Thursday, 7 February 2008
Fonteyn με άρωμα κύμινου
Η κυρία Αθηνά είναι εβδομήντα χρονών. Είναι εβδομήντα και κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Πέμπτη πηγαίνει σε μία αίθουσα γυμναστηρίου απέναντι από την φοιτητική εστία. Παίρνει τη θέση της όταν οι υπόλοιπες κάνουν stretching -όπως στις αμερικανικές ταινίες του '80- μέσα στις κολλητές φόρμες τους. Ο γυμναστής καταφτάνει πάντα fashionably glam, βγάζει το μακρυμάνικό του και αφήνει το γυναικείο κοινό στα μετόπισθεν της αίθουσας να χοροπηδάει χαζεύοντας τα οπίσθιά του. Η κυρία Αθηνά είναι δίπλα του στην πρώτη γραμμή, σαν τις βοηθούς των ταχυδακτυλουργών στο τσίρκο. Οι κινήσεις της απαλές, χορευτικές... Όταν όλες οι άλλες μοιάζουν να θέλουν να φτάσουν κάτι από την ιδρωμένη λάμψη της Madonna εκείνη χορεύει στητή samba. Οι απότομες, άχαρες κινήσεις των χεριών στα διάφορα προγράμματα των γυμναστηρίων περνάνε στα δικά της χέρια και θυμίζουν κάτι από την αίγλη των ballrooms παλιών αργεντίνικων πάρτυ. Είναι cool, δεν λαχανιάζει –Θεέ μου, δεν θα έχει καπνίσει ποτέ, σκέφτομαι- όταν οι υπόλοιπες προσπαθούν να καταλάβουν πώς συνδυάζονται δυο κινήσεις σε ένα ρυθμό. Το ξανθό δείγμα γυμναστηρίου που χοροπηδάει δίπλα μου σταματά για να σκουπίσει τον ιδρώτα του –κοντοστέκεται στην μπάρα, σκουπίζεται και καταρρακώνεται όταν συνειδητοποιεί πως ο γυμναστής χαμογελάει στην κυρία Αθηνά.
Κι εγώ είμαι εκεί. Στην τελευταία σειρά. Μέσα στα τρυπημένα μου σταράκια που δεν τρομπάρουν τα άλματά μου, βαριεστημένη μέχρι αηδίας, να θυμάμαι τις ένδοξες εποχές μου στις αίθουσες μπαλέτου και flamenco, να θυμάμαι το χειροκρότημα στο τέλος των παραστάσεων, παρατηρώντας το μπλουζάκι μου που μουσκεύει ενώ ο εγκέφαλός μου δεν καταβάλει καμία προσπάθεια... Μέχρι που με παίρνει από το χέρι η χαμογελαστή κυρία Αθηνά του καθρέφτη. Που μου ψιθυρίζει πως είναι ντροπή να είμαι εικοσιτεσσάρων χρονών και να βαριέμαι τη γυμναστική, που με εμψυχώνει πως είναι για το καλό μου, που μου δείχνει πώς τα πράγματα γίνονται ό,τι θέλουμε εμείς. Οι υπόλοιποι μπορούν να χοροπηδάνε aerobic. Εμείς θα το νιώθουμε samba. Την φαντάζομαι να μαγειρεύει τις Κυριακές για τα παιδιά και τα εγγόνια της σε μια κουζίνα που μυρίζει βούτυρο και ρίγανη. Από το ψυγείο φτάνει στον φούρνο με ένα αυτοσχέδιο balancé, τα χέρια της ανοίγουν τα ντουλάπια όπως η Fonteyn τα άπλωνε για να απογειωθεί σαν πουλί και αφήνουν να ξεχυθούν μυρωδιές από κύμινο και γαρύφαλλο σε όλο το σπίτι. Η κυρία Αθηνά είναι εδώ, πάει μπροστά για να μου θυμίζει πως δεν κάνουμε ό,τι κάνουμε για το χειροκρότημα. Το κάνουμε γιατί δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να κάνουμε αλλιώς.
Tuesday, 29 January 2008
Macarius Christ(odulus) Superstar
Ο αρχιεπίσκοπος «εκοιμήθη». Δηλαδή, υπάρχει κίνδυνος να ξυπνήσει ανά πάσα στιγμή και να πάει στράφι το λαϊκό προσκύνημα; Όχι όχι, μάλλον υπονοείται η ομοιότητά του με την Θεοτόκο. Γιατί –τελικά- εκεί καταλήγουμε: τα ράσα ΚΑΝΟΥΝ τον παπά. Κι ένας παπάς «κοιμάται», δεν πεθαίνει ποτέ. Και να η λεζάντα «εκοιμήθη», και να η ανταπόκριση «εκοιμήθη στις 5:15 το πρωί», και να η οιμωγή του κοσμάκη «ήταν ένας από εμάς, ήταν απλός»… Χαμογελώ πικρά, οι αναχρονιστικές απόψεις που του απέδιδα με κοιτούν ειρωνικά από την άκρη της μπάρας και παίρνουν την εκδίκησή τους. Έχω την αίσθηση ότι σύντομα θα καταργηθεί η δημοτική, θα επανέλθει η καθαρεύουσα, θα απαγορευτούν τα στρας και τα μίνι και στα δελτία όλοι –μα όλοι- θα μιλούν με απαλές αισθησιακές/τεθλιμμένες φωνές. Φαντάσου την Τρέμη να «ανακρίνει» τον Καμπουράκη με την γλυκιά, μαμαδίστικη χροιά της: «Δημήτριε, πες μου καμάρι μου, είναι αλήθεια όσα ακούουν τα ώτα μου; Δεν δύναμαι να το πιστεύσω, ήσο πάντα ευγενές και ειλικρινές παιδί.» Ή τον Κακαουνάκη να μιλά καθαρεύουσα με κρητικούς ιδιωματισμούς σαν γέρος που μόλις έπαθε εγκεφαλικό και κοντεύει να πέσει σε εγκεφαλικό κώμα. Πλημμυρίσαμε, λοιπόν, από μελιστάλαχτες φωνές, δημοσιογράφους που αδημονούν να θαφτεί επιτέλους το πτώμα (ω, συγνώμη, ο «κεκοιμισμένος») για να βγουν τα μαχαίρια στην Ιερά Σύνοδο και ύπνο.
Από τις υπεράριθμες αποτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας, τα πικάντικα DVD, τα ηχογραφημένα ντοκουμέντα, τα κεφάλια που πέφτουν, τους μάρτυρες που μπαινοβγαίνουν στα γραφεία ανακριτών σαν τις μέλισσες στο μελίσσι περάσαμε σε μία αύρα μελαγχολίας, θλίψης, καθωσπρεπισμού. Η επικαιρότητα πατάει το pause, ο θάνατος-ύπνος θέλει τον χρόνο του, οι ρυθμοί πέφτουν. Όλα κυλάνε α ρ ρ ρ ρ γ ά. Και οι δημοσιογράφοι μας κουνάνε το δάχτυλο τώρα και μας κάνουν «σσσσσς», ο αρχιεπίσκοπος κοιμάται, ελάτε όλοι μαζί να ξαναγράψουμε την ιστορία του. Αλλιώς. Μακάριος ο κοιμώμενος, θαυμαστά τα έργα του και αμαρτίαν ουκ έχει (ούτε είχε ποτέ, λάθος τα θυμάσαι). Και να σου, μόλις γυρίζω από την δουλειά, η Δρούζα φοράει από την Δευτέρα τα ρούχα της κηδείας. Μιλάει σιγά, το υστερικό της γέλιο έχει εξαφανιστεί. Είναι σεμνή, είναι τεθλιμμένη κι αυτή όπως κι όλο το Πανελλήνιο. Και η Τατιάνα (μα καλά, σοβαρά τώρα, αυτές κάνουν ακόμη τηλεόραση;), βγάζει τον «άλλον της εαυτό», τον σοβαρό ρεπόρτερ επιπέδου Reuters και πάνω, καταστρώνει μεγάλη έρευνα.
