Monday, 12 May 2008

Το χρονικό του κλεμμένου χρόνου

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Το πείραμα διεκπεραιώθηκε με ταχύτητα road runner. Μόνο που στο τέλος του ο Αλέξης αισθανόταν σαν το koyote που έφαγε τα μούτρα του στο φαράγγι. Το μόριό του είχε αποτύχει να αντεπεξέλθει στο ερωτικό κάλεσμα του διαδικτυακού πορνό που τώρα τελευταία γέμιζε τις ώρες βαριεστημάρας στο γραφείο. Ούτε ένα ίχνος υγρού, ούτε μία ένδειξη ανόρθωσης. Το κρατούσε εκεί, ανάμεσα στο κατεβασμένο φερμουάρ και το ξεχυμένο πουκάμισο, ξέψυχο και ρυτιδιασμένο παρά την μανιώδη κίνηση της παλάμης του. Ξεφύσηξε βουτηγμένος στην απόγνωση. Κοιτούσε το διάστημα ανάμεσα στα μπούτια του σαν μονοκυτταρικό οργανισμό στο μικροσκόπιο. «Δεν είναι δυνατόν, τι διάολο...» ήταν η πρώτη ημιτελής σκέψη που πρόλαβε να διασχίσει το μυαλό του μετά το σοκ.

Μία τεράστια άσπρη τρίχα πρωταγωνιστούσε ανάμεσα στις υπόλοιπες που περνούσαν πλέον στη θέση του κομπάρσου σε κακόγουστη παράσταση. Πρώτη φορά ο Αλέξης έβρισκε άσπρη τρίχα στο δέρμα του –μία αληθινή άσπρη τρίχα. Άνοιξε το πρώτο αριστερό συρτάρι και έβγαλε το οινόπνευμα, άπλωσε χαρτί κουζίνας και αποστείρωσε τα χέρια του. Αυτό είχαν να το λένε όλοι· ο Αλέξης πάντα έδινε μεγάλη προσοχή στην ατομική υγιεινή. Πολλές φορές σε σημείο υστερίας. Μόνο κατά τη διάρκεια του σεξ ξεπερνούσε κάτι τέτοια θέματα ο Αλέξης δίχως περίσσια περισυλλογή. Η ανταλλαγή βιολογικών υγρών ήταν η αδυναμία του -και η ψύχωσή του γύρω από την καθαριότητα αποδυναμωνόταν εντελώς στη θέα ενός υγρού αιδοίου. Μετά, βέβαια, φρόντιζε πάντα να απολυμάνει κάθε χιλιοστό του εξαντλημένου εργαλείου του με Betadine.

Αυτή τη φορά ο Αλέξης ξέπλυνε τα χέρια του, μάλλον, λόγω νευρικότητας παρά ανησυχίας. Αφού ένιωσε κάθε τρίχα του χεριού του να δροσίζεται από το πέρασμα του οινοπνεύματος, τύλιξε την άσπρη τρίχα στο δείκτη του, πήρε μία βαθιά ανάσα και τράβηξε. Στα κλάσματα δευτερολέπτου που ακολούθησαν πρόλαβε να σκεφτεί ότι ο κλασσικός κινηματογραφικός οπλισμός με θάρρος μέσα από ένα μπουκάλι ρούμι θα ήταν σοφότερη κίνηση. Κοιτάζοντας κάτω την είδε ακόμα εκεί. Λίγο κατσαρωμένη εξαιτίας του τραβήγματος αλλά ανέπαφη. Τα έκλεισε όλα και βγήκε από το γραφείο φουριόζος. «Δημητρούλα, φεύγω. Δεν είμαι καλά. Ακύρωσε τα ραντεβού, βάλτα όποτε νομίζεις, δεν ξέρω...» Δεν πρόλαβε ούτε περαστικά να του ευχηθεί η Δημητρούλα που θα απέμενε τις υπόλοιπες ώρες να βράζει στο κουτσομπόλικο ζουμί της διερωτώμενη τι είχε συμβεί στο αφεντικό της.

Τα ένιωθε να θρυμματίζονται ανάμεσα στο πόδι του και το κάθισμα του αυτοκινήτου κάθε φορά που πατούσε γκάζι. «Πάει, έχω σίγουρα καρκίνο. Θα γίνω ευνούχος, ρε πούστη, από τα τριάντα μου...», μονολογούσε ανεβαίνοντας τη Συγγρού. Σαράντα λεπτά αργότερα κατέβαζε τα βρακιά του στο μπάνιο για να ανακαλύψει ότι οι άσπρες τρίχες ήταν πλέον δύο. Και σαν να μην έφτανε αυτό τα αρχίδια του τού φάνηκαν ζαρωμένα, κρεμασμένα θαρρείς από σκοινί σε κεντρική πλατεία. «Ιδέα μου θα είναι» είπε στον καθρέφτη του σε μία προσπάθεια να ανεβάσει το πεσμένο του ηθικό. Και σε ποιον να μιλήσει, τι να πει; Ότι έβγαλε δυο άσπρες τρίχες και δεν νιώθει καλά; Σίγουρα ο γιατρός του θα του συνιστούσε ψυχίατρο. Κάτι ανάμεσα σε υπερκόπωση, μελαγχολία και ναρκισσισμό θα διαπίστωνε ο άλλος. Σίγουρα. Γείωσε την Πόλυ, «δεν είμαι για έξοδο σήμερα, θα σε πάρω εγώ αύριο», μίλησε με την μαμά του λέγοντάς της πως πνίγεται στη δουλειά και μην τον ενοχλήσει μέχρι να την ξαναπάρει αυτός και αποφάσισε να συγκεντρωθεί.

Φαντασιώθηκε όλες τις γυναίκες που είχαν περάσει από το κρεβάτι του, όλες τις διάσημες που ονειρευόταν να ρίξει από την ηλικία των εφτά, όλες τις πορνοστάρ που είχε παρακολουθήσει να παραδίδουν μαθήματα στο dvd του, όλες τις τσόντες που θυμόταν να τον έχουν διεγείρει. Τζίφος. Ο Αλέξης απέμενε λεπτό το λεπτό όλο και πιο γυμνός, όλο και πιο ζαρωμένος, όλο και πιο ιδρωμένος πάνω στα βαμβακερά του σεντόνια. Ξέβαψε τις τούφες από το κεφάλι του, έβγαλε το μακιγιάζ. Ήταν ο ίδιος Αλέξης που είχε αντικρύσει εκείνο το πρωί στον καθρέφτη του. Αρυτίδιαστος, λίγο αποκαμωμένος από την προσπάθεια και, προπαντός, καλυμμένος με μαύρες τρίχες. Μέχρι τα μεσάνυχτα την έβγαλε γυμνός πάνω στην μπερζέρα. Μετρώντας τις άσπρες τρίχες που ξεφύτρωναν γύρω από το μόριό του σαν τα αυθαίρετα της παραλιακής. «Έχω παραισθήσεις. Σίγουρα. Και ο φωτισμός δεν είναι σωστός.» Γιατί δεν είναι δυνατόν, όπως κάθε λογικός άνθρωπος γνωρίζει, μία τρίχα να μεγαλώνει μέσα σε δευτερόλεπτα. Ούτε είναι δυνατόν να ασπρίζουν τα αρχίδια σου μόνο. Γνωστόν.

Μία τη νύχτα οι άσπρες τρίχες δεν μετρούνταν πλέον. Ο Αλέξης βρισκόταν στο έκτο ουίσκι και, από το φόβο του ότι τις βλέπει διπλάσιες από όσες ήταν στ’ αλήθεια, αποφάσισε να αναπαυθεί. Την επόμενη μέρα δεν πήρε στο τμήμα προσωπικού να δηλώσει ασθένεια. Ούτε η Πόλυ έλαβε τηλεφώνημα για να κανονίσουν να βρεθούν. Το τάπερ με τα γιουβαρλάκια που του είχε φυλάξει η μαμά του ξεχάστηκε για μέρες στο ψυγείο της. Τρεις μέρες μετά η αστυνομία έσπασε την πόρτα του διαμερίσματός του μετά από δήλωση εξαφάνισης που υπέβαλε η μητέρα του. Τον βρήκαν ξεσκέπαστο, ανάσκελα πάνω στο κρεβάτι του, με το χέρι του να κρατάει τα αρχίδια του. Τα δάχτυλά του είχαν πνιγεί στις άσπρες τρίχες.

