Friday, 21 December 2007
Έστιν ουν ευκολία
Παρόλα αυτά, η σάτυρα αναμετράται πάντα με έναν βασικό εχθρό. Το κοινό της. Ένα κοινό πολυδιάστατο, προερχόμενο τόσο από τον χώρο της τραγωδίας και του φτηνού μελοδράματος όσο και από αυτόν της φτηνής επιθεώρησης και του ποπ κορν. Όταν οι μεν μένουν ικανοποιημένοι οι δε βαριούνται και παίζουν στόχο με τα ποπ κορν. Όταν οι δε την βρίσκουν οι μεν στήνουν πηγαδάκια μιλώντας για την ντροπή της ξεπεσμένης σάτυρας που ασχολείται με φτηνά θέματα. Υπάρχει, όμως, κάτι που παραβλέπουν και οι μεν και οι δε. Ότι η σάτυρα, όταν έχει λόγο και περιεχόμενο, μπορεί να ασχοληθεί με το ο,τιδήποτε και τον οποιονδήποτε και να αποκαλύψει την σοβαρότητα του θέματος. Ο σατυρικός συγγραφέας, δε, δεν είναι ούτε πολιτικός αναλυτής ούτε δοκιμιογράφος. Πάνω από όλα είναι ένας καλλιτέχνης, ταγμένος και υποταγμένος σε αυτή του την φύση. Αυτό σημαίνει ότι ούτε υποχρεωμένος είναι να παρουσιάζει πολιτικά δεδομένα ούτε να είναι αντικειμενικός. Τα προσωπικά του πάθη αποτελούν προϋπόθεση, όχι όνειδος. Γιατί ο καλλιτέχνης δεν το παίζει αυθεντία ούτε αδέκαστος κριτής, ακολουθεί μαγεμένος το περίεργο κράμα της λογικής με το πάθος του.
Στις μέρες μας αδυνατούμε να βιώσουμε την κάθαρση. Ούτε η τραγωδία ούτε η σάτυρα καταφέρνουν να μας ικανοποιήσουν, πόσο μάλλον να μας «εξαγνίσουν» θεατρικά, λογικά και συναισθηματικά. Αντ’ αυτού η φτηνή παρέλαση δεδομένων, η εύκολη παράθεση ερμηνειών, η αναμενόμενη ποδηγέτηση και η ανταμοιβή του φιλεθεάμονος κοινού με ευπώλητο μελώ ή ανέμπνευστη και άνευ περιεχομένου κωμωδία φαίνεται να επιφέρει την ισορροπία που χρειαζόμαστε. Ως κοινό και ως κοινωνία. Ισορροπία δια της διχοτομήσεως η οποία επισύρει την αδιαφορία. Οι ικανοποιημένοι μπορούν να ανεβάσουν ποδαράκι στο τραπέζι και να αφεθούν στη νιρβάνα της τηλεόρασης. Οι ανικανοποίητοι μπορούν να βάλουν την τηλεόραση στην αποθήκη και στον χώρο που ελευθερώθηκε να τοποθετήσουν τα άπαντα του Παπαδιαμάντη. There, everyone happy.
Όταν εμφανίζεται κάποιος ο οποίος κάνει τους μεν να ανεβάζουν ποδαράκι στο τραπέζι και να συνέρχονται –αμυδρά, μην είμαστε και αφελείς- από τον λήθαργο και τους δε να σουτάρουν τον Παπαδιαμάντη στην αποθήκη και την τηλεόραση στη θέση του, ε, εκεί υπάρχει θέμα. Τα προσυμφωνηθέντα όρια καταρρέουν και η ταυτότητα του θεατή καίγεται. Πανικόβλητο το κοινό ψάχνει την δικαιολογία του. Κι επειδή αυτή δεν είναι αρκετή μετά ψάχνει το επόμενο βήμα. Οι μεν, από καιρό κατασταλαγμένοι στην ακομπλεξάριστη συμπεριφορά του ηλιθίου, προσπαθούν να στιγματίσουν τον καλλιτέχνη με την ευκολία τους. «Ο καλλιτέχνης μάς κάνει χαρούμενους. Άρα, αφού εμείς είμαστε φτηνοί είναι κι αυτός φτηνός.» Οι δε, από καιρό ταγμένοι στον κυκλώνα της αυταρέσκειας και την απαξίωσης, έχουν εύκολο έργο. «Τα θέματα που ασχολείται είναι φτηνά. Το κοινό που ευχαριστεί είναι φτηνό. Άρα λαϊκίζει.» Παρακάμπτοντας, όλοι, την ουσία του θεάματος. Την προσωπική ματιά και οπτική του καλλιτέχνη πάνω στα πράγματα. Καταλήγοντας στο οξύμωρο ότι το θέμα κάνει τον καλλιτέχνη, όχι ο καλλιτέχνης το θέμα.
Και οι μεν παρακάμπτονται εύκολα. Αναλύονται σε ένα, άντε δύο επίπεδα, βολεύονται σε αυτά και από μπροστά τους απλά μένει να περάσει το επόμενο θέαμα. Οι δε, όμως, είναι το «γαμώτο». Όλη τους η γνώση, όλη τους η κριτική ικανότητα, το «ανεβασμένο» επίπεδο και η «καλλιεργημένη» ματιά τους καταλήγει σε έναν κουβά. Της φτήνιας. Γιατί φτηνά ξεπουλάνε ό,τι καλό για να προσποιηθούν την ανωτερότητά τους. Βαθειά κομπλεξικοί, ορκισμένοι εχθροί του λαϊκού. Αυτή η ελίτ που κερδίζει την αξία της από την αυτόματη απόσταση που λαμβάνει από τις καταστάσεις και τον «λαουτζίκο». Διακινώντας την «εύθραυστη» στα λαϊκά θέλω αντίληψή της μόνο στους κύκλους της, ναρκισσιστικά και αυτάρεσκα. Για να μπορεί να στρέφει τα βέλη της σε όποιον είναι έξω από τον κύκλο αυτό.
Μόνο που αυτή, η ευαίσθητη, «δύσκολη», ανικανοποίητη, υψηλού επιπέδου ομάδα δεν υφίσταται ανεξάρτητα από ό,τι την κυκλώνει. Υποτίθεται δε ότι η μόνη της αξία είναι η πιθανή ικανότητά της να στρέφει τα μάτια των οξαποκεί στην ουσία των πραγμάτων. Όσο η ίδια χάνει την ουσία τόσο εγχέεται στα κατώτατα στρώματα του οξαποκεί. Σε αυτά της φτήνιας και της ευκολίας. Αποδεικνύοντας ότι δύσκολο δεν είναι το να διαφέρεις. Δύσκολο είναι το να έχει αξία αυτό.
