Σκέφτομαι και γράφω: Ήρθε το καλοκαιράκι. Γράφω κι εγώ τις σκέψεις μου τώρα που τα μπάνια αρχίζουν και οι καλοκαιρινές διακοπές έρχονται.
Ήρθε το καλοκαιράκι! Πριν από λίγες μέρες κατέβασα όλα μου τα καλοκαιρινά ρούχα από το πατάρι στην ντουλάπα για να μπορώ να τα φτάνω. Με βοήθησε και η μαμά που όλη την ώρα μουρμούριζε γιατί λέει ότι τα ρούχα μου δεν είναι σοβαρά για την ηλικία μου. Εγώ νομίζω ότι δεν έχει δίκιο. Έχει δει πώς ντύνεται αυτή η ξανθιά κυρία στην τηλεόραση; Εγώ την έχω δει κι ας μην μου αρέσει η τηλεόραση. Κάθε φορά που την ανοίγω μου 'ρχεται να βάλω τα κλάματα. Άλλες φορές να την σπάσω με το σφυρί που έχει ο μπαμπάς μου στα εργαλεία του. Και άλλες να γελάω συνέχεια. Αλλά μετά, πάλι μου 'ρχεται να βάλω τα κλάματα.
Το καλοκαίρι ήρθε και στην τηλεόραση. Μου φαίνεται ότι τα νεύρα όλων τους είναι πιο τσιτωμένα τώρα παρά τον χειμώνα. Ο μπαμπάς μου λέει ότι φταίει που έχουν “κάψει λάδια” -αλλά εγώ δεν καταλαβαίνω τι εννοεί. Το πρωί βλέπω κάτι εκπομπές με κάτι κυρίους, “μεσήλικες” τους λέει η μαμά, που όλο στέλνουν τους νέους με ένα ματσούκι στην λαϊκή και φωνάζουν για την ακρίβεια. Εγώ ήξερα αυτό που λέει η μαμά μου κάθε φορά που με ρωτάει αν έχω κάνει σκανταλιά και μετα συμπληρώνει “για την ακρίβεια, μήπως είσαι το παιδάκι που εξαφάνισε την μερέντα από το βάζο;”. Την άλλη την ακρίβεια δεν την ξέρω αλλά μου φαίνεται λίγο δύσκολο να είναι όλοι τόσο τσαντισμένοι. Εκτός αν κάποιος έκανε πολύ μεγάλη ζημιά και τον ρωτάνε όπως η μαμά μου, “για την ακρίβεια”.
Βλέπω και κάτι παπάδες που κοκκινίζουν και μιλάνε μία γλώσσα που μερικές φορές δεν την καταλαβαίνω γιατί λένε ότι οι ομόφιλοι, ή κάπως έτσι, δεν μπορούν να παντρεύονται. Εγώ, από ό,τι καταλαβαίνω, οι άνθρωποι αυτοί είναι πολύ άρρωστοι γιατί οι παπάδες λένε ότι είναι “αρρώστια” η ομοφιλία. Εγώ δεν καταλαβαίνω τίποτα. Κάνοντας όμως ανάλυση της λέξης στα μέρη της, όπως μας μάθατε εσείς κυρία, φαντάζομαι ότι είναι οι άνθρωποι που αγαπάνε το Όμο το καθαριστικό. Εγώ μια φορά ήπια Soflan όταν ήμουν πιο μικρή και δεν ήξερα τι έκανα και με είχανε πάει στο νοσοκομείο. Αυτοί, αφού είναι τόσο άρρωστοι και τους αρέσει το Όμο γιατί δεν τους πάνε στα νοσοκομεία παρά τους μαλώνουν συνέχεια; Εγώ ρώτησα τον θείο μου την Κυριακή τι αρρώστια είναι αυτή η “ομοφιλία” και μου είπε ότι είναι αρρώστια των παπάδων και των συντηρητικών. Εγώ ούτε τα συντηρητικά ξέρω τι είναι και μπερδεύτηκα περισσότερο. Οι παπάδες είναι άρρωστοι ή αυτοί οι ομόφιλοι; Πάντως μετά από όλα αυτά εγώ το φιλοσόφησα. Δεν θέλω ποτέ να αρρωστήσω στην Ελλάδα γιατί όλοι σου φωνάζουνε και μετά, αν είσαι τυχερός, κάποιος σε πάει στο νοσοκομείο και περιμένεις κάτι ουρές για ώρες και πολλές φορές όρθιος. Πριν από μήνες ο αδερφός μου είχε κάτι στο μάτι του και τρέχαμε αργά τη νύχτα σε ένα εφημεριδοκάτι και τελειώσαμε όταν ξημέρωνε. Και τελικά του είπαν να πάει σε έναν άλλο γιατρό, όχι από αυτούς που είναι στα νοσοκομεία, τους άλλους που είναι στα ιατρεία, για να του πει σίγουρα. Δηλαδή, κυρία εμείς τσάμπα περιμέναμε; Να τώρα εκνευρίστηκα κι εγώ.
Και γενικά, δηλαδή, έχω πολλά νεύρα κι ας είμαι μικρή. Η γιαγιά μου λέει ότι έτσι πρέπει να είναι τα παιδιά, ζωηρά. Η μαμά μου όμως λέει ότι είμαι “υπερκινητικό” και ότι δεν την αφήνω σε ησυχία. Εγώ δεν λέω τίποτα. Αρχίζω να πιστεύω, όμως, ότι για την περίπτωσή μου δεν φταίει το καλοκαίρι. Εμένα το καλοκαίρι μου αρέσει κι ας κάνει καύσωνα. Μου αρέσει γιατί πάμε για μπάνια στη θάλασσα. Όχι όμως στην Αθήνα γιατί ο μπαμπάς μου πήρε ένα μέιλ λέει στον υπολογιστή του που γράφει ποιες θάλασσες στην Αττική είναι μολυσμένες. Όταν το διάβασε και τελείωσε το έκανε forward στους φίλους του και είπε στη μαμά ότι από εδώ και πέρα τέλος τα μπάνια στην Αττική αν δεν θέλουμε να καταλήξουμε κωλοβακτηρίδια (συγνώμη για την βρισιά κυρία, ο μπαμπάς το είπε). Εμένα μου αρέσει το καλοκαίρι και για έναν ακόμη λόγο. Γιατί τα σχολεία κλείνουν και όλη μέρα παίζουμε με τους φίλους μου. Βέβαια, τώρα θυμήθηκα ότι φέτος μπορεί να μην έχουμε που να παίξουμε γιατί εκεί που παίζαμε τώρα έχουν φτιάξει πολυκατοικίες και δεν μας αφήνουν να μπούμε μέσα. Και να μας αφήνανε, όμως, εμείς δεν θέλουμε να μπούμε γιατί όταν παίζουμε θέλουμε η μπάλα να πηγαίνει ψηλά κι όχι να χτυπάει σε τοίχους και ταβάνια. Αφήστε το άλλο. Είναι πολύ σκοτεινά κάτω στις πιλοτές ενώ εκεί που παίζαμε μέχρι πέρυσι έβλεπες πάντα ουρανό.
Βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι κι άλλο, εμένα δεν μου αρέσει αυτός ο ουρανός που έχουμε κυρία γιατί είναι συνέχεια γκρι και βρώμικος. Εγώ είπα στην μαμά μου να βάλουμε τη σκούπα και να ρουφήξουμε την βρώμα όπως κάνουμε και με το πάτωμα αλλά εκείνη μου είπε πως αυτό δεν γίνεται και πως αν θέλω να βοηθήσω στην καθαριότητα να πετάω τις πορτοκαλάδες μου στην ανακύκλωση. Στο σπίτι έχουμε πάντα δύο σακούλες, αυτή που πετάμε στα πράσινα σκουπίδια κι αυτή που πετάμε στα μπλε. Η μαμά μου λέει πως αν θέλουμε να σώσουμε τον πλανήτη πρέπει όλοι να πετάμε τα σκουπίδια μας στα μπλε δοχεία και να μην παίρνουμε τα αυτοκίνητα για να πάμε στη δουλειά. Κι εσείς κυρία μας είπατε ότι αύριο που είναι η παγκόσμια ημέρα για το περιβάλλον θα πάμε όλοι να κάνουμε αναδάσωση. Εγώ όμως έχω πολλές απορίες. Αν, δηλαδή, εγώ πετάω κάθε μέρα τα κουτάκια στα μπλε σκουπίδια θα σώσω τον πλανήτη; Και τότε αυτοί οι κύριοι που έχουν εργοστάσια και ξενοδοχεία και άλλα τέτοια, πού πετάνε τα σκουπίδια τους; Υπάρχουν τόσο μεγάλοι μπλε κάδοι; Αν υπάρχουν να μας πάτε εκδρομή εκεί, νομίζω ότι θα είναι πολύ εντυπωσιακό. Επίσης, η μαμά μου όπως σας έγραψα λέει να μην παίρνουμε αυτοκίνητα. Εγώ, όμως, επειδή δεν ξέρω και να οδηγώ αλλά μου αρέσει και το ποδήλατο, μία φορά δοκίμασα να πάω μακριά με το ποδήλατό μου και δεν τα κατάφερα. Όλα τα αυτοκίνητα έρχονταν κατά πάνω μου, κι ο δρόμος ήταν γεμάτος λακούβες και δεν με άφηναν να το βάλω στο μετρό.
Και το άλλο; Κάθε πρωί διαβάζω εφημερίδα γιατί μου αρέσει, κι ας νομίζετε εσείς ότι είμαστε πολύ μικροί για να διαβάζουμε τέτοια πράγματα. Σήμερα μία εφημερίδα είχε αφιέρωμα στο περιβάλλον. Και την Κυριακή που μας πέρασε είχαν κι άλλες τέτοιο αφιέρωμα. Όμως όλοι ήταν πολύ χαρούμενοι και έλεγαν για την ανακύκλωση και για κάτι ειδικές σακούλες και κάτι άλλα. Μα κυρία, πώς γίνεται να είναι χαρούμενοι όταν η Γη κινδυνεύει; Και γιατί κανένας δεν έγραψε για αυτά που λέει ο μπαμπάς μου; Ο μπαμπάς μου λέει ότι μας ρίχνουν στάχτη στα μάτια, μην με ρωτήσετε τι σημαίνει, κι ότι αντί να έχουν “ολική οικολογική πολιτική” όλο μας κάνουν να πιστεύουμε ότι μόνο από εμάς εξαρτάται και πως είναι λάιφ στάιλ θέμα. Εγώ δεν καταλαβαίνω τίποτα από αυτά, αλλά επειδή ο μπαμπάς μου είναι ο πιο έξυπνος άνθρωπος στον κόσμο συμφωνώ μαζί του. Θέλω να συμπληρώσω μόνο ότι κανείς δεν γράφει για τη φίλη μου την Πετρούλα που μένει στα Ιλίσια αλλά δεν έχει μπλε σκουπίδια να πετάξει τις πορτοκαλάδες της. Και πίνει πολλές!
Κι εγώ πίνω πολλές πορτοκαλάδες, ειδικά τώρα που ήρθε το καλοκαιράκι! Επίσης αυτήν την εποχή την περιμένω πώς και πώς γιατί η μαμά μαγειρεύει πιο συχνά τα αγαπημένα μου φαγητά, δηλαδή τις τηγανητές πατάτες. Φέτος, όμως, μου είπε ότι τηγανητές πατάτες γιοκ. Εγώ έκλαψα, τσίριξα, χτύπαγα με την κουτάλα τις κατσαρόλες αλλά η μαμά είπε ότι ό,τι κι αν κάνω δεν αλλάζει τίποτα. Μετά μου έλεγε ότι το λάδι που βάζαμε στις πατάτες κάτι κακοί άνθρωποι το χαλάσαν και βάλανε μέσα κάτι λάδια που βάζουμε στα αυτοκίνητα. Εγώ, όμως, στην εφημερίδα διάβασα ότι αν τα λάδια αυτά τα βάζουμε σε συγκεκριμένες ποσότητες μέσα στο άλλο λάδι δεν υπάρχει κίνδυνος. Εμένα λίγο περίεργο μου φαίνεται αυτό, αλλά πάλι, για να το λένε οι επιστήμονες κάτι θα ξέρουν. Σκέφτομαι ότι αν τα λάδια που τρώμε είναι από αυτοκίνητα, άρα κι εμείς μολύνουμε το περιβάλλον; Να, είδατε, πάλι για το περιβάλλον σας λέω. Μας έχουν κολλήσει κυρία και μιλάμε όλο για αυτό αλλά εγώ δεν βλέπω τίποτα να πηγαίνει καλύτερα.
