Thursday, 21 May 2009

Το "θέμα"

Η Bruce Lee (ήτοι η γηραιά, κοτσωνάτη θυρωρός) μου χτύπησε την πόρτα εξόφθαλμα νωρίς για την καθιερωμένη από καιρό ρουτίνα της. Της άνοιξα αγκαλιά με τον πρωινό μου καφέ, ταλανιζόμενη ανάμεσα στον από ώρα αποκαμωμένο εφιάλτη μου και τον εφιάλτη των πρωινών “ενημερωτικών” εκπομπών, έτοιμη να διαμαρτυρηθώ για το νεαρό της επίσκεψης. Το θέαμα, όμως, που αντίκρυσα δεν ήτο διόλου πρόσφορο για πρωινές παρατηρήσεις. Τα αυλάκια στο πρόσωπό της είχαν πλημμυρίσει ιδρώτα, η ίδια έδειχνε πιο κίτρινη από τον συνονόματο ευφημισμό της κι η ανάσα της μαρτυρούσε αγωνιώδη προσπάθεια. Αυτή τη φορά είχα ένα γράμμα. Μόνο. Χωρίς λογαριασμούς. Αναστέναξα με ανακούφιση. Δεν κατάφερα, όμως, να αντισταθώ στον πειρασμό. Τα υπερδιογκωμένα πίσω από τους φακούς μάτια της με εκλιπαρούσαν να ρωτήσω.

“Είστε καλά; Θέλετε να κάτσετε λίγο;” Όχι, μου απάντησε σε ένα κλίμα συστολής και αγωνίας για το, προσωρινά αφύλακτο, πόστο της. Έπρεπε, εντούτοις, να με ενημερώσει για τις εξελίξεις. Θα είχε σημάνει τον συναγερμό σε άλλη περίπτωση αλλά σκέφτηκε πως είχε να λειτουργήσει από το 1970 και πιθανώς θα προκαλούσε ηλεκτρική βλάβη στο κτήριο. Η κατάσταση έχει ως εξής: η γρίπη των χοίρων έφτασε στην χώρα μας. Μην τα σκαλίζεις πώς και γιατί, το μοιραίο συνέβη. Έσκασε μύτη μεσούντος του Μαγιού και τώρα πρέπει να λάβουμε τα μέτρα μας. Ήδη ο πρώτος ασθενής νοσηλεύεται. Απόρησα με το οργανωτικό της πνεύμα, ειδικά αφού συνειδητοποίησα πως μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει ποτέ να οργανώσει τον καθαρισμό της σκάλας, αλλά έδειξα ενδιαφέρον στρίβοντας το πρωινό μου τσιγάρο. Στραβομουτσούνιασε όταν ο καπνός γαργάλησε τα μισοπεθαμένα ρουθούνια της αλλά συνέχισε ακάθεκτη: πρέπει να εμβολιαστούμε προκαταβολικά στην πολυκατοικία, τόσοι νοματαίοι ένας να πουντιάσει θα πεθάνουμε όλοι, και κομμένα τα άσκοπα σούρτα-φέρτα στους διαδρόμους -κομμένα και τα χοιρινά φιλετάκια με σως κρασιού, απόρησα, αλλά έσπευσε να με ενημερώσει ότι το καρατομημένο χοιρινό δεν είναι επικίνδυνο, για το κρασί δεν ήξερε σίγουρα- και στην χειρότερη, αν υπάρξει κάποια εξέλιξη με το “θέμα” (πόσο λατρεύω τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν την συγκαλυμμένη ονομασία “θέμα” για μια κατάσταση που τους ντροπιάζει ή τους δυσκολεύει) θα πρέπει να συγκληθεί έκτακτη συνέλευση της πολυκατοικίας.