Friday, 11 April 2008

Το χρονικό του κλεμμένου χρόνου

Η πρωινή ιεροτελεστία ξεκινούσε στις εξίμιση. Μπροστά στον καθρέφτη του ο αρυτίδιαστος Αλέξης μεταμορφωνόταν σε μεσήλικα επικινδύνως γκριζάροντα στους κροτάφους και ελαφρώς υποταγμένο στην πρεσβυωπία. Κόλπο παλιό, δοκιμασμένο στα καλύτερα μαγαζιά. Το ‘χε δει, δηλαδή, από τη Στυλιανοπούλου και την Κοντού μέχρι τον Dustin Hoffman και τον Robin Williams. Κανένας δεν καταλάβαινε την μυστική ταυτότητα κάτω από το make up. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν ντυνόταν και σαν τραβεστί. Τον χρόνο υιοθετούσε για λίγο και τον έκανε σκλαβάκι του, τον έτρεχε λίγο πιο γρήγορα και ύστερα τον διαμόρφωνε.

Έβαζε μηχανικά καφέ στην καφετιέρα, τα δημητριακά του και τον χυμό των πρωταθλητών πάνω στο σουπλά με τις τουλίπες και τους ήλιους και τρώγοντας σιγά σιγά το κεφάλι του σηκωνόταν από τον λήθαργο σαν ανυψωτικό μηχάνημα. Μισή ώρα αργότερα, λίγο από το make up και τα μολύβια της μακαρίτισσας της μάνας του, που τού ‘μειναν αμανάτι πέρυσι όταν εκείνη δρασκέλισε τον χρόνο προβοκατόρικα και χάθηκε στο άχρονο, λίγο μάσκαρα μαλλιών από την αενάως «εφηβίζουσα» Πόλυ του, τα γυαλιά των 10 ευρώ από το φαρμακείο της γειτονιάς για πρεσβυωπική μόστρα και ήταν έτοιμος. Η Δήμητρα θα του είχε έτοιμο τον ντικάφ του δύο λεπτά πριν πατήσει το πόδι του στην εταιρία, ο καινούριος πιτσιρικάς –άκου «πιτσιρικάς», κανονικά ο Αλέξης ήταν νεότερος σε ηλικία- θα τον χαιρετούσε μόλις τον έβλεπε να μπαίνει φουριόζος, δήθεν, από την πόρτα εκτοξεύοντας προς το μέρος του το πιο αστραφτερό χαμόγελο (τους σιχαινόταν τους γλείφτες μα ξέρουν να κάνουν καλά την δουλειά τους) και μετά θα χωνόταν στην Βαβέλ του γραφείου για το επόμενο δεκάωρο. Χαρτιά, μελέτες, υπογραφές, τηλέφωνα από Γενικούς, τηλέφωνα από ιδιαιτέρες των «ιδιαίτερων», παραστατικά, όλα αυτά κάθε μέρα έστηναν τον δικό τους χορό γύρω του. Κι εκείνος ένας γερασμένος νεαρός, ή νεανίζων γέρος εκ των καταστάσεων;, θα τα έβαζε όλα σε τάξη, θα υπέγραφε ό,τι άγχωνε την Δημητρούλα μέχρι τις δύο που σχόλαγε εκείνη, θα έδειχνε την απαραίτητη ευγένεια και υποταγή στους «ιδιαίτερους» και τους Γενικούς.

«Μην τα συζητάς, έλεγε στον εαυτό του κάθε που τον έπιανε κρίση, μια χαρά σου στρώθηκαν τα πράγματα.» Ευρισκόμενος έτσι μονίμως σε εσωτερικές διαπραγματεύσεις, καταστρώνοντας ατράνταχτες αλληλουχίες επιχειρημάτων υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς και καταλήγοντας να σκέφτεται εξουθενωμένος ότι τα τέσσερα χιλιάρικα που καθάριζε κάθε μήνα ήταν, προς το παρόν, αδιαπραγμάτευτα. Όχι, ας τα πάρουμε και λογικά τα πράγματα. Πεντέμιση χρόνια για το πτυχίο του από το Πολυτεχνείο. Και ένα το μεταπτυχιακό με αέρα εξωτερικού, εξίμιση. Κι άλλον έναν η εκπαίδευση στο Τόκιο, εφτάμιση. Και δύο στην γύρα για δουλειές, εννιάμιση. Το ξεχνάς έτσι εύκολα όταν στα γενέθλια για τα εικοσιοχτώ σου χρόνια δεν έχεις να πληρώσεις ούτε τα κεράκια της τούρτας; Όχι. Το ξεχνάς έτσι εύκολα όταν θες να πιεις έναν καφέ και ζητάς χαρτζιλίκι από τον πατέρα σου; Όχι. Το προσπερνάς ασχολίαστο όταν δεν μπορείς να γαμήσεις την γυναίκα των ονείρων σου γιατί οι γονείς σου κοιμούνται δίπλα; Όχι. Εκ των πραγμάτων, τραβάς μια μαλακία και μετά μουτζώνεσαι με τα γυαλιστερά σου δάχτυλα. Και αυτή η «μία κάποια λύσις» ήρθε από το ευτελές, γυναικείο make up. Ε, δεν συγκρίνεται τώρα το make up και τα εργατικά faux γηρατειά με τα τέσσερα χιλιάρικα τον μήνα. Δεν του ζητήθηκε δα να πηδήξει τον Γενικό. Είδες μωρέ αδερφάκι μου τι σου είναι τρεις ρυτίδες και δυο γκρίζοι κρόταφοι;

Παπάρια που κοίταξαν την προϋπηρεσία του. Σαραντατρία γραφεία και πέντε πολυεθνικές είχε γυρίσει πριν. Έδινε το δισέλιδό του, στο πεδίο των σπουδών τα πτυχία του και τα «άριστα» τριβέλιζαν το μάτι με bold αιχμές στην πρώτη σελίδα, ίσιωνε την γραβάτα του και ξεκινούσε την χειραψία. Αυτήν την ρημάδα την ερώτηση, όμως, μα τον Τουτατίς, άμα την ξανάκουγε θα έκανε φόνο. «Προϋπηρεσία έχετε;» Τις πρώτες πέντε φορές απάντησε αμήχανα «όχι» και πως ελπίζει να ξεκινήσει από ένα τόσο σημαντικό γραφείο για να αναπτύξει τα όσα έμαθε στις σπουδές του και την Ιαπωνία. Τον πούλο. Τις επόμενες δέκα απαντούσε το ίδιο αλλά στο κεφάλι του άκουγε τον «άλλον» να απαντάει «Ναι, έχω καριόλη, σε συνεντεύξεις για τις ψωνάρες του συναφιού σου. Σου κάνει;». Και ξανά τον πούλο. Στις τελευταίες, όμως, είχε σταματήσει να ακούει απαντήσεις που διασκέδαζαν την πίκρα μέσα στο κεφάλι του. Τον έβλεπε να πατάει το δεξί του Ferragamo στο γραφείο και με το αριστερό του να σκορπίζει μύτες, γυαλιά και αίματα στον τοίχο. Μέχρι που στην έκτη πολυεθνική έσκασε μύτη ένας διαφορετικός Αλέξης. Ο Αλέξης από το μέλλον. Γοητευτικός, καλοστεκούμενος για την ηλικία του και τους γκρίζους κροτάφους, που ξεφύτρωσαν βιαστικά εκείνο το πρωί μέσα στα σπασμένα πλακάκια του μπάνιου στο πατρικό του, και με προϋπηρεσία στο εξωτερικό. Τον προσέλαβαν την ίδια στιγμή. Ούτε που ζήτησαν συστάσεις, ούτε που διανοήθηκαν να πάρουν τηλέφωνο σε κάποια από τις εταιρίες που κατονόμαζε. Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί αν το έκαναν θα έπρεπε να συνεννοηθούν με τον Γιαπωνέζο φούρναρη και την πόρνη από την Σαγκάη. Για αυτό σου λέω. Πόσο να αντέξεις τον εξευτελισμό και την απραξία; Πόση προϋπηρεσία σε συνεντεύξεις χρειάζεται μέχρι να μπορούν να σε προσλάβουν για βοηθό; Ο Αλέξης έκρινε ότι δύο χρόνια ήταν αρκετά. Και βρισκόταν, όντως, σε σημείο καμπή ο Αλέξης. Η Πόλυ σύντομα θα του κουνούσε το μαντήλι αν δεν έβρισκε μία κάποια λύση στο «θέμα» τους, οι άλλες από καιρό τον είχαν πάρει χαμπάρι τι μπατίρης ήτανε και τον έπαιρναν μόνο αν είχαν τρελές καύλες και κανέναν άλλον διαθέσιμο και ο πατέρας του είχε αρχίσει να του τα κάνει τσουρέκια με τα άχρηστα πτυχία και τους κόπους και την δυνατότητα να αναλάβει το μαραγκάδικο τώρα που ο ίδιος είχε γεράσει.