Saturday, 15 December 2007
Μπακαλόγατοι και μπακαλοαρουραίοι
Ο παππούς έχει πατήσει αισίως τα 85. Ψηλός, γεροδεμένος με σμιχτά φρύδια δεν έχει ακόμη καταλάβει αυτό που του λέμε με τον αδερφό μου -ο καταψύκτης είναι για να φέρνει παγωτά τα καλοκαίρια κι όχι για να βάζει μέσα τα κρέατα που του ζητάνε οι νοικοκυρές. Μάταιος κόπος. Όπως και του πατέρα μου που μετά το δεύτερο έμφραγμα τον έβαλε να κάθεται στο σπίτι. Άντεξε με το ζόρι δυο εβδομάδες ο παππούς μέσα στην κατάθλιψη και την απραξία. Μετά ξαμολήθηκε πάλι στο μπακάλικό του. Ξαναέβγαλε έξω τις καρέκλες κι έφτιαχνε καφέ στους φίλους του -που όσο περνάνε τα χρόνια λιγοστεύουνε επικίνδυνα. Τώρα το χειμώνα τις αφήνει μέσα και το απόγευμα πάνε οι φίλοι του -και η γιαγιά με τις φίλες της- και βλέπουνε ΕΤ1 σε μία τηλεόραση τριακοντετίας. Όπως κάνουνε, άλλωστε, τα τελευταία 67 χρόνια. Μόνο το ωράριό του άλλαξε. Από συνεχές που το είχε πάντοτε τώρα το ελάττωσε. 7:00-14:00 και 18:00-23:00. Η μοναδική του υποχώρηση στον πατέρα μου και τη γιαγιά.
Ο παππούς, λοιπόν, τόσα χρόνια έχει κάνει αμέτρητα λάθη. Κι όταν η κυρά Τασώ του γυρίζει πίσω τον πελτέ γιατί θέλει άλλη μάρκα της βρίσκει τον άλλονε, αυτόν που ήθελε εξαρχής, στο ράφι. Όπως κι άμα ο μπακαλιάρος δεν είναι φρέσκος το λέει στον Νιόνιο, που θέλει η κυρά του να τον φτιάξει στα εγγόνια τους, και του λέει πως την επόμενη θα φέρει φρέσκο και καλύτερο. Αυτόν που περίσσεψε ή τον πετάει ή τον τρώει με τη γιαγιά. Μία στο τόσο τον φορτώνει ο μπαμπάς, ή εγώ όποτε είμαι εκεί, και τον πάμε στην πόλη. Στην μαρκέτα που είναι για τους εμπόρους. Φορτώνουμε στο μεγάλο καρότσι χαρτιά, απορρυπαντικά, κοκακόλες, τσιτσιμπύρες, καφέ ελληνικό, μακαρόνια Μίσκο και μετά περνάμε από τις σοκολάτες και τα μπισκότα. Εκεί ο παππούς απορεί πώς γίνεται να υπάρχουν τόσο διαφορετικά είδη. Και με ρωτάει τι είναι το ένα και τι είναι το άλλο. Κι αν είναι καλά, αν τα φτιάχνουνε από καλά υλικά, αν θέλουν ψυγείο, ποια είναι στη μόδα και ποια προτιμάνε τα μικρά παιδιά. Αρπάζει και μερικά σακουλάκια καραμέλες βουτύρου, μου αγοράζει και ένα πακέτο με την αγαπημένη μου σοκολάτα και πληρώνουμε. Καμιά φορά αγοράζει και δώρο για την γιαγιά -την τελευταία φορά διαλέξαμε το πιο καινούριο σίδερο που είχε βγει στο εμπόριο. Όταν πάει με τον μπαμπά απλά παραλείπει όλο το κομμάτι της σοκολάτας και των μπισκότων. Κατά τα άλλα και εκείνον τον ρωτάει για τα καινούρια απορρυπαντικά και τοματοπελτέδες. Μια φορά η κυρα-Λένη ήθελε να φτιάξει από αυτές τις σούπες τις έτοιμες. Κι ήμουν μπροστά που ο παππούς της είπε ότι τέτοιες βλακείες δεν βάζει στο μαγαζί του κι άμα θέλει να πάει στο μαρκάντε να αγοράσει.
Τα σκεφτόμουν όλα αυτά τις τελευταίες μέρες. Που έφαγα ώρες ατελείωτες αναμονής ακούγοντας την λυπητερή μουσική της τηλεφωνικής αναμονής μεγάλων εμπορικών κολοσσών. Που εξηγούσα στον αρμόδιο γιατί ο υπολογιστής που μου πουλήσανε είναι μάπα, γιατί δεν γουστάρω να αγοράζω Vista όταν πληρώνω κάτι άλλο, πως αυτό το μηχάνημα που μου πουλήσανε είναι για τα σκουπίδια και θέλω τα λεφτά μου πίσω ή άλλο μηχάνημα. Τους εξέθεσα ένα κατεβατό από λόγους που αποδεικνύουν πως λένε ψέμματα, τους παρέπεμψα σε μία λίστα από sites, μερικά εκ των οποίων ανήκουν στους κορυφαίους προγραμματιστές, τα οποία θα τους βοηθούσαν να καταλάβουν πως ή λένε ψέμματα και περιμένουν να τα χάψουμε και να πούμε κι ευχαριστώ ή δεν ξέρουν τι τους γίνεται, στην οποία περίπτωση καλό είναι να κάτσουν σπίτι τους και να παίζουν Pro. Εις μάτην. Το καλύτερο deal που έκλεισα ήταν να μιλήσω με την διευθύντρια του αρμόδιου τμήματος και να καταφέρω να κλείσω ραντεβού στην πολυεταιρία τους να ανοίξουμε τον υπολογιστή και να τους αποδείξω επιτόπου πως είναι καραγκιόζηδες. Με γυαλιστερά χαμόγελα όμως.
Και σκεφτόμουν πόσες φορές έχουμε αφήσει να πέσει κάτω η προσβολή, το ψέμα, η άγνοια αυτών που πληρώνουμε για να γνωρίζουν και να εξυπηρετούν. Από τα μαγαζιά ρούχων, στα supermarkets κι από εκεί στα “πολυμπακάλικα” κάθε είδους. Πολυμπακάλικα που στελεχώνονται από κουστουμάτα στελέχη μίας σειράς σεβαστών πτυχίων της αλλοδαπής ή της ημεδαπής, από νεαρούς υπαλλήλους ύφους εκατό καρατίων ότι ΑΥΤΟΙ ξέρουν κι εσύ είσαι ο ηλίθιος πελάτης που δεν έχεις δικαίωμα να μιλήσεις παρά να αγοράσεις ό,τι σου λανσάρουν. Που άμα τους στριμώξεις δεν ξέρουν άλλη λέξη από το “μισό λεπτό” και το κουμπάκι της αναμονής. Και που οι προϊστάμενοι έχουν παρακολουθήσει, απλήρωτοι και χωρίς κανένα οικονομικό αντίκρυσμα, ώρες ατελείωτες σεμιναρίων για να μάθουν να χαμογελάνε συχνότερα, να υϊοθετούν διαφορετικούς τόνους supercool και ήπιας φωνής για να καλμάρουν τον πελάτη και να τον πετάνε διακριτικά έξω από τον άσπιλο “όμιλό” τους.
Και σκέφτομαι τον παππού. Συνοφρυωμένο εκ φύσεως, αγέλαστο, γέρο, αγράμματο για τα σημερινά δεδομένα, να κρατάει τα τεφτέρια του σε χαρτιά που τυλίγει μπακαλιάρους, με ένα μπακάλικο ντεμοντέ, να κάνει την πρόσθεση στην ταμειακή μηχανή του αλλά ταυτόχρονα να αθροίζει και με το μολύβι του για να είναι σίγουρος... Και πόσο μα πόσο θλίβομαι... Για όλη αυτήν την γνώση που πάει στράφι. Για αυτόν τον κόσμο που περνάει συνεχώς θηλιές γύρω από το σβέρκο του. Για την ευγένεια που έγινε βιομηχανία και αναπαράγεται φασόν από κόσμο που δεν έμαθε ποτέ του τι θα πει άνθρωπος...