“Τι μου λέτε, ώστε η κατάσταση είναι τόσο σοβαρή;”, αντέτεινα προσπαθώντας να δείχνω τρομοκρατημένη απολαμβάνοντας το πρωινό μου σπιτίσιο φρεντάκι.
“Είναι!! Και παραείναι μάλιστα! Στο Μεξικό που δεν πρόσεξαν είδες τι έπαθαν, ο ένας κόλλαγε τον άλλον, παρ'τους κάτω όλους!!!! Λοιπόν, εγώ ενημέρωσα, ο καθένας τώρα ας κάνει ό,τι μπορεί... Και περιόρισε λίγο τα πηγαινέλα με το μετρό, σε βλέπω και πιάνεται η ψυχή μου. Άσε που είναι και κουραστικό το μετρό. Να παίρνεις το αμαξάκι σου. Τι το 'χεις και κάθεται;”
“Κυρία Bruce Lee μου, δεν είναι πράματα τώρα αυτά, το αυτοκίνητο μολύνει, αφήστε που δεν εξυπηρετεί κιόλας με τόση κίνηση...”
“Καλά, κάμε πώς θα κάμεις τώρα μ' αυτό μέχρι να δούμε πώς θα εξελιχθεί το θέμα κι άμα ασφαλίσουμε την Αθήνα από τον ιό ξαναπαίρνεις το μετρό.”
“Μάλιστα, έχετε κι εσείς τα δίκια σας... Είναι θέμα επιβίωσης...”
“Τώρα μιλάς λογικά. Λοιπόν, πάω στο θυρωρείο. Αν πέσει κάτι στην αντίληψή σου να με ενημερώσεις ΑΜΕΣΩΣ. Ξέρεις πού να χτυπήσεις.” Χαιρετηθήκαμε πάνω στην ώρα που έσβηνα το τσιγάρο μου. Χαμογέλασα. Να μοιράζεσαι το πρωινό σου τσιγάρο με απολαυστική παρέα, αυτό είναι ευτυχία.

Πήρα στα χέρια μου το γράμμα. Αγχώθηκα. Η Action Aid. Ρε πούστη, να δεις πάλι θα ξέχασα τη συνδρομή μου... Σκίζω τον φάκελο σαν βρεγμένη γάτα, γαμώ την υπευθυνότητά μου, θες να υιοθετήσεις και παιδί στην άλλη άκρη του κόσμου, πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου τα σκασμένα από αφυδάτωση χείλια της Sundas... Άκυρο. False alarm. Αναστενάζω. Διαβάζω. Η κυβέρνηση της Ζιμπάμπουε έχει ανακοινώσει πάνω από 4.000 νεκρούς και πάνω από 90.000 μολυσμένους με τον ιό. Όχι AIDS. Κάτι χειρότερο. (Ναι, υπάρχει και χειρότερο τηλεορασόπληκτε.) Χολέρα. Πάω παρακάτω. Αυτά είναι μόνο οι επίσημοι αριθμοί. (Οι λογικοί άνθρωποι, από αυτή τη φράση, καταλαβαίνουμε πως στην πραγματικότητα μιλάμε για χιλιάδες παραπάνω θύματα.) Η κυβέρνηση της Ζιμπάμπουε φοβάται πως τα κρούσματα και τα θύματα θα αυξηθούν ραγδαία το επόμενο διάστημα εξαιτίας των πολλών βροχοπτώσεων που είναι χαρακτηριστικές αυτής της περιόδου. Σκατά. Το δεύτερο τσιγάρο δεν θα είναι καθόλου χαρούμενο.