Τέλος πάντων, δεν συνεχίζω άλλο την αδιακρισία σχετικά με το παρελθόν του Αλέξη, μετά από όλα αυτά νάτος στην γραφειάρα του, με δέκα υφισταμένους και μία ιδιαιτέρα παρακαλώ, όλοι τους μεγαλύτεροί του, και με εταιρικό αυτοκίνητο και smartphone. Να και τα χαμόγελα από την Πόλυ, να και το διαμέρισμα στον Λυκαβηττό, να και τα Σαββατοκύριακα στην Κύπρο, παραδίπλα και τα χαμόγελα πορσελάνινων υπάρξεων στους διαδρόμους, και τα υπονοούμενα της Δημητρούλας· ανεκτίμητα όλα αυτά όταν δύο χρόνια πριν δεν είχες να πληρώσεις μία τούρτα και ένα κέρασμα...

Εκείνο το πρωί ο καφές του τού φάνηκε πιο πικρός από ό,τι συνήθως, «πούστη Σοφιανέ, καφετζής είσαι ή νεκροθάφτης;» σκέφτηκε μορφάζοντας, και ένιωθε ένα περίεργο βάρος. Ένα απερίγραπτο, αδύνατο να εντοπιστεί χωροταξικά στο σώμα βάρος. Δεν ήταν ούτε στην καρδιά, ούτε στο στομάχι, ούτε στο κεφάλι. Τέτοια βάρη φεύγουν συνήθως. Με ένα ντεπόν, με έναν αναστεναγμό, με ένα καλό γαμήσι; Πάντως φεύγουν. Αυτό δεν έλεγε να φύγει. Και το ένιωθε χαμηλά, εκεί που ήταν στημένο το δικό του περήφανο βασίλειο, ανέγγιχτο από τις ψεύτικες ρυτίδες και τις γκρίζες τρίχες. Εκεί που τα νιάτα του ακόμη χτυπούσαν σε ρυθμούς ταμπούρλου σε εθνική γιορτή και σχεδόν κάθε βράδυ λάμβανε χώρα μία, διόλου σεμνή, ιεροτελεστία. Μία η Πόλυ, μία η Ελμίνα, μία η γνωστή του Γενικού, την άλλη η ανηψιά του «ιδιαίτερου»... Πάντως το πρόγραμμα ήταν φορτωμένο τα τελευταία δύο χρόνια. Και καθόλου δεν παραπονιόταν δηλαδή, να εξηγούμαστε.

Σήμερα, όμως, ένιωθε ένα βάρος. Σαν να είχαν γίνει τα αρχίδια του βαρίδια και να τον τραβούσαν στο κέντρο της γης με λύσσα. Κοιτούσε έξω από τις ραφές. Τίποτα περίεργο. Πήγε στις τουαλέτες πέντε φορές εκείνο το πρωί. Όλα φυσιολογικά. Ψαχούλευε κάθε τόσο τα αχαμνά του κάτω από το δια χειρός γραφείο του. Τίποτα λάθος. Μέχρι που αποφάσισε να κάνει το ούλτιμετ τεστ –αλλιώς ησυχία δεν θα έβρισκε. «Δημητρούλα, μην με ενοχλήσει κανείς.» (συνεχίζεται)

Monday, 7 April 2008

Η μαμά δεν αντέχει να ακούει αλήθειες



Δεν έχω σπίτι πίσω για να 'ρθω
Ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
Δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
Να περπατήσω μια Πρωτομαγιά

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
Μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα

Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
Εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
Και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
Που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
Μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα
Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
Είχες ντυθεί τα αρχαία σου τα λούσα
Και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
Μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα

Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
Εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
Και στις αρένες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
Το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς

"Μάνα μου Ελλάς"
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Ερμηνεία: Νίκος Δημητράτος
Από την μαγεία του Κώστα Φέρρη, "Ρεμπέτικο".

Wednesday, 2 April 2008

Πασχαλιές πένθιμες, κλισέ να σφραγίσουν τα στόματα

Ξυπνάς πρωί. Και ετοιμάζεσαι, και τρέχεις, χρόνος για πρωινό δεν υπάρχει –άστο για αργότερα, κάπου μέσα στη μέρα θα βρεις κάτι να ταΐσεις το παραμελημένο σου στομάχι. Τρέχα, τρέχα, πρέπει να προλάβεις, να βγάλεις δουλειά, να θυμηθείς να πεις μια καλημέρα σε αυτούς που αγαπάς, να μην ξεχάσεις ότι οι ώρες περνούν βίαια από πάνω σου σαν την αγχόνη όταν είσαι μακριά από αυτά που ονειρεύεσαι, να μπάσεις παράνομα στη μέρα σου λίγες ώρες πριν κοιμηθείς για αυτά που σε κάνουν άνθρωπο... Προπάντων μην ξεχάσεις να ονειρεύεσαι το Σαββατοκύριακο, σαν καλός εργαζόμενος, μετάφερε όλη σου τη ζωή στα Σαββατοκύριακα, να προλάβεις να ψωνίσεις, το ψυγείο είναι άδειο, να βγάλεις δουλειά για το Πανεπιστήμιο, να δεις ένα φίλο, Κυριακή μεσημέρι τραπέζι στο πατρικό σου, έχεις έξτρα δουλειά που δεν προλαβαίνεις καθημερινά –να το ρυθμίσεις κι αυτό. Κατάφερες ή όχι ακόμη να κάνεις τα Σαββατοκύριακά σου χειρότερα;

Μην παραπονιέσαι καθόλου, η ζωή είναι γλυκιά για εσένα, φαντάσου να ήσουν δημόσιος υπάλληλος. Να δούλευες μέχρι τις δύο το μεσημέρι, να έψαχνες τελευταία στιγμή διαθέσιμο συνάδελφο να σου χτυπήσει κάρτα, να είχες δύο και τρεις ονομαστικές εορτές τον χρόνο, να περνούσες δύο χρόνια τυπικής παρουσίας για να γίνεις μόνιμος, να έρχεται ο κάθε μαλάκας να ψάχνει χαρτιά και βεβαιώσεις, ο κάθε πικραμένος να ζητάει ένσημα και ιατρικές εξετάσεις, ο κάθε άχρηστος να σε ζαλίζει με ερωτήσεις την ώρα που παλεύεις με άλυτα μυστήρια –του γάμου, του νυφικού, του τραγουδιού της δεξίωσης, της μπριζόλας ή του σολωμού, να πρέπει να μείνεις έγκυος για να πάρεις ένα χρόνο άδεια, οι εθνικές εορτές να γιορτάζονται μόνο τετραήμερα, να είχες δίπλωμα από ΙΕΚ και να έτρεχες δύο μέρες το μήνα για να κάνεις το μεταπτυχιακό σου για ένα χρόνο, το εξοχικό σου να είναι μισή ώρα από Αθήνα και να μην μπορείς να πηγαίνεις κάθε μέρα γιατί κάποιος μαλάκας είπε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει κάθε μέρα να είναι στο πόστο τους.