Όλοι θυμούνται τον αποδημήσαντα, βοήθησε κόσμο, ήταν απλός, ήταν ευχάριστος, ήταν ο καλύτερος συνομιλητής για να διαφωνείς, ήταν χαρισματικός. Και μελετηρός, θα προσέθετα εγώ. Χωρίς καμία δόση κακίας. Όταν ο άνθρωπος πεθαίνει, ή κοιμάται (τέλος πάντων, συνεχίζει να με μπερδεύει το θέμα), είναι σαν να περνάει στο απυρόβλητο. Ειδικά στην Ελλάδα. Εδώ πιο εύκολα μιλάς για το μουνί της γκόμενας του κολλητού του Κουμπάρου παρά για το ποιόν ενός δημοσίου ανδρός. Είναι ταμπού. Είναι σαν να λέμε, μία πρωτόγονη κοινωνία την οποία ο Freud ξέχασε να μνημονεύσει στο «Τοτέμ και Ταμπού». Αν την μελετούσε διεξοδικά μπορεί και να είχε γλιτώσει τις τόσες μαλακίες.
Νιώθω νυσταγμένη, νιώθω καταβεβλημένη. Ώρα για γέλιο, ας βάλω Mad. Κι εκεί είναι ο Θέμης Γεωργαντάς, που μας πληροφορεί ότι σε ένδειξη σεβασμού η συνέντευξη με τον καλεσμένο αναβάλλεται. Σεβασμός στους νεκρούς προπαντός. Οι ζωντανοί μπορούν να ζήσουν και χωρίς αυτόν. Δε γελάω, όμως. Κακό σημάδι. Ευτυχώς οι ελπίδες μου δεν διαψεύδονται. Λίγο μετά, ο αφελής-αυθόρμητος-καλός χριστιανός-ευσεβής παρουσιαστής μοιράζεται μαζί μας την όψη του θαύματος. Γιατί εσείς μπορεί να μην το προσέξατε αλλά «μόλις μαθεύτηκε η είδηση το θανάτου του Αρχιεπισκόπου ο καιρός άλλαξε τελείως.» Γολγοθιακή εικόνα, δηλαδή. Μετά τον Χριστό, ο Θεός αποφάσισε να μας τιμωρήσει και για τον θάνατο του Χριστόδουλου. Γιατί, αν είχαμε τα αυτιά μας και τα μάτια μας ανοιχτά όσο ζούσε, θα το είχαμε αντιληφθεί. Ήταν ένας από εμάς (δηλαδή άνθρωπος) και ήταν και ένα κομμάτι του Θεού (όλο «επουράνιο πατέρα» τον αποκαλούσε, αφήνοντας σαφή υπονοούμενα για την θεϊκή του καταβολή). Η δε διάσημη λιποψυχία στη Γεσθημανή αντικαταστάθηκε με μία εκ καρδίας συνέντευξη σε χριστιανικό ταμπλόιντ όπου αναφέρεται ο Χριστόδουλος στην δική του εν Ψυχικώ λιποψυχία: «Θεέ μου, γιατί σε εμένα κι όχι σε κάποιον άλλο;» Τονίζοντας έτσι ακόμα πιο έντονα την θεανθρώπινη φύση του.
Το βράδυ είπα να βάλω λίγο κίνηση στη ζωή μου -όσο ακόμα ζω, γιατί με τόσα που γίνονται ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σου κάτσει ο μεγάλος ύπνος (όχι σου λέω, εσύ πεθαίνεις, είσαι κοινός θνητός. Δεν "κοιμάσαι")- και κρατήθηκα μακριά από τον σιδηρόδρομο ενημέρωσης από τις ουρές της Μητρόπολης, τη γενέτειρα και τους φίλους-τεθλιμμένους ιεράρχες. Κι όμως, το μυαλό μου εκεί. Σε αυτήν την επιμονή όλων όσοι μίλησαν να τονίζουν το πόσο απλός ήταν και το πόσο βοηθούσε τον κόσμο. Γιατί στις μέρες μας είναι είδηση η φιλανθρωπία της εκκλησίας. Είναι είδηση το να παραμένει ένας ιεράρχης απλός. Απλός κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών του κρουαζιερών – πεσκέσι του δημοσίου, απλός κατά το δείπνο στο «Four Seasons», απλός μέσα στις λιμουζίνες που τον μετέφεραν παντού. Φιλάνθρωπος, με την περιουσία του πιο πλούσιου - οργανισμού - που - ποτέ - δεν - έχει - δουλέψει - για - τα - αποκτήματά - του. Ας μην γελιόμαστε, σκοπός μου δεν είναι να «θάψω» (τώρα, ξέρω, διαβάζεται πολύ κυνικά η έκφραση αυτή σε τούτη την χρονική συγκυρία) τον Χριστόδουλο. Ούτως ή άλλως, είναι πολύ εύκολο να εκφέρεις άποψη εκ των υστέρων.
Το θέμα είναι ο συντηρητισμός μας. Που δεν μας αφήνει να ξεφύγουμε από τις μάσκες που επιβάλλονται σε κάθε περίσταση. Τα σκάνδαλα θέλουν τον ανακριτή τους στο δελτίο, το πένθος θέλει χαμηλή φωνή και χρώματα κηδείας, ο θάνατος δεν χτυπάει ποτέ την πόρτα ενός ιεράρχη. Απαγορεύεται ο μη θρήνος. Απαγορεύεται η λέξη "καρκίνος" -"επάρατη νόσος" είναι ο σωστός όρος. Απαγορεύεται να υπάρχει άλλη θεματολογία πέρα από αυτό που επιβάλλεται. Μην χαμογελάσεις Τατιάνα. Άννα, φόρα τη σειρά με τις πέρλες σου από τώρα κι εκείνο το μαύρο πουκαμισάκι με τον στενό γιακά. Θέμη, μην μιλήσεις για μουσική, μόνο αν είναι για βυζαντινούς ύμνους. ΕΡΤ, ψάξε στο αρχείο για υπνωτιστικές εξορμήσεις σε μοναστήρια και χορωδίες με ύμνους. Κι εσύ, Νικολάκη, κοίτα μην πάει και σου ξεφύγει κανένα "πέθανε", "εκοιμήθη" θα λες, το κατάλαβες; Κι αν βγεις στο μπαλκόνι σου και φωνάξεις «Δεν εκοιμήθη, πέθανε από καρκίνο γαμώ την πουτάνα μου, αλλά εμένα με νοιάζει ο χρόνος μου που δεν φτάνει να δω δυο φίλους και η κούραση που με κάνει σαράντα χρονών στα εικοσιτέσσερα...» θα είσαι ο ιερόσυλος, εγωιστής, ρομαντικός, εκτός τόπου και χρόνου μαλάκας.