Την οθόνη διέσχιζαν τίτλοι: “επιβεβαιωμένο το πρώτο κρούσμα της γρίπης Α στην Ελλάδα”, “ψυχραιμία συνιστούν οι αρμόδιες αρχές”, “πρόσθετα μέτρα ανακοίνωσε ο υπουργός υγείας”, “ο Μάκης το ήξερε πριν από τα γουρούνια”, “αποδείξεις και στην ιατρική”, “Ελλάδα, έχεις γρίπη”, “Γριπιασμένοι Μαζί: μην χάσετε το ολοκαίνουριο επεισόδιο απόψε” και άλλα τέτοια... Πνίγομαι, μαλάκα Έλληνα. Μ' ακούς; Κι εσύ, μαλάκα Ευρωπαίε; Μ' ακούς; Φτερνίζεσαι νοερά και πανικοβάλλεται ο ντουνιάς και λίγο πιο κάτω πεθαίνουν μιλλούνια οι άνθρωποι κι ούτε που ενδιαφέρεσαι να ακούσεις. Άκου, λοιπόν. Άκου αριθμούς κι όχι αστροπροβλέψεις και μαντείες. Τρόμαξε αν θες, αλλά καλύτερα συγκλονίσου από την πραγματικότητα. Κι αν μπορείς, έστω για λίγο, κουνήσου από το κέντρο του κόσμου που έτσι άσκοπα έχεις καταλάβει.

Λίγο μετά το κουδούνι ξαναχτύπησε. Τούτη τη φορά τρις, πνιγμένο στην αγωνία. Η Bruce Lee χτύπησε την πόρτα με την γροθιά της. “Άνοιξέ μου γρήγορα!! Είναι ανάγκη!” Της άνοιξα έτοιμη για καυγά. “Ερευνάται και δεύτερο ύποπτο δείγμα. Το θέμα δεν σηκώνει άλλη καθυστέρηση.”

Μπορείτε να επικοινωνήσετε με την Action Aid για το "θέμα" στο 210 9212321 ή στο email info.hellas@actionaid.org. Ασφαλώς, είμαι σίγουρη δηλαδή, κι άλλες οργανώσεις θα έχουν επιληφθεί. Του "θέματος".

Thursday, 7 May 2009

Η θλιμμένη μπαλάντα του Willy

Έτσι μονάχος πέθανε ένα δεκεμβριάτικο δείλι
ο Willy.
Μισός άνθρωπος, μισός κήτος
ο Willy.

Νιος εικοσιέξι ετών, μα δίχως του έρωτα τη χάρη
ο Willy.
Στερνή ανάσα, μετρά με βια, ποτέ του μια αποκοτιά
ο Willy.

Λοξή ματιά μες στου νερού το είδωλο, ο νάρκισσος
ο Willy.
Σαλτιμπάγκος ολκής, χαμογελά ανθρώπινα εκτοξευόμενος
ο Willy.

Απόκληρος, ανίκανος και διόλου ρισκαδόρος
ο Willy.
Μετεωρίζεται μονάχος στης επιφάνειας τον αφρό
ο Willy.

Αλί του!, μόνο αν βούταγε βαθιά
ο Willy.
Μ' αυτός κοιτά περίλυπος το χέρι που του λείπει
ο Willy.

Ως άλλος Χριστός επιπλέει προσμένοντας πιστούς
ο Willy.
Μ' απόγνωση αποζητά χειροκρότημα στερνό
ο Willy.

“Ανάθεμα τη μοίρα μου”, μοιρολογάει off camera
ο Willy.
“Ελευθερία ή θάνατος”, αποφαίνεται επιπλέων
ο Willy.

Κι είναι τούτη μια μπαλάντα θλιμμένη
του Willy.
Που στα δεσμά του πέθανε μελαγχολώντας
ένα δεκεμβριάτικο δείλι.