Στρίψε το τσιγάρο σου, ξέχνα το στομάχι σου που πονάει και σκέψου... Σκέψου πως είσαι πλέον και με τη βούλα 25 ετών, πως πέντε μήνες δουλεύεις από το πρωί μέχρι το βράδυ απλήρωτη, πως πίσω από όλο αυτό μία υπόσχεση σε κινεί σαν μαριονέτα, πως έμεινες στο Πανεπιστήμιο γιατί σου αρέσει και το μεταπτυχιακό σου σταματά γιατί το κράτος δεν το χρηματοδοτεί, τέλειωσέ το κακήν κακώς αρκεί να αδειάσεις τη γωνιά του Πανεπιστημίου που δεν ξέρει τι να σε κάνει τώρα που ξέμεινε, πήγαινε στις συνελεύσεις να ακούσεις τον εκπρόσωπο μικροκομματικών και μικροπολιτικών τακτικών να σου αναλύει με ύφος τις υποχρεώσεις σου ως καλού φοιτητή, σκύψε κεφάλι και φύγε, οι άνθρωποι δεν θα καταλάβουν ποτέ, ψάξε το πορτοφόλι σου, σου φτάνουν για μία μπλούζα 7,90;, κόψε τους καφέδες –βλάπτουν το στομάχι και την τσέπη σου, σταμάτα να σκέφτεσαι με όρους δίκαιου και άδικου, το παιχνίδι παίζεται σε άλλο γήπεδο, εύκολο-δύσκολο, αλλά γιατί να σου χαριστεί το οτιδήποτε κωλόπαιδο;, να παλέψεις –αφού δεν γεννήθηκες με συγγενείς στις κατάλληλες θέσεις ή με τα κατάλληλα πορτοφόλια, να παλέψεις.

Σου έμαθαν πως η ζωή είναι αγώνας, για εσένα, για τους γύρω σου, πως σημασία δεν έχουν τα πλούτη αλλά οι κορυφές που κατακτάς μόνος σου. Για να συνειδητοποιήσεις λίγο αργότερα ότι μεγάλωσες σε μία κοινωνία κλισέ, τα όνειρα τα βαφτίζει «κλισέ» για να καθαγιάζει τις πουλημένες τακτικές της, τη διαμαρτυρία την βαφτίζει «κλισέ γκρίνια» για να μην φτάνει στα αυτιά κανενός. Μία κοινωνία που στηρίζει τις τελευταίες της ελπίδες στον όρο επινόησή της, το «φιλότιμο», μία πιπίλα για να συσπειρώνει τα πλήθη που σκορπούν σε κάθε κατεύθυνση, την ώρα που έχει μείνει παγκοσμίως γνωστή μόνο για τη λέξη «μαλάκας», το αντίβαρο δηλαδή του φιλότιμου, μία λέξη που δικαιώνει όλες τις αντι-φιλότιμες πρακτικές. Ξέχνα ό,τι ήξερες, δεν επιβιώνουν οι δυνατοί, δεν σώζονται οι αξιοπρεπείς, μία βάρκα τρύπια καταλήγεις μέσα στο βούρκο και από παντού μπάζεις βρωμόνερα, ή θα σε βουλιάξουν ή θα σε βρωμίσουν, καβάλα τη σανίδα σου και τράβα κουπί σαν ναυαγός, ψάξε για μία στεριά να σωθείς.

Μη φωνάζεις για το ασφαλιστικό, μην φωνάζεις για τα Πανεπιστήμια, θα δουλέψεις Μ Α Λ Α Κ Α μέχρι να πεθάνεις, θα πληρώσεις για να μάθεις, κι αν δεν έχεις θα γλείψεις ότι βρεις μπροστά σου για να πάρεις μια καρέκλα με ροδάκια, κεραμίδια δικά σου δεν θα βάλεις ποτέ σε σειρά, θα πληρώνεις πάντα κάποιον άλλον, κι άμα δεν σου περισσεύουν ας πρόσεχες Μ Α Λ Α Κ Α, να γεννιόσουν αλλιώς, να ονειρευόσουν αλλιώς, να έγλειφες αντί να φωνάζεις, να έπαιρνες αντί να αρνείσαι, να έκλεινες μάτια αντί να ψάχνεις. Να μάθεις να μην τα βάζεις ποτέ με ένα κράτος πρόνοιας, ένα κράτος δικαίου, ένα κράτος έθνος σε κρίση, που το πέτυχες σε δύσκολες συνθήκες και τα βάζεις μαζί του, δειλέ και αχρείε πολιτίσκε του κώλου και των δικαιωμάτων. Από εδώ και πέρα θα μιλάς με τους εκπροσώπους του, ιδιώτες σε μεγάλα γραφεία, ιδιωτικές επιχειρήσεις στο χρηματιστήριο, να λες ευχαριστώ που πίνεις ακόμη νερό, να χαίρεσαι που μπορείς ακόμη να απεργήσεις –σε λίγο καιρό οι συνδικαλιστές θα είναι εκθέματα στα μουσεία και οι πορείες ντοκιμαντέρ απαγορευμένα που θα προβάλλονται σε γιάφκες. Είσαι πίσω Μ Α Λ Α Κ Α, δες λίγο ειδήσεις, κατάλαβε ποια είναι τα σημαντικά σε αυτή τη ζωή επιτέλους, αγόρασε λίγο ασχήμια, λίγο τρόμο, λίγο ψέμα, λίγο προπαγάνδα για να μάθεις να χαίρεσαι που ακόμη δεν σε έχουν σκοτώσει ληστές, να εκτιμάς που έχεις ελεύθερη πρόσβαση στους φούρνους. Μόνο μην σηκώνεις κεφάλι, Μ Α Λ Α Κ Α, για να δεις ουρανό, μην ανοίγεις το στόμα σου να ρωτήσεις, μην ανοίγεις βιβλίο και προβληματιστείς, μην υψώνεις γροθιά. Γιατί είσαι κλισέ. Και μην γράφεις, μην γράφεις για όλα αυτά γιατί είσαι βαρετή, μίζερη, κλισέ και όλα τα αντισεξουαλικά μαζί. Και σταμάτα να βγαίνεις από το σπίτι σου κάθε πρωί και να μυρίζεις την πασχαλιά, Μ Α Λ Α Κ Α, η ζωή δεν γίνεται ευκολότερη με μωβ λουλούδια που βγαίνουν κάθε χρόνο –είναι κλισέ κι αυτά.

Thursday, 20 March 2008

Οι απάτριδες Ντάλτον θα πάρουν την εκδίκησή τους στην No man's land

Στο μυαλό μου, τα απογεύματα των αδερφών Κοέν είναι ποτισμένα στο αλκοόλ και τον καπνό ενός saloon. Εκεί αράζουν και μπεκροπίνουν παρέα με τους Ντάλτον, κοροϊδεύοντας τον Λούκυ που έκοψε το τσιγάρο για να τον γουστάρουν οι τηλεορασόπληκτοι και επιδερμικά υπεύθυνοι Αμερικανοί. Είμαι σίγουρη πως βαθιά μέσα τους δεν μισούν τον Λούκυ -απλά βλέπουν πίσω από το κλαράκι που στριφογυρίζει στα δόντια του την απύθμενη υποκρισία ενός comme il faut σημερινού αυτόκλητου συνοριοφύλακα στα όρια του Μεξικό να παρεϊζει με την εκ μετάθεσης βλακεία του -κατά τα άλλα- συμπαθούς Ραν Ταν Πλαν. Σε κάποια τέτοια συνάντηση, λοιπόν, θα έπεσε στο τραπέζι το όνομα του Άντον. Το αρνητικό του Λούκυ είμαι σίγουρη πως θα στοίχειωσε τα όνειρα των Κοέν για χρόνια πριν αποφασίσουν να του δώσουν το βήμα που του έπρεπε.