Thursday, 24 January 2008
Public μ-art-ύριο
Έλα, όμως, που αυτόματα θυμάμαι το νέο «concept» (πόσο μισώ κάτι τέτοιους υπαλληλικούς όρους) της καινούριας μας «public art» και μένω σύξυλη. Επιστρέφοντας το βράδυ βάζω στόχο να δω όσο περισσότερες έξω(από δω)καρδιές γίνεται. Κάθε φορά το μάτι μου πέφτει πρώτα πάνω στα διαφημιστικά αυτοκόλλητα της βάσης και μετά στο «έργο τέχνης». Που άλλες φορές μοιάζει να το έχει σκάσει από μαγαζί με ήδη δώρων που φαλίρισε, άλλες με μαξιλάρι που θες να πλακώσεις στις μπουνιές για να ξεθυμάνεις και άλλες με φτηνό διαφημιστικό τρικ. Και, πλέον, το κλικ γίνεται. Ναι, είμαι και πάλι εξαγριωμένη. Search: public art. Η αμφιλεγόμενη-πλην-αναγκαία wikipedia με ενημερώνει ότι είναι η έκθεση έργων τέχνης σε δημόσιο χώρο ώστε να είναι προσβάσιμη για το ευρύ κοινό. Πολύ «νταντά» για την εποχή μας, δεν λέω. Τέλος τα μουσεία, δηλαδή, και η αγιοποίηση της τέχνης. Τέλος οι καρφωμένοι πίνακες πάνω από τζάκια και τα γλυπτά-συντριβάνια στις επαύλεις. Με ενοχλεί, όμως. Αυτό το «public art» μου τη δίνει.
Σαν να υπάρχουν δύο τέχνες, η «public» και η «private». Σαν ο κόσμος να μπορεί να αντέξει συγκεκριμένη τέχνη, αυτή που κάποιοι θα βαφτίσουν «public» και θα τοποθετήσουν εκεί που το πεζοδρόμιο έχει μερικά σπασμένα πλακάκια ή ανάμεσα σε παρκαρισμένα μηχανάκια. Ιδού, κύριοι, η τέχνη Σας! Αφήστε την ελίτ να κομπάζει στα μουσεία, να πληρώνει κερατιάτικα εισιτήρια στην είσοδο για να θαυμάσει –άνευ όρων- ό,τι εκτίθεται σε αυτά. Εσείς είστε μοντέρνοι άνθρωποι. Εκεί που προχωράτε με τον χαρτοφύλακά σας, περιμένετε τον φίλο σας που έχει αργήσει, αγοράζετε έναν εσπρέσο σε χάρτινο ποτηράκι ρίξτε ένα βλέφαρο και λίγο παραδίπλα –η κουλτούρα σας ανοίγει τις πόρτες! Εσείς είστε ακομπλεξάριστοι, εσείς είστε πολυσυλλεκτικοί, εσείς ξέρετε να εκτιμάτε ένα έργο τέχνης μόλις το δείτε. Κι εμείς σας το προσφέρουμε! Δεν είναι απλά art. Είναι public art. Σαν τον Ξανθόπουλο ένα πράγμα, ή τον Αρναούτογλου. Είναι ένας από σας, αλλά είναι και λίγο υπεράνω, είναι trend.
Η διαφωνία μου, λοιπόν, δεν έγκειται στο αν όντως είναι καλλιτεχνικά δημιουργήματα τα έργα αυτά. Ούτε και θέλω να προσβάλω τον κόπο αυτών που τα έφτιαξαν. Στις μέρες μας η συζήτηση περί Τέχνης καταλήγει μοιραία ή στα κλισέ (6 τέχνες, βία 7 θα αναγνωρίσουν οι συντηρητικοί και οι «προοδευτικοί» θα τους απαντήσουν ότι «όλα είναι τέχνη») ή στο κενό (Τελικά, είναι υποκειμενικό. Ό,τι βλέπεις ως τέτοια είναι Τέχνη.) Επειδή τέλος πάντων ο χρόνος είναι χρήμα (και στην περίπτωσή μου ούτε καν αρκετό) κι επειδή, ακόμη περισσότερο, δεν μπορώ να συμμετάσχω σε άλλη μία μαλακισμένη επιχειρηματολογία για το το είναι και τι δεν είναι Τέχνη (και γιατί) επιλέγω να μην ασχοληθώ με αυτό το κομμάτι της νέας μας υπαίθριας καλλιτεχνικής απόλαυσης. Δεν γίνεται, όμως, να προσπεράσω αυτήν την άκρως ελιτιστική αντιμετώπιση των φερόμενων ως «έργα τέχνης» ως public art, μίας ιδιαίτερης έκφρασης δηλαδή της τέχνης.
Η οποία, κατά την άποψή τους (ποιών; Των συμβασιούχων του υπουργείου πολιτισμού ή των προοδευτικών γκαλερίστας; [το «γκαλερίστας» προκύπτει από το «ζαπατίστας» στο δικό μου, αρρωστημένο μυαλό]) είναι φτιαγμένη για τον «πολύ» κόσμο. Ο οποίος τι; Είναι ηλίθιος, ακούλτουρος, καταλαβαίνει την τέχνη μόνο όταν είναι τσάμπα; Στην οποία περίπτωση γίνεται τι; Του προσφέρουμε θέματα καρμπόν απλά με διαφορετικά χρωματάκια μπας και ξεστραβωθεί; Ή μήπως ο πολύς κόσμος καταλαβαίνει την Τέχνη και μόνο από το γεγονός της βάφτισης ενός... Ενός... Έργου, πράγματος, οτιδήποτε τελοσπάντων, ως «καλλιτεχνικό δημιούργημα»; Σε αυτήν την περίπτωση, αν αύριο η Εθνική Πινακοθήκη αποφασίσει να εκθέσει τους πίνακες του Λύτρα στην Ομόνοια ή το μουσείο του Λούβρου την Αφροδίτη της Μήλου στην Place de la Concorde, τα έργα αυτά καταλήγουν «public art»; Κι εκεί είναι η ουσία της απογοήτευσής μου και του θυμού.
Δεν είναι μόνο το πόσο αναχρονιστικές και συντηρητικές είναι αυτές οι βαρύγδουπες ονομασίες. Είναι το πόσο απερίσκεπτα, επιφανειακά και μαρκετίστικα αντιλαμβανόμαστε την Τέχνη. Και, σε ακόμη βαθύτερο επίπεδο, την αξία της δημιουργίας. Και σίγουρα, πίσω από τις χαρούμενες αγελάδες και τις έξω(από δω)καρδιές δεν κρύβεται μία ανάγκη για μαζική επαφή με την τέχνη. Κρύβεται κάποια βαλίτσα που γύρισε από γραφείο σε γραφείο και κάποιοι έξυπνοι ντήλερς. Ακόμα κι ο μάνατζερ του Πικάσο όμως (λέμε τώρα) δεν θα ισχυριζόταν ότι κάνει art.
(Και η συζήτηση θα συνεχιστεί...)
Monday, 21 January 2008
Ουρανός
- ...
- Μας ακούς;
- ... Ναι.
- Καλησπέρα, ή μάλλον... καλημέρα τέτοια ώρα. Πώς σε λένε;
- Αν απόψε δεν είχα σκοντάψει στη φωνή σου θα είχα πηδήξει.
- Τι εννοείς;
- Πάει καιρός που διαπέρασε το αυτί μου φωνή και κύλησε στο αίμα μου. Σήμερα σκόπευα να αυτοκτονήσω. Έτσι κι αλλιώς νεκρή...
- Σε παρακαλώ, δεν θέλω να λες τέτοια πράγματα. Ακούγεσαι πολύ μικρή, είναι κρίμα να τα βλέπεις όλα μαύρα.
- Δεν τα βλέπω μαύρα. Απλά δεν με νοιάζουν τα χρώματα... Αλλά, δεν έχει σημασία...Πήρα να σου πω ότι απόψε με ζέστανες.
- Μην κλείνεις. Πες μου τουλάχιστον το όνομά σου...
- Finitin.
- Finitin, υποσχέσου μου ότι και την άλλη Δευτέρα θα με πάρεις τηλέφωνο.
- Δεν μου αρέσουν οι υποσχέσεις. Αλλά, μην φοβάσαι, δεν θα πηδήξω. Αν αυτό είναι που θες να επιβεβαιώσεις... Δεν θα πηδήξω.