Wednesday, 21 January 2009

Σε χρόνο Present Simple

Ήταν εικοσιτεσσάρων χρονών όταν την ερωτεύτηκε. Εικοσιτεσσάρων και τελειόφοιτος της ιατρικής. Κι εκείνη τον ίδιο. Εικοσιτεσσάρων, ερωτευμένη μαζί του και τελειόφοιτος της ιατρικής. Συνέβη ένα βράδυ θολό από φτηνό κρασί ταβέρνας. Μοιράστηκαν το τελευταίο μπιφτέκι. Φτωχαδάκια, φοιτηταριό του συρμού, στοίβες με μπιφτέκια ο ορισμός της ευτυχίας και μοίρασμα εφημερίδων πόρτα-πόρτα τις Κυριακές. Ωραία ήταν. Πνιγόσουν με το μπιφτέκι και μισή ώρα αργότερα ήσουν ερωτευμένος. Είχε και πολλά “θα” το τότε. Θα γινόταν καρδιολόγος, θα παντρευόταν τον έρωτα της ζωής του, θα έκανε παιδιά, θα αγόραζε ένα αυτοκίνητο να πηγαίνουν εκδρομές και ένα σπίτι στα προάστια. Το τελευταίο ήταν εξαιρετικής σημασίας. Τα παιδιά του δεν θα κλείνονταν σε ένα διαμέρισμα. Θα τα μάθαινε να ξεχωρίζουν τα δέντρα από το φύλλωμά τους, τα πουλιά από την ουρά ή τα χρώματά τους, ποδόσφαιρο σε χώμα και ποδήλατο χωρίς βοηθητικές με την πρώτη ευκαιρία. Θα τα μάθαινε και τα τραγούδια του '60 και του '70. Θα ήταν λίγο πασέ μέχρι να μεγαλώσουν αλλά θα παρέμεναν σημαντικά.

Μετά ήρθε η κόρη τους. Και μετά ο γάμος. Under control όλα. Λίγο ανάποδα, αλλά, όλα υπό έλεγχο. Μετά ήρθε ο γιος τους. Και μετά ο άλλος τους γιος. Το σπίτι ήταν με νοίκι. Αλλά ήταν στα προάστια. Και το αυτοκίνητο εντάξει. Under control όλα. Μετά περικοπές. Δηλαδή, απολύθηκε. Όλα τα μαθηματικά του κόσμου δεν ήταν άξια να επαληθεύσουν την εξίσωση. Μπαλέτο της μικρής + αγγλικά της μικρής + γαλλικά της μικρής + ποδόσφαιρο του μεγάλου + βρεφονηπιακός του μικρού + πάνες + ρούχα + παπούτσια + βιβλία + φαγητό + νοίκι > έσοδα. Γύρισε στο νησί του. Άνοιξε ένα ιατρείο, πήρε με δάνειο τα πρώτα του όργανα, τα τοποθετούσε με ευλάβεια στη βάση τους μετά από κάθε εξέταση και άφηνε την εξώπορτα του ιατρείου ανοιχτή, κρυφοκοιτάζοντας αραιά και πού τις σκάλες μήπως ανεβαίνει κανένας ασθενής βαρυγκομώντας. Εκείνη διακόσμησε τους τοίχους του ιατρείου με πίνακες σαπιοκάραβων και φουρτούνων, τις γωνίες με πεθαμένα άνθη σε καλάθια και την ψυχή της με απόρριψη και πίκρα.

Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο έπαιρνε το αεροπλάνο και προσγειωνόταν στο προάστιο. Under control. Μεγάλωναν και δεν τους έλειπε τίποτα. Εκτός από τον μπαμπά τους. Κατά τα άλλα, όμως, η ανατροφή τους ήταν σε πολύ καλό δρόμο. Όλο και κάποια θέση θα άνοιγε στο νοσοκομείο του νησιού, θα μετακόμιζαν όλοι μαζί σε ένα σπίτι στην χώρα και θα συνέχιζαν από εκεί που είχαν μείνει. Τα παιδιά θα μεγάλωναν ακόμη. Η μικρή θα κατέληγε καλλιτέχνης. Φως φανάρι. Τρελαινόταν να μαθαίνει τραγούδια του '60, είχε ξετρυπώσει μόνη της κάτι θαμμένα ρεμπέτικα σε παλιές κασετίνες, λάτρευε το μπαλέτο και τα βράδια -Χριστό να την έκανες, δεν τα κατάφερνες- προτιμούσε να βλέπει μαζί του ταινίες αντί να κοιμάται. Ιδιαίτερη αδυναμία στον Μπέργκμαν. Δηλαδή, φως φανάρι. Μπορεί να γινόταν ηθοποιός. Ή χορεύτρια. Ή σκηνοθέτης. Ή συγγραφέας. Ο μεγάλος θα γινόταν σίγουρα επιστήμονας. Μάθαινε τα φάλτσα στα σουτ με επιστημονική πρόοδο, τρελαινόταν να παίζει με χάρακες και μοιρογνωμόνια και τα απογεύματα διάβαζε κρυμμένος σε μία γωνία του δωματίου λήμματα της εγκυκλοπαίδειας. Σε ένα χρόνο τελείωσε δύο εγκυκλοπαίδειες. Ο μικρός ακόμη πάλευε με ακατανόητους φθόγγους και σάλια. Ας γινόταν κι αυτός ό,τι ήθελε. Σημασία είχε να του δείχνει ότι τον αγαπά. Διάολε, έπρεπε, αλλιώς δεν θα συνδύαζε τη φάτσα του με τη λέξη “μπαμπά”. Τον σούφρωνε από την κούνια και του ψιθύριζε συνωμοτικά στο αυτί: “μπα-μπα”. Κάθε φορά ήταν σίγουρος πως διέκρινε έξτρα σάλιο στην άκρη των χειλιών του. Χαμογελούσε ευτυχισμένος. Under control όλα.

Του άρεσε να μαζεύει πεταλίδες, να κατσιδιάζει χαρτοπετσέτες στις τσέπες του και να χαζεύει παλιές φωτογραφίες. Πενηνταδύο χρονών. Πατέρας. Ζωντοχήρος. Χάλια λέξη η τελευταία. Δεν ήθελε ούτε να την σκέφτεται. Διαζευγμένος. Όπως και να το πεις, χάλια είναι. Καρδιολόγος. Του άρεσε να χαζεύει καρδιογραφήματα, να τα μαζεύει σε μασούρια και μετά να τα καταχωνιάζει σε συρτάρια. Τεθλασμένες γραμμές, πληγωμένες καρδιές, στενώσεις στεφανιαίων και εγκεφάλων. Είχε βαρεθεί να το λέει. Το τσιγάρο κάνει κακό στην υγεία. Το ίδιο και τα λίπη. Δεν ήταν αρκετό. Χρειαζόταν κάτι άλλο για να το καταλάβουν. Ένα έμφραγμα. Ή, ίσως, το να γίνονταν ξανά εικοσιπέντε χρονών και να ερωτεύονταν. Στα εικοσιπέντε είναι ωραίο. Κάνει τα καρδιογραφήματα λίγο πιο περιπετειώδη και τις ταχυκαρδίες πιο ερωτικές. Ταχυκαρδία μετά το σεξ... Υγιεινά πράγματα. Του άρεσαν τα υγιεινά. Έτρωγε ελαφρά, απέφευγε το πολύ λάδι και αλάτι, ξεσκόνιζε λεπτομερώς τον μοναδικό κουραμπιέ που έτρωγε κάθε Χριστούγεννα, περπατούσε τουλάχιστον μισή ώρα την ημέρα με βήμα ταχύ και συνόδευε τα γεύματά του με ένα ποτήρι κρασί βιολογικής παραγωγής. Πλέον είχε και χρόνο. Τα δεκατετράωρα δουλειάς είχαν από καιρό ελαττωθεί σημαντικά. Τα απογεύματα της Τετάρτης έβγαινε για να βγάλει φωτογραφίες και να πάει στα χωράφια του. Κάθε Τρίτη βράδυ σινεμά. Παρασκευές με τους λίγους φίλους που είχε αποκτήσει. Αδελφικοί φίλοι, όμως. Τις Δευτέρες τα μεσημέρια, ανάμεσα σε τεστ κοπώσεως και συνταγογραφήσεις του Δημοσίου, έκανε αγγλικά. Με την κυρία Betty. Αγγλίδα εκ Λονδίνου. Βέρα Αγγλίδα, δηλαδή. Την Κυριακή το απόγευμα έκανε το homework.