Πολλοί βιάστηκαν να μιλήσουν για το πρόσωπο του «απόλυτου κακού», μαζί και ο πεπειραμένος και συνάμα απογοητευμένος σερίφης σιάζοντας ταυτόχρονα το αστεράκι του στο πουκάμισο. Υπάρχει, όμως, μία βαθύτερη έννοια δικαίου και αδικίας που οι Κοέν αναγνωρίζουν πάντα στους ήρωές τους. Κι ανάμεσα σε αυτήν την καλά κρυμμένη αίσθηση τιμής και το λαϊκό προσκύνημα στον βωμό της ανθρώπινης ζωής οι Κοέν βρίσκουν τη μαγιά να απλώσουν το χιούμορ τους σαν σεντόνι χλωριωμένο. Οι περισσότεροι γαλουχηθήκαμε μέσα στη μάχη, μάθαμε να βλέπουμε παντού δύο στρατόπεδα· το Καλό και το Κακό, η Δεξιά και η Αριστερά, ο Άνδρας και η Γυναίκα, το Μαύρο και το Άσπρο. Τα παραμύθια τόνωσαν αυτήν την επιμελώς καλλιεργούμενη πόλωση -στα μάτια μας ο τζίτζικας θα είναι πάντα ένας αγύρτης παράφωνος απόκληρος και το μυρμήγκι ο συνδυασμός της πιο καλολαδωμένης μηχανής με την Μητέρα Τερέζα. Κάθε προσπάθεια αναγνώρισης μεσοδιαστήματος σε αυτόν τον πολωτικό μηχανισμό καταλήγει ή σε κλισέ ή σε ναρκοπέδιο. Η φράση «υπάρχει και το γκρι», για παράδειγμα, μόνο εμετικούς συνειρμούς φέρνει στο μυαλό. Παίζουμε, λοιπόν, safe και διαλέγουμε πλευρές. Το Hollywood σίγουρα έχει επιλέξει την δική του -οι μανιέρες είναι, άλλωστε, απαραίτητες αν θες να καλλιεργήσεις κοινά σε βάθος χρόνου.

Ο Άντον, όμως, μας επισκέφθηκε ένα ανοιξιάτικο βράδυ για να αλλάξει αυτήν την κακοφορμισμένη ισορροπία. Αν τον συναντούσες ένα απόγευμα σε καφέ θα πίστευες ότι ο μπαμπάς του τον ξέχασε σε κάποια ντουλάπα πίσω στα '70s και βγήκε τώρα τελευταία μην γνωρίζοντας ότι της μόδας είναι μεν οι φράντζες αλλά όχι σαν τη δικιά του. Αστείο; Όχι πολύ -όχι μπροστά σε όλη αυτή τη σαρδόνια φάρσα που έχουν στήσει οι Κοέν στην ταινία. Η φράντζα του Άντον είναι το αστείο που προοριζόταν για το εκπαιδευμένο καλά από το Hollywood κοινό τους. Η υπόλοιπη ταινία είναι μία σοπενχαουρική ελεγεία στην «τραγικωμική» ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ένας σερίφης πασχίζει να διασώσει από τα νύχια του αδίστακτου κακοποιού έναν μικροαπατεώνα και την γυναίκα του. Έναν μικροαπατεώνα που όμως με χαρακτηριστική ευκολία οικειοποιήθηκε τα εκατομμύρια που βρήκε σε ένα σκηνικό μακελειού στην έρημο. Μία γυναίκα, καθόλα μέσα στα πρότυπα της γυναίκας η οποία υφίσταται τις συνέπειες από τις «ανδροδουλειές» του βλάχου συζύγου της, η οποία όμως φαίνεται να αποζητά περισσότερο την αποδοχή της κακότροπης μητέρας της από αυτήν του άνδρα της. Εις μάτην. Όλος ο κόπος του σερίφη δεν θα είναι αρκετός για να αποτρέψει τα χειρότερα. Βουτηγμένος μέσα στην ρουτίνα, την σιγουριά ότι ξέρει να διαχωρίζει το κακό από το καλό και την αναδυόμενη αίσθηση ανημπόριας και απογοήτευσης μπροστά στην παντοδυναμία του vicious Υπερανθρώπου των ημερών, ο σερίφης μετράει πτώματα μέσα στην τρύπα του ντόνατ. Ο ακόμη γηραιότερος πατέρας του έχει ήδη συμφιλιωθεί με την αιωνόβια, βαμπιρική νομίζεις, ύπαρξη του Κακού· τόσο που ο ίδιος αποτελεί παρακλάδι μίας φάρας που είναι ταγμένη στην προάσπιση του Καλού. Αποτυγχάνοντας παρόλα αυτά και προτιμώντας να αποσυρθεί στην σπηλιά του Αλή Μπαμπά αδιαφορώντας για τον έξω κόσμο. Πεπεισμένος πως «αυτός ο κόσμος δεν θ' αλλάξει ποτέ». Και προτιμώντας αυτήν ακριβώς την βεβαιότητα από την εξερεύνηση του άλλου στρατοπέδου.

Στο κατόπι του Άντον, που βρίσκεται στο κατόπι του μικροαπατεώνα Llewelyn Moss, ξεχύνεται και ο Carson Wells, ένας μεγαλοαπατεώνας του Καλού. Και βγαίνει από το σκηνικό από τα πρώτα κιόλας βήματά του στα σκαλιά. Η εικόνα του να προπορεύεται στη σκάλα, η εικονοποίηση της ύβρεως αυτού που τοποθετεί τον εαυτό του πάντα ένα βήμα μπροστά από τους άλλους, προάγγελος μόνο κακών είναι. Λίγο αργότερα ο Carson μετριέται σε λίτρα αίματος στην μοκέτα ενός ξενοδοχείου -ενός τόπου που αποτελεί πατρίδα μόνο για κάποιους ξεχασμένους beats. Μέσα από όλο αυτό το κυνηγητό ένα ερώτημα προβάλλει ολοένα και πιο έντονα -ποιος είναι ο Άντον; Αυτός ο κινούμενος όλμος, που ανοίγει κλειδαριές με τον πιο παράξενο τρόπο ever, που τηρεί την αντρίκια υπόσχεσή του στο θήραμά του -σχιζοφρενικά μεταφρασμένη στο μυαλό του, που σέρνει τον θάνατο αργά σε γωνίες και διαδρόμους...

Περίτεχνα καμία πληροφορία γύρω από τη ζωή του Άντον δεν θα μας πουν οι Κοέν. Αφήνοντας πονηρά, και σταδιακά, τους δικούς τους άσσους στην πράσινη τσόχα. Με τελευταίο, και μεγαλειώδη για τη δική μου αισθητική, την συνάντηση του λαβωμένου -από κακορίζικη συγκυρία- ´Αντον με δύο παιδιά στο τέλος της ταινίας. Η προσωποποίηση του «απόλυτου Κακού» (ξερνάω όμως) θα πληρώσει ακριβά ένα πουκάμισο με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Και τα δύο πιτσιρίκια θα διαπληκτιστούν για την μοιρασιά -εκεί, πάνω στα ποδήλατά τους, λίγες στιγμές μετά την παρουσία τους ενώπιον ενός δυστυχήματος. Η θύμηση της τρομακτικής εικόνας ενός τροχαίου θα σβηστεί με λίγα δολλάρια, η φιλία τους εύκολα θα γίνει παζάρι στην αγορά ενός πουκαμίσου, η υπόνοια ότι αυτός που στέκεται ενώπιόν τους κάτι ύποπτο κουβαλά στο λαβωμένο του χέρι καθόλου δεν τους ταλανίζει. Δίνοντας υπόσχεση ότι το «Κακό» δεν θα πάψει ποτέ -και δικαιώνοντας, φαινομενικά, έτσι τον μπαμπά σερίφη.