Είδα, όμως, τον ξάδερφό μου τον Σπύρο προχθές και μου είπε ότι στο σχολείο που πάει γίνεται χαμός. Δεν θυμάμαι πως το λένε ολόκληρο, θυμάμαι σίγουρα ότι το λένε Πανεπιστήμιο. Ο ξάδερφός μου είχε χαρεί πάρα πολύ όταν πέρασε εκεί αλλά τώρα χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο. Πάει καλά κυρία που στο σχολείο μας δεν γίνονται τέτοια πράγματα γιατί τον κύριο Διευθυντή δεν τον βλέπω και πολύ καλά. Ο ξάδερφός μου με είχε βάλει στο τραπέζι και μιλούσε συνέχεια και έλεγε πως είναι όλοι τους ξεφτίλες (συγγνώμη κυρία για την βρισιά, ο ξάδερφός μου το είπε). Και οι καθηγητές, και η κυβέρνηση και οι φοιτητές. Και μετά έλεγε πως δεν πρόκειται ποτέ να δούμε χαϊρι σαν λαός γιατί είμαστε μαλάκες (συγγνώμη και πάλι, αλλά όλοι την λένε αυτήν την λέξη, δεν μπορούμε να την βάζουμε στα σκέφτομαι και γράφω;). Εγώ πάντως είδα αυτόν τον κύριο που είναι σαν να τον έγλειψε βόδι που βγήκε και είπε ότι η παιδεία χρειάζεται ένα σοκ. Κυρία, θα μας περάσουν όλους από ηλεκτρική καρέκλα, τι σοκ είναι αυτό που λένε; Εγώ ξέρω μόνο για τη θεία μου την Ιουστίνη που πριν από μερικά χρόνια ο ξαδερφός μου ο μεγάλος, άλλος ξάδερφος αυτός, ήθελε να την “σοκάρει” και βγήκε με το πουλάκι του έξω την ώρα που η θεία σέρβιρε τσάι στις φίλες της. Αλλά μετά έφαγε της χρονιάς του και τον βάλανε τιμωρία ένα μήνα!! Εμείς αυτόν τον κύριο δεν θα τον βάλουμε τιμωρία που λέει ότι θα μας κάνει σοκ; Όμως, αν γίνεται να μου το πείτε γιατί θέλω να κανονίσω καλοκαιρινές διακοπές.
Ο μπαμπάς μου είπε “αρχίδια διακοπές θα κάνουμε με τέτοιο μισθό” (συγνώμη κυρία, ο μπαμπάς το είπε) και η μαμά έχει πάρει ένα χαρτί και όλο προσθέτει, αφαιρεί και διαιρεί. Κυρία, κανείς δεν έμαθε στους μεγάλους τον πολλαπλασιασμό;
Τέλος πάντων, τελειώνω τώρα με το συμπέρασμα. Το καλοκαιράκι ήρθε! Και φέτος κατάλαβα για πρώτη φορά τι εννοεί η μαμά μου όταν λέει “και πού να σφίξουν οι ζέστες”.
Wednesday, 4 June 2008
Wednesday, 21 May 2008
Οι πύργοι που στοιχειώσαμε
Υποθέτω πως ένα κομμάτι του ανθρώπου είναι τα σχοινιά που δεν κόβει ποτέ αναχωρώντας από λιμάνια της λήθης. Κατακτώντας έτσι μέρος της α-λήθειας του. Κι είναι οι αλήθειες μας που μας πληγώνουν, μας μελαγχολούν, μας κάνουν να νοσταλγούμε, μας δείχνουν το μέλλον, μας κρατάνε καλοστεριωμένους στο παρόν. Με λίγα λόγια μας κάνουν αυτό που είμαστε. Μία από τις α-λήθειες μου λέει πως ένα από τα σκοινιά που θα με φέρνει πάντα πίσω σαν πυξίδα ακριβείας είναι τα ανοιξιάτικα και καλοκαιρινά απογεύματα στη γειτονιά όταν ήμουν μικρή. Τι μικρή, δηλαδή, τελείωνα το Λύκειο όταν ακόμη καβάλαγα το ασημένιο μου ποδήλατο και χανόμουν στους δρόμους, τους παραδρόμους και τους πεζοδρόμους της περιοχής μου. Δεν πάνε και πολλά χρόνια που το Πολύδροσο πλησίαζε την μαγική εικόνα που πλάθει κάποιος στο μυαλό του όταν ακούει την ονομασία αυτή. Νεοκλασικά και διώροφα κτήρια, καλαμιές, πλατάνια, λεύκες, πικροδάφνες, τριανταφυλλιές πολύχρωμες· οι κήποι της Εδέμ, εν ολίγοις, είχαν δανείσει λίγο από τη λάμψη τους σε ένα προάστιο της Αθήνας.
Το σπίτι που μέναμε ήταν στον πεζόδρομο της ρεματιάς, πάνω ακριβώς από το θεατράκι. Το πανηγύρι ξεκινούσε δειλά δειλά Μάρτιο μήνα. Οι πιο τολμηροί αρχίζαμε να κατεβαίνουμε στον πεζόδρομο (που τότε ήταν ακόμη δρόμος κυκλοφορίας το πολύ τριών αυτοκινήτων ημερησίως -το ένα ήταν του ψιλικατζή στην γωνία) με τις μπάλες και τα ποδήλατά μας. Τέτοιες μέρες σαν τώρα ήταν η καλύτερή μας. Καιρός αίθριος (ακόμη τότε το θερμοκήπιο μας άφηνε να ανασάνουμε κάτω από τον ήλιο), το σχολείο άρχιζε να κινείται σε καλοκαιρινούς ρυθμούς και η μέρα παρείχε απλόχερα στις ώρες της φως. Οι μαμάδες ησύχαζαν όσες ώρες οι φωνές μας μπορούσαν να σπάσουν τύμπανο δύο προάστια παρακάτω κι εμείς ξεχυνόμασταν με την ορμή που συσσωρευόταν τους χειμερινούς μήνες μέσα σε βαρετά διαμερίσματα και πίσω από κλειστές μπαλκονόπορτες.
Όπως κάθε αξιοπρεπής παρέα, έτσι κι εμείς είχαμε το δικό μας άλυτο μυστήριο. Το τρομακτικό κουφάρι ενός παλιού διώροφου αρχοντικού στη γωνία στοίχειωνε κάθε σκέψη που περνούσε από το παιδικό μας μυαλό. Τότε το λέγαμε “πύργο” και στήναμε επικά κρυφτά και εξερευνήσεις για θαρραλέους στα εγκαταλελειμμένα του δωμάτια. Μπορώ να γεμίσω δεκαπέντε οθόνες (γαμώ τους νεωτερισμούς μου) με ιστορίες από τα τραγελαφικά γεγονότα που εκτυλίσσονταν κάθε καλοκαίρι στον “πύργο”. Δεν θέλω, όμως, σήμερα να μιλήσω για αυτό. Άλλος είναι ο λόγος που γράφω.
Μεγαλώνοντας μάθαμε πως ο “πύργος” έχει όνομα. Ένα καθωσπρέπει όνομα, όπως κάθε νεοκλασικό εντός μεγάλου κτήματος που σέβεται την ιστορία του. Και δεν έχει ιδιοκτήτη. Όπως κάθε εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό εντός μεγάλου κτήματος που σέβεται την ιστορία του. Για να μην τα πολυλογώ από εδώ να σας πω μόνο τα απαραίτητα. Ότι, δηλαδή, ο “πύργος” μας λέγεται “κτήμα Πραποπούλου”. Ότι μνηστήρες πολλοί ευρέθησαν αλλά τελικώς το κτήμα έμεινε στο ράφι. Και σαν κάθε νεοκλασικό εντός μεγάλου-μην-τα-ξαναλέμε-τα 'παμε που μένει στο ράφι έτσι και το κτήμα Πραποπούλου προσέλκυσε ΤΟΝ μνηστήρα. Τουτ' έστιν το ελληνικό δημόσιο, τις ελληνικές τράπεζες, μεγαλοεργολάβους, μεγαλολαμόγια κλπ κλπ. Εδώ και περίπου ένα χρόνο μία παρέα ατόμων από την περιοχή αποφάσισε να ξεκινήσει την δική της περιπέτεια στο κτήμα. Μία περιπέτεια για “μεγάλους”. Ξεκίνησε την κατάληψή της στο εγκαταλελειμμένο κτήριο, άρχισε να καλλιεργεί βιολογικές μελιτζάνες και ντομάτες στο χορταριασμένο από χρόνια κήπο, έστησε αίθουσα προβολών και βιβλιοθήκη και, γενικότερα, ξεκαθάρισε με την στάση της ότι το κτήμα δεν είναι προς αποκατάσταση από ΤΟΝ μνηστήρα. Το τι έχουν περάσει τα παιδιά καλύτερα να το διαβάσετε, όσοι θέλετε, στο blog τους. Εκεί θα βρείτε και φωτογραφίες, και πληροφορίες για ανάλογες κινήσεις πολιτών σε άλλα σημεία της Αθήνας, και για άλλες εκφράσεις αντίστασης στους “οδοστρωτήρες” τις εποχής μας και άλλα πολλά. Εκεί, τελικά, ίσως βρείτε ένα κομμάτι της δικής σας αλήθειας. Μπας και αρχίσουμε να ξεδιπλώνουμε σιγά σιγά όλοι τους μίτους μας και ξαναβρούμε αγαπημένα λιμάνια που χάσαμε.
http://www.protovouliaxalandriou.blogspot.com
Το σπίτι που μέναμε ήταν στον πεζόδρομο της ρεματιάς, πάνω ακριβώς από το θεατράκι. Το πανηγύρι ξεκινούσε δειλά δειλά Μάρτιο μήνα. Οι πιο τολμηροί αρχίζαμε να κατεβαίνουμε στον πεζόδρομο (που τότε ήταν ακόμη δρόμος κυκλοφορίας το πολύ τριών αυτοκινήτων ημερησίως -το ένα ήταν του ψιλικατζή στην γωνία) με τις μπάλες και τα ποδήλατά μας. Τέτοιες μέρες σαν τώρα ήταν η καλύτερή μας. Καιρός αίθριος (ακόμη τότε το θερμοκήπιο μας άφηνε να ανασάνουμε κάτω από τον ήλιο), το σχολείο άρχιζε να κινείται σε καλοκαιρινούς ρυθμούς και η μέρα παρείχε απλόχερα στις ώρες της φως. Οι μαμάδες ησύχαζαν όσες ώρες οι φωνές μας μπορούσαν να σπάσουν τύμπανο δύο προάστια παρακάτω κι εμείς ξεχυνόμασταν με την ορμή που συσσωρευόταν τους χειμερινούς μήνες μέσα σε βαρετά διαμερίσματα και πίσω από κλειστές μπαλκονόπορτες.
Όπως κάθε αξιοπρεπής παρέα, έτσι κι εμείς είχαμε το δικό μας άλυτο μυστήριο. Το τρομακτικό κουφάρι ενός παλιού διώροφου αρχοντικού στη γωνία στοίχειωνε κάθε σκέψη που περνούσε από το παιδικό μας μυαλό. Τότε το λέγαμε “πύργο” και στήναμε επικά κρυφτά και εξερευνήσεις για θαρραλέους στα εγκαταλελειμμένα του δωμάτια. Μπορώ να γεμίσω δεκαπέντε οθόνες (γαμώ τους νεωτερισμούς μου) με ιστορίες από τα τραγελαφικά γεγονότα που εκτυλίσσονταν κάθε καλοκαίρι στον “πύργο”. Δεν θέλω, όμως, σήμερα να μιλήσω για αυτό. Άλλος είναι ο λόγος που γράφω.
Μεγαλώνοντας μάθαμε πως ο “πύργος” έχει όνομα. Ένα καθωσπρέπει όνομα, όπως κάθε νεοκλασικό εντός μεγάλου κτήματος που σέβεται την ιστορία του. Και δεν έχει ιδιοκτήτη. Όπως κάθε εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό εντός μεγάλου κτήματος που σέβεται την ιστορία του. Για να μην τα πολυλογώ από εδώ να σας πω μόνο τα απαραίτητα. Ότι, δηλαδή, ο “πύργος” μας λέγεται “κτήμα Πραποπούλου”. Ότι μνηστήρες πολλοί ευρέθησαν αλλά τελικώς το κτήμα έμεινε στο ράφι. Και σαν κάθε νεοκλασικό εντός μεγάλου-μην-τα-ξαναλέμε-τα 'παμε που μένει στο ράφι έτσι και το κτήμα Πραποπούλου προσέλκυσε ΤΟΝ μνηστήρα. Τουτ' έστιν το ελληνικό δημόσιο, τις ελληνικές τράπεζες, μεγαλοεργολάβους, μεγαλολαμόγια κλπ κλπ. Εδώ και περίπου ένα χρόνο μία παρέα ατόμων από την περιοχή αποφάσισε να ξεκινήσει την δική της περιπέτεια στο κτήμα. Μία περιπέτεια για “μεγάλους”. Ξεκίνησε την κατάληψή της στο εγκαταλελειμμένο κτήριο, άρχισε να καλλιεργεί βιολογικές μελιτζάνες και ντομάτες στο χορταριασμένο από χρόνια κήπο, έστησε αίθουσα προβολών και βιβλιοθήκη και, γενικότερα, ξεκαθάρισε με την στάση της ότι το κτήμα δεν είναι προς αποκατάσταση από ΤΟΝ μνηστήρα. Το τι έχουν περάσει τα παιδιά καλύτερα να το διαβάσετε, όσοι θέλετε, στο blog τους. Εκεί θα βρείτε και φωτογραφίες, και πληροφορίες για ανάλογες κινήσεις πολιτών σε άλλα σημεία της Αθήνας, και για άλλες εκφράσεις αντίστασης στους “οδοστρωτήρες” τις εποχής μας και άλλα πολλά. Εκεί, τελικά, ίσως βρείτε ένα κομμάτι της δικής σας αλήθειας. Μπας και αρχίσουμε να ξεδιπλώνουμε σιγά σιγά όλοι τους μίτους μας και ξαναβρούμε αγαπημένα λιμάνια που χάσαμε.
http://www.protovouliaxalandriou.blogspot.com
Monday, 12 May 2008
Το χρονικό του κλεμμένου χρόνου
(συνέχεια από το προηγούμενο)
Το πείραμα διεκπεραιώθηκε με ταχύτητα road runner. Μόνο που στο τέλος του ο Αλέξης αισθανόταν σαν το koyote που έφαγε τα μούτρα του στο φαράγγι. Το μόριό του είχε αποτύχει να αντεπεξέλθει στο ερωτικό κάλεσμα του διαδικτυακού πορνό που τώρα τελευταία γέμιζε τις ώρες βαριεστημάρας στο γραφείο. Ούτε ένα ίχνος υγρού, ούτε μία ένδειξη ανόρθωσης. Το κρατούσε εκεί, ανάμεσα στο κατεβασμένο φερμουάρ και το ξεχυμένο πουκάμισο, ξέψυχο και ρυτιδιασμένο παρά την μανιώδη κίνηση της παλάμης του. Ξεφύσηξε βουτηγμένος στην απόγνωση. Κοιτούσε το διάστημα ανάμεσα στα μπούτια του σαν μονοκυτταρικό οργανισμό στο μικροσκόπιο. «Δεν είναι δυνατόν, τι διάολο...» ήταν η πρώτη ημιτελής σκέψη που πρόλαβε να διασχίσει το μυαλό του μετά το σοκ.