Στα σκούρα έπαιρνε την κόρη του. “Δεν καταλαβαίνω... Λέει εδωπέρα: when I was young I ...... a lot. Το ρήμα που είναι στην παρένθεση θα το βάλω σε Past Simple ή σε Past Continuous;” Του έλεγε ότι από την προφορά του δεν είχε καταλάβει γρι τι την ρωτούσε και λύνονταν στα γέλια. Μετά του εξηγούσε τις διαφορές. Τα ίδια και με τον Present Perfect Continuous και τον Past Perfect Continuous. Ασύλληπτοι χρόνοι. Εξωπραγματικοί. “Μα, επιτέλους βρε μπαμπά, υπάρχει κάποιος χρόνος που σου αρέσει στα αγγλικά;” “Οτιδήποτε σε Present.” Ή μάλλον όχι. Μόνο ο Present Simple. O Present Simple είναι φανταστικός. Για την ακρίβεια, για αυτόν είναι ο καλύτερος χρόνος που υπάρχει σε όλες τις γλώσσες.

Είναι Κυριακή απόγευμα. Homework: Describe what you did yesterday. Γράφει με στυλό:

“I am 52 years old and I live alone. I have three children, one daughter and two sons. My daughter is a film director and in love. Her heart beats fast everytime I examine it. Both my sons are students at the university. I like to take pictures, cook, read, work, visit my children once every month, drink espresso with my friends, make my own wine, listen to music (especially rembetika), watch the rain, learn new recipes, save lives, learn English and watch movies. I don't like to make plans, I don't like the word “divorced”, I don't like to live in the past and I don't like people that only like money. But I am O.K. Everything is under control. Because life is a Present. Simple.”


Σ' αυτούς που κι αν κάνουν λάθη μαθαίνουν να ζουν με αυτά. Σ' αυτούς που αγαπάνε τους άλλους και για τα λάθη τους.

Tuesday, 13 January 2009

Η ηθική των άνισων αποστάσεων

Ας υποθέσουμε ότι τρεις χιλιάδες χρόνια πριν, δύο πόρνες αποδέχονταν την πρόταση ενός βασιλιά και καρατομούσαν ένα μωρό σε δύο ίσα κομμάτια. Σε αυτήν την περίπτωση δύο είναι, πιθανώς, οι προεκτάσεις του συμβάντος στο σήμερα: α) ο Σολομώντας δεν θα θεωρούταν και τόσο σαΐνι. β) Θα κυκλοφορούσαν στην αγορά και καρότσια half-size. Το ότι τελικά η μία από τις δύο πόρνες επέδειξε περίσσευμα συναισθήματος (ή λογικής, αν προτιμάτε) θα έπρεπε να μας διδάσκει, ακόμη και σήμερα, ότι σε ζητήματα σοβαρά δεν υπάρχει η προοπτική των ίσων αποστάσεων. Μία προοπτική που στις μέρες μας όχι απλώς τυγχάνει φαρισαϊκής αποδοχής από την συντριπτική πλειοψηφία των (δυτικών και δυτικίζοντων;) κρατών αλλά έχει αναχθεί σε απόδειξη μέγιστης πολιτικής και διπλωματικής απόδοσης. Ας παρακάμψουμε, λοιπόν, το προσχηματικό των ίσων αποστάσεων στις περισσότερες των περιπτώσεων και ας ξαπλώσουμε στο τραπέζι μερικά παχουλά μωράκια των καιρών...