- Αυτό είναι καλό. Αλλά θέλω να σε ξανακούσω.
- Καληνύχτα.
Δυσκολευόταν πολύ να ξυπνήσει τα πρωινά. Τρεις ώρες ύπνου και μετά το μονότονο ξυπνητήρι κικίριζε άλλη μια μέρα που θα ξεκινούσε στο θρανίο της πρώτης σειράς. Ντυνόταν βιαστικά, ό,τι έβρισκε μπροστά της -όλα μαύρα- και κλείδωνε μηχανικά την πόρτα αφού είχε πρώτα ελέγξει ψυχαναγκαστικά δύο φορές τα μάτια της κουζίνας, από μία τις μπαλκονόπορτες και άλλες δύο τον θερμοσίφωνα. Βαρυγκομούσε με το σχολείο. Καλή μαθήτρια ήτανε, από τους άριστους που κάθε 28η Οκτωβρίου παίρνανε κέρασμα στη σχολική εορτή κι από έναν έπαινο. Δεν το καταλάβαινε, όμως. Βαριότανε, νύσταζε και αποκοιμιότανε ευθαρσώς στο πρώτο θρανίο. Οι καθηγητές της, φύσει ψυχοπονιάρηδες με αυτούς που όλοι οι άλλοι αποκαλούσαν “φυτά”, την χτυπούσαν ελαφρά στον ώμο περισσότερο σαν ένδειξη συμπαράστασης παρά σαν παρατήρηση. Κι εκείνη δεκάρα τσακιστή δεν έδινε για το τι νόμιζαν. Την βόλευε κιόλας να νομίζουν ότι εξαντλείται από το πολύ διάβασμα. Πανελλήνιες στη δευτέρα λυκείου ήταν μία πειστική κατάσταση για τους άλλους.
Κι έπεφτε, βυθιζότανε σε ύπνο βαρύ, αυτόν των 40 λεπτών που σε στέλνει στα πιο βαθιά πηγάδια της ανυπαρξίας σου. Κι εκεί τον έβλεπε. Η φωνή έπαιρνε σχήμα, σχημάτιζε δέκα δάχτυλα ποδιών και δυο λεπτές γάμπες, μετά δυο μηρούς κοκαλιάρηδες και μια λεκάνη με δυο κόκαλα που προεξέχουν. Μετά μια κοιλιά σαν να την έχει πατήσει γουδοχέρι, δυο χέρια με φλέβες να πετάγονται και δάχτυλα μακριά καλάμια που λυγάνε από τον άνεμο. Και μετά ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο-φωνή. Μια άρπα. Μιλούσαν ήδη τρεις μήνες. Οι δύο πρώτοι ήταν στον αέρα. Την πρώτη Δευτέρα του είπε απλά πως την έσωσε. Την δεύτερη πως τον σκεφτόταν όλη την εβδομάδα. Την τρίτη συζήτησαν για το πρόβλημα μιας άλλης ακροάτριας. Την τέταρτη της είπε μικρά πράγματα για τη ζωή του. Πως του αρέσουν πολύ τα μακαρόνια με κέτσαπ, πως φτιάχνει τον φραπέ του σκέτο, πως κάθε πρωί πριν ξεκινήσει κάνει μπάνιο. Κι εκείνη το ανταπέδωσε. Δεν έχω κανέναν φίλο, του είπε, τίποτα δεν έχει νόημα, ξεχνάω συχνά να φάω, η μαμά μου δεν ξέρει τίποτα για αυτό σου μιλάω πάντα σιγά, στο σχολείο οι καθηγητές με έχουν για άριστη και οι συμμαθητές για φυτό αλλά εγώ δεν διαβάζω, έχω φασωθεί με άπειρους κι έχω κάνει πάνω από διακόσιες κοπάνες ήδη για φέτος αλλά επειδή τα είχα με τον απουσιολόγο και έχει φάει κόλλημα μου τις έχει χαρίσει σχεδόν όλες. Όχι, δεν θα μπορούσα να είμαι με έναν μόνο, βαριέμαι εύκολα και νιώθω μόνη μου. Της είπε πως αυτός ήταν πολύ διάσημος στο σχολείο αλλά ποτέ δεν ένιωσε άνετα με αυτό, ούτε το εκμεταλλεύτηκε, πως κι αυτός νιώθει μόνος πολλές φορές αλλά πως αυτή είναι μικρή κι έχει μυαλό -θα πρέπει να βρει και πώς να το ξεπερνάει. Κι ας άκουγε όλη η πόλη, οι φωνές τους ταξίδευαν μονάχες μέσα από σύρματα για να συναντηθούν κάπου πάνω από αυτήν. Λαμπερές, ζεστές, μόνες μαζί.
Τον τελευταίο μήνα τα λέγανε κάθε βράδυ από το τηλέφωνο. Μετά τις δώδεκα, να έχει κοιμηθεί η μαμά στα σίγουρα. Εκείνος στρίβοντας τσιγάρα και πίνοντας κόκα κόλα στο τραπέζι της κουζίνας. Εκείνη βάζοντας το τηλέφωνο που είχε αγοράσει ένα πρωί μυστικά στην πρίζα κάτω από το γραφείο της και τραβώντας το καλώδιο μέχρι την ντουλάπα της. Κλεινότανε μέσα, ψιθύριζε -να μην ξυπνήσει η μαμά- κι ανάμεσα από παλτό και ξεσκισμένα μπλουτζήν ξετυλίγονταν ζωές και αναμνήσεις και όνειρα και θυμοί. Τρεις μήνες μετά της είπε να βρεθούν. Είσαι ο πιο κοντινός μου άνθρωπος, της είπε. Δέχτηκε. Θα την κάνω από το σχολείο μετά την δεύτερη ώρα, του είπε. Μόνο μην πάμε έξω για καφέ. Δεν μπορώ τον κόσμο, δεν ξέρω πώς να στήνομαι στις καφετέριες. Θέλω να έρθω σπίτι σου, να δω το τραπέζι που σβήνεις τα τσιγάρα σου όταν μιλάμε, να σε μυρίσω στο οξυγόνο σου, να κάτσω στο γραφείο που στοιβάζεις τις μουσικές σου. Εντάξει, ξέρεις πώς να έρθεις Νέα Ιωνία; Όχι. Θα πάρεις το τρένο, θα κατέβεις στον σταθμό και θα με πάρεις τηλέφωνο. Μένω τρία λεπτά από εκεί.
Δεν κοιμήθηκε. Έκανε μπάνιο στις τρεις, τρίφτηκε δυνατά να καθαρίσει, άνοιξε ένα αφρόλουτρο της μαμάς, ξύρισε τα πόδια της, έβγαλε κάτι τρίχες κάτω από τα φρύδια της, έκοψε τα νύχια της και πασαλείφτηκε με ένα μπόντυ λόσιον που της είχαν κάνει δώρο μήνες πριν και είχε παρατήσει στο ντουλαπάκι του μπάνιου. Στις τεσσερισήμισι ακόμη έψαχνε τι να βάλει. Όχι το τζην, θα βάλω σίγουρα το γκρι το υφασμάτινο που κάνει τα πόδια μου να φαίνονται ψηλά, γαμώτο όλες οι μπλούζες μαύρες. Τρύπωσε ακροπατώντας στο δωμάτιο της μαμάς, άνοιξε το συρτάρι με τις μπλούζες, ψαχούλεψε, βρήκε μια άσπρη κολλητή, ναι, αυτή είναι καλή, θα κάνει και τη μέση μου να διαγράφεται, έκλεισε το συρτάρι αργά και γύρισε στο δωμάτιο. Κι από πάνω την μαύρη μου τη ζακέτα την κρουαζέ, και τα μαύρα μου τα σταράκια. Σκατά, μπάζο είμαι, θα το ακυρώσω. Όχι, δεν γίνεται. Δεν θέλω. Γαμώτο, θα με κοροϊδεύει, οπωσδήποτε αφού τον πάρω τηλέφωνο να θυμηθώ να βγάλω τα γυαλιά και να τα χώσω κάτω κάτω στην τσάντα.