Tuesday, 4 December 2007
Blogdom
Ηλίας Δημόπουλος: Ο Ηλίας, λοιπόν, που λέτε είναι για εμένα το αερικό των blogs. Έξοχος δανδής, ιπποτικός απέναντι τόσο στο γυναικείο αλλά και στο άρρεν αναγνωστικό του κοινό, στα κείμενά του, ως επί το πλείστον, ασχολείται με “κριτική” (τα εισαγωγικά θα σας τα εξηγήσω οσονούπω) ταινιών, μουσικών και διαγωνισμούς ανάμεσα σε τέρατα της έβδομης τέχνης -κάνοντας τους αναγνώστες του να χάνουν τον ύπνο τους προσπαθώντας να αποφασίσουν αν προτιμούν τον Fellini ή τον Pasolini (εγώ δεν τον έχασα, ήξερα ;) ). Τα εισαγωγικά στον όρο κριτική αφορούν στην χαοτική απόσταση ανάμεσα σε αυτό που όλος ο κόσμος νομίζει για κριτική και σε αυτό που κάνει ο Ηλίας -που για εμένα είναι το ευγενές συνώνυμό της στις μέρες μας. Όσοι δεν τον έχετε τσεκάρει μέχρι στιγμής κάντε το. Αξίζει, ακόμη κι αν δεν βλέπετε σινεμά. Στα κείμενά του θα βρείτε την ποιητικότητα και την illusional ματιά ενός ερωτευμένου enfant. (Α!, ταυτοχρόνως έχω την αίσθηση ότι ο Ηλίας είναι πολύ ζωηρό παιδί, αλλά δεν μπορώ να σας πω λεπτομέρειες... ;) )
Krotkaya: Αααα, το αγαπημένο μου Κροτίδιο πολύ πολύ με κάνει να απολαμβάνω τις βόλτες μου στην blogόσφαιρα. Εύστροφη, πολυτάλαντη και πολυταξιδεμένη, κάθε κείμενο της Krot είναι εγγυημένα μία βόλτα σε κόσμους πολύχρωμους και ενδιαφέροντες. Στην Krot λατρεύω ότι γράφει σαν να μην ψάχνει να αποδείξει τίποτα αισθητικό, επιδεικνύοντας παντελή έλλειψη λογοτεχνικού ναρκισσισμού, μόνο και μόνο από μία ανάγκη να επικοινωνήσει συναισθήματα, γνώσεις και εμπειρίες με τους φίλους της. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν γράφει πολύ καλά. Απλά κραυγάζει ότι είναι εδώ όχι για να μας θαμπώσει με λογοτεχνική υπεροψία αλλά από μία ανάγκη να επικοινωνήσει ουσιαστικά μαζί μας. Hint: Έχει καταπληκτικό χιούμορ. (Δεν την έχω συναντήσει ακόμη για να σας μαρτυρήσω αν είναι ή όχι ξανθιά, εντούτοις). Την περιμένω πώς και πώς όταν ανεβάζω κι εγώ κείμενο -το σχόλιό της συνήθως, αν δεν είναι απόδειξη ψυχικής συγγένειας, είναι η πιστολιά που ξεκινά αγώνες δρόμου.
Baby Lemonade: Με την Baby L. έχω πάθει σοκ. Το ομολογώ. Καλά φαντάζεστε ήδη ότι γράφει υπέροχα, ότι είναι ένα πιτσιρίκι με ταξιδιάρα και ευαίσθητη ψυχή. Το σοκ, όμως, το έχω πάθει για άλλο λόγο. Όταν με ανακάλυψε και μου άφησε το πρώτο της σχόλιο αμέσως κάτι με ιντρίγκαρε σε αυτό και πήγα να διαβάσω κείμενά της. Το σοκ ήταν ότι ένιωσα από την πρώτη στιγμή σαν να διαβάζω τον εαυτό μου στα δεκάξι μου. Η Baby L. με έκανε να ξεθάψω σημειωματάρια και τετράδια με ποιήματα που έγραφα μανιωδώς τότε (τώρα σπάνια) και να συγκινηθώ όσο λίγες φορές. Προφανώς δεν εννοώ ότι η Baby L. είναι εγώ -είναι ένα παιδί με τόσο όμορφες εικόνες και τόσο αξιοπρόσεκτη παιδεία που νομίζω ότι θα σκίσει στη ζωή της (αντίθετα με κάποια άλλη...). Προσέξτε την και υποδεχθείτε τη θερμά σας παρακαλώ -δεν είναι διαμάντι για να φοβάστε να το αγγίξετε αλλά ούτε και γυαλί για να αφήσετε τις δαχτυλάρες σας χωρίς δεύτερη σκέψη.
Fuzzy Burlesque: Ο Fuzzy είναι περιπτωσάρα! Μακράν ο πιο λιγομίλητος του χώρου -με όρους λέξεων- και ταυτόχρονα από τους ευστοχότερους και πολυλογάδες (αν μία εικόνα=1.000 λέξεις, τότε ο fuzzy έχει ανεβάσει... μούμπλε μούμπλε... εκατομμύρια εκατομμυρίων λέξεις). Το υπόγειο χιούμορ του, η σεμνότητά του και η οξυδέρκεια είναι χαρακτηριστικά που τα πιάνεις στον αέρα του blog με το “καλημέρα” (ή “καλησπέρα”, ό,τι να 'ναι). Άσε που ανεβάζει και εντελώς wacko-wow μουσικά βιντεάκια από youtube.
Niemandsrose: Την γνώρισα μέσα από μία “κόντρα”, ελάχιστης διάρκειας, που είχαμε στα σχόλια ενός άλλου blog. Από τα σχόλιά της εκεί νόμιζα ότι είναι και πολύ mainstream τυπάκι -κάτι που εμένα, ως στριμμένο άντερο μου τη σπάει περισσότερο από το να είναι κάποιος ηλίθιος. Λοιπόν, έσφαλα. Από την πρώτη μου επίσκεψη στο blog της εντυπωσιάστηκα. Πανέξυπνη, κριτική και επιθετική, ευαίσθητη και εύθραυστη ταυτόχρονα αποτελεί τον ορισμό της αγαπημένης μου παρέας. Την πάω με χίλια γιατί δεν κολλάει σε τίποτα. Θα επιτεθεί για να ξεσκίσει όποιον την αδικήσει ή πει μαλακία, με την ίδια ευκολία που η πλειοψηφία όσων γράφουν εδώ μέσα θα βρουν ευκαιρία στο οτιδήποτε για PR. Δεν θα κολλήσει να σου κάνει ρημαδιό και του δικό σου blog, αν πιάσει κάτι που δεν της αρέσει είτε σε κείμενό σου είτε στα σχόλια. Τρελαίνομαι σας λέω! Και γράφει πανέξυπνα κι ευφάνταστα, αλλά αυτό δεν χρειαζόταν να σας το πω γιατί αν φτάσατε μέχρι εδώ νομίζω ήδη θα ανοίξατε το link της και θα το διαπιστώσετε και μόνοι σας. Α, δεν ξέρω αν σας το είπα. Και επιθετική. Με αυτήν την ακατέργαστη, υπέροχη επιθετικότητα του ανθρώπου που δεν χρειάζεται “αυλή” γύρω του και το μυαλό του το έχει για να το δουλεύει -όχι για να ζυγίζει 1 ½ κιλό παραπάνω.