Πρώτο και καλύτερο, καθότι τον τελευταίο καιρό κλαίει ακατάπαυστα, το Παλαιστινιακό. Οι ίσες αποστάσεις, κατ' αρχάς, θα επέβαλλαν να ονομάζεται "Παλαιστινιακό-Ισραηλινό ζήτημα". Αλλά επειδή οι Ισραηλινοί έχουν μόνο οικονομικής-πολιτικής φύσεως “ζητήματα” με τη Δύση θα ήταν αυτοκτονία να συμπεριλαμβάνεται η ονομασία του κράτους τους στην ατζέντα με τα “ζητήματα” που ζητούν επίλυση (δηλαδή, κακά σπυριά που φύτρωσαν στον κώλο της Δύσης την ώρα που έχεζε). Οι ίσες αποστάσεις επέβαλαν, κατά το τελευταίο δεκαπενθήμερο των Ισραηλινών επιθέσεων, στον Ο.Η.Ε. να καταστρώσει σχέδιο ειρήνευσης αφού πρώτα είχαν βγει από τη μέση καμιά χιλιάρα Παλαιστίνιοι (επίσημα), στις Η.Π.Α. να μην συμμετέχουν στην διαδικασία ψηφοφορίας και στους Τσέχους, που κατά τα άλλα χρησιμεύουν μόνο ως άλλοθι μιας ισχυρής Ευρώπης και ως χωματερή της ίδιας ανίσχυρης Ευρώπης, να ονοματίζουν τις πράξεις γενοκτονίας, τα εγκλήματα πολέμου και τις εκκαθαρίσεις πληθυσμών από πλευράς Ισραηλινών “άμυνα”. Τα ανωτέρω παράδοξα μας οδηγούν στο λογικό συμπέρασμα ότι ακόμη και οι “επαγγελματίες” της πολιτικής των ίσων αποστάσεων αδυνατούν να τις τηρήσουν. Συνεπώς, κάθε πρόσχημα καταρρέει και μπορώ κι εγώ να σφάξω το μωράκι στα σημεία που θέλω. Συνελόντι ειπείν, στο δικό μου “ερασιτεχνικό” μυαλό τα υπόγεια τούνελ, οι ρουκέτες της Χαμάς και οι επιθέσεις αυτοκτονίας δεν ζυγοσταθμίζουν ούτε κατά διάνοια τα κατά συρροήν εγκλήματα του Ισραήλ στον κάτι παραπάνω από μισό αιώνα ύπαρξής του (με κυριότερο έγκλημα, βέβαια, την ίδια τη σύστασή του στο συγκεκριμένο σημείο). Δεν θα με πείσετε ποτέ (ούτε και μερικά εκατομμύρια ακόμη ανθρώπων) ότι θα πρέπει να λυπάμαι το ίδιο (τι θα πει, αλήθεια, “το ίδιο”;) για έναν νεκρό Ισραηλινό στρατιώτη και εκατοντάδες (βάλε χιλιάδες καλύτερα τα τελευταία χρόνια) νεκρά παιδιά και μανάδες στην Παλαιστίνη. Ένα το κρατούμενο.