Είσαι στο σταθμό; Ναι, φοράω σταράκια μαύρα, ένα γκρι παντελόνι... Εντάξει, εντάξει, (γελάει), θα σε καταλάβω. Βγάζει τα γυαλιά της, τα χώνει κάτω από την Αντιγόνη και τα Κείμενα, στέκεται στην άκρη του πεζοδρομίου, μπρος πίσω πάνω στην λεπτή γραμμή στην άκρη, το στομάχι της κόμπος και ένα ενοχλητικό τρέμουλο στα δάχτυλα. Πρέπει να ηρεμήσω, θα γίνω ρεζίλι. Πάρκινσον στα δεκαπέντε μου γαμώ την πουτάνα μου! Στρίβει. Φοράει ένα ξεθωριασμένο τζην και τα μαλλιά του είναι φίδια πιασμένα σε κοτσίδα. Είσαι η Finitin; Ναι. Τον αγκαλιάζει. Αυτός κάτω από το πεζοδρόμιο, εκείνη στην άκρη του κι έχουν το ίδιο ύψος περίπου -της ρίχνει λίγο. Είναι ψηλός, τώρα ακούει την καρδιά μου που πάει σαν τρελή, έχω ήδη γίνει ρεζίλι. Την σφίγγει πάνω που πάει να τον αφήσει, το πηγούνι της ξεκουράζεται στον ώμο του, αναστενάζει.
Σ' αγαπώ.
Κι εγώ σ' αγαπώ.
Όχι, δεν καταλαβαίνεις. Σ' α γ α π ώ.
Ναι, κι εγώ.
Ναι, αλλά εγώ θέλω να είμαστε μαζί.
Δεν γίνεται. Και πώς, δηλαδή; Αφού έχεις κοπέλα.
Δεν έχω τίποτα αν δεν είμαστε μαζί.
Θα σε κάνω δυστυχισμένο.
Δυστυχισμένος ήμουν όσο δεν σε ήξερα.
Μα... Μόλις χθες με γνώρισες από κοντά.
Σε ήξερα πάντα.
Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια;
Ναι. Θυμάσαι που σπαρταρούσες σαν ψάρι στην αγκαλιά μου και ντρεπόσουν να με κοιτάξεις στα μάτια;
Ναι... Και τώρα φεύγεις.
Δεν πάω και στην άκρη του κόσμου, τρεις ώρες είναι η Αγγλία.
Φεύγεις. Κι εσύ. Βγάζει τα γυαλιά της, η θάλασσα έχει αγριέψει και τα τζάμια δεν την συγκρατούν.
Τρία χρόνια απόρριψης. Ποιος απέρριψε ποιον; Εκείνη. Ναι... Όχι, όχι. Εκείνη τους έσωσε. Θα ήταν ένα ναυάγιο. Καλύτερα έτσι. Ελεύθεροι μαζί. Να περνάνε άλλοι από τα κρεβάτια τους, να μοιράζονται με άλλους τα Κυριακάτικα πρωινά, τα σφηνάκια στα μπαρ. Του το 'χε πει. Με όποιον κι αν ήταν, με όποια κι αν ήταν αυτοί είναι άλλο. Είναι πάνω από αυτά, η αγάπη δεν ζητά πασαπόρτια για το κρεβάτι ούτε επιβεβαίωση. Θα ήταν καταστροφή αυτή η σχέση. Η μαμά της θα τους διέλυε. Έπειτα, ήταν μικρή. Δεν μπορούσε να βγαίνει τα απογεύματα, δεν γινόταν να βλέπει κάποιον τα Σαββατοκύριακα. Θα τον κούραζε. Καλύτερα έτσι. Από όταν πέρασε στο Πανεπιστήμιο ξεγλιστρούσε κιόλας κάποια βράδια. Έλεγε πως θα βγει με συμφοιτητές της, η μαμά της χαιρότανε που ο μικρός της μισάνθρωπος κοινωνικοποιούταν λίγο και την άφηνε. Εκείνος έλεγε μια δικαιολογία στην “ακατονόμαστη”, μόνο έτσι μπορούσε να την λέει και να γελάει λίγο, και συναντιόνταν στη σοφίτα του. Κάθονταν στο στρώμα καταγής, είχε αρχίσει το κάπνισμα κι αυτή, την κορόιδευε, άντε μωρέ που μεγάλωσες κι εσύ για να καπνίζεις, έπιναν παγάκια μαυροδάφνης από ένα μπουκάλι που ξέχναγαν για ώρες στην κατάψυξη, άναβαν κεριά κι ονειρεύονταν. Κάποτε κάποτε την άγγιζε και της σήκωνε το πηγούνι. Πότε θα μάθεις να με κοιτάς; Δεν ξέρω. Την φίλαγε προς τα πάνω, να σηκώνει το κεφάλι της, κι όταν τα κατάφερνε κατέβαινε στο λαιμό της, τα δάχτυλά του ίσα που διαπερνούσαν την μπλούζα της, εκείνη έτρεμε πάλι σαν ψάρι, έσερνε τα δάχτυλά της που τρέκλιζαν σαν μεθύστακες στον καβάλο του και κυλιόντουσαν στο στρώμα.
Και τώρα, τρία χρόνια μετά φεύγει. Χωρίς να έχει μπει μέσ μου ούτε μία φορά... Έχω κάνει έρωτα μαζί σου χιλιάδες φορές της ψιθυρίζει στο αυτί. Τον πιο ωραίο, τον πιο άγριο, τον πιο τρυφερό, τον πιο θανατηφόρο έρωτα τον έχω κάνει με εσένα. Με καμία άλλη δεν έχω κάνει έρωτα. Ο έρωτας είναι στάση σκέφτεται αυτή. Όλες οι άλλες είναι περαστικές. Κλαίει, δεν θα σε ξαναδώ ποτέ. Δεν θα ξαναδώ τον έρωτα της ζωής μου, νιώθει μέσα της και το φράγμα σπάει, τα νερά ξεχύνονται ορμητικά, το αίμα παγώνει. Σσσσσσς. Ό,τι κι αν γίνει, και να χαθούμε, και να μην με ξαναπάρεις τηλέφωνο ποτέ... Στα ογδόντα μου αν βγαίνω ένα πρωί από το τρένο κι εσύ είσαι εκεί, στην άκρη στο πεζοδρόμιο ξέρω πως θα νιώσω όπως την πρώτη φορά που σε είδα. Όπου κι αν είμαι, όπως κι αν είμαι, ό,τι κι αν έχουμε γίνει. Ό,τι και να γίνει το ξέρω.
Μαζί σου θέλω να είμαι. Τέλειωσαν οι μαλακίες και οι δικαιολογίες.
Μα, αφού είμαστε με άλλους.
Δεν υπήρχαν ποτέ άλλοι.
Πώς το λες αυτό; Εσύ; Που έφυγες στην Αγγλία μαζί της. Που λείπεις δυο χρόνια τώρα και μένεις με μια άλλη...
Τελειώσαν αυτά. Τέρμα. Θέλω να είμαι μαζί σου κι αυτήν την φορά δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο και κανένας άλλος εκτός από εμάς.
Οι δυο μας;
Οι δυο μας.