Zaphod: Στο προφίλ του αυτοπροσδιορίζεται “εικονοκλάστης, ντανταϊστής”. Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα είναι κανένα από εκείνα τα υπερφίαλα ψώνια που ψάχνουν περίεργες λέξεις στο Thesaurus και γέλασα. Στην πορεία είδα ότι είναι όντως ένας εικονοκλάστης ντανταϊστής και μια χαρά έχει καταφέρει να κλάνει (με το μπαρδόν), και να κάνει όλα τα σιχαμένα που κάνουν οι άνθρωποι, πάνω σε κάθε κατεστημένη εικόνα. Ο Zaphod έχει χιούμορ, γράφει συνειρμικά δομημένα (γαμώ, ε;) και λατρεύει τις ωραίες γυναίκες. Για αυτό και η τελευταία του εμμονή είναι η Εύα Καϊλή. Προς το παρόν αρκείται στο να φωτοσοπιάζει την μουτσούνα του δίπλα της. Στο μέλλον νομίζω θα μας προσφέρει έργα εφάμιλλα της Μόνα Λίζα του Duchamp. Λατρεμένος. Απλά.
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΚΑΤΑΪΔΡΩΜΕΝΟΣ: Και το ξέρω, ήδη εκτός κανονισμών του παιχνιδιού αλλά χέστηκα (αν ένα ματς λήξει 3-3, και δεν μιλάμε για πουλημένα πρωταθλήματα, πάει παράταση. Ιδού, λοιπόν, η δική μου παράταση). Επειδή κοντεύω να κλείσω ένα χρόνο στα blogs. Κι επειδή τόσο καιρό, όχι απλά δεν άλλαξα γνώμη για τους ανθρώπους αλλά την επιβεβαίωσα περισσότερο -αυτό όχι σε δείγμα ξεροκεφαλιάς αλλά σε δείγμα ατόφιας περιέργειας που πάντα με κάνει να ερευνώ το παραμικρό (οξύμωρο;). Κι επειδή αισθάνομαι υπερτυχερή, σαν να έχω κερδίσει 10 λαχεία, που από τα blogs γνώρισα και γνωρίζω υπέροχους ανθρώπους και μερικούς καραγκιόζηδες, που έξω δεν θα τους γνώριζα καν, είχα την ευκαιρία να τους μελετήσω. Κι επειδή, ο μεγαλύτερός μου φόβος όταν άρχισα να γράφω δεν ήταν ότι δεν θα με διαβάζει κανείς (αυτό το είχα σχεδόν αποδεχθεί στις αρχές) αλλά το να αφήσω σχόλιο σε bloggers που είχαν ήδη φτιάξει την “παρέα” τους -νόμιζα, βλέπετε, ότι ήταν ηλίθιο και ότι θα με περνούσαν για γλείφτη αν άφηνα σχόλιο από το πουθενά εμφανιζόμενη. Κι επειδή τον τελευταίο καιρό νιώθω ότι εδώ έχω πλέον κι εγώ μία αξιολάτρευτη παρέα -αλλά δεν βλέπω σχόλια από καινούριους, φρέσκους, εννοώ, στον χώρο όχι άγνωστους σε εμένα, bloggers. Κι επειδή, πολύ φοβάμαι, ότι είναι ο κόσμος πολύ απασχολημένος στο Facebook στέλνοντας ηλεκτρονικές γλάστρες και μετρώντας δημοτικότητες για να κάτσει να γράψει... Για όλους αυτούς τους λόγους την 7η θέση της blogοκαρδιάς μου θα καταλάβει αυτός που θα με εκπλήξει στο προσεχές μέλλον. Και τότε θα σας γράψω και για αυτόν. Σας τον συνιστώ από τώρα.
Υ.Γ.: Καταλαβαίνετε, βέβαια, ότι λατρεύω κι άλλους. Κι όταν λέω λατρεύω εννοώ λ α τ ρ ε ύ ω. Μην με ρωτήσετε γιατί έβαλα αυτούς που έβαλα. Σας το έχω εξηγήσει ήδη.
Υ.Γ.2: Χα, όντως αισθάνομαι καλύτερα!
Tuesday, 27 November 2007
Σαν βγω απ' αυτήν την φυλακή...
Δεν τις βρίσκεις τις στιγμές αισιοδοξίας. Τις δημιουργείς. Και αυτό είναι δική σου ευθύνη και υπέρβαση. Δικός σου χρέος. Όχι μόνο απέναντι σε έναν εαυτό που φροντίζεις μέχρι να πεθάνει. Απέναντι σε μία πραγματικότητα που διαχειρίζεσαι και παραδίδεις στους επόμενους. Ακόμη κι αν δεν έχεις παιδιά. Ακόμη κι αν πιστεύεις πως όλα είναι μάταια. Είναι, αν αυτό σε βολεύει. Αν ξεβολευτείς θα δεις πως όλα έχουν σημασία. Αλλιώς δεν θα ξοδεύαμε τόσα χρήματα να κατασκευάσουμε ρομπότ και τεχνητή νοημοσύνη. Θα ήμασταν αυτό ακριβώς.
34 χρόνια και 10 ημέρες πριν μία χούφτα φοιτητές, μαθητές, οικοδόμοι και λοιποί ξεβολεμένοι δέχονταν πυρά από παρακείμενους δρόμους και έρχονταν αντιμέτωποι με μία σιδερένια πύλη που κατέρρεε υπό το βάρος μίας μηχανής πολέμου. Κι απέδειξαν, για ακόμη μία φορά, ότι οι πόλεμοι δεν κερδίζονται με αυτοματοποιημένες μεθόδους και μηχανές. Δεν θα επαναλάβω εδώ ότι η πλειοψηφία του κόσμου ήταν βολεμένη και έμαθε πώς να βολεύεται και μετά την πτώση της Χούντας, αφού φρόντισε να καρπωθεί και λίγο από την δόξα της αντίστασης. Ούτε θα μιλήσω για το Πολυτεχνείο. Όχι γιατί πέρασε η επέτειος, αυτές είναι συνθήκες που εγώ δεν αναγνωρίζω -το ήθος και οι ηρωικές πράξεις δεν γνωρίζουν ημερομηνίες, αυτά τα αναγνωρίζει μόνο η γραφειοκρατία. Αλλά γιατί τόσο καιρό θυμώνω ολοένα και περισσότερο και ασφυκτιώ -και αυτό νιώθω την ανάγκη να συζητήσω μαζί σας.
34 χρόνια, λοιπόν, αργότερα η νέα γενιά δεν είχε την “πολυτέλεια” να έχει στιγμές αισιοδοξίας. Γιατί αυτή της δόθηκε απλόχερα; Όχι. Γιατί σερβιρίστηκε μόνη της μπουτάκια απαισιοδοξίας με σως καπιταλιστικής υπερκαταναλωτικής αισιοδοξίας. Έμαθε έτσι η νέα γενιά. Ανάμεσα στα σύνδρομα στέρησης των προηγούμενων και την υπόσχεση της υλικής ευδαιμονίας συνετρίβη η καλύτερη μαγιά: το ήθος. Κι έτσι άνθισε η τηλεόραση, κι έτσι άνθισε η λαμογιά, κι έτσι άνθισε η αδιαφορία. Κι έτσι άνθισε η μοναξιά. Γιατί μάθαμε να κοιτάμε τον εαυτό μας, την προσωπική μας πρόοδο και ανέλιξη, να επιζητούμε την ευκολία, να κλείνουμε τα μάτια σε ό,τι δεν μας αφορά ατομικά και άμεσα. Κι έτσι απωλέσαμε και κοινωνικές ταυτότητες, και συνοχές, και ήθος και όλες αυτές τις έννοιες που αφού εξευτέλισε ο πολιτικός λόγος κατάφερε να τις κάνει αυτό που ήθελε. Ντεμοντέ.