Γιατί στο βάθος οι Κοέν μειδιούν στον καθρέφτη τους. Χτυπώντας συγκαταβατικά την πλάτη μας και ψιθυρίζοντας πως η απολυτότητα είναι μόνο για τον Λούκυ -το ναρκοπέδιο είναι για αυτούς που όντως θέλουν να μάθουν να ψάχνουν. Μόνο το απόλυτο Κακό, λοιπόν, δεν αντιπροσωπεύει ο Άντον. Το μυστήριό του θα πλανάται αιώνια πια, αποτυπωμένο στην ταινία, και θα ουρλιάζει σε σκοτεινούς διαδρόμους ξενοδοχείων πως για αυτόν δεν υπάρχει Καλό και Κακό. Υπάρχει ένας κώδικας τιμής. Που, πρόσεξε, αν σε βρει ενάντιο θα σε βρει να υπερασπίζεσαι έναν μικροαπατεώνα, έναν βλάκα, έναν παραιτημένο και την υπόνοια της μελλοντικής προδοσίας. Πιάσε μετά από αυτά τον άσσο που πέταξαν οι Κοέν και αναλογίσου αν είναι καλύτερη μία παρτίδα με τους Ντάλτον ή να χαζεύεις τον Ραν Ταν Πλαν να κυνηγά την ουρά του ξεφτιλίζοντας κάθε έννοια χρήσιμου στο αφεντικό σκύλου.

Update: Οι φίλοι μπορούν να επικοινωνούν με μυστήριους τρόπους καμιά φορά. Έτσι, με τον αγαπημένο μου Ηλία ανεβάσαμε την ίδια μέρα τα κείμενά μας για την ταινία -τυχαία. Σας συνιστώ να πάτε από εκεί. Γιατί, σε αυτό το ιδιότυπο ηλεκτρονικό αλισβερίσι, η ματιά του Ηλία προσθέτει χρυσό στο σεντούκι μας. Respect man.

Thursday, 6 March 2008

Κι ας μην ξέρουν να διαβάζουν νότες, τα πουλιά τραγουδούν ακόμη εδώ Μελίνα


Να σου πω την αλήθεια μου δεν ξέρω πώς να σου τα γράψω όλα αυτά... Έγινε πάλι το μπαμ μέσα μου -αυτό το μπαμ, που δεν χωράει σε όρους λεξικών όπως η “έκρηξη”- κι εγώ μαζεύω τα συντρίμμια που κυλάνε σε φλέβες και συναρμολογούν αυτό το σκόρπιο σώμα σε μνήμες και ερείπια που προβάλλονται στο μέλλον. Τι να σου πω τώρα κι εγώ, σκόρπια μέχρι και η πρώτη μου πρόταση, αναντάμ παπαντάμ που θα έλεγε και η Βαρβάρα. Ήθελα να σου πω για όλα αυτά που περνούν από μπροστά μου και χάνονται, κερδισμένα από την ανημπόρια μου απέναντι στον χρόνο. Να σου πω για όλα αυτά που με τρομάζουν. Όχι τα “δικά” μου, ξέρεις, αυτά που ο καθένας θέλει να νιώθει μόνο δικά του, ιδιοκτησιακά προβλήματα δηλαδή, αλλά για τα άλλα... Αυτά τα άλλα που ποτέ δεν ήταν και τόσο ξένα και ώρες ώρες γίνονται τόσο δικά μου που ψάχνω μια κιμωλία να τραβήξω μία γραμμή και να ανακηρύξω το δικό μου, απρόσβλητο σύνορο.

Είναι αυτές οι χώρες που με τρομάζουν. Αυτές που δεν κατακτήθηκαν από κανέναν αλλά μας μεγάλωσαν, μας έθρεψαν και μας παραχώρησαν ευγενικά το δικαίωμα της εκπόρνευσης και εκμετάλλευσής τους. Αυτές που έγιναν το ταψί της πίτας μας, που μας μάντρωσαν σε μία γραμμή του χάρτη και μας χώριζαν πάντα σε ήρωες και δειλούς, εραστές τους και αντίζηλους. Αυτές που έκαναν αιμοκάθαρση με αίμα δικό μας και σάπισαν στις ρυτίδες μας. Είναι αυτές οι πατρίδες που με τρομάζουν. Αυτές που γεννήθηκαν μαζί μας σαν το γονίδιο που δεν μπορείς να τιμωρήσεις στην γωνία γιατί θα χάσεις το σώμα σου, αυτές που πιο συχνά τις βλέπεις να γυαλίζουν στην άκρη του δάχτυλου που σου κουνιέται επιδεικτικά αντί να σε ρωτάνε αν σου αρέσει το καινούριο τους φόρεμα. Αυτές που απαιτούν κορώνες για να σε συνοδεύουν πάντα σε ένα χαρτί, μία γλώσσα, στους δεσμούς που θα σου χαρίσουν απλόχερα με τόσους άγνωστους σαν να είναι πακέτο συνδρομής σε εταιρία που σου χαρίζει και το rooter. Κορώνες χρυσοποίκιλτες ή κορώνες εκκωφαντικές -ανάλογα την εποχή.

Για μία από αυτές τις πατρίδες, ναι, για αυτήν την πόρνη της αδερφής της, της λέξης “σπίτι”, ο Μίκης -τον ήξερες- βγάζει κορώνες. Για τους άλλους δεν θα σου πω, θα αηδιάσεις. Και ο Μίκης, ναι, αυτός που ήξερες, με κάνει να μειδιώ. Όταν σκέφτομαι πως είναι ένα χαλάκι μπάνιου, με όλα τα χρώματα, υπεραπορροφητικό, με όλα αυτά τα ξέφτια να το κάνουν να φαίνεται απαραίτητο και διαρκώς σε χρήση. Ένα χαλάκι μπάνιου -από αυτά που όλοι σκουπίζουν τα πόδια τους αφού καθαριστούν, ένα χαλάκι που από λάθος αντίδραση στον εγκέφαλο συνδέεται με την καθαριότητα και, όμως, το ίδιο ζέχνει στην βρώμα του. Ξέρεις, νομίζω ότι είμαι ακραία σε κάποια πράγματα. Με χτυπούσε συνέχεια σαν σκέψη προχθές που μοιραζόμουν με έναν φίλο. Ίσως όχι ακραία. Απόλυτη. Του όλα ή τίποτα τύπος που λένε. Σε όσα έχουν σημασία τουλάχιστον. Δεν θέλω την μέση, δεν θέλω τεταρτημόρια. Στα ευθύγραμμα τμήματα που καταλαβαίνω θέλω ένα από τα δύο σημεία δικό μου. Αλλιώς δεν θέλω το τμήμα αυτό. Είναι για αυτό που ό,τι είναι στο ενδιάμεσο με ενοχλεί. Αλλά πιο πολύ με ενοχλεί ό,τι θέλει όλο το ευθύγραμμο τμήμα για την πάρτη του -και ανάλογα από πιο σημείο το βλέπεις να νομίζεις ότι έχει μόνο αυτό.

Σιγά μην καταλαβαίνεις τι σου λέω τώρα, δεν ξέρω, είναι αργά, τα εικοσιτετράωρα κυλούν αβασάνιστα με μικρά breaks για ύπνο -αυτόν τον εκχυδαϊσμένο ύπνο της βιαστικής μας ζωής. Σου έλεγα για τον Μίκη, ναι. Αυτό το χαλάκι μπάνιου που πιο πολύ με κάνει να ντρέπομαι για εμάς, αυτούς (δεν ξέρω ποιοι είναι ακριβώς). Που περιμένουν τον Μίκη να τους συσπειρώσει, να τους εμπνεύσει, να τους δείξει τον δρόμο να βγουν από τη σπηλιά -ο νεοΠλατωνιστής! Για εμάς ντρέπομαι που προσκυνάμε ό,τι και αυτούς που προσκυνάμε, που μία ταμπέλα είναι αρκετή για να πιστέψουμε ότι το μαγαζί όντως πουλάει διαμάντια κι όχι χάντρες. Δεν θα σου πω άλλα για τον Μίκη, δεν είναι ο Μίκης το θέμα... Ούτε το διακύβευμα είναι τα σύνορα της πατρίδας που ταξίδεψε λαθραία στα γονίδιά μας. Ούτε τα Σκόπια, ή ΠΓΔΜ ή όπως αλλιώς αποκαλούν την δική τους πόρνη κάποιοι άλλοι. Το θέμα είναι πως κανείς δεν μιλά για το θέμα. Πως η πόρνη που θεωρούν ότι τους ανήκει, δικαιωματικά και εκ γενετής, αρνείται να τους γαμήσει όπως θέλουν, αρνείται να τους γλείψει και να τους κάνει τα χατήρια. Κι έτσι βγαίνουν τα σύνδρομα του νταβατζή. Η πόρνη είναι δική του να την χτυπά, να την πηδά, να την εκμεταλλεύεται -αν του την πειράξει, όμως, κάποιος, ο “άλλος”, θα τον στείλει στο χαντάκι με την πρώτη ευκαιρία. Δεν θα σκεφτεί ότι πρώτος αυτός παραμέλησε την πόρνη του, την έκανε να τον βαρεθεί, την κακοποίησε -ούτε καν ότι αυτή, ως πόρνη φτηνή και πουλημένη, τον παραμέλησε, δεν κατάφερε να του προσφέρει ούτε μια τόση δα σταγόνα ηδονής. Και το δράμα κορυφώθηκε όταν αυτός κατάλαβε ότι δεν ήταν ικανή ούτε τις παντόφλες να του φέρει.