Μία τεράστια άσπρη τρίχα πρωταγωνιστούσε ανάμεσα στις υπόλοιπες που περνούσαν πλέον στη θέση του κομπάρσου σε κακόγουστη παράσταση. Πρώτη φορά ο Αλέξης έβρισκε άσπρη τρίχα στο δέρμα του –μία αληθινή άσπρη τρίχα. Άνοιξε το πρώτο αριστερό συρτάρι και έβγαλε το οινόπνευμα, άπλωσε χαρτί κουζίνας και αποστείρωσε τα χέρια του. Αυτό είχαν να το λένε όλοι· ο Αλέξης πάντα έδινε μεγάλη προσοχή στην ατομική υγιεινή. Πολλές φορές σε σημείο υστερίας. Μόνο κατά τη διάρκεια του σεξ ξεπερνούσε κάτι τέτοια θέματα ο Αλέξης δίχως περίσσια περισυλλογή. Η ανταλλαγή βιολογικών υγρών ήταν η αδυναμία του -και η ψύχωσή του γύρω από την καθαριότητα αποδυναμωνόταν εντελώς στη θέα ενός υγρού αιδοίου. Μετά, βέβαια, φρόντιζε πάντα να απολυμάνει κάθε χιλιοστό του εξαντλημένου εργαλείου του με Betadine.
Αυτή τη φορά ο Αλέξης ξέπλυνε τα χέρια του, μάλλον, λόγω νευρικότητας παρά ανησυχίας. Αφού ένιωσε κάθε τρίχα του χεριού του να δροσίζεται από το πέρασμα του οινοπνεύματος, τύλιξε την άσπρη τρίχα στο δείκτη του, πήρε μία βαθιά ανάσα και τράβηξε. Στα κλάσματα δευτερολέπτου που ακολούθησαν πρόλαβε να σκεφτεί ότι ο κλασσικός κινηματογραφικός οπλισμός με θάρρος μέσα από ένα μπουκάλι ρούμι θα ήταν σοφότερη κίνηση. Κοιτάζοντας κάτω την είδε ακόμα εκεί. Λίγο κατσαρωμένη εξαιτίας του τραβήγματος αλλά ανέπαφη. Τα έκλεισε όλα και βγήκε από το γραφείο φουριόζος. «Δημητρούλα, φεύγω. Δεν είμαι καλά. Ακύρωσε τα ραντεβού, βάλτα όποτε νομίζεις, δεν ξέρω...» Δεν πρόλαβε ούτε περαστικά να του ευχηθεί η Δημητρούλα που θα απέμενε τις υπόλοιπες ώρες να βράζει στο κουτσομπόλικο ζουμί της διερωτώμενη τι είχε συμβεί στο αφεντικό της.
Τα ένιωθε να θρυμματίζονται ανάμεσα στο πόδι του και το κάθισμα του αυτοκινήτου κάθε φορά που πατούσε γκάζι. «Πάει, έχω σίγουρα καρκίνο. Θα γίνω ευνούχος, ρε πούστη, από τα τριάντα μου...», μονολογούσε ανεβαίνοντας τη Συγγρού. Σαράντα λεπτά αργότερα κατέβαζε τα βρακιά του στο μπάνιο για να ανακαλύψει ότι οι άσπρες τρίχες ήταν πλέον δύο. Και σαν να μην έφτανε αυτό τα αρχίδια του τού φάνηκαν ζαρωμένα, κρεμασμένα θαρρείς από σκοινί σε κεντρική πλατεία. «Ιδέα μου θα είναι» είπε στον καθρέφτη του σε μία προσπάθεια να ανεβάσει το πεσμένο του ηθικό. Και σε ποιον να μιλήσει, τι να πει; Ότι έβγαλε δυο άσπρες τρίχες και δεν νιώθει καλά; Σίγουρα ο γιατρός του θα του συνιστούσε ψυχίατρο. Κάτι ανάμεσα σε υπερκόπωση, μελαγχολία και ναρκισσισμό θα διαπίστωνε ο άλλος. Σίγουρα. Γείωσε την Πόλυ, «δεν είμαι για έξοδο σήμερα, θα σε πάρω εγώ αύριο», μίλησε με την μαμά του λέγοντάς της πως πνίγεται στη δουλειά και μην τον ενοχλήσει μέχρι να την ξαναπάρει αυτός και αποφάσισε να συγκεντρωθεί.
Φαντασιώθηκε όλες τις γυναίκες που είχαν περάσει από το κρεβάτι του, όλες τις διάσημες που ονειρευόταν να ρίξει από την ηλικία των εφτά, όλες τις πορνοστάρ που είχε παρακολουθήσει να παραδίδουν μαθήματα στο dvd του, όλες τις τσόντες που θυμόταν να τον έχουν διεγείρει. Τζίφος. Ο Αλέξης απέμενε λεπτό το λεπτό όλο και πιο γυμνός, όλο και πιο ζαρωμένος, όλο και πιο ιδρωμένος πάνω στα βαμβακερά του σεντόνια. Ξέβαψε τις τούφες από το κεφάλι του, έβγαλε το μακιγιάζ. Ήταν ο ίδιος Αλέξης που είχε αντικρύσει εκείνο το πρωί στον καθρέφτη του. Αρυτίδιαστος, λίγο αποκαμωμένος από την προσπάθεια και, προπαντός, καλυμμένος με μαύρες τρίχες. Μέχρι τα μεσάνυχτα την έβγαλε γυμνός πάνω στην μπερζέρα. Μετρώντας τις άσπρες τρίχες που ξεφύτρωναν γύρω από το μόριό του σαν τα αυθαίρετα της παραλιακής. «Έχω παραισθήσεις. Σίγουρα. Και ο φωτισμός δεν είναι σωστός.» Γιατί δεν είναι δυνατόν, όπως κάθε λογικός άνθρωπος γνωρίζει, μία τρίχα να μεγαλώνει μέσα σε δευτερόλεπτα. Ούτε είναι δυνατόν να ασπρίζουν τα αρχίδια σου μόνο. Γνωστόν.
Μία τη νύχτα οι άσπρες τρίχες δεν μετρούνταν πλέον. Ο Αλέξης βρισκόταν στο έκτο ουίσκι και, από το φόβο του ότι τις βλέπει διπλάσιες από όσες ήταν στ’ αλήθεια, αποφάσισε να αναπαυθεί. Την επόμενη μέρα δεν πήρε στο τμήμα προσωπικού να δηλώσει ασθένεια. Ούτε η Πόλυ έλαβε τηλεφώνημα για να κανονίσουν να βρεθούν. Το τάπερ με τα γιουβαρλάκια που του είχε φυλάξει η μαμά του ξεχάστηκε για μέρες στο ψυγείο της. Τρεις μέρες μετά η αστυνομία έσπασε την πόρτα του διαμερίσματός του μετά από δήλωση εξαφάνισης που υπέβαλε η μητέρα του. Τον βρήκαν ξεσκέπαστο, ανάσκελα πάνω στο κρεβάτι του, με το χέρι του να κρατάει τα αρχίδια του. Τα δάχτυλά του είχαν πνιγεί στις άσπρες τρίχες.
Το πείραμα διεκπεραιώθηκε με ταχύτητα road runner. Μόνο που στο τέλος του ο Αλέξης αισθανόταν σαν το koyote που έφαγε τα μούτρα του στο φαράγγι. Το μόριό του είχε αποτύχει να αντεπεξέλθει στο ερωτικό κάλεσμα του διαδικτυακού πορνό που τώρα τελευταία γέμιζε τις ώρες βαριεστημάρας στο γραφείο. Ούτε ένα ίχνος υγρού, ούτε μία ένδειξη ανόρθωσης. Το κρατούσε εκεί, ανάμεσα στο κατεβασμένο φερμουάρ και το ξεχυμένο πουκάμισο, ξέψυχο και ρυτιδιασμένο παρά την μανιώδη κίνηση της παλάμης του. Ξεφύσηξε βουτηγμένος στην απόγνωση. Κοιτούσε το διάστημα ανάμεσα στα μπούτια του σαν μονοκυτταρικό οργανισμό στο μικροσκόπιο. «Δεν είναι δυνατόν, τι διάολο...» ήταν η πρώτη ημιτελής σκέψη που πρόλαβε να διασχίσει το μυαλό του μετά το σοκ.
Μία τεράστια άσπρη τρίχα πρωταγωνιστούσε ανάμεσα στις υπόλοιπες που περνούσαν πλέον στη θέση του κομπάρσου σε κακόγουστη παράσταση. Πρώτη φορά ο Αλέξης έβρισκε άσπρη τρίχα στο δέρμα του –μία αληθινή άσπρη τρίχα. Άνοιξε το πρώτο αριστερό συρτάρι και έβγαλε το οινόπνευμα, άπλωσε χαρτί κουζίνας και αποστείρωσε τα χέρια του. Αυτό είχαν να το λένε όλοι· ο Αλέξης πάντα έδινε μεγάλη προσοχή στην ατομική υγιεινή. Πολλές φορές σε σημείο υστερίας. Μόνο κατά τη διάρκεια του σεξ ξεπερνούσε κάτι τέτοια θέματα ο Αλέξης δίχως περίσσια περισυλλογή. Η ανταλλαγή βιολογικών υγρών ήταν η αδυναμία του -και η ψύχωσή του γύρω από την καθαριότητα αποδυναμωνόταν εντελώς στη θέα ενός υγρού αιδοίου. Μετά, βέβαια, φρόντιζε πάντα να απολυμάνει κάθε χιλιοστό του εξαντλημένου εργαλείου του με Betadine.
Αυτή τη φορά ο Αλέξης ξέπλυνε τα χέρια του, μάλλον, λόγω νευρικότητας παρά ανησυχίας. Αφού ένιωσε κάθε τρίχα του χεριού του να δροσίζεται από το πέρασμα του οινοπνεύματος, τύλιξε την άσπρη τρίχα στο δείκτη του, πήρε μία βαθιά ανάσα και τράβηξε. Στα κλάσματα δευτερολέπτου που ακολούθησαν πρόλαβε να σκεφτεί ότι ο κλασσικός κινηματογραφικός οπλισμός με θάρρος μέσα από ένα μπουκάλι ρούμι θα ήταν σοφότερη κίνηση. Κοιτάζοντας κάτω την είδε ακόμα εκεί. Λίγο κατσαρωμένη εξαιτίας του τραβήγματος αλλά ανέπαφη. Τα έκλεισε όλα και βγήκε από το γραφείο φουριόζος. «Δημητρούλα, φεύγω. Δεν είμαι καλά. Ακύρωσε τα ραντεβού, βάλτα όποτε νομίζεις, δεν ξέρω...» Δεν πρόλαβε ούτε περαστικά να του ευχηθεί η Δημητρούλα που θα απέμενε τις υπόλοιπες ώρες να βράζει στο κουτσομπόλικο ζουμί της διερωτώμενη τι είχε συμβεί στο αφεντικό της.