Για την μοναξιά βρέθηκε το αντίδοτο. Η εικόνα. Όχι ο λόγος, η εικόνα. Μία εικόνα που πλέον δεν ανταποκρίνεται στις χίλιες λέξεις που της απέδιδαν κάποτε. Μία εικόνα κενή λόγου. Φαντεζί, στημένη, υπόσχεση κι αυτή μίας ευδαιμονίας τοποθετημένης σε ένα ράφι σούπερ μάρκετ. Μίας εικόνας δραματικής, άλλες φορές, για να δημιουργεί πάντα την απαραίτητη απόσταση. Το “Κακό” συμβαίνει σε έναν άλλο, εγώ είμαι καλά. Μόνοι μαζί. Με την διαμεσολάβηση της πλαστής εικόνας του ενός για τον άλλον. Χαώδεις οι αποστάσεις, μηδενικές αλήθειες. Το ψέμα έγινε η αλήθεια. Ο “άλλος” ποτέ δεν θα γίνει “εγώ”. Το μαζί εξαφανίζεται. Ή, μάλλον, όχι. Το “μαζί” αφορά μόνο στις σχέσεις. Λίβελοι, best sellers, σειρές, εκπομπές, μουσική βιομηχανία, κινηματογράφος. Όλα θρέφουν αυτόν τον δυικό εγωισμό του έρωτα. Άντε “τριικό”.
Και περνάει ο καιρός έτσι, ήρεμα. Κι έτσι, εξουσίες πάσης φύσεως, που δεν αναγνωρίζουν καν τον παθιασμένο ρομαντικό εγωισμό του έρωτα -παρά μόνο την ευκολία της αυτοϊκανοποίησης (ήτοι μαλακίας), οργανώθηκαν. Και απλώθηκαν παντού. Επίφαση τάξεως και ασφάλειας. Για τον πολίτη. Και κάτω από τα τραπέζια, πίσω από κλειστές πόρτες, με απόρρητα τηλέφωνα κανονίστηκαν τα θέματα. Ιδιωτικοποιήθηκαν όσα δεν συνέφεραν το κράτος, ισχυροποιήθηκαν όσα θα έφερναν κι άλλα χρήματα στις τσέπες κάθε ιθύνοντος (το κράτος, ως ΤΟΝ ιθύνοντα, το άφησαν να ψωμολυσσάει), και εισήλθαμε στην καπιταλιστική εποχή, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και του Άνταμ Σμιθ με αξιώσεις, και αγοράσαμε τηλεοράσεις, πετάξαμε τις βιβλιοθήκες και αποκτήσαμε έπιπλα τηλεόρασης και playrooms (ως απαραίτητα δωμάτια σε κάθε μεταμοντέρνο σπίτι), και αποβάλαμε την ανάγκη να ξεχωρίζουμε. Και ήρθε το Zara και ο κινέζος, ήρθε το καλαμπόκι Αργεντινής, ήρθε το μπιζέλι Ιταλίας, ήρθε το αυτοκίνητο Γερμανίας και τα δικά μας τα πετάξαμε σε χωματερές. Κι ό,τι δεν ξέραμε τι να το κάνουμε το κάψαμε.
Όλοι επιστήμονες. Γραφιάδες, νομικοί, ιατροί, μηχανικοί, διαφημιστές, οικονομολόγοι. Μας δόθηκε η πολυτέλεια να διαχειριζόμαστε μπακάλικα άλλων. Γιατί δικά μας δεν έχουμε. Απαξιώθηκε η παραγωγή -είναι για αμόρφωτους απαίδευτους μας έλεγαν. Να μάθουμε γράμματα για να προκόψουμε. Και τι είναι προκοπή; Τα 600 ευρώ τον μήνα και η μπλούζα 9 ευρώ από το Zara. Να μην έχεις να πας σε μια συναυλία αλλά να έχεις την πολυτέλεια να πιεις έναν καφέ 2,20 ευρώ. Ακόμη. Να μην έχεις χρόνο να διαβάσεις αλλά να προλαβαίνεις να δεις τηλεόραση για να ξέρεις. Να ξέρεις τι γίνεται γύρω σου, να ξέρεις τι σε απασχολεί.
Λογικό. Η μαλακία τυφλώνει. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο φτάσαμε. Τυφλωθήκαμε και μετά πιαστήκαμε από το πρώτο χέρι που μας υποσχέθηκε ότι θα μας οδηγήσει στην τουαλέτα για να κατουρήσουμε. Η τηλεόραση, τα media, η διαμεσολαβημένη πληροφορία. Αυτή που δεν σου επιτρέπει να αποκτήσεις την δική σου γνώση για τα θέματα, αυτή που απευθύνεται στο συναίσθημα για να σε συντρίψει και στην κούραση για να πουλήσει διασκέδαση. Το ήθος δεν διαμορφώνεται μέσα από ψέμματα. Μέσα από αυτά διέρχεται η προπαγάνδα για να δημιουργήσει μάζες. Και αυτή είναι η ποιοτική διαφορά. Οι αήθεις μάζες. Που μπορεί αύριο να διεκδικήσουν κάτι από αυτά που στερήθηκαν. Αλλά χωρίς ήθος, χωρίς ιδέες. Ιδιοτελώς. Για αυτό χτυπιούνται φοιτητές σε ζαρντινιέρες και οι διαφημιστές βρίσκουν τρόπο να διαφημίσουν τα παπούτσια της επανάστασης. Για αυτό ρίχνονται δακρυγόνα σε συνταξιούχους και τα ταμεία μετράνε από πόσους, ενδεχομένως, γλίτωσαν εκείνη την ημέρα. Για αυτό η ΓΣΕΕ είναι κλειστή όταν οι φοιτητές ζητάνε συμπαράσταση.