Και χωρίς να βλέπουμε άλλους;
Μόνο οι δυο μας. Είμαι ερωτευμένος, το καταλαβαίνεις; Πέντε χρόνια στο φωνάζω. Γιατί δεν πιστεύεις σε εμάς; Θυμάσαι που σου έλεγα ότι κάποτε θα έρθω σε ένα άσπρο άλογο και θα σε πάρω από όλα αυτά, αρκεί να πιστεύεις στους ιππότες;
Θυμάμαι.
Έρχομαι μεθαύριο. Το αεροπλάνο είναι άσπρο. Πιστεύεις;
Πιστεύω.
Ό,τι κι αν γίνει εσύ είσαι πάνω από όλα για εμένα. Με κάνεις ευτυχισμένο.
Μπορεί η θάλασσα να κάνει κάποιον μόνο ευτυχισμένο;
Δεν με νοιάζουν οι φουρτούνες, όλα μου αρέσουν. Κι αυτά που δεν μου αρέσουν δεν φτάνουν την ομορφιά σου να την χαλάσουν, είναι απέραντη η ομορφιά μας.
Μα όλο σε πνίγω και σε χτυπάω με κύματα. Σε αγαπώ, δεν θέλω να σε σκοτώσω...
Δεν σε φοβάμαι, σε αγαπάω.
Τότε σε λένε Ουρανό.
(Στον Έναν)
Wednesday, 16 January 2008
Τα τρικ του κυρίου Μενέλαου
Αρχίζω παρόλα αυτά να αναρωτιέμαι αν υπάρχει ένα υπόστρωμα συλλογικής σεξουαλικής διέγερσης από συγκεκριμένα ερεθίσματα. Δεν μπορεί, ας πούμε, κάποιος να μην παρατηρήσει ότι το Πανελλήνιο φτιάχνεται από τον απαγορευμένο έρωτα (λέμε τώρα) ενός Michelin – guy κι ενός βύσματος. Γιατί είναι και λίγο σαν η ζωή μας να απέκτησε μία λατινοαμερικάνικη διάσταση Πακίτας. Όπως, ας πούμε πάλι, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι το Πανελλήνιο φαίνεται να γουστάρει με χίλια μεγαλοεκδοτικές κόντρες. Και για ποιον λόγο να το κρύψουμε άλλωστε, όταν ο Μάκης προειδοποιεί (δεν απειλεί) ότι θα “τσακίσει” τον συνεργάτη του φτάνουμε ένα βήμα πριν την σεξουαλική κορύφωση, μετά βίας, δηλαδή, το σώζουμε λόγω διαφημίσεων.
Ταυτόχρονα, πάντα τρελλαινόμουν για τα ψιλά γράμματα των εφημερίδων. Συνήθεια που, υποθέτω, απέκτησα από μικρή ηλικία εξαιτίας της γιαγιάς μου η οποία με το που έπαιρνε την εφημερίδα στα χέρια της άνοιγε την προτελευταία σελίδα και διάβαζε τις αναγγελίες των γάμων και των κηδειών. Η γιαγιά μου, βέβαια, ήξερε ποιο πρόσωπο αναλογεί στα ονόματα που έβλεπε γραμμένα (ναι, με σημερινούς όρους η εξορία ήταν ό,τι πρέπει για δημόσιες σχέσεις αριστερών). Εγώ πάλι, διευρύνοντας την δραστηριότητα αυτή, τρελαίνομαι να διαβάζω, με σειρά προτίμησης, κηδείες, μνημόσυνα, γάμους, εφημερεύοντα φαρμακεία, αποθέματα νερού, τηλέφωνα ανάγκης και παρτίδες σκάκι. Η συνήθειά μου αυτή με έχει κάνει να νιώθω, εκτός από στιγμές χαλάρωσης, ότι αποδίδω τα εύσημα σε αυτούς που κάνουν αυτήν την αγγαροδουλειά και, μία στο τόσο να παίρνει το μάτι μου φοβερά ενδιαφέροντα πράγματα που γράφονται με μικρές γραμματοσειρές. Είναι γιατί έχω εκπαιδευτεί -το ίδιο και στο σινεμά. Το background πολλές φορές με απορροφά πολύ περισσότερο από ό,τι η δράση στο προσκήνιο (με ό,τι ευτράπελα μπορεί να επιφέρει αυτή μου η εμμονή).
Προσφάτως, λοιπόν, είδα για έναν πρώην υποψήφιο δήμαρχο που αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι λέγοντας, την ύστατη αυτή στιγμή, “Σας αγαπώ”. Ομολογώ ότι μία τερατώδης διάθεση με έκανε να φανταστώ τη σκηνή κινηματογραφικά σε παρωδία Χολυγουντιανής μελοδραματικής ρομάντζας και να διαγραφεί ένα ειρωνικό χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Επειδή, όμως, ο “κακός” εαυτός μου παραείναι κυνικός για τα δεδομένα των περισσοτέρων από αυτούς που συναναστρέφομαι οδηγήθηκα ένα βήμα πιο πέρα στη σκέψη μου. Αποφάσισα, λοιπόν, ότι στις μέρες μας οι πτώσεις είναι ένα από τα καλύτερα διεγερτικά. Ένας καθαριστής τζαμιών βούτηξε από τον 47ο όροφο ενός ουρανοξύστη στην Αμερική και επέζησε. Ένας Πολωνός από τον 5ο μιας πολυκατοικίας και τη γλίτωσε. Ένα κοριτσάκι από την Ρουμανία από τον 6ο. Και έζησε. Ο Ζαχόπουλος το ίδιο. Κι όλα αυτά, με τις μικρές ιστορίες που κρύβουν από πίσω, τράβηξαν τα βλέμματα. Αυτών που καταγράφουν την είδηση. Ή μήπως τη δημιουργούν;
Γιατί για τον εργάτη στην Αμερική αφιερώθηκαν 2 ώρες (maximum) για να γραφτεί η ιστορία. Για τον Ζαχόπουλο, όμως, που είχε και 42 ορόφους διαφορά, χτυπάμε κάρτα κάθε μέρα, ξεκίνησε ροζ-κίτρινος πολιτικοεκδοτικός πόλεμος και φυλακίστηκε ήδη ένα άτομο. Για έναν τύπο με αλεπουδίσιο βλέμμα και αμαρτωλή κοιλιά (και χέρι). Για μία γυναίκα που έκανε ό,τι κατηγορείται ότι κάνει το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού και ο μισός γυναικείος πληθυσμός. Έβαλε βύσμα και δημιούργησε ερωτική σχέση με το αφεντικό της. Δεν υπάρχει έκπληξη πίσω από όλα αυτά. Δεν υπάρχει σασπένς. Δεν υπάρχει φαντασία. Δεν ξέρω τι μπορεί να σκεφτόταν ο Ζαχόπουλος όταν πήδαγε (στο κενό εννοώ). Ούτε τα τηλεφωνήματα της προηγούμενης νύχτας. Δεν μπορώ να ξέρω ποια νήματα έφεραν την κάμερα στο σωστό σημείο. Μπορώ, όμως, να αναρωτιέμαι ποια νέα μορφή ψύχωσης τυφλώνει. Είναι ναρκισσισμός... Μπα, όχι. Είναι σχιζοφρένεια... Όχι, σίγουρα όχι. Για αυτό και επιλέγω την εκδοχή της συλλογικής σεξουαλικής διέγερσης. Είμαστε ένα κοινό σεξουαλικά διεγερμένο για αυτό και είναι αδύνατον να σκεφτούμε με το σωστό όργανο. Αν μη τι άλλο, είναι ερωτικές εποχές αυτές που ζούμε. Ο Σαρκοζί, ο Τσάβες, ο Ζαχόπουλος, ο πρίγκιπας του Μονακό, ο γιος του πρίγκιπα της Αγγλίας, η Μπρίτνευ Σπήαρς... Όλοι, σημαιοφόροι της νέας σεξουαλικής μόδας.