Άστα να πάνε σου λέω, νιώθω υβρίδιο, νιώθω ότι κάτι λείπει. Δεν είναι πατρίδα μου αυτή, οι πόρνες είναι για αυτούς που όλα τα ευτελίζουν ή για να έρχονται στα ίσα τους παραστρατημένοι κρατικοί προϋπολογισμοί. Δικές μου πατρίδες είναι άλλα. Εσύ θα με καταλάβεις, το ξέρω. Είναι η γλώσσα που μου μιλάει πρώτη όταν ονειρεύομαι, είναι η τέχνη που δεν έχει όνομα νταβατζή αλλά αμέτρητους παραλήπτες, είναι οι άνθρωποι που κάνουν τα μαγικά τους και επικοινωνούν με χίλιους τρόπους, είναι εκείνα τα ρίγη μπροστά στην τόση ομορφιά και τον τόσο θάνατο. Και μετά έπεσα πάνω στον Μάνο. Όχι τον δικό σου -ή μήπως εσύ ήσουν πιο δική του; Στον άλλο, τον Λοϊζο. Που κάποιος τον ρώτησε πώς και αποφάσισε αίφνης να στραφεί στο ερωτικό τραγούδι. Κι εκείνος του απάντησε πως δεν ήταν ξαφνικό -σαν τον ντουβρουτζά, δηλαδή- αλλά όντως αποφάσισε συνειδητά να στραφεί σε αυτό εντονότερα. Γιατί, είπε, ο κόσμος αρκετά ανέχτηκε το πολιτικό τραγούδι. Του προσφέρθηκε σε μεγάλες ποσότητες, φτάνει πια.

Ας μιλήσουμε για αγάπη, είπε ο Μάνος. Και, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, σου γράφω αυτά και ακούω το “Εφτά τραγούδια θα σου πω”. Όχι, μην βιαστείς να με κρίνεις, δεν θα πιστέψεις πόσο διαφορετικά είναι αυτά που ακούω. Αλλά, να, ακούω αυτό και μετά φτάνουν στα αυτιά μου άλλες κορώνες... Κορώνες που πασπαλίζονται με γαρύφαλλα από αυλικούς σε χώρους που τα μικρόφωνα μοιάζουν πάντα με φαλλό, κορώνες που στηρίζονται σε κεφάλια που κρύβουν “μυστικούς συνδυασμούς” και τρώνε από το τραπέζι μου αφήνοντάς μου τα ψίχουλα... Όλοι μιλάνε για έρωτα στα τραγούδια τους, μ' ακούς; Τον βάζουν στο μικροσκόπιο, τον μελετούν, έπειτα τον τεμαχίζουν στις μικρές στιγμές του και πιάνουν να μιλάνε για τον έρωτα στη φάση της πρώτης ματιάς, της δεύτερης, έπειτα για τη φάση του στόματος, τη φάση του κρεβατιού... Και τον πάνε, τον ξεπροβοδίζουνε μέχρι τον θάνατό του και την γέννηση ενός άλλου. Μιλούν για έναν έρωτα εύκολο, εξευτελιστικά προσιτό στον καθένα να πιάσει και να γράψει για αυτόν σαν να γεννηθήκανε μαζί, από την ίδια μήτρα. Ο έρωτάς τους πωλείται στα ράφια των σούπερ μάρκετς, έχει ταινία γνησιότητας, εγγύηση ποιότητας από τον καλύτερο συνθέτη της αντιγραφής, πασαπόρτι του τον αναστεναγμό και η ταυτότητά του δεν αναφέρει τίποτε για ύψος.

Και σκεφτόμουν, και με έτρωγε, να σου πω ότι αν ο Μάνος ζούσε θα είχε την διορατικότητα σήμερα να πει το αντίστροφο από αυτό που είχε πει τότε. Για τα πολιτικά τραγούδια που θα μας ξεδιψούσαν. Όχι τίποτε άλλο, αλλά τα πολιτικά του Μίκη τό σκασαν από καιρό. Έχει μείνει το αποτύπωμά τους και η ηχώ τους -γιατί τέτοια κοινωνία είμαστε πια, του θαμπού αποτυπώματος και της ηχούς, όχι της κίνησης του χεριού και της δημιουργίας μελωδιών- να θυμίζουν ότι κάποτε υπήρξε και το ίδιο το κάποτε. Μια χαρά ακούγονται και τώρα, αλλά να, όσο να 'ναι με χαλάει να ακούω αυτά και στο μυαλό μου να έχω τον Μίκη του τώρα, του κάποτε, του ποτέ ξανά. Θέλει τον έρωτά του το πολιτικό τραγούδι, εσύ πιστεύω, μέσα σε λίγους, αυτό θα το ξέρεις. Αν ήσουν εδώ θα μου το έλεγες πρώτη, θα έπαιρνες την κιθάρα μου και θα μου τραγουδούσες την πιο ερωτική πολιτική μπαλάντα που φτιάχτηκε ποτέ.

Και μέσα σε όλα αυτά, το μυαλό μου είναι κολλημένο στον Σπίθα. Αυτόν, τον πιο αριστοκράτη βλάχο της βρώμικης γωνιάς του δρόμου. Που την σακαράκα του την λέει βίλλα, και κοιμάται σε αυτήν τρέμοντας σύγκορμος από συγκίνηση κάθε που η βροχή μαστιγώνει τη λαμαρίνα της. Αυτόν που η μαγκιά του δεν του επέτρεψε ποτέ να συγκρίνει την βίλλα του με τις μερσεντές που παρκάρουν δίπλα του, παρά νιώθει πως το πιο εύκολο είναι να βάλεις τρικλοποδιά στα μερσεντικά. Γιατί αυτοί που τον προσπερνούν σε αυτά έχουν το κεφάλι στραμμένο ψηλά και δεν κοιτούν ποτέ χάμω, εκεί που στήνονται τα καλύτερα παιχνίδια κλωτσοπατινάδας. Ναι, ο Σπίθας είναι μια πατρίδα μου, μια πατρίδα λυτρωτική, τέτοια που δεν μου χαρίζεται και δεν με αδικεί -ό,τι κι αν γίνει.

Κι όλα αυτά στα λέω σήμερα, έτσι, αναντάμ παπαντάμ τελικά. Δεν σε σκέφτηκα μόνο σήμερα, για κάποιον περίεργο λόγο είσαι πάντα εδώ. Είναι αυτή η αύρα που σε περιβάλλει. Όταν κοιτάς, όταν τραγουδάς, όταν αναστενάζεις, όταν τραντάζεσαι από τα γέλια, όταν περπατάς μέσα σε αυτήν την cigarette φούστα σου φορώντας από πάνω την φανέλα του Ολυμπιακού και μια φαρδιά ζώνη, όταν ρωτάς με νάζι τόσο αυθάδικο που κανείς δεν θα σκεφτεί ότι έχει άλλη επιλογή, όταν απλώνεις τα χέρια σου πάνω σε έναν αέρινο σταυρό και χορεύεις... Είναι όλα αυτά. Και άλλα. Τόσα πολλά που κάποιος θα έπρεπε να έχει γεννηθεί και να ζει μέσα σου για να τα παρατηρεί όλα. Και μετά, έτσι εύκολα που το κάνουν οι αποχωρισμοί, σε έστεψαν με την δική τους κορώνα. Της τελευταίας ελληνίδας θεάς. Τι τα θες αδερφάκι μου, από τίτλους να φαν' κι οι κότες. Αν δεν ήσουν θεά θα ήσουν Η σταρ ή τα ωραιότερα μάτια ή αυθεντική ή η ασυμβίβαστη. Τίτλοι, τίτλοι που στοιβάζονται σε εύκολες κόλλες και μνήμες υπολογιστών και απονέμονται με κλήρωση μετά από κάθε φανταχτερή κηδεία.