Τα ένιωθε να θρυμματίζονται ανάμεσα στο πόδι του και το κάθισμα του αυτοκινήτου κάθε φορά που πατούσε γκάζι. «Πάει, έχω σίγουρα καρκίνο. Θα γίνω ευνούχος, ρε πούστη, από τα τριάντα μου...», μονολογούσε ανεβαίνοντας τη Συγγρού. Σαράντα λεπτά αργότερα κατέβαζε τα βρακιά του στο μπάνιο για να ανακαλύψει ότι οι άσπρες τρίχες ήταν πλέον δύο. Και σαν να μην έφτανε αυτό τα αρχίδια του τού φάνηκαν ζαρωμένα, κρεμασμένα θαρρείς από σκοινί σε κεντρική πλατεία. «Ιδέα μου θα είναι» είπε στον καθρέφτη του σε μία προσπάθεια να ανεβάσει το πεσμένο του ηθικό. Και σε ποιον να μιλήσει, τι να πει; Ότι έβγαλε δυο άσπρες τρίχες και δεν νιώθει καλά; Σίγουρα ο γιατρός του θα του συνιστούσε ψυχίατρο. Κάτι ανάμεσα σε υπερκόπωση, μελαγχολία και ναρκισσισμό θα διαπίστωνε ο άλλος. Σίγουρα. Γείωσε την Πόλυ, «δεν είμαι για έξοδο σήμερα, θα σε πάρω εγώ αύριο», μίλησε με την μαμά του λέγοντάς της πως πνίγεται στη δουλειά και μην τον ενοχλήσει μέχρι να την ξαναπάρει αυτός και αποφάσισε να συγκεντρωθεί.
Φαντασιώθηκε όλες τις γυναίκες που είχαν περάσει από το κρεβάτι του, όλες τις διάσημες που ονειρευόταν να ρίξει από την ηλικία των εφτά, όλες τις πορνοστάρ που είχε παρακολουθήσει να παραδίδουν μαθήματα στο dvd του, όλες τις τσόντες που θυμόταν να τον έχουν διεγείρει. Τζίφος. Ο Αλέξης απέμενε λεπτό το λεπτό όλο και πιο γυμνός, όλο και πιο ζαρωμένος, όλο και πιο ιδρωμένος πάνω στα βαμβακερά του σεντόνια. Ξέβαψε τις τούφες από το κεφάλι του, έβγαλε το μακιγιάζ. Ήταν ο ίδιος Αλέξης που είχε αντικρύσει εκείνο το πρωί στον καθρέφτη του. Αρυτίδιαστος, λίγο αποκαμωμένος από την προσπάθεια και, προπαντός, καλυμμένος με μαύρες τρίχες. Μέχρι τα μεσάνυχτα την έβγαλε γυμνός πάνω στην μπερζέρα. Μετρώντας τις άσπρες τρίχες που ξεφύτρωναν γύρω από το μόριό του σαν τα αυθαίρετα της παραλιακής. «Έχω παραισθήσεις. Σίγουρα. Και ο φωτισμός δεν είναι σωστός.» Γιατί δεν είναι δυνατόν, όπως κάθε λογικός άνθρωπος γνωρίζει, μία τρίχα να μεγαλώνει μέσα σε δευτερόλεπτα. Ούτε είναι δυνατόν να ασπρίζουν τα αρχίδια σου μόνο. Γνωστόν.
Μία τη νύχτα οι άσπρες τρίχες δεν μετρούνταν πλέον. Ο Αλέξης βρισκόταν στο έκτο ουίσκι και, από το φόβο του ότι τις βλέπει διπλάσιες από όσες ήταν στ’ αλήθεια, αποφάσισε να αναπαυθεί. Την επόμενη μέρα δεν πήρε στο τμήμα προσωπικού να δηλώσει ασθένεια. Ούτε η Πόλυ έλαβε τηλεφώνημα για να κανονίσουν να βρεθούν. Το τάπερ με τα γιουβαρλάκια που του είχε φυλάξει η μαμά του ξεχάστηκε για μέρες στο ψυγείο της. Τρεις μέρες μετά η αστυνομία έσπασε την πόρτα του διαμερίσματός του μετά από δήλωση εξαφάνισης που υπέβαλε η μητέρα του. Τον βρήκαν ξεσκέπαστο, ανάσκελα πάνω στο κρεβάτι του, με το χέρι του να κρατάει τα αρχίδια του. Τα δάχτυλά του είχαν πνιγεί στις άσπρες τρίχες.
Friday, 11 April 2008
Το χρονικό του κλεμμένου χρόνου
Η πρωινή ιεροτελεστία ξεκινούσε στις εξίμιση. Μπροστά στον καθρέφτη του ο αρυτίδιαστος Αλέξης μεταμορφωνόταν σε μεσήλικα επικινδύνως γκριζάροντα στους κροτάφους και ελαφρώς υποταγμένο στην πρεσβυωπία. Κόλπο παλιό, δοκιμασμένο στα καλύτερα μαγαζιά. Το ‘χε δει, δηλαδή, από τη Στυλιανοπούλου και την Κοντού μέχρι τον Dustin Hoffman και τον Robin Williams. Κανένας δεν καταλάβαινε την μυστική ταυτότητα κάτω από το make up. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν ντυνόταν και σαν τραβεστί. Τον χρόνο υιοθετούσε για λίγο και τον έκανε σκλαβάκι του, τον έτρεχε λίγο πιο γρήγορα και ύστερα τον διαμόρφωνε.
Έβαζε μηχανικά καφέ στην καφετιέρα, τα δημητριακά του και τον χυμό των πρωταθλητών πάνω στο σουπλά με τις τουλίπες και τους ήλιους και τρώγοντας σιγά σιγά το κεφάλι του σηκωνόταν από τον λήθαργο σαν ανυψωτικό μηχάνημα. Μισή ώρα αργότερα, λίγο από το make up και τα μολύβια της μακαρίτισσας της μάνας του, που τού ‘μειναν αμανάτι πέρυσι όταν εκείνη δρασκέλισε τον χρόνο προβοκατόρικα και χάθηκε στο άχρονο, λίγο μάσκαρα μαλλιών από την αενάως «εφηβίζουσα» Πόλυ του, τα γυαλιά των 10 ευρώ από το φαρμακείο της γειτονιάς για πρεσβυωπική μόστρα και ήταν έτοιμος. Η Δήμητρα θα του είχε έτοιμο τον ντικάφ του δύο λεπτά πριν πατήσει το πόδι του στην εταιρία, ο καινούριος πιτσιρικάς –άκου «πιτσιρικάς», κανονικά ο Αλέξης ήταν νεότερος σε ηλικία- θα τον χαιρετούσε μόλις τον έβλεπε να μπαίνει φουριόζος, δήθεν, από την πόρτα εκτοξεύοντας προς το μέρος του το πιο αστραφτερό χαμόγελο (τους σιχαινόταν τους γλείφτες μα ξέρουν να κάνουν καλά την δουλειά τους) και μετά θα χωνόταν στην Βαβέλ του γραφείου για το επόμενο δεκάωρο. Χαρτιά, μελέτες, υπογραφές, τηλέφωνα από Γενικούς, τηλέφωνα από ιδιαιτέρες των «ιδιαίτερων», παραστατικά, όλα αυτά κάθε μέρα έστηναν τον δικό τους χορό γύρω του. Κι εκείνος ένας γερασμένος νεαρός, ή νεανίζων γέρος εκ των καταστάσεων;, θα τα έβαζε όλα σε τάξη, θα υπέγραφε ό,τι άγχωνε την Δημητρούλα μέχρι τις δύο που σχόλαγε εκείνη, θα έδειχνε την απαραίτητη ευγένεια και υποταγή στους «ιδιαίτερους» και τους Γενικούς.
«Μην τα συζητάς, έλεγε στον εαυτό του κάθε που τον έπιανε κρίση, μια χαρά σου στρώθηκαν τα πράγματα.» Ευρισκόμενος έτσι μονίμως σε εσωτερικές διαπραγματεύσεις, καταστρώνοντας ατράνταχτες αλληλουχίες επιχειρημάτων υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς και καταλήγοντας να σκέφτεται εξουθενωμένος ότι τα τέσσερα χιλιάρικα που καθάριζε κάθε μήνα ήταν, προς το παρόν, αδιαπραγμάτευτα. Όχι, ας τα πάρουμε και λογικά τα πράγματα. Πεντέμιση χρόνια για το πτυχίο του από το Πολυτεχνείο. Και ένα το μεταπτυχιακό με αέρα εξωτερικού, εξίμιση. Κι άλλον έναν η εκπαίδευση στο Τόκιο, εφτάμιση. Και δύο στην γύρα για δουλειές, εννιάμιση. Το ξεχνάς έτσι εύκολα όταν στα γενέθλια για τα εικοσιοχτώ σου χρόνια δεν έχεις να πληρώσεις ούτε τα κεράκια της τούρτας; Όχι. Το ξεχνάς έτσι εύκολα όταν θες να πιεις έναν καφέ και ζητάς χαρτζιλίκι από τον πατέρα σου; Όχι. Το προσπερνάς ασχολίαστο όταν δεν μπορείς να γαμήσεις την γυναίκα των ονείρων σου γιατί οι γονείς σου κοιμούνται δίπλα; Όχι. Εκ των πραγμάτων, τραβάς μια μαλακία και μετά μουτζώνεσαι με τα γυαλιστερά σου δάχτυλα. Και αυτή η «μία κάποια λύσις» ήρθε από το ευτελές, γυναικείο make up. Ε, δεν συγκρίνεται τώρα το make up και τα εργατικά faux γηρατειά με τα τέσσερα χιλιάρικα τον μήνα. Δεν του ζητήθηκε δα να πηδήξει τον Γενικό. Είδες μωρέ αδερφάκι μου τι σου είναι τρεις ρυτίδες και δυο γκρίζοι κρόταφοι;
Παπάρια που κοίταξαν την προϋπηρεσία του. Σαραντατρία γραφεία και πέντε πολυεθνικές είχε γυρίσει πριν. Έδινε το δισέλιδό του, στο πεδίο των σπουδών τα πτυχία του και τα «άριστα» τριβέλιζαν το μάτι με bold αιχμές στην πρώτη σελίδα, ίσιωνε την γραβάτα του και ξεκινούσε την χειραψία. Αυτήν την ρημάδα την ερώτηση, όμως, μα τον Τουτατίς, άμα την ξανάκουγε θα έκανε φόνο. «Προϋπηρεσία έχετε;» Τις πρώτες πέντε φορές απάντησε αμήχανα «όχι» και πως ελπίζει να ξεκινήσει από ένα τόσο σημαντικό γραφείο για να αναπτύξει τα όσα έμαθε στις σπουδές του και την Ιαπωνία. Τον πούλο. Τις επόμενες δέκα απαντούσε το ίδιο αλλά στο κεφάλι του άκουγε τον «άλλον» να απαντάει «Ναι, έχω καριόλη, σε συνεντεύξεις για τις ψωνάρες του συναφιού σου. Σου κάνει;». Και ξανά τον πούλο. Στις τελευταίες, όμως, είχε σταματήσει να ακούει απαντήσεις που διασκέδαζαν την πίκρα μέσα στο κεφάλι του. Τον έβλεπε να πατάει το δεξί του Ferragamo στο γραφείο και με το αριστερό του να σκορπίζει μύτες, γυαλιά και αίματα στον τοίχο. Μέχρι που στην έκτη πολυεθνική έσκασε μύτη ένας διαφορετικός Αλέξης. Ο Αλέξης από το μέλλον. Γοητευτικός, καλοστεκούμενος για την ηλικία του και τους γκρίζους κροτάφους, που ξεφύτρωσαν βιαστικά εκείνο το πρωί μέσα στα σπασμένα πλακάκια του μπάνιου στο πατρικό του, και με προϋπηρεσία στο εξωτερικό. Τον προσέλαβαν την ίδια στιγμή. Ούτε που ζήτησαν συστάσεις, ούτε που διανοήθηκαν να πάρουν τηλέφωνο σε κάποια από τις εταιρίες που κατονόμαζε. Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί αν το έκαναν θα έπρεπε να συνεννοηθούν με τον Γιαπωνέζο φούρναρη και την πόρνη από την Σαγκάη. Για αυτό σου λέω. Πόσο να αντέξεις τον εξευτελισμό και την απραξία; Πόση προϋπηρεσία σε συνεντεύξεις χρειάζεται μέχρι να μπορούν να σε προσλάβουν για βοηθό; Ο Αλέξης έκρινε ότι δύο χρόνια ήταν αρκετά. Και βρισκόταν, όντως, σε σημείο καμπή ο Αλέξης. Η Πόλυ σύντομα θα του κουνούσε το μαντήλι αν δεν έβρισκε μία κάποια λύση στο «θέμα» τους, οι άλλες από καιρό τον είχαν πάρει χαμπάρι τι μπατίρης ήτανε και τον έπαιρναν μόνο αν είχαν τρελές καύλες και κανέναν άλλον διαθέσιμο και ο πατέρας του είχε αρχίσει να του τα κάνει τσουρέκια με τα άχρηστα πτυχία και τους κόπους και την δυνατότητα να αναλάβει το μαραγκάδικο τώρα που ο ίδιος είχε γεράσει.