Εξουσία είναι αυτό που κάνει επιτυχώς τον ιδιωτικό χώρο δημόσιο και τον δημόσιο ιδιωτικό. Για αυτό και μπερδεύεσαι μετά. Γιατί οι σεξουαλικές επιδόσεις του Ζαχόπουλου παρουσιάζονται ως δημόσιο θέμα. Οι επιδοτήσεις, όμως, στα θέατρα υπεγράφησαν ένα βράδυ σπίτι του μετά από έναν πολύ ωραίο καφέ με τους κολλητούς. Άρα, το μυαλό σου επιτάσσει σεβασμό στον ιδιωτικό χώρο. Η επαγγελματική ασφάλεια του Θέμου είναι βορά στα δελτία ειδήσεων. Καλείσαι, δηλαδή, να πάρεις θέση σε ένα τόσο φλέγον ζήτημα ως σκεπτόμενος πολίτης. Η κοινωνική ασφάλιση, όμως, είναι θέμα μερικών ιδιωτών (και μερικών ιδιωτικών στιγμών μεταξύ τους). Κλειστή πόρτα χωρίς κλειδαρότρυπα. Κι όλες αυτές οι διεγερτικές στιγμές στοιβάζονται η μία μετά την άλλη στον χρόνο μας. Που μετά δεν φτάνει για να δημιουργήσουμε τις δικές μας, ιδιωτικές, ρωβινσονικές στιγμές. Με την δική μας ματιά στα θέματα. Με την δική μας απόφαση για απόσταση από αυτό το ομαδικό όργιο. Γιατί, εγώ φερ' ειπείν, αποφεύγω ωσάν τον διάολο να πληροφορηθώ ή να ψάξω κάτι για το εν λόγω θέμα. Κι όμως, αμφιβάλλω αν δεν είμαι πλήρως ενημερωμένη. Κι αντί να κάθομαι να σας γράφω ό,τι άλλο σκέφτομαι κάθομαι και αναλύω τις ερωτικές συνήθειες της φυλής των Ελλήνων.
Οι οποίες, αρκούντως χίππικες και προχώ, φτάνουν μέχρι του να ηδονίζονται με τον προδιαγεγραμμένο θάνατο ενός θρησκευτικού ηγέτη. Καθημερινά ανακοινωθέντα, συνοδευόμενα από φωτογραφίες του αρρώστου από τις καλές του εποχές (χαμογελαστός, κοκκινομαγουλίτσος, ευτραφής) μας μπάζουν κι εμάς στην κάμαρά του, έχουμε άποψη για το αν ο θεράπων ιατρός του έκανε ό,τι έπρεπε όταν έπρεπε, στοιχηματίζουμε πάνω στον θάνατό του. Η κυνική πλευρά μου (η οποία τον εν λόγω κύριο τον μισούσε θανάσιμα) λέει πως ό,τι έσπειρες θερίζεις. Η επιχειρούσα - την - ανθρωπιστική - μεταστροφή πλευρά μου λέει πως ο άνθρωπος πρέπει να πεθαίνει όπως επιλέγει. Δικαιούμενος την μοναξιά του θανάτου. Και αυτά τα αδηφάγα μάτια και αυτιά μας, λοιπόν, μας οδηγούν στην απώλεια του δικού μας χρόνου, στην απώλεια της ουσίας, στην απώλεια της φαντασίωσης ενός home-made ερωτικού DVD (αν μου πει κάποιος ό,τι φαντάζεται τον Ζαχόπουλο περιπτυσσόμενο μετά της Τσέκου και φτιάχνεται θα τον διαγράψω από τα links μου).
Οι Άγγλοι όταν έχουν τις “μαύρες” τους (που λέμε εμείς) νιώθουν “blue”. Αιώνες μετά ο Έλληνας, εκ των περιστάσεων, προσεγγίζει αυτήν την ματιά στα πράγματα. Όχι γιατί έγινε όλη η Ελλάδα μπλε (τότε θα πηδούσαμε ομαδικά από τον 50ο όροφο -για σιγουριά- πολλοί περισσότεροι). Μπλε, όμως, θα πρέπει να νιώθουν πολλοί παρακολουθώντας όλα αυτά. Ένα βήμα πριν το μαύρο. Μπλε νιώθω κι εγώ, λοιπόν, καταμπλέ μην σας πω. Όχι μόνο γιατί εκνευρίζομαι. Όχι μόνο γιατί απογοητεύομαι. Αλλά γιατί βαριέμαι. Ο βαθμός της εξοικείωσης, “συνελλόντι ειπείν” (αθάνατε Μιχαλακόπουλε!) με το ομαδικό σεξουαλικό όργιο και την κρυφή κάμερα, έχει επιφέρει απάθεια. Ήμουν που ήμουν τελείως αδιάφορη για τις κρυφές κάμερες (εν αντιθέσει με τις φανερές) και τις προσωπικές ερωτικές επιλογές του καθενός, απόγινα τώρα. Κι έτσι σκεφτόμουν τον κύριο Μενέλαο σήμερα. Αν ήξερα ότι φοράει άσπρη σωβρακοφανέλα, τα βυζιά του κρέμονται, έχει πηδήξει το μισό χωριό και γουστάρει σοδομισμό το πιθανότερο είναι να μου φαινόταν τόσο ξενέρωτος όσο και τα κολωνάκια του δήμου Αθηναίων και το σήκωμα του καπέλου του ένα φτηνό τρικ για να γαμήσει.
Monday, 31 December 2007
M.(ister) D.(eus)

Αυτή η χρονιά δεν θα μπορούσε να κλείσει αλλιώς. Σε πείσμα όλων αυτών που μας κρατάνε χαμηλά, που μας θέλουν δεμένους, που μας πείθουν πως τα άσχημα έχουν κάνει συμφωνία με το σύμπαν για να προσεγγίζουν το άπειρο, αυτή η χρονιά θα κλείσει όπως και όλες οι προηγούμενες. Με πείσμα, αισιοδοξία, θέληση, όνειρα και με μία απόδειξη. Ότι ο έρωτας είναι η απάντηση. Ο έρωτας για τους ανθρώπους και τα πράγματα, τις ιδέες και τα πάθη. Ερωτική, λοιπόν, η τελευταία απάντηση. Έρωτα εύχομαι και σε όλους σας για κάθε λεπτό κάθε καινούριας χρονιάς.
Αυτός ο κύριος είναι η καθυστερημένη εφηβεία μου. Αν στα 15 με παραέπαιρνα στα σοβαρά για να διεγείρομαι μπροστά σε αφίσες ναρκισσιστικών ποζών διαφόρων μοιραίων (και μη) κυρίων, στα 24 ξέρω πια πως και η α-σοβαρότητα βρίσκει την αξία της στα βάθη του μυαλού μας. Ο κύριος Laurie είναι για την εκπρόθεσμη groopie πλευρά μου ο άνδρας της χρονιάς. Μία πλευρά μου που έχει κολλήσει την μούρη της στην οθόνη του υπολογιστή και βλέπει σαδιστικά απανωτά περιστατικά μίας ιατρικής μονάδας ενός πολυτελούς νοσοκομείου. Τον λατρεύω. Αν ήμουν λίγο νεότερη θα μπορούσα να πω ότι είναι ο Θεός μου. Δεν χρειάζεται. Προέβλεψε ο ίδιος σε ένα επεισόδιο με τον ελπιδοφόρο τίτλο “House vs God” στο οποίο φρόντισε να αποκαταστήσει την τάξη του σύμπαντος αποκαλύπτοντας πως ο Θεός μπορεί να βρίσκεται στον καθένα μας.
