγονται από τα “άλλα” στόματα. Ασφυκτιώ, μπαμπά, κι αγωνιώ. Πως κάποτε θα καταφέρουν όλους να μας κάνουν να αγαπάμε την δική τους σημαία. Και τώρα, που δεν τα καταφέρνουν ακόμη εντελώς καλά, νοιώθω πως με εκβιάζουν. Να βαδίσω στη σχισμή και να τους στηρίξω για να μην με ξανατιμωρήσουν με εκλογές.
Για αυτό σου λέω. Σίγουρα κάποιο λάθος έχει γίνει. Έμαθα να μην υποκύπτω σε εκβιασμούς και να μην χαρίζομαι σε όσους με αδικούν. Έμαθα να υπερασπίζομαι ό,τι αγαπώ κι όχι να το ξεπουλάω για φτηνές υποσχέσεις και άχρωμες λύσεις. Έμαθα ότι η σημαία είναι ένα πανί. Κανείς δεν πολέμησε για ένα πανί. Για ό,τι συμβολίζει αυτό πολέμησαν όσοι το έκαναν. Για μια πατρίδα που αγαπούσαν και καταλάβαιναν, μία γη που τους έτρεφε και μια θάλασσα που τους ημέρευε. Όχι, η δική μου πατρίδα δεν έχει εκλογές σήμερα. Η δική μου πατρίδα βρίσκεται σε πένθος και προσπαθεί να αναστήσει ό,τι απέμεινε από αυτό που αγάπησε. Η δική μου πατρίδα σήμερα νιώθει περήφανη για την εθνική της ομάδα στο μπάσκετ. Η δική μου πατρίδα κρατάει τη σημαία της πάντα ψηλά, κι όταν δεν υπάρχει όχλος και προβολείς. Η δική μου πατρίδα καταλαβαίνει από έρωτα και δημιουργία και θάνατο. Όχι από παραμύθια και πλαστά διαβατήρια για πολυτέλειες που βασίστηκαν σε αίμα.
Επιτρέψτε μου να αφιερώσω το κείμενο αυτό στον Καιρό. Το κείμενό του αυτό είναι ό,τι πιο δυνατό διάβασα εδώ και πολύ καιρό. Το κείμενο αυτό με έκανε να θέλω να γράψω για την δική μου πατρίδα.
Thursday, 13 September 2007
Subscribe to:
Posts (Atom)