Τέλος πάντων, δεν συνεχίζω άλλο την αδιακρισία σχετικά με το παρελθόν του Αλέξη, μετά από όλα αυτά νάτος στην γραφειάρα του, με δέκα υφισταμένους και μία ιδιαιτέρα παρακαλώ, όλοι τους μεγαλύτεροί του, και με εταιρικό αυτοκίνητο και smartphone. Να και τα χαμόγελα από την Πόλυ, να και το διαμέρισμα στον Λυκαβηττό, να και τα Σαββατοκύριακα στην Κύπρο, παραδίπλα και τα χαμόγελα πορσελάνινων υπάρξεων στους διαδρόμους, και τα υπονοούμενα της Δημητρούλας· ανεκτίμητα όλα αυτά όταν δύο χρόνια πριν δεν είχες να πληρώσεις μία τούρτα και ένα κέρασμα...
Εκείνο το πρωί ο καφές του τού φάνηκε πιο πικρός από ό,τι συνήθως, «πούστη Σοφιανέ, καφετζής είσαι ή νεκροθάφτης;» σκέφτηκε μορφάζοντας, και ένιωθε ένα περίεργο βάρος. Ένα απερίγραπτο, αδύνατο να εντοπιστεί χωροταξικά στο σώμα βάρος. Δεν ήταν ούτε στην καρδιά, ούτε στο στομάχι, ούτε στο κεφάλι. Τέτοια βάρη φεύγουν συνήθως. Με ένα ντεπόν, με έναν αναστεναγμό, με ένα καλό γαμήσι; Πάντως φεύγουν. Αυτό δεν έλεγε να φύγει. Και το ένιωθε χαμηλά, εκεί που ήταν στημένο το δικό του περήφανο βασίλειο, ανέγγιχτο από τις ψεύτικες ρυτίδες και τις γκρίζες τρίχες. Εκεί που τα νιάτα του ακόμη χτυπούσαν σε ρυθμούς ταμπούρλου σε εθνική γιορτή και σχεδόν κάθε βράδυ λάμβανε χώρα μία, διόλου σεμνή, ιεροτελεστία. Μία η Πόλυ, μία η Ελμίνα, μία η γνωστή του Γενικού, την άλλη η ανηψιά του «ιδιαίτερου»... Πάντως το πρόγραμμα ήταν φορτωμένο τα τελευταία δύο χρόνια. Και καθόλου δεν παραπονιόταν δηλαδή, να εξηγούμαστε.
Σήμερα, όμως, ένιωθε ένα βάρος. Σαν να είχαν γίνει τα αρχίδια του βαρίδια και να τον τραβούσαν στο κέντρο της γης με λύσσα. Κοιτούσε έξω από τις ραφές. Τίποτα περίεργο. Πήγε στις τουαλέτες πέντε φορές εκείνο το πρωί. Όλα φυσιολογικά. Ψαχούλευε κάθε τόσο τα αχαμνά του κάτω από το δια χειρός γραφείο του. Τίποτα λάθος. Μέχρι που αποφάσισε να κάνει το ούλτιμετ τεστ –αλλιώς ησυχία δεν θα έβρισκε. «Δημητρούλα, μην με ενοχλήσει κανείς.» (συνεχίζεται)
Έβαζε μηχανικά καφέ στην καφετιέρα, τα δημητριακά του και τον χυμό των πρωταθλητών πάνω στο σουπλά με τις τουλίπες και τους ήλιους και τρώγοντας σιγά σιγά το κεφάλι του σηκωνόταν από τον λήθαργο σαν ανυψωτικό μηχάνημα. Μισή ώρα αργότερα, λίγο από το make up και τα μολύβια της μακαρίτισσας της μάνας του, που τού ‘μειναν αμανάτι πέρυσι όταν εκείνη δρασκέλισε τον χρόνο προβοκατόρικα και χάθηκε στο άχρονο, λίγο μάσκαρα μαλλιών από την αενάως «εφηβίζουσα» Πόλυ του, τα γυαλιά των 10 ευρώ από το φαρμακείο της γειτονιάς για πρεσβυωπική μόστρα και ήταν έτοιμος. Η Δήμητρα θα του είχε έτοιμο τον ντικάφ του δύο λεπτά πριν πατήσει το πόδι του στην εταιρία, ο καινούριος πιτσιρικάς –άκου «πιτσιρικάς», κανονικά ο Αλέξης ήταν νεότερος σε ηλικία- θα τον χαιρετούσε μόλις τον έβλεπε να μπαίνει φουριόζος, δήθεν, από την πόρτα εκτοξεύοντας προς το μέρος του το πιο αστραφτερό χαμόγελο (τους σιχαινόταν τους γλείφτες μα ξέρουν να κάνουν καλά την δουλειά τους) και μετά θα χωνόταν στην Βαβέλ του γραφείου για το επόμενο δεκάωρο. Χαρτιά, μελέτες, υπογραφές, τηλέφωνα από Γενικούς, τηλέφωνα από ιδιαιτέρες των «ιδιαίτερων», παραστατικά, όλα αυτά κάθε μέρα έστηναν τον δικό τους χορό γύρω του. Κι εκείνος ένας γερασμένος νεαρός, ή νεανίζων γέρος εκ των καταστάσεων;, θα τα έβαζε όλα σε τάξη, θα υπέγραφε ό,τι άγχωνε την Δημητρούλα μέχρι τις δύο που σχόλαγε εκείνη, θα έδειχνε την απαραίτητη ευγένεια και υποταγή στους «ιδιαίτερους» και τους Γενικούς.
«Μην τα συζητάς, έλεγε στον εαυτό του κάθε που τον έπιανε κρίση, μια χαρά σου στρώθηκαν τα πράγματα.» Ευρισκόμενος έτσι μονίμως σε εσωτερικές διαπραγματεύσεις, καταστρώνοντας ατράνταχτες αλληλουχίες επιχειρημάτων υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς και καταλήγοντας να σκέφτεται εξουθενωμένος ότι τα τέσσερα χιλιάρικα που καθάριζε κάθε μήνα ήταν, προς το παρόν, αδιαπραγμάτευτα. Όχι, ας τα πάρουμε και λογικά τα πράγματα. Πεντέμιση χρόνια για το πτυχίο του από το Πολυτεχνείο. Και ένα το μεταπτυχιακό με αέρα εξωτερικού, εξίμιση. Κι άλλον έναν η εκπαίδευση στο Τόκιο, εφτάμιση. Και δύο στην γύρα για δουλειές, εννιάμιση. Το ξεχνάς έτσι εύκολα όταν στα γενέθλια για τα εικοσιοχτώ σου χρόνια δεν έχεις να πληρώσεις ούτε τα κεράκια της τούρτας; Όχι. Το ξεχνάς έτσι εύκολα όταν θες να πιεις έναν καφέ και ζητάς χαρτζιλίκι από τον πατέρα σου; Όχι. Το προσπερνάς ασχολίαστο όταν δεν μπορείς να γαμήσεις την γυναίκα των ονείρων σου γιατί οι γονείς σου κοιμούνται δίπλα; Όχι. Εκ των πραγμάτων, τραβάς μια μαλακία και μετά μουτζώνεσαι με τα γυαλιστερά σου δάχτυλα. Και αυτή η «μία κάποια λύσις» ήρθε από το ευτελές, γυναικείο make up. Ε, δεν συγκρίνεται τώρα το make up και τα εργατικά faux γηρατειά με τα τέσσερα χιλιάρικα τον μήνα. Δεν του ζητήθηκε δα να πηδήξει τον Γενικό. Είδες μωρέ αδερφάκι μου τι σου είναι τρεις ρυτίδες και δυο γκρίζοι κρόταφοι;
Παπάρια που κοίταξαν την προϋπηρεσία του. Σαραντατρία γραφεία και πέντε πολυεθνικές είχε γυρίσει πριν. Έδινε το δισέλιδό του, στο πεδίο των σπουδών τα πτυχία του και τα «άριστα» τριβέλιζαν το μάτι με bold αιχμές στην πρώτη σελίδα, ίσιωνε την γραβάτα του και ξεκινούσε την χειραψία. Αυτήν την ρημάδα την ερώτηση, όμως, μα τον Τουτατίς, άμα την ξανάκουγε θα έκανε φόνο. «Προϋπηρεσία έχετε;» Τις πρώτες πέντε φορές απάντησε αμήχανα «όχι» και πως ελπίζει να ξεκινήσει από ένα τόσο σημαντικό γραφείο για να αναπτύξει τα όσα έμαθε στις σπουδές του και την Ιαπωνία. Τον πούλο. Τις επόμενες δέκα απαντούσε το ίδιο αλλά στο κεφάλι του άκουγε τον «άλλον» να απαντάει «Ναι, έχω καριόλη, σε συνεντεύξεις για τις ψωνάρες του συναφιού σου. Σου κάνει;». Και ξανά τον πούλο. Στις τελευταίες, όμως, είχε σταματήσει να ακούει απαντήσεις που διασκέδαζαν την πίκρα μέσα στο κεφάλι του. Τον έβλεπε να πατάει το δεξί του Ferragamo στο γραφείο και με το αριστερό του να σκορπίζει μύτες, γυαλιά και αίματα στον τοίχο. Μέχρι που στην έκτη πολυεθνική έσκασε μύτη ένας διαφορετικός Αλέξης. Ο Αλέξης από το μέλλον. Γοητευτικός, καλοστεκούμενος για την ηλικία του και τους γκρίζους κροτάφους, που ξεφύτρωσαν βιαστικά εκείνο το πρωί μέσα στα σπασμένα πλακάκια του μπάνιου στο πατρικό του, και με προϋπηρεσία στο εξωτερικό. Τον προσέλαβαν την ίδια στιγμή. Ούτε που ζήτησαν συστάσεις, ούτε που διανοήθηκαν να πάρουν τηλέφωνο σε κάποια από τις εταιρίες που κατονόμαζε. Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί αν το έκαναν θα έπρεπε να συνεννοηθούν με τον Γιαπωνέζο φούρναρη και την πόρνη από την Σαγκάη. Για αυτό σου λέω. Πόσο να αντέξεις τον εξευτελισμό και την απραξία; Πόση προϋπηρεσία σε συνεντεύξεις χρειάζεται μέχρι να μπορούν να σε προσλάβουν για βοηθό; Ο Αλέξης έκρινε ότι δύο χρόνια ήταν αρκετά. Και βρισκόταν, όντως, σε σημείο καμπή ο Αλέξης. Η Πόλυ σύντομα θα του κουνούσε το μαντήλι αν δεν έβρισκε μία κάποια λύση στο «θέμα» τους, οι άλλες από καιρό τον είχαν πάρει χαμπάρι τι μπατίρης ήτανε και τον έπαιρναν μόνο αν είχαν τρελές καύλες και κανέναν άλλον διαθέσιμο και ο πατέρας του είχε αρχίσει να του τα κάνει τσουρέκια με τα άχρηστα πτυχία και τους κόπους και την δυνατότητα να αναλάβει το μαραγκάδικο τώρα που ο ίδιος είχε γεράσει.
Τέλος πάντων, δεν συνεχίζω άλλο την αδιακρισία σχετικά με το παρελθόν του Αλέξη, μετά από όλα αυτά νάτος στην γραφειάρα του, με δέκα υφισταμένους και μία ιδιαιτέρα παρακαλώ, όλοι τους μεγαλύτεροί του, και με εταιρικό αυτοκίνητο και smartphone. Να και τα χαμόγελα από την Πόλυ, να και το διαμέρισμα στον Λυκαβηττό, να και τα Σαββατοκύριακα στην Κύπρο, παραδίπλα και τα χαμόγελα πορσελάνινων υπάρξεων στους διαδρόμους, και τα υπονοούμενα της Δημητρούλας· ανεκτίμητα όλα αυτά όταν δύο χρόνια πριν δεν είχες να πληρώσεις μία τούρτα και ένα κέρασμα...
Εκείνο το πρωί ο καφές του τού φάνηκε πιο πικρός από ό,τι συνήθως, «πούστη Σοφιανέ, καφετζής είσαι ή νεκροθάφτης;» σκέφτηκε μορφάζοντας, και ένιωθε ένα περίεργο βάρος. Ένα απερίγραπτο, αδύνατο να εντοπιστεί χωροταξικά στο σώμα βάρος. Δεν ήταν ούτε στην καρδιά, ούτε στο στομάχι, ούτε στο κεφάλι. Τέτοια βάρη φεύγουν συνήθως. Με ένα ντεπόν, με έναν αναστεναγμό, με ένα καλό γαμήσι; Πάντως φεύγουν. Αυτό δεν έλεγε να φύγει. Και το ένιωθε χαμηλά, εκεί που ήταν στημένο το δικό του περήφανο βασίλειο, ανέγγιχτο από τις ψεύτικες ρυτίδες και τις γκρίζες τρίχες. Εκεί που τα νιάτα του ακόμη χτυπούσαν σε ρυθμούς ταμπούρλου σε εθνική γιορτή και σχεδόν κάθε βράδυ λάμβανε χώρα μία, διόλου σεμνή, ιεροτελεστία. Μία η Πόλυ, μία η Ελμίνα, μία η γνωστή του Γενικού, την άλλη η ανηψιά του «ιδιαίτερου»... Πάντως το πρόγραμμα ήταν φορτωμένο τα τελευταία δύο χρόνια. Και καθόλου δεν παραπονιόταν δηλαδή, να εξηγούμαστε.