Κατά την διάρκεια της Χούντας βρέθηκαν ακόμη και στις ένοπλες δυνάμεις άτομα με πολλά κιλά μαγκιάς και ήθος. Κι έτσι έγινε και το κίνημα στο Ναυτικό (ο φίλος μου, ο Πίτυλος, τα έχει γράψει καταπληκτικά αυτά). Κι έτσι έγινε η εξέγερση της Νομικής. Κι έτσι έτρεξαν οι οικοδόμοι στο Πολυτεχνείο. Κι έτσι στο απόλυτο σκοτάδι κανένας δεν έτρεξε να φύγει. Ούτε στο φως του προβολέα και τον ήχο της σειρήνας κατέβηκε κανένας από την πύλη. Όχι γιατί δεν υπήρχε η τηλεόραση. Αλλά γιατί υπήρχε ήθος. Ο Ρήγας, το ΠΑΜ, η 20η Οκτώβρη καίτοι παράνομες δεν επιτέθηκαν ποτέ σε κόσμο. Όλες τους οι ενέργειες ήταν προσανατολισμένες στο να εκθέσουν την δικτατορία και να ξυπνήσουν τον λαό. Όχι να τον παγιδεύσουν, όπως στις ταινίες που ο όμηρος βρίσκεται με κεφαλοκλείδωμα και ένα πιστόλι στον κρόταφο ώστε να δραπετεύσει ο παράνομος. Η παρανομία δεν τους έκανε να πιστεύουν ότι όλα επιτρέπονται. Τι είναι αυτό που άλλαξε από τότε έως τώρα τόσο ώστε να θεωρούμε ότι όλα είναι νόμιμα; Και ότι όλα επιτρέπονται;
Η ευκολία. Αυτή η προσφερόμενη παντού ευκολία. Είναι εύκολο, πλέον, να κατεβαίνεις σε μια πορεία. Είναι εύκολο να ξεχνάς την κούραση με έναν καφέ. Είναι εύκολο να μην σκέφτεσαι και να παρακολουθείς μία σειρά. Είναι εύκολο να μένεις μόνος σου. Γιατί, ούτως ή άλλως, δεν έχεις τίποτα κοινό με τον διπλανό σου. Κι άρα δεν νοιάζεσαι για κανέναν και για τίποτα. Εύκολα. Μόνο που τώρα, που και με την βούλα μπορεί να μας στοχεύουν κάμερες, που φανερά καταγράφονται τηλεφωνήματα, που συνεχώς μειώνονται οι αποδοχές, που σχεδιάζεται η κατάργηση του 40ωρου (ποιο 40ωρο;), που υπονοείται πως δεν θα πάρουμε σύνταξη (αφοπλιστικό αυτό το “ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος"), είναι η ώρα να κάνουμε την υπέρβαση. Δεν γίνονται υπερβάσεις μέσα από ευκολίες. Δεν γίνονται ανατροπές μέσω διαμεσολαβητών. Δεν διαμορφώνονται προσωπικότητες μέσα σε καζάνια. Μάζες διαμορφώνονται. Εύπιστες, άχρωμες, ιδιοτελείς, πιόνια. Ούτε αλλάζουν καταστάσεις μέσα από δοκιμασμένες συνταγές. Γίνεται αντίσταση μωρέ μέσα από σάπιους μηχανισμούς; Ποιο κόμμα δεν είναι σάπιο; Είναι δυνατόν να επιδιώκεται η ανάδυση κρεμώντας βαρίδια στο λαιμό;
Σκέψη θέλει το πράγμα. Και ήθος. Η 17Νοέμβρη, οι "αναρχικοί" που τα σπάνε, οι ακροδεξιοί που ευαγγελίζονται την αγάπη για το έθνος είναι δειλοί καραγκιόζηδες που σκέφτονται μόνο με όρους marketing και τηλεοπτικού χρόνου. Εντυπωσιασμού. Η τόλμη απαιτεί ήθος. Και το ήθος πάνω από όλα αδελφικότητα. Η οποία απουσιάζει εμφανώς από κάθε είδος αντίστασης των τελευταίων ετών, νόμιμης και παράνομης.
Αλλά, κυρίως, θέλει πάθος. Οι ξέπνοες, προγραμματισμένες πορείες και απεργίες δεν λένε μία. Θέλει υπέρβαση η αλλαγή. Και η πρώτη υπέρβαση είναι να πάψουμε να νιώθουμε, και να είμαστε, μόνοι. Γιατί αλλιώς “σαν βγεις απ' αυτή τη φυλακή κανείς δεν θα σε περιμένει...”. Κι αν συνεχίσουμε έτσι δεν θα βγούμε καν από την φυλακή. Τα τείχη της εμείς τα υψώνουμε. Και ή θα γκρεμοτσακιστούμε κάποια στιγμή από ύψος ή θα πεθάνουμε φυλακισμένοι. Μόνοι. Τυφλοί. Πεινασμένοι. Απογοητευμένοι. Ταπεινωμένοι.
Friday, 23 November 2007
Ιφιγένεια 2007
Όταν, λοιπόν, ήμουν μικρή η μαμά μού είχε αγοράσει όλη τη σειρά της μυθολογίας από τις εκδόσεις Στρατικη. Τρελαινόμουν, έφευγαν τα βιβλία σαν τα πασατέμπος. Πιο πολύ από όλους, όμως, αγαπούσα την Ιφιγένεια. Τη φανταζόμουν ψηλή, με σώμα στητό και πλάτες ίσιες, με δύο χρυσές πόρπες στους ώμους και τα μαύρα της μαλλιά να χύνονται στην πλάτη και μέσα μου ένιωθα πως είναι σε αυτήν που θέλω να μοιάσω όταν μεγαλώσω. Είχα φτιάξει, ήδη από την ηλικία των εφτά, ένα μίνι θεατρικό κι έπαιζα την Ιφιγένεια όταν παρηγορεί τον Αγαμέμνονα για την απόφασή του και βαδίζει αγέρωχα προς τον βωμό. Εκστασιαζόμουν στο σημείο που του έπιανα το χέρι -ο καημένος ο συμμαθητής μου, ο Γιωργάκης, τι είχε τραβήξει (μια άλλη φορά τον μάθαινα μπαλέτο για να ανεβάσουμε τις “Τέσσερις Εποχές” του Vivaldi)... Τι έλεγα, μούμπλε μούμπλε... Ναι. Εκστασιαζόμουν, λοιπόν, όταν καρφωνόμουν στα μάτια του και του έλεγα: “Σε καταλαβαίνω, πατέρα. Θα κάνω αυτό που μου ζητάς. Η θυσία μου είναι το ελάχιστο για την τιμή σου και την πατρίδα.” Ο Γιωργάκης πάντα έκλαιγε όταν με έβλεπε να ξεψυχάω, λίγο αργότερα, στο κρεβάτι μου (δηλαδή στον βωμό). Χρόνια αργότερα μου εξομολογήθηκε ότι ήμουν ο παιδικός του έρωτας και τότε τον τρομοκρατούσε η ιδέα να πεθάνω. Τσάμπα οι θεατρινισμοί δηλαδή...
Την Ιφιγένεια την είχα ξεχάσει τα τελευταία χρόνια. Μέχρι σήμερα. Σήμερα είδα την Ιφιγένεια σε ένα από τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα. Και ταράχτηκα. Αρχικά. Και στην πορεία κατάλαβα ότι η Ιφιγένεια, εκτός από αναγκαίο γρανάζι του μύθου, ήταν και μία ηλίθια. Και εν τέλει την μίσησα. Γιατί είναι ακριβώς τέτοιοι μύθοι που δημιουργούν τα στερεότυπα που, μαζί με την άκριτη εισβολή της μετανεωτερικής βλακείας και ανεκτικότητας, μας κατακλύζουν. Δεν θα αναλύσω το κομμάτι του σεβασμού και της αγάπης προς τους γονείς μας. Εκτός από de facto συναισθήματα είναι και ένας από τους συνδετικούς κρίκους της σκόρπιας μας ψυχής. Και συναισθήματα τα οποία δουλεύονται και χτίζονται εφ' όρου ζωής. Μέσα μου θέλω να πιστεύω ότι ούτε καν αυτά δεν είναι δεδομένα αλλά, περισσότερο, χτίζονται. Όταν, όμως, ένα από τα λίγα πράγματα στα οποία πιστεύει κάποιος βαθειά είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και το να ορθώνει ανάστημα σε πάσης φύσεως αδικίες, τότε θα πρέπει και να έχει αποφασίσει ότι για κανέναν και τίποτα δεν τα διαπραγματεύεται.