Εγώ, όμως, πάνω από όλα σήμερα ήθελα να σου πω ότι όντως ήσουν από θεϊκή σκόνη φτιαγμένη. Θα μου πεις τι σημασία έχει που το λέω εγώ και σιγά τα λάχανα μωρέ παιδάκι μου, αλλά για εμένα έχει. Για εμένα που μισώ ακόμη και την ακουστική της λέξης “πρότυπο”, που νιώθω πως οι άνθρωποι που γίνονται πρότυπα είναι άνθρωποι φτιαγμένοι από τους κατακερματισμένους και κλεμμένους εαυτούς άλλων. Για εμένα ήσουν από θεϊκή σκόνη φτιαγμένη. Δεν με νοιάζει αν ήσουν η “τελευταία” (που, μεταξύ μας, εύχομαι όχι) ελληνίδα θεά. Με νοιάζει ότι ήσουν. Έτσι. Τόσο απλά. Και τόσο απόλυτα. Χωρίς αντίλογο, χωρίς μετριασμούς του θριάμβου, χωρίς τίποτε από αυτά τα χαρακτηριστικά του ελιτίστικου αντιλόγου. Αυτό ήθελα να σου πω πάνω από όλα σήμερα, Μελίνα.

Thursday, 28 February 2008

1 2 3, φτου και βγαίνω!

Με προσκάλεσαν 3 φίλοι μου, σχεδόν ταυτόχρονα, να παίξουμε το παιχνίδι που τώρα τελευταία έχει προκαλέσει εθισμό στους bloggers. Ε, θα παίξω, γιατί κατά βάθος κι εγώ ένα παιδί είμαι και γιατί γουστάρω να παίζω με φίλους.

Άκη, Krotίδιο και Zaphod μου δεν γνωρίζετε, βέβαια, μία πολύ κακιά μου συνήθεια. Να διαβάζω βιβλία ταυτόχρονα. Να βρίσκονται ταυτόχρονα πάνω στο γραφείο μου 4 - 5 στοίβες βιβλία, χαρτιά, εφημερίδες (και, γενικώς, να γίνεται ο κακός χαμός), δίπλα στο κρεβάτι άλλα 3-4 και μέσα στην τσάντα μου άλλο ένα. Τεχνικές δυσκολίες, λοιπόν, προκύπτουν από το γεγονός αυτό. Θα τις ξεπεράσω. Αφού είμαι στο γραφείο τα δίπλα στο κρεβάτι και το μέσα στην τσάντα αποκλείονται. Πάει το πρώτο εμπόδιο. Πάνω στο γραφείο τώρα, στην πιο κοντινή μου ντάνα (με τρελαίνει αυτή η λέξη) βρίσκεται το "Εκατό ώρες με το Φιντέλ" του Ραμονέ που το ξανάνοιξα τις τελευταίες μέρες να δω τρία πράγματα. Δεν θα συμπεριληφθεί, όμως, στον διαγωνισμό καθ' ότι παλιότερα είχα βάλει αποσπάσματα από το βιβλίο αυτό (δεν ειναι και καιροί τώρα να παίζουμε απροκάλυπτα με Fidel, λίγες μέρες πριν έβρισκα μία λίστα της ΣΙΑ με τους "φίλους του Fidel που θέλουν να εγκαθιδρύσουν μία παγκόσμια κομμουνιστική δικτατορία" και ανάμεσά τους ήταν ο Ραμονέ, ο Σαραμάγκου και ο Μανού Τσάο [Zaphod μου, ξέρω, τώρα φόρτωσες!]). Κάτω από τον Fidel βρίσκεται το εξαιρετικό δοκίμιο της Λιλής Ζωγράφου "Σύγχρονός μας ο Κάφκα". Το οποίο, ω γαμώτο, δεν φτάνει μέχρι την σελίδα 123!!!

Συνεπώς, προχωρώ στο από κάτω (θρίλερ έχει γίνει ένα αθώο παιχνίδι)... Στα αποκάτω για την ακρίβεια. Έχω παρατήσει δύο βιβλία με τις σελίδες τους μπλεγμένες (για να θυμάμαι πού έχω μείνει στο καθένα). Οπότε... Για να είμαι και τυπικά σωστή, βάζω και από τα δύο.

Ο Ρίτσαρντ Σένετ, στο καταπληκτικό του βιβλίο "Η τυραννία της οικειότητας: ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό" γράφει στην σελίδα 123, στην 6η, 7η και 8η περίοδο: "Η αντίληψη ότι τα ανθρώπινα όντα έχουν δικαίωμα να είναι ευτυχισμένα είναι κατ' εξοχήν μοντέρνα, δυτική ιδέα. Σε κοινωνίες με μεγάλη ένδεια, άκαμπτη ιεραρχεία ή έντονα θρησκευτικά πάθη, η ψυχική ικανοποίηση έχει ελάχιστη σημασία ως σκοπός καθ' εαυτόν. Αυτή η ιδιάζουσα προβολή των απαιτήσεων της φύσης ενάντια στον πολιτισμό άρχισε να διαμορφώνεται τον 18ο αιώνα, ιδίως στην Αγγλία, Γαλλία, Βόρεια Ιταλία και Βορειοανατολική Αμερική."

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, από την άλλη, στο "Για το ρεαλισμό", στην σελίδα 123 φτάνει στην εξής διακήρυξη (μα, τελικά, είναι καταπληκτικές οι σελίδες με τον αριθμό 123 -πάω να τσεκάρω κι άλλα βιβλία): "Γιατί η τέχνη χρειάζεται γνώσεις. Η παρατήρηση της τέχνης μπορεί να οδηγήσει στην πραγματική απόλαυση μόνο αν υπάρχει η τέχνη της παρατήρησης. Όσο σωστή είναι η άποψη ότι μέσα σε κάθε άνθρωπο κρύβεται κι ένας καλλιτέχνης, ότι ο άνθρωπος είναι το πιο καλλιτεχνικό ανάμεσα σε όλα τα ζώα, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι αυτή η έμφυτη ικανότητα μπορεί να εξελιχθεί, αλλά και να χαθεί."

Ένα σας λέω. Αν είχα πάρει το laptop στο κρεβάτι θα είχατε να τα βάλετε με Φίλιπ Ντικ και Ζοζέ Σαραμάγκου... Προς το παρόν σας αφήνω με τα παραπάνω. Και, όποιος θέλει, ας τα συζητήσουμε.

Υ.Γ. Για να μην είμαι εγώ το σπαστήρι προσκαλώ την Baby Lemonade, τον Fuzzy Burlesque, το Πατσιουράκι, την Niemandsrose και τον Narita να παίξουν. Ασφαλώς, ο κύκλος μπορεί να μεγαλώσει...

Υ.Γ. 2: Αντιγράφω και τους κανόνες από τον Zaphod ( γιατί βαριέμαι να ξαναγράφω)

"1. πιάνουμε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά μας αυτή τη στιγμή
2. το ανοίγουμε στη σελίδα 123 (αν είναι μικρό, παίρνουμε το επόμενο κοντύτερα σε μας, που έχει τουλάχιστον 123 σελίδες)
3. βρίσκουμε την πέμπτη περίοδο (ΚΕΦΑΛΑΙΟ->τελεία)
4. αντιγράφουμε τις επόμενες τρεις, δηλαδή την έκτη, έβδομη και όγδοη και
5. βρίσκουμε άλλους πέντε ατυχείς να τους πασάρουμε το παιχνίδι"