Σήμερα, όμως, ένιωθε ένα βάρος. Σαν να είχαν γίνει τα αρχίδια του βαρίδια και να τον τραβούσαν στο κέντρο της γης με λύσσα. Κοιτούσε έξω από τις ραφές. Τίποτα περίεργο. Πήγε στις τουαλέτες πέντε φορές εκείνο το πρωί. Όλα φυσιολογικά. Ψαχούλευε κάθε τόσο τα αχαμνά του κάτω από το δια χειρός γραφείο του. Τίποτα λάθος. Μέχρι που αποφάσισε να κάνει το ούλτιμετ τεστ –αλλιώς ησυχία δεν θα έβρισκε. «Δημητρούλα, μην με ενοχλήσει κανείς.» (συνεχίζεται)
Monday, 7 April 2008
Η μαμά δεν αντέχει να ακούει αλήθειες
Δεν έχω σπίτι πίσω για να 'ρθω
Ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
Δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
Να περπατήσω μια Πρωτομαγιά
Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
Μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα
Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
Εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
Και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
Που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς
Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
Μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα
Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
Είχες ντυθεί τα αρχαία σου τα λούσα
Και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού
Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
Μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα
Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
Εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
Και στις αρένες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
Το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς
"Μάνα μου Ελλάς"
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Ερμηνεία: Νίκος Δημητράτος
Από την μαγεία του Κώστα Φέρρη, "Ρεμπέτικο".
Wednesday, 2 April 2008
Πασχαλιές πένθιμες, κλισέ να σφραγίσουν τα στόματα
Ξυπνάς πρωί. Και ετοιμάζεσαι, και τρέχεις, χρόνος για πρωινό δεν υπάρχει –άστο για αργότερα, κάπου μέσα στη μέρα θα βρεις κάτι να ταΐσεις το παραμελημένο σου στομάχι. Τρέχα, τρέχα, πρέπει να προλάβεις, να βγάλεις δουλειά, να θυμηθείς να πεις μια καλημέρα σε αυτούς που αγαπάς, να μην ξεχάσεις ότι οι ώρες περνούν βίαια από πάνω σου σαν την αγχόνη όταν είσαι μακριά από αυτά που ονειρεύεσαι, να μπάσεις παράνομα στη μέρα σου λίγες ώρες πριν κοιμηθείς για αυτά που σε κάνουν άνθρωπο... Προπάντων μην ξεχάσεις να ονειρεύεσαι το Σαββατοκύριακο, σαν καλός εργαζόμενος, μετάφερε όλη σου τη ζωή στα Σαββατοκύριακα, να προλάβεις να ψωνίσεις, το ψυγείο είναι άδειο, να βγάλεις δουλειά για το Πανεπιστήμιο, να δεις ένα φίλο, Κυριακή μεσημέρι τραπέζι στο πατρικό σου, έχεις έξτρα δουλειά που δεν προλαβαίνεις καθημερινά –να το ρυθμίσεις κι αυτό. Κατάφερες ή όχι ακόμη να κάνεις τα Σαββατοκύριακά σου χειρότερα;
Μην παραπονιέσαι καθόλου, η ζωή είναι γλυκιά για εσένα, φαντάσου να ήσουν δημόσιος υπάλληλος. Να δούλευες μέχρι τις δύο το μεσημέρι, να έψαχνες τελευταία στιγμή διαθέσιμο συνάδελφο να σου χτυπήσει κάρτα, να είχες δύο και τρεις ονομαστικές εορτές τον χρόνο, να περνούσες δύο χρόνια τυπικής παρουσίας για να γίνεις μόνιμος, να έρχεται ο κάθε μαλάκας να ψάχνει χαρτιά και βεβαιώσεις, ο κάθε πικραμένος να ζητάει ένσημα και ιατρικές εξετάσεις, ο κάθε άχρηστος να σε ζαλίζει με ερωτήσεις την ώρα που παλεύεις με άλυτα μυστήρια –του γάμου, του νυφικού, του τραγουδιού της δεξίωσης, της μπριζόλας ή του σολωμού, να πρέπει να μείνεις έγκυος για να πάρεις ένα χρόνο άδεια, οι εθνικές εορτές να γιορτάζονται μόνο τετραήμερα, να είχες δίπλωμα από ΙΕΚ και να έτρεχες δύο μέρες το μήνα για να κάνεις το μεταπτυχιακό σου για ένα χρόνο, το εξοχικό σου να είναι μισή ώρα από Αθήνα και να μην μπορείς να πηγαίνεις κάθε μέρα γιατί κάποιος μαλάκας είπε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει κάθε μέρα να είναι στο πόστο τους.
Στρίψε το τσιγάρο σου, ξέχνα το στομάχι σου που πονάει και σκέψου... Σκέψου πως είσαι πλέον και με τη βούλα 25 ετών, πως πέντε μήνες δουλεύεις από το πρωί μέχρι το βράδυ απλήρωτη, πως πίσω από όλο αυτό μία υπόσχεση σε κινεί σαν μαριονέτα, πως έμεινες στο Πανεπιστήμιο γιατί σου αρέσει και το μεταπτυχιακό σου σταματά γιατί το κράτος δεν το χρηματοδοτεί, τέλειωσέ το κακήν κακώς αρκεί να αδειάσεις τη γωνιά του Πανεπιστημίου που δεν ξέρει τι να σε κάνει τώρα που ξέμεινε, πήγαινε στις συνελεύσεις να ακούσεις τον εκπρόσωπο μικροκομματικών και μικροπολιτικών τακτικών να σου αναλύει με ύφος τις υποχρεώσεις σου ως καλού φοιτητή, σκύψε κεφάλι και φύγε, οι άνθρωποι δεν θα καταλάβουν ποτέ, ψάξε το πορτοφόλι σου, σου φτάνουν για μία μπλούζα 7,90;, κόψε τους καφέδες –βλάπτουν το στομάχι και την τσέπη σου, σταμάτα να σκέφτεσαι με όρους δίκαιου και άδικου, το παιχνίδι παίζεται σε άλλο γήπεδο, εύκολο-δύσκολο, αλλά γιατί να σου χαριστεί το οτιδήποτε κωλόπαιδο;, να παλέψεις –αφού δεν γεννήθηκες με συγγενείς στις κατάλληλες θέσεις ή με τα κατάλληλα πορτοφόλια, να παλέψεις.
Σου έμαθαν πως η ζωή είναι αγώνας, για εσένα, για τους γύρω σου, πως σημασία δεν έχουν τα πλούτη αλλά οι κορυφές που κατακτάς μόνος σου. Για να συνειδητοποιήσεις λίγο αργότερα ότι μεγάλωσες σε μία κοινωνία κλισέ, τα όνειρα τα βαφτίζει «κλισέ» για να καθαγιάζει τις πουλημένες τακτικές της, τη διαμαρτυρία την βαφτίζει «κλισέ γκρίνια» για να μην φτάνει στα αυτιά κανενός. Μία κοινωνία που στηρίζει τις τελευταίες της ελπίδες στον όρο επινόησή της, το «φιλότιμο», μία πιπίλα για να συσπειρώνει τα πλήθη που σκορπούν σε κάθε κατεύθυνση, την ώρα που έχει μείνει παγκοσμίως γνωστή μόνο για τη λέξη «μαλάκας», το αντίβαρο δηλαδή του φιλότιμου, μία λέξη που δικαιώνει όλες τις αντι-φιλότιμες πρακτικές. Ξέχνα ό,τι ήξερες, δεν επιβιώνουν οι δυνατοί, δεν σώζονται οι αξιοπρεπείς, μία βάρκα τρύπια καταλήγεις μέσα στο βούρκο και από παντού μπάζεις βρωμόνερα, ή θα σε βουλιάξουν ή θα σε βρωμίσουν, καβάλα τη σανίδα σου και τράβα κουπί σαν ναυαγός, ψάξε για μία στεριά να σωθείς.
Μη φωνάζεις για το ασφαλιστικό, μην φωνάζεις για τα Πανεπιστήμια, θα δουλέψεις Μ Α Λ Α Κ Α μέχρι να πεθάνεις, θα πληρώσεις για να μάθεις, κι αν δεν έχεις θα γλείψεις ότι βρεις μπροστά σου για να πάρεις μια καρέκλα με ροδάκια, κεραμίδια δικά σου δεν θα βάλεις ποτέ σε σειρά, θα πληρώνεις πάντα κάποιον άλλον, κι άμα δεν σου περισσεύουν ας πρόσεχες Μ Α Λ Α Κ Α, να γεννιόσουν αλλιώς, να ονειρευόσουν αλλιώς, να έγλειφες αντί να φωνάζεις, να έπαιρνες αντί να αρνείσαι, να έκλεινες μάτια αντί να ψάχνεις. Να μάθεις να μην τα βάζεις ποτέ με ένα κράτος πρόνοιας, ένα κράτος δικαίου, ένα κράτος έθνος σε κρίση, που το πέτυχες σε δύσκολες συνθήκες και τα βάζεις μαζί του, δειλέ και αχρείε πολιτίσκε του κώλου και των δικαιωμάτων. Από εδώ και πέρα θα μιλάς με τους εκπροσώπους του, ιδιώτες σε μεγάλα γραφεία, ιδιωτικές επιχειρήσεις στο χρηματιστήριο, να λες ευχαριστώ που πίνεις ακόμη νερό, να χαίρεσαι που μπορείς ακόμη να απεργήσεις –σε λίγο καιρό οι συνδικαλιστές θα είναι εκθέματα στα μουσεία και οι πορείες ντοκιμαντέρ απαγορευμένα που θα προβάλλονται σε γιάφκες. Είσαι πίσω Μ Α Λ Α Κ Α, δες λίγο ειδήσεις, κατάλαβε ποια είναι τα σημαντικά σε αυτή τη ζωή επιτέλους, αγόρασε λίγο ασχήμια, λίγο τρόμο, λίγο ψέμα, λίγο προπαγάνδα για να μάθεις να χαίρεσαι που ακόμη δεν σε έχουν σκοτώσει ληστές, να εκτιμάς που έχεις ελεύθερη πρόσβαση στους φούρνους. Μόνο μην σηκώνεις κεφάλι, Μ Α Λ Α Κ Α, για να δεις ουρανό, μην ανοίγεις το στόμα σου να ρωτήσεις, μην ανοίγεις βιβλίο και προβληματιστείς, μην υψώνεις γροθιά. Γιατί είσαι κλισέ. Και μην γράφεις, μην γράφεις για όλα αυτά γιατί είσαι βαρετή, μίζερη, κλισέ και όλα τα αντισεξουαλικά μαζί. Και σταμάτα να βγαίνεις από το σπίτι σου κάθε πρωί και να μυρίζεις την πασχαλιά, Μ Α Λ Α Κ Α, η ζωή δεν γίνεται ευκολότερη με μωβ λουλούδια που βγαίνουν κάθε χρόνο –είναι κλισέ κι αυτά.
Μην παραπονιέσαι καθόλου, η ζωή είναι γλυκιά για εσένα, φαντάσου να ήσουν δημόσιος υπάλληλος. Να δούλευες μέχρι τις δύο το μεσημέρι, να έψαχνες τελευταία στιγμή διαθέσιμο συνάδελφο να σου χτυπήσει κάρτα, να είχες δύο και τρεις ονομαστικές εορτές τον χρόνο, να περνούσες δύο χρόνια τυπικής παρουσίας για να γίνεις μόνιμος, να έρχεται ο κάθε μαλάκας να ψάχνει χαρτιά και βεβαιώσεις, ο κάθε πικραμένος να ζητάει ένσημα και ιατρικές εξετάσεις, ο κάθε άχρηστος να σε ζαλίζει με ερωτήσεις την ώρα που παλεύεις με άλυτα μυστήρια –του γάμου, του νυφικού, του τραγουδιού της δεξίωσης, της μπριζόλας ή του σολωμού, να πρέπει να μείνεις έγκυος για να πάρεις ένα χρόνο άδεια, οι εθνικές εορτές να γιορτάζονται μόνο τετραήμερα, να είχες δίπλωμα από ΙΕΚ και να έτρεχες δύο μέρες το μήνα για να κάνεις το μεταπτυχιακό σου για ένα χρόνο, το εξοχικό σου να είναι μισή ώρα από Αθήνα και να μην μπορείς να πηγαίνεις κάθε μέρα γιατί κάποιος μαλάκας είπε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει κάθε μέρα να είναι στο πόστο τους.