Η Ιφιγένεια δεν έσωσε καμία τιμή. Το καπρίτσιο του πατέρα της βοήθησε να πραγματοποιηθεί. Και πήγε σαν το σκυλί στ' αμπέλι. Αιώνες επεβίωσε ως πρότυπο κόρης και αξιοπρέπειας. Οι γονείς και τα παιδιά δεν παίζουν τον ρόλο του yesman. Γενικώς, αυτοί που αγαπούν δεν είναι δίπλα σου για να σε κάνουν, μόνο, να νιώθεις όμορφα. Είναι εκεί, κυρίως, για να είναι οι πρώτοι που θα σου πουν ότι είσαι ο μεγαλύτερος μαλάκας του κόσμου όταν ετοιμάζεσαι να κάνεις την μεγαλύτερη μαλακία των ιστορικών σου χρόνων. Οι γονείς δε (και τα παιδιά, εννοείται) έχουν ακόμη ένα βαρύ φορτίο στις πλάτες τους. Να αντιμετωπίζουν τα παιδιά τους πάντα σαν ένα έργο τέχνης που δεν πρέπει να ρισκάρουν να καταστρέψουν. Ρομαντική ιδέα θα μου πείτε. Αλλά χωρίς ρομαντισμό καταλήγουμε να μιλάμε μόνο για παστίτσια και ωράρια εργασίας.
Καθένας δικαιούται να έχει και τα βίτσια του και τους εγωισμούς του και τα λάθη του και ό,τι άλλο θελήσει. Αρκεί να μην την πληρώνουν αυτοί που δεν φταίνε. Γιατί εκεί γίνεται μαλάκας. Λάθη συγχωρούνται. Αλλά εύκολα ξεχωρίζει κάποιος το λάθος από τον εγωισμό. Εγωισμοί, λοιπόν, δεν συγχωρούνται. Όχι όταν ρισκάρεις να καταστρέψεις το πιο πολύτιμο έργο τέχνης. Θα μου πείτε ότι όλα αυτά σας φαίνονται πολύ κωδικοποιημένα και μπερδεμένα. Δεν ξέρω γιατί μου βγήκε έτσι, σαν μανιφέστο.
Εγώ ήθελα απλά να πω ότι μετά από χρόνια ένα από τα ισχυρότερα πρότυπα που είχα ποτέ κατέρρευσε. Εγώ ήθελα απλά να σας πω ότι η Ιφιγένεια δεν στάθηκε καλή κόρη για τον πατέρα της και καλό μέλος μιας κοινωνίας. Τσιράκι του πατέρα της, άβουλη και τυπική γυναίκα της εποχής της στάθηκε. Έγινε σύμβολο μία γυναικεία φιγούρα που δεν αμφισβήτησε σε τίποτα την καθεστηκυία τάξη και έκανε ό,τι ζήτησε ο αφέντης του σπιτιού. Σαν να σας ζητάω δηλαδή να κάνουμε πρότυπο την γυναίκα που φέρνει παντόφλες στον σύζυγο και κάθεται να της φάει κιόλας επειδή άργησε να τις φέρει. Σαν να σας ζητάω να κάνουμε πρότυπο όλους αυτούς, και αυτές, που δεν μιλάνε ποτέ. Δεν ορθώνουν ανάστημα απέναντι σε καμία αδικία. Ήσυχα ήσυχα ξυπνάνε το πρωί, δουλεύουν για ψίχουλα και το βράδυ πατάνε το “on” και αποκοιμιούνται στον καναπέ. Χωρίς προβληματισμό για το αν ξυπνάνε καλά σε γκρίζα κουτιά, αν τους πουλάνε σωστά προϊόντα στα supermarkets, αν πληρώνονται αυτά που τους αξίζουν, αν το κράτος τους βοηθά... Χωρίς να σχεδιάζουν το μέλλον, κοιτώντας το παρόν με μάτια κενά. Όπως το θύμα που βαδίζει στο βωμό του.
Όχι. Αυτό δεν είναι πρότυπο. Ηλίθιος είναι. Κι ο ηλίθιος είναι το πολύ πολύ ήρωας του Ντοστογιέφσκι. Ο ηλίθιος είναι από μόνος του τραγωδία. Όχι πρωταγωνιστής τραγωδίας. Μία προσωπική ασήμαντη αυτοάνοση τραγωδία. Που οδηγεί στην εποποιία των λοιπών ηλιθίων. Ας μην θυσιαζόταν η Ιφιγένεια. Η Ελένη θα γούσταρε τρελά αγκαλιά με τον Πάρη, ο αγαπημένος μου Έκτορας θα χαιρόταν τον γιο του να μεγαλώνει, η Τροία θα είχε διασωθεί και ο Αχιλλέας θα είχε γίνει, μάλλον, πάτερ φαμίλιας μοιράζοντας αγγελικής μορφής ημιθεάκια. Τον Αγαμέμνονα δεν τον βλέπω να την γλίτωνε τελικά γιατί ήταν και πολύ μεγάλος μαλάκας. Άρα... Ποιο είναι αυτό το ιδανικό της Ιφιγένειας; Ποιο είναι το καταπληκτικό που πέτυχε με την θυσία της; Μερικές πωλήσεις για εκδοτικές και κάποια blockbusters για το Hollywood. Συγχαρητήρια.
Monday, 19 November 2007
Tuesday, 13 November 2007
Κάποιος να καλέσει τον Ανάν να επιλύσει το "Ζωνιανό"
So what? Κατ’ αρχάς το βρίσκω υποτιμητικό για την νοημοσύνη των περισσότερων από εμάς να ασχολούμαστε με ένα θέμα με όρους μηντιακούς. Τώρα τους καύλωσε τώρα πρέπει να λύσουμε το "Ζωνιανό" (μέγιστο εθνικό θέμα μετά το Κυπριακό –καλά, αυτό πλέον είναι global θέμα, όχι εθνικό- και το Σκοπιανό –ή Μακεδονικό λέγεται πλέον;). Αμ, το Ζωνιανό αδέρφια δεν λύνεται επειδή ο Πρετεντέρης πρέπει να πληρωθεί τις Δευτέρες και η Ζαχαρέα να αποδείξει ότι δεν είναι η σύζυγος του άνδρα της. Ή πρέπει ξαφνικά όλοι να δηλώσουμε αποτροπιασμό για τους κατοίκους ενός χωριού και την κουμπουροφορία των Κρητικών; Εγώ προσωπικά ένα πράγμα δεν κατάλαβα ποτέ, αλλά από την άλλη ίσως το γεγονός αυτό με κάνει και να τους σέβομαι όσο λίγους. Γιατί οι Κρητικοί πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν τους Χούτου της Ελλάδας; Τόλμα εσύ να κρύψεις στο σπίτι σου κουμπούρια και καραμπίνες, βγάλτες και βόλτα στο Κολωνάκι την Κυριακή και μετά πυροβόλα στον αέρα να γιορτάσεις την νέα γεύση espresso coconut-caramel-strawberry-πατσάς και θα δεις αμέσως πώς σκάει ένας (όχι ογδόντα) αστυνομικοί με Rayban να σε μπαγλαρώσουν.