Ο Gregory House,m.d., λοιπόν, έχει κερδίσει επάξια τον θρόνο του στην καρδιά μου. Γιατί πίσω από την αξύριστη, ανέκφραστη, κυνική, σαρκαστική, ανθρωπο-αδιάφορη και ασυμβίβαστη για “m.d.” παρουσία του κρύβεται ένας άνδρας που μπορεί την σωματική ανεπάρκειά του να την κάνει rock-attitude και την ευαισθησία του δούρειο ίππο. Σημαντικό στην εποχή μας. Μια εποχή που οι faux συναισθηματισμοί, οι “αντρουά” αντι-νταβατζέ διακηρύξεις και η λάμψη του περιτυλίγματος κυριαρχούν από το κρεβάτι της πόρνης μέχρι την βίλα του νταβατζή.
Friday, 21 December 2007
Έστιν ουν ευκολία
Παρόλα αυτά, η σάτυρα αναμετράται πάντα με έναν βασικό εχθρό. Το κοινό της. Ένα κοινό πολυδιάστατο, προερχόμενο τόσο από τον χώρο της τραγωδίας και του φτηνού μελοδράματος όσο και από αυτόν της φτηνής επιθεώρησης και του ποπ κορν. Όταν οι μεν μένουν ικανοποιημένοι οι δε βαριούνται και παίζουν στόχο με τα ποπ κορν. Όταν οι δε την βρίσκουν οι μεν στήνουν πηγαδάκια μιλώντας για την ντροπή της ξεπεσμένης σάτυρας που ασχολείται με φτηνά θέματα. Υπάρχει, όμως, κάτι που παραβλέπουν και οι μεν και οι δε. Ότι η σάτυρα, όταν έχει λόγο και περιεχόμενο, μπορεί να ασχοληθεί με το ο,τιδήποτε και τον οποιονδήποτε και να αποκαλύψει την σοβαρότητα του θέματος. Ο σατυρικός συγγραφέας, δε, δεν είναι ούτε πολιτικός αναλυτής ούτε δοκιμιογράφος. Πάνω από όλα είναι ένας καλλιτέχνης, ταγμένος και υποταγμένος σε αυτή του την φύση. Αυτό σημαίνει ότι ούτε υποχρεωμένος είναι να παρουσιάζει πολιτικά δεδομένα ούτε να είναι αντικειμενικός. Τα προσωπικά του πάθη αποτελούν προϋπόθεση, όχι όνειδος. Γιατί ο καλλιτέχνης δεν το παίζει αυθεντία ούτε αδέκαστος κριτής, ακολουθεί μαγεμένος το περίεργο κράμα της λογικής με το πάθος του.
Στις μέρες μας αδυνατούμε να βιώσουμε την κάθαρση. Ούτε η τραγωδία ούτε η σάτυρα καταφέρνουν να μας ικανοποιήσουν, πόσο μάλλον να μας «εξαγνίσουν» θεατρικά, λογικά και συναισθηματικά. Αντ’ αυτού η φτηνή παρέλαση δεδομένων, η εύκολη παράθεση ερμηνειών, η αναμενόμενη ποδηγέτηση και η ανταμοιβή του φιλεθεάμονος κοινού με ευπώλητο μελώ ή ανέμπνευστη και άνευ περιεχομένου κωμωδία φαίνεται να επιφέρει την ισορροπία που χρειαζόμαστε. Ως κοινό και ως κοινωνία. Ισορροπία δια της διχοτομήσεως η οποία επισύρει την αδιαφορία. Οι ικανοποιημένοι μπορούν να ανεβάσουν ποδαράκι στο τραπέζι και να αφεθούν στη νιρβάνα της τηλεόρασης. Οι ανικανοποίητοι μπορούν να βάλουν την τηλεόραση στην αποθήκη και στον χώρο που ελευθερώθηκε να τοποθετήσουν τα άπαντα του Παπαδιαμάντη. There, everyone happy.
Όταν εμφανίζεται κάποιος ο οποίος κάνει τους μεν να ανεβάζουν ποδαράκι στο τραπέζι και να συνέρχονται –αμυδρά, μην είμαστε και αφελείς- από τον λήθαργο και τους δε να σουτάρουν τον Παπαδιαμάντη στην αποθήκη και την τηλεόραση στη θέση του, ε, εκεί υπάρχει θέμα. Τα προσυμφωνηθέντα όρια καταρρέουν και η ταυτότητα του θεατή καίγεται. Πανικόβλητο το κοινό ψάχνει την δικαιολογία του. Κι επειδή αυτή δεν είναι αρκετή μετά ψάχνει το επόμενο βήμα. Οι μεν, από καιρό κατασταλαγμένοι στην ακομπλεξάριστη συμπεριφορά του ηλιθίου, προσπαθούν να στιγματίσουν τον καλλιτέχνη με την ευκολία τους. «Ο καλλιτέχνης μάς κάνει χαρούμενους. Άρα, αφού εμείς είμαστε φτηνοί είναι κι αυτός φτηνός.» Οι δε, από καιρό ταγμένοι στον κυκλώνα της αυταρέσκειας και την απαξίωσης, έχουν εύκολο έργο. «Τα θέματα που ασχολείται είναι φτηνά. Το κοινό που ευχαριστεί είναι φτηνό. Άρα λαϊκίζει.» Παρακάμπτοντας, όλοι, την ουσία του θεάματος. Την προσωπική ματιά και οπτική του καλλιτέχνη πάνω στα πράγματα. Καταλήγοντας στο οξύμωρο ότι το θέμα κάνει τον καλλιτέχνη, όχι ο καλλιτέχνης το θέμα.
Και οι μεν παρακάμπτονται εύκολα. Αναλύονται σε ένα, άντε δύο επίπεδα, βολεύονται σε αυτά και από μπροστά τους απλά μένει να περάσει το επόμενο θέαμα. Οι δε, όμως, είναι το «γαμώτο». Όλη τους η γνώση, όλη τους η κριτική ικανότητα, το «ανεβασμένο» επίπεδο και η «καλλιεργημένη» ματιά τους καταλήγει σε έναν κουβά. Της φτήνιας. Γιατί φτηνά ξεπουλάνε ό,τι καλό για να προσποιηθούν την ανωτερότητά τους. Βαθειά κομπλεξικοί, ορκισμένοι εχθροί του λαϊκού. Αυτή η ελίτ που κερδίζει την αξία της από την αυτόματη απόσταση που λαμβάνει από τις καταστάσεις και τον «λαουτζίκο». Διακινώντας την «εύθραυστη» στα λαϊκά θέλω αντίληψή της μόνο στους κύκλους της, ναρκισσιστικά και αυτάρεσκα. Για να μπορεί να στρέφει τα βέλη της σε όποιον είναι έξω από τον κύκλο αυτό.
Μόνο που αυτή, η ευαίσθητη, «δύσκολη», ανικανοποίητη, υψηλού επιπέδου ομάδα δεν υφίσταται ανεξάρτητα από ό,τι την κυκλώνει. Υποτίθεται δε ότι η μόνη της αξία είναι η πιθανή ικανότητά της να στρέφει τα μάτια των οξαποκεί στην ουσία των πραγμάτων. Όσο η ίδια χάνει την ουσία τόσο εγχέεται στα κατώτατα στρώματα του οξαποκεί. Σε αυτά της φτήνιας και της ευκολίας. Αποδεικνύοντας ότι δύσκολο δεν είναι το να διαφέρεις. Δύσκολο είναι το να έχει αξία αυτό.