Στρίψε το τσιγάρο σου, ξέχνα το στομάχι σου που πονάει και σκέψου... Σκέψου πως είσαι πλέον και με τη βούλα 25 ετών, πως πέντε μήνες δουλεύεις από το πρωί μέχρι το βράδυ απλήρωτη, πως πίσω από όλο αυτό μία υπόσχεση σε κινεί σαν μαριονέτα, πως έμεινες στο Πανεπιστήμιο γιατί σου αρέσει και το μεταπτυχιακό σου σταματά γιατί το κράτος δεν το χρηματοδοτεί, τέλειωσέ το κακήν κακώς αρκεί να αδειάσεις τη γωνιά του Πανεπιστημίου που δεν ξέρει τι να σε κάνει τώρα που ξέμεινε, πήγαινε στις συνελεύσεις να ακούσεις τον εκπρόσωπο μικροκομματικών και μικροπολιτικών τακτικών να σου αναλύει με ύφος τις υποχρεώσεις σου ως καλού φοιτητή, σκύψε κεφάλι και φύγε, οι άνθρωποι δεν θα καταλάβουν ποτέ, ψάξε το πορτοφόλι σου, σου φτάνουν για μία μπλούζα 7,90;, κόψε τους καφέδες –βλάπτουν το στομάχι και την τσέπη σου, σταμάτα να σκέφτεσαι με όρους δίκαιου και άδικου, το παιχνίδι παίζεται σε άλλο γήπεδο, εύκολο-δύσκολο, αλλά γιατί να σου χαριστεί το οτιδήποτε κωλόπαιδο;, να παλέψεις –αφού δεν γεννήθηκες με συγγενείς στις κατάλληλες θέσεις ή με τα κατάλληλα πορτοφόλια, να παλέψεις.
Σου έμαθαν πως η ζωή είναι αγώνας, για εσένα, για τους γύρω σου, πως σημασία δεν έχουν τα πλούτη αλλά οι κορυφές που κατακτάς μόνος σου. Για να συνειδητοποιήσεις λίγο αργότερα ότι μεγάλωσες σε μία κοινωνία κλισέ, τα όνειρα τα βαφτίζει «κλισέ» για να καθαγιάζει τις πουλημένες τακτικές της, τη διαμαρτυρία την βαφτίζει «κλισέ γκρίνια» για να μην φτάνει στα αυτιά κανενός. Μία κοινωνία που στηρίζει τις τελευταίες της ελπίδες στον όρο επινόησή της, το «φιλότιμο», μία πιπίλα για να συσπειρώνει τα πλήθη που σκορπούν σε κάθε κατεύθυνση, την ώρα που έχει μείνει παγκοσμίως γνωστή μόνο για τη λέξη «μαλάκας», το αντίβαρο δηλαδή του φιλότιμου, μία λέξη που δικαιώνει όλες τις αντι-φιλότιμες πρακτικές. Ξέχνα ό,τι ήξερες, δεν επιβιώνουν οι δυνατοί, δεν σώζονται οι αξιοπρεπείς, μία βάρκα τρύπια καταλήγεις μέσα στο βούρκο και από παντού μπάζεις βρωμόνερα, ή θα σε βουλιάξουν ή θα σε βρωμίσουν, καβάλα τη σανίδα σου και τράβα κουπί σαν ναυαγός, ψάξε για μία στεριά να σωθείς.
Μη φωνάζεις για το ασφαλιστικό, μην φωνάζεις για τα Πανεπιστήμια, θα δουλέψεις Μ Α Λ Α Κ Α μέχρι να πεθάνεις, θα πληρώσεις για να μάθεις, κι αν δεν έχεις θα γλείψεις ότι βρεις μπροστά σου για να πάρεις μια καρέκλα με ροδάκια, κεραμίδια δικά σου δεν θα βάλεις ποτέ σε σειρά, θα πληρώνεις πάντα κάποιον άλλον, κι άμα δεν σου περισσεύουν ας πρόσεχες Μ Α Λ Α Κ Α, να γεννιόσουν αλλιώς, να ονειρευόσουν αλλιώς, να έγλειφες αντί να φωνάζεις, να έπαιρνες αντί να αρνείσαι, να έκλεινες μάτια αντί να ψάχνεις. Να μάθεις να μην τα βάζεις ποτέ με ένα κράτος πρόνοιας, ένα κράτος δικαίου, ένα κράτος έθνος σε κρίση, που το πέτυχες σε δύσκολες συνθήκες και τα βάζεις μαζί του, δειλέ και αχρείε πολιτίσκε του κώλου και των δικαιωμάτων. Από εδώ και πέρα θα μιλάς με τους εκπροσώπους του, ιδιώτες σε μεγάλα γραφεία, ιδιωτικές επιχειρήσεις στο χρηματιστήριο, να λες ευχαριστώ που πίνεις ακόμη νερό, να χαίρεσαι που μπορείς ακόμη να απεργήσεις –σε λίγο καιρό οι συνδικαλιστές θα είναι εκθέματα στα μουσεία και οι πορείες ντοκιμαντέρ απαγορευμένα που θα προβάλλονται σε γιάφκες. Είσαι πίσω Μ Α Λ Α Κ Α, δες λίγο ειδήσεις, κατάλαβε ποια είναι τα σημαντικά σε αυτή τη ζωή επιτέλους, αγόρασε λίγο ασχήμια, λίγο τρόμο, λίγο ψέμα, λίγο προπαγάνδα για να μάθεις να χαίρεσαι που ακόμη δεν σε έχουν σκοτώσει ληστές, να εκτιμάς που έχεις ελεύθερη πρόσβαση στους φούρνους. Μόνο μην σηκώνεις κεφάλι, Μ Α Λ Α Κ Α, για να δεις ουρανό, μην ανοίγεις το στόμα σου να ρωτήσεις, μην ανοίγεις βιβλίο και προβληματιστείς, μην υψώνεις γροθιά. Γιατί είσαι κλισέ. Και μην γράφεις, μην γράφεις για όλα αυτά γιατί είσαι βαρετή, μίζερη, κλισέ και όλα τα αντισεξουαλικά μαζί. Και σταμάτα να βγαίνεις από το σπίτι σου κάθε πρωί και να μυρίζεις την πασχαλιά, Μ Α Λ Α Κ Α, η ζωή δεν γίνεται ευκολότερη με μωβ λουλούδια που βγαίνουν κάθε χρόνο –είναι κλισέ κι αυτά.
Thursday, 20 March 2008
Οι απάτριδες Ντάλτον θα πάρουν την εκδίκησή τους στην No man's land
Στο μυαλό μου, τα απογεύματα των αδερφών Κοέν είναι ποτισμένα στο αλκοόλ και τον καπνό ενός saloon. Εκεί αράζουν και μπεκροπίνουν παρέα με τους Ντάλτον, κοροϊδεύοντας τον Λούκυ που έκοψε το τσιγάρο για να τον γουστάρουν οι τηλεορασόπληκτοι και επιδερμικά υπεύθυνοι Αμερικανοί. Είμαι σίγουρη πως βαθιά μέσα τους δεν μισούν τον Λούκυ -απλά βλέπουν πίσω από το κλαράκι που στριφογυρίζει στα δόντια του την απύθμενη υποκρισία ενός comme il faut σημερινού αυτόκλητου συνοριοφύλακα στα όρια του Μεξικό να παρεϊζει με την εκ μετάθεσης βλακεία του -κατά τα άλλα- συμπαθούς Ραν Ταν Πλαν. Σε κάποια τέτοια συνάντηση, λοιπόν, θα έπεσε στο τραπέζι το όνομα του Άντον. Το αρνητικό του Λούκυ είμαι σίγουρη πως θα στοίχειωσε τα όνειρα των Κοέν για χρόνια πριν αποφασίσουν να του δώσουν το βήμα που του έπρεπε.
Πολλοί βιάστηκαν να μιλήσουν για το πρόσωπο του «απόλυτου κακού», μαζί και ο πεπειραμένος και συνάμα απογοητευμένος σερίφης σιάζοντας ταυτόχρονα το αστεράκι του στο πουκάμισο. Υπάρχει, όμως, μία βαθύτερη έννοια δικαίου και αδικίας που οι Κοέν αναγνωρίζουν πάντα στους ήρωές τους. Κι ανάμεσα σε αυτήν την καλά κρυμμένη αίσθηση τιμής και το λαϊκό προσκύνημα στον βωμό της ανθρώπινης ζωής οι Κοέν βρίσκουν τη μαγιά να απλώσουν το χιούμορ τους σαν σεντόνι χλωριωμένο. Οι περισσότεροι γαλουχηθήκαμε μέσα στη μάχη, μάθαμε να βλέπουμε παντού δύο στρατόπεδα· το Καλό και το Κακό, η Δεξιά και η Αριστερά, ο Άνδρας και η Γυναίκα, το Μαύρο και το Άσπρο. Τα παραμύθια τόνωσαν αυτήν την επιμελώς καλλιεργούμενη πόλωση -στα μάτια μας ο τζίτζικας θα είναι πάντα ένας αγύρτης παράφωνος απόκληρος και το μυρμήγκι ο συνδυασμός της πιο καλολαδωμένης μηχανής με την Μητέρα Τερέζα. Κάθε προσπάθεια αναγνώρισης μεσοδιαστήματος σε αυτόν τον πολωτικό μηχανισμό καταλήγει ή σε κλισέ ή σε ναρκοπέδιο. Η φράση «υπάρχει και το γκρι», για παράδειγμα, μόνο εμετικούς συνειρμούς φέρνει στο μυαλό. Παίζουμε, λοιπόν, safe και διαλέγουμε πλευρές. Το Hollywood σίγουρα έχει επιλέξει την δική του -οι μανιέρες είναι, άλλωστε, απαραίτητες αν θες να καλλιεργήσεις κοινά σε βάθος χρόνου.
Ο Άντον, όμως, μας επισκέφθηκε ένα ανοιξιάτικο βράδυ για να αλλάξει αυτήν την κακοφορμισμένη ισορροπία. Αν τον συναντούσες ένα απόγευμα σε καφέ θα πίστευες ότι ο μπαμπάς του τον ξέχασε σε κάποια ντουλάπα πίσω στα '70s και βγήκε τώρα τελευταία μην γνωρίζοντας ότι της μόδας είναι μεν οι φράντζες αλλά όχι σαν τη δικιά του. Αστείο; Όχι πολύ -όχι μπροστά σε όλη αυτή τη σαρδόνια φάρσα που έχουν στήσει οι Κοέν στην ταινία. Η φράντζα του Άντον είναι το αστείο που προοριζόταν για το εκπαιδευμένο καλά από το Hollywood κοινό τους. Η υπόλοιπη ταινία είναι μία σοπενχαουρική ελεγεία στην «τραγικωμική» ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ένας σερίφης πασχίζει να διασώσει από τα νύχια του αδίστακτου κακοποιού έναν μικροαπατεώνα και την γυναίκα του. Έναν μικροαπατεώνα που όμως με χαρακτηριστική ευκολία οικειοποιήθηκε τα εκατομμύρια που βρήκε σε ένα σκηνικό μακελειού στην έρημο. Μία γυναίκα, καθόλα μέσα στα πρότυπα της γυναίκας η οποία υφίσταται τις συνέπειες από τις «ανδροδουλειές» του βλάχου συζύγου της, η οποία όμως φαίνεται να αποζητά περισσότερο την αποδοχή της κακότροπης μητέρας της από αυτήν του άνδρα της. Εις μάτην. Όλος ο κόπος του σερίφη δεν θα είναι αρκετός για να αποτρέψει τα χειρότερα. Βουτηγμένος μέσα στην ρουτίνα, την σιγουριά ότι ξέρει να διαχωρίζει το κακό από το καλό και την αναδυόμενη αίσθηση ανημπόριας και απογοήτευσης μπροστά στην παντοδυναμία του vicious Υπερανθρώπου των ημερών, ο σερίφης μετράει πτώματα μέσα στην τρύπα του ντόνατ. Ο ακόμη γηραιότερος πατέρας του έχει ήδη συμφιλιωθεί με την αιωνόβια, βαμπιρική νομίζεις, ύπαρξη του Κακού· τόσο που ο ίδιος αποτελεί παρακλάδι μίας φάρας που είναι ταγμένη στην προάσπιση του Καλού. Αποτυγχάνοντας παρόλα αυτά και προτιμώντας να αποσυρθεί στην σπηλιά του Αλή Μπαμπά αδιαφορώντας για τον έξω κόσμο. Πεπεισμένος πως «αυτός ο κόσμος δεν θ' αλλάξει ποτέ». Και προτιμώντας αυτήν ακριβώς την βεβαιότητα από την εξερεύνηση του άλλου στρατοπέδου.
Στο κατόπι του Άντον, που βρίσκεται στο κατόπι του μικροαπατεώνα Llewelyn Moss, ξεχύνεται και ο Carson Wells, ένας μεγαλοαπατεώνας του Καλού. Και βγαίνει από το σκηνικό από τα πρώτα κιόλας βήματά του στα σκαλιά. Η εικόνα του να προπορεύεται στη σκάλα, η εικονοποίηση της ύβρεως αυτού που τοποθετεί τον εαυτό του πάντα ένα βήμα μπροστά από τους άλλους, προάγγελος μόνο κακών είναι. Λίγο αργότερα ο Carson μετριέται σε λίτρα αίματος στην μοκέτα ενός ξενοδοχείου -ενός τόπου που αποτελεί πατρίδα μόνο για κάποιους ξεχασμένους beats. Μέσα από όλο αυτό το κυνηγητό ένα ερώτημα προβάλλει ολοένα και πιο έντονα -ποιος είναι ο Άντον; Αυτός ο κινούμενος όλμος, που ανοίγει κλειδαριές με τον πιο παράξενο τρόπο ever, που τηρεί την αντρίκια υπόσχεσή του στο θήραμά του -σχιζοφρενικά μεταφρασμένη στο μυαλό του, που σέρνει τον θάνατο αργά σε γωνίες και διαδρόμους...