Αν μη τι άλλο είναι πολύ κολακευτικό, και εμπνέει και αίσθημα ασφάλειας, να βλέπουμε ολόκληρο τάγμα χεσμένων αστυνομικών να παρελαύνει στα Ζωνιανά αντιμετωπίζοντας θαρραλέα τον γέννημα-θρέμμα της λεβεντομάνας Κρήτης σκύλο Σήφη την ώρα που ξύνεται βαριεστημένος στην κεντρική πλατεία του χωριού. Και συγγνώμη κιόλας, αλλά μόνο στην Κρήτη συμβαίνουν αυτά; Απλά στην Κρήτη ισχύει το moratorium. Και για αυτό και χέζονται και πάνω τους. Όχι, πέστε μου, είναι σοβαρά αυτά τα θέματα; Να μου λέγατε να ασχοληθούμε με την Δρούζα πιο σοβαρό θα μου φαινόταν. Γιατί το "Δρουζιανό" μπορεί και να επιλύεται –πήρε πόδι από την κρατική, με λίγο μαγείρεμα μπορεί κάποια στιγμή να αξιωθούμε να την δούμε να παίρνει πόδι γενικώς από τα τηλεοπτικά δρώμενα. Όμως το εμπόριο ναρκωτικών δεν λύνεται επειδή η Όλγα ακόμη και άρρωστη εμφανίστηκε στο δελτίο ειδήσεων ή ο Νικολάκης άφησε για λίγο στην άκρη τις βρώμικες πιτσαρίες και τα άσυλα. Έλεος.
Μία σοβαρή συζήτηση θα προϋπέθετε την πρόθεση του κράτους να εφαρμόσει στην Κρήτη τους στοιχειώδεις κανόνες δικαίου που ισχύουν στην υπόλοιπη χώρα (να μην μιλήσω για αυτούς των πολιτισμένων κρατών –ας το αφήσω απλό προς το παρόν) και να προστατεύσει τους κατοίκους από τον τραμπουκισμό ορισμένων. Ποιος συζητά για αυτό; Κανείς. Αντιθέτως, όλοι ασχολούνται με το πόσα φυλλαράκια είχε η γλάστρα που βρέθηκε θαμμένη και τι εξοπλισμό έφεραν οι θαρραλέοι μας αστυνομικοί. Πώς γίνεται να εκσυγχρονίσεις μια κοινωνία αν δεν βρεις την τομή μεταξύ της παράδοσής της και της σημερινής εποχής; Η παιδεία δεν παίζει κάποιον ρόλο σε αυτό; Ή μήπως επειδή οι υπόλοιποι Έλληνες παραδοθήκαμε αμαχητί στο κυνήγι της "δεξιάς και της προόδου" πίστευαν κάποιοι ότι και η Κρήτη θα πέσει εύκολα; Κι αφού, λοιπόν, δεν έκατσε μωρέ αδερφάκι μου... Άστους να παν στον διάολο. Εσύ μόνο κρατήσου μακριά μπας και σε πάρει ξώφαλτσα καμιά σφαίρα και τρέχουμε. Και να διευκρινίσω. Κρητικιά δεν είμαι ούτε κατά διάνοια. Ούτε και συμμερίζομαι το αντίθετο ρεύμα, αυτό που έχει συσπειρωθεί γύρω από την «Κρητική λεβεντιά». Μαλακίες είναι όλα αυτά. Ο έμπορος που κρύβεται και απειλεί κατοίκους χωριού, τα παίρνει και τα δίνει σε πάσης φύσεως αρχές για να μπορεί να κονομάει ανενόχλητος δεν είναι Κρητίκαρος λεβέντης. Λεβεντοπόρνη του καπιταλισμού και της εξουσίας είναι και μένει εκεί το ζήτημα.
Ας αναθεωρήσουμε λίγο, λοιπόν, με τι σοκαριζόμαστε. Μήπως δεν ήταν πριν από λίγα χρόνια που σε εκτάσεις του Πανεπιστημίου Κρήτης βρέθηκαν χασισοφυτείες; Ή, μήπως, πέρυσι δεν σκοτώθηκαν έξω από το Αγρίνιο νέα παιδιά; Ποιος τα σκότωσε –η αλεπού που έπαιρνε την εκδίκησή της για το κυνήγι των λαγών; Έλεος.
Δεν είναι αδιαφορία όλα αυτά. Αγανάκτηση είναι για την υποκρισία στην οποία βολευόμαστε όλοι. Ωραία. Όταν το λύσουν κι αυτό οι τηλε-δικαστές της δίωξης ναρκωτικών (καινούρια ειδικότητα αυτή, κάθε μήνα κι από μία αποκτούν) ας μας ενημερώσουν για το επόμενο θέμα που πρέπει να λύσουμε ως «Έθνος ηρωικόν». Α! Και κύριε Κακαουνάκη μου, μη σας απαντήσω τώρα και βρεθούμε πίσω από τα κάγκελα αλλά, ναι, μ..... είναι αυτός που ξέρει και δεν μιλά. Κι ο λαϊκισμός έχει τα όριά του. Κρητικοπαλήκαρος κι εσείς, καταλαβαίνω, αλλά ο τρόπος που χειρίζεστε το θέμα μόνο παληκαριά δεν δείχνει. Λαϊκισμό και χεσμεντόλ ναι. Ξέρετε, όποιος ξέρει μπορεί να πάει στον εισαγγελέα και να καταθέσει αναφορά. Ή απλά να ενημερώσει τον εισαγγελέα κι εκείνος να διατάξει έρευνα. Δεν χρειάζεται να κινδυνεύσει η ακριβή ζωή σας ούτε να γίνετε και τηλε-ήρωας (καλά, άμα το δω κι αυτό στα δελτία θα καταρρεύσω). Σταματήστε, όμως, τους λαϊκισμούς τύπου «Ξέρω αλλά δεν είμαι μαλάκας» -καλωσήρθατε στο club ολόκληρης της Κρήτης, μόνο που εσείς τα κονομάτε για να ξέρετε ΚΑΙ να λέτε, όχι να υποκύπτετε σε τραμπουκισμούς –και το παίζετε και αδέκαστος ρεπόρτερ. Φσσσσσσσστ!!! Για εμάς τους υπόλοιπους, που δεν ξέρουμε αλλά γνωρίζουμε την ουσία, αυτά είναι μαλακίες.
Όσο για τον Γιωργάκη...Να’ ναι καλά το παιδί να συνεχίσει να μας προσφέρει γέλιο τα επόμενα χρόνια. Όχι, φαντάζεστε τον Μπένυ εξουσία; Να τον βάλουν οι image-makers να κάνει δίαιτα για να μην εξαγριώνει τα πλήθη που λιμοκτονούν από την λιτότητα και να βγάζει όλη την εξουσιομανία και τα νεύρα του σε κάθε δημόσια εμφάνιση; Και κάνει και πολλές ο άτιμος... (Καταλαβαίνετε ότι αυτό το θέμα μου φαίνεται ακόμη πιο γελοίο από το «Ζωνιανό» -αδυνατώ να ασχοληθώ σοβαρότερα.)
Νέα και φωτογραφίες από Παρίσι προς το παρόν αδύνατον –γράφω από την δουλειά και δεν έχω μαζί ούτε υλικό ούτε διαύγεια για να ανακαλέσω όλες τις σκέψεις και τις πράξεις μου εκεί. Σύντομα, όμως. Όπως και κάτι που έχω υποσχεθεί στην Baby Lemonade θα έρθει σύντομα (αυτό το γράφω για εξιλέωση και οίκτο από την πλευρά σου baby!). Σας αφήνω, λοιπόν, προς το παρόν. Πάω να συνεχίσω την τρεχάλα...