Περίτεχνα καμία πληροφορία γύρω από τη ζωή του Άντον δεν θα μας πουν οι Κοέν. Αφήνοντας πονηρά, και σταδιακά, τους δικούς τους άσσους στην πράσινη τσόχα. Με τελευταίο, και μεγαλειώδη για τη δική μου αισθητική, την συνάντηση του λαβωμένου -από κακορίζικη συγκυρία- ´Αντον με δύο παιδιά στο τέλος της ταινίας. Η προσωποποίηση του «απόλυτου Κακού» (ξερνάω όμως) θα πληρώσει ακριβά ένα πουκάμισο με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Και τα δύο πιτσιρίκια θα διαπληκτιστούν για την μοιρασιά -εκεί, πάνω στα ποδήλατά τους, λίγες στιγμές μετά την παρουσία τους ενώπιον ενός δυστυχήματος. Η θύμηση της τρομακτικής εικόνας ενός τροχαίου θα σβηστεί με λίγα δολλάρια, η φιλία τους εύκολα θα γίνει παζάρι στην αγορά ενός πουκαμίσου, η υπόνοια ότι αυτός που στέκεται ενώπιόν τους κάτι ύποπτο κουβαλά στο λαβωμένο του χέρι καθόλου δεν τους ταλανίζει. Δίνοντας υπόσχεση ότι το «Κακό» δεν θα πάψει ποτέ -και δικαιώνοντας, φαινομενικά, έτσι τον μπαμπά σερίφη.
Γιατί στο βάθος οι Κοέν μειδιούν στον καθρέφτη τους. Χτυπώντας συγκαταβατικά την πλάτη μας και ψιθυρίζοντας πως η απολυτότητα είναι μόνο για τον Λούκυ -το ναρκοπέδιο είναι για αυτούς που όντως θέλουν να μάθουν να ψάχνουν. Μόνο το απόλυτο Κακό, λοιπόν, δεν αντιπροσωπεύει ο Άντον. Το μυστήριό του θα πλανάται αιώνια πια, αποτυπωμένο στην ταινία, και θα ουρλιάζει σε σκοτεινούς διαδρόμους ξενοδοχείων πως για αυτόν δεν υπάρχει Καλό και Κακό. Υπάρχει ένας κώδικας τιμής. Που, πρόσεξε, αν σε βρει ενάντιο θα σε βρει να υπερασπίζεσαι έναν μικροαπατεώνα, έναν βλάκα, έναν παραιτημένο και την υπόνοια της μελλοντικής προδοσίας. Πιάσε μετά από αυτά τον άσσο που πέταξαν οι Κοέν και αναλογίσου αν είναι καλύτερη μία παρτίδα με τους Ντάλτον ή να χαζεύεις τον Ραν Ταν Πλαν να κυνηγά την ουρά του ξεφτιλίζοντας κάθε έννοια χρήσιμου στο αφεντικό σκύλου.
Update: Οι φίλοι μπορούν να επικοινωνούν με μυστήριους τρόπους καμιά φορά. Έτσι, με τον αγαπημένο μου Ηλία ανεβάσαμε την ίδια μέρα τα κείμενά μας για την ταινία -τυχαία. Σας συνιστώ να πάτε από εκεί. Γιατί, σε αυτό το ιδιότυπο ηλεκτρονικό αλισβερίσι, η ματιά του Ηλία προσθέτει χρυσό στο σεντούκι μας. Respect man.
Πολλοί βιάστηκαν να μιλήσουν για το πρόσωπο του «απόλυτου κακού», μαζί και ο πεπειραμένος και συνάμα απογοητευμένος σερίφης σιάζοντας ταυτόχρονα το αστεράκι του στο πουκάμισο. Υπάρχει, όμως, μία βαθύτερη έννοια δικαίου και αδικίας που οι Κοέν αναγνωρίζουν πάντα στους ήρωές τους. Κι ανάμεσα σε αυτήν την καλά κρυμμένη αίσθηση τιμής και το λαϊκό προσκύνημα στον βωμό της ανθρώπινης ζωής οι Κοέν βρίσκουν τη μαγιά να απλώσουν το χιούμορ τους σαν σεντόνι χλωριωμένο. Οι περισσότεροι γαλουχηθήκαμε μέσα στη μάχη, μάθαμε να βλέπουμε παντού δύο στρατόπεδα· το Καλό και το Κακό, η Δεξιά και η Αριστερά, ο Άνδρας και η Γυναίκα, το Μαύρο και το Άσπρο. Τα παραμύθια τόνωσαν αυτήν την επιμελώς καλλιεργούμενη πόλωση -στα μάτια μας ο τζίτζικας θα είναι πάντα ένας αγύρτης παράφωνος απόκληρος και το μυρμήγκι ο συνδυασμός της πιο καλολαδωμένης μηχανής με την Μητέρα Τερέζα. Κάθε προσπάθεια αναγνώρισης μεσοδιαστήματος σε αυτόν τον πολωτικό μηχανισμό καταλήγει ή σε κλισέ ή σε ναρκοπέδιο. Η φράση «υπάρχει και το γκρι», για παράδειγμα, μόνο εμετικούς συνειρμούς φέρνει στο μυαλό. Παίζουμε, λοιπόν, safe και διαλέγουμε πλευρές. Το Hollywood σίγουρα έχει επιλέξει την δική του -οι μανιέρες είναι, άλλωστε, απαραίτητες αν θες να καλλιεργήσεις κοινά σε βάθος χρόνου.
Ο Άντον, όμως, μας επισκέφθηκε ένα ανοιξιάτικο βράδυ για να αλλάξει αυτήν την κακοφορμισμένη ισορροπία. Αν τον συναντούσες ένα απόγευμα σε καφέ θα πίστευες ότι ο μπαμπάς του τον ξέχασε σε κάποια ντουλάπα πίσω στα '70s και βγήκε τώρα τελευταία μην γνωρίζοντας ότι της μόδας είναι μεν οι φράντζες αλλά όχι σαν τη δικιά του. Αστείο; Όχι πολύ -όχι μπροστά σε όλη αυτή τη σαρδόνια φάρσα που έχουν στήσει οι Κοέν στην ταινία. Η φράντζα του Άντον είναι το αστείο που προοριζόταν για το εκπαιδευμένο καλά από το Hollywood κοινό τους. Η υπόλοιπη ταινία είναι μία σοπενχαουρική ελεγεία στην «τραγικωμική» ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ένας σερίφης πασχίζει να διασώσει από τα νύχια του αδίστακτου κακοποιού έναν μικροαπατεώνα και την γυναίκα του. Έναν μικροαπατεώνα που όμως με χαρακτηριστική ευκολία οικειοποιήθηκε τα εκατομμύρια που βρήκε σε ένα σκηνικό μακελειού στην έρημο. Μία γυναίκα, καθόλα μέσα στα πρότυπα της γυναίκας η οποία υφίσταται τις συνέπειες από τις «ανδροδουλειές» του βλάχου συζύγου της, η οποία όμως φαίνεται να αποζητά περισσότερο την αποδοχή της κακότροπης μητέρας της από αυτήν του άνδρα της. Εις μάτην. Όλος ο κόπος του σερίφη δεν θα είναι αρκετός για να αποτρέψει τα χειρότερα. Βουτηγμένος μέσα στην ρουτίνα, την σιγουριά ότι ξέρει να διαχωρίζει το κακό από το καλό και την αναδυόμενη αίσθηση ανημπόριας και απογοήτευσης μπροστά στην παντοδυναμία του vicious Υπερανθρώπου των ημερών, ο σερίφης μετράει πτώματα μέσα στην τρύπα του ντόνατ. Ο ακόμη γηραιότερος πατέρας του έχει ήδη συμφιλιωθεί με την αιωνόβια, βαμπιρική νομίζεις, ύπαρξη του Κακού· τόσο που ο ίδιος αποτελεί παρακλάδι μίας φάρας που είναι ταγμένη στην προάσπιση του Καλού. Αποτυγχάνοντας παρόλα αυτά και προτιμώντας να αποσυρθεί στην σπηλιά του Αλή Μπαμπά αδιαφορώντας για τον έξω κόσμο. Πεπεισμένος πως «αυτός ο κόσμος δεν θ' αλλάξει ποτέ». Και προτιμώντας αυτήν ακριβώς την βεβαιότητα από την εξερεύνηση του άλλου στρατοπέδου.
Στο κατόπι του Άντον, που βρίσκεται στο κατόπι του μικροαπατεώνα Llewelyn Moss, ξεχύνεται και ο Carson Wells, ένας μεγαλοαπατεώνας του Καλού. Και βγαίνει από το σκηνικό από τα πρώτα κιόλας βήματά του στα σκαλιά. Η εικόνα του να προπορεύεται στη σκάλα, η εικονοποίηση της ύβρεως αυτού που τοποθετεί τον εαυτό του πάντα ένα βήμα μπροστά από τους άλλους, προάγγελος μόνο κακών είναι. Λίγο αργότερα ο Carson μετριέται σε λίτρα αίματος στην μοκέτα ενός ξενοδοχείου -ενός τόπου που αποτελεί πατρίδα μόνο για κάποιους ξεχασμένους beats. Μέσα από όλο αυτό το κυνηγητό ένα ερώτημα προβάλλει ολοένα και πιο έντονα -ποιος είναι ο Άντον; Αυτός ο κινούμενος όλμος, που ανοίγει κλειδαριές με τον πιο παράξενο τρόπο ever, που τηρεί την αντρίκια υπόσχεσή του στο θήραμά του -σχιζοφρενικά μεταφρασμένη στο μυαλό του, που σέρνει τον θάνατο αργά σε γωνίες και διαδρόμους...
Περίτεχνα καμία πληροφορία γύρω από τη ζωή του Άντον δεν θα μας πουν οι Κοέν. Αφήνοντας πονηρά, και σταδιακά, τους δικούς τους άσσους στην πράσινη τσόχα. Με τελευταίο, και μεγαλειώδη για τη δική μου αισθητική, την συνάντηση του λαβωμένου -από κακορίζικη συγκυρία- ´Αντον με δύο παιδιά στο τέλος της ταινίας. Η προσωποποίηση του «απόλυτου Κακού» (ξερνάω όμως) θα πληρώσει ακριβά ένα πουκάμισο με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Και τα δύο πιτσιρίκια θα διαπληκτιστούν για την μοιρασιά -εκεί, πάνω στα ποδήλατά τους, λίγες στιγμές μετά την παρουσία τους ενώπιον ενός δυστυχήματος. Η θύμηση της τρομακτικής εικόνας ενός τροχαίου θα σβηστεί με λίγα δολλάρια, η φιλία τους εύκολα θα γίνει παζάρι στην αγορά ενός πουκαμίσου, η υπόνοια ότι αυτός που στέκεται ενώπιόν τους κάτι ύποπτο κουβαλά στο λαβωμένο του χέρι καθόλου δεν τους ταλανίζει. Δίνοντας υπόσχεση ότι το «Κακό» δεν θα πάψει ποτέ -και δικαιώνοντας, φαινομενικά, έτσι τον μπαμπά σερίφη.
Γιατί στο βάθος οι Κοέν μειδιούν στον καθρέφτη τους. Χτυπώντας συγκαταβατικά την πλάτη μας και ψιθυρίζοντας πως η απολυτότητα είναι μόνο για τον Λούκυ -το ναρκοπέδιο είναι για αυτούς που όντως θέλουν να μάθουν να ψάχνουν. Μόνο το απόλυτο Κακό, λοιπόν, δεν αντιπροσωπεύει ο Άντον. Το μυστήριό του θα πλανάται αιώνια πια, αποτυπωμένο στην ταινία, και θα ουρλιάζει σε σκοτεινούς διαδρόμους ξενοδοχείων πως για αυτόν δεν υπάρχει Καλό και Κακό. Υπάρχει ένας κώδικας τιμής. Που, πρόσεξε, αν σε βρει ενάντιο θα σε βρει να υπερασπίζεσαι έναν μικροαπατεώνα, έναν βλάκα, έναν παραιτημένο και την υπόνοια της μελλοντικής προδοσίας. Πιάσε μετά από αυτά τον άσσο που πέταξαν οι Κοέν και αναλογίσου αν είναι καλύτερη μία παρτίδα με τους Ντάλτον ή να χαζεύεις τον Ραν Ταν Πλαν να κυνηγά την ουρά του ξεφτιλίζοντας κάθε έννοια χρήσιμου στο αφεντικό σκύλου.
Update: Οι φίλοι μπορούν να επικοινωνούν με μυστήριους τρόπους καμιά φορά. Έτσι, με τον αγαπημένο μου Ηλία ανεβάσαμε την ίδια μέρα τα κείμενά μας για την ταινία -τυχαία. Σας συνιστώ να πάτε από εκεί. Γιατί, σε αυτό το ιδιότυπο ηλεκτρονικό αλισβερίσι, η ματιά του Ηλία προσθέτει χρυσό στο σεντούκι μας. Respect man.
Subscribe to:
Posts (Atom)