Το δεύτερο μωρό που θα καρατομήσουμε σήμερα ονομάζεται “κρατική βία”. Το μωρό αυτό πάσχει ήδη από "παιδική" παχυσαρκία καθότι ζυγίζει πολλά παραπανίσια κιλά μαλακίας. Οι ίσες αποστάσεις θα επέβαλλαν για κάθε τραυματισμένο διαδηλωτή να τιμωρείται κι από ένα (τουλάχιστον) όργανο της τάξης (πραγματικά, κάθε φορά που πληκτρολογώ “όργανο της τάξης” μου 'ρχεται να πεθάνω στα γέλια). Οι ίσες αποστάσεις θα επέβαλλαν για κάθε πορεία που λαμβάνει δυσάρεστες διαστάσεις να ξεκουμπίζονταν από τις θέσεις τους καμιά δεκαριά ιθύνοντες. Επειδή, όμως, αν όλα αυτά συνέβαιναν οι μυστικές υπηρεσίες, οι Πρετεντεραίοι και οι Καρατζαφέρηδες θα είχαν “θέματα”, οι “ίσες” αποστάσεις εξισώνονται λίγο παραπάνω. Καθότι επομένως οι “επαγγελματίες” της κρατικής βίας (μισθοφορικά όργανα της τάξης [μουαχαχαχαχα], δημοσιογράφοι και πολιτικοί) αδυνατούν να τηρήσουν ίσες αποστάσεις μπορώ κι εγώ να χάσω λίγο στο μέτρημα. Με πρόχειρους υπολογισμούς, λοιπόν, όχι, η εξίσωση που επιβάλλει ότι οι ξυλοδαρμοί και τα βασανιστήρια διαδηλωτών, οι αναίτιες συλλήψεις πολιτών, ο τραμπουκισμός ως δεύτερη φύση του οργάνου της τάξης (μουαχαχα) και οι νεκροί πολίτες είναι ίσης αξίας και σημασίας με μερικές μολότωφ έξω από αστυνομικά τμήματα, τα γαμοσταυρίδια που (δεν) ακούνε οι αστυνομικοί και τα ΜΑΤ στις πορείες και τις σφαίρες που δέχθηκαν από μία τρομοκρατική οργάνωση (;) δεν επαληθεύεται. Συνεπώς, κύριοι διατηρώ ακέραιο το δικαίωμά μου να βάλω το σημάδι της ανίσωσης στα συναισθήματά μου όταν σκέφτομαι τον Αλέξη και τον “κίνδυνο” που διατρέχετε όλοι εσείς στις περιπολίες σας. Μπορώ να λυπάμαι ή να οργίζομαι πολύ περισσότερο με τα βασανιστήρια, το ξύλο και την καταπάτηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υφίστανται από εσάς πολίτες, παιδιά και αλλοδαποί παρά με τις επιθέσεις που δέχεστε στα τμήματα που υπηρετείτε ή στα περιπολικά σας. Δύο τα κρατούμενα.

Το τρίτο μωρό μας ονομάζεται “οικονομική κρίση”. Θα πρέπει να σας ενημερώσω εδώ ότι το συγκεκριμένο ήρθε στον κόσμο πάσχοντας από ανίατες παθήσεις καθώς και από μία φοβερή παραμόρφωση στο πρόσωπο η οποία οφείλεται στον μαιευτήρα γυναικολόγο. (Το όνομά του για τυχόν καταγγελίες είναι “καπιταλισμός”.) Μας πιάνει κρίση που λέτε, πού μας πονεί και πού μας σφάζει, μας έχει ξετινάξει συντρόφια. Μας προετοίμαζαν, βέβαια, από καιρό τα συνεννοημένα Μ.Μ.Ε.
· να και τα θέματα για την ακρίβεια, να και τα αφιερώματα στα δάνεια, από κει και τα ψιλολόγια για το δημόσιο έλλειμμα. Σήμερα, λοιπόν, καλούμαστε όλοι να πληρώσουμε τα σπασμένα ενός συστηματικά υποβοηθούμενου αμερικανικού ονείρου και μιας χούφτας επικίνδυνων golden boys με πτυχία σε ακριβές κορνίζες. Η πολιτική των ίσων αποστάσεων θα επέβαλλε στις κυβερνήσεις, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στην πλειάδα των διεθνών οργανισμών να μεριμνούν με την ίδια προσοχή τόσο για τους οικονομικά ισχυρούς όσο και για τους οικονομικά ασθενέστερους. Θα έπρεπε να πρυτανεύει η λογική της ανάλογης περικοπής οικονομικών απολαβών από όλους τους συμμετέχοντες στις παραγωγικές διαδικασίες κι όχι τις απολύσεις εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων. Θα ήταν δε δεδομένο ότι η λογική της διαρκώς αυξανόμενης κερδοφορίας δεν συνάδει με μία παγκόσμια οικονομική κρίση και άρα καμία απόλυση δεν θα έπρεπε να θεωρείται νόμιμη εφόσον μία εταιρία δεν παρουσιάζει αρνητικό απολογισμό. Καθότι τίποτα από αυτά δεν ισχύει, για ακόμη μία φορά θα πάρω την πρωτοβουλία και τη χαντζάρα και θα σφάξω αυτό το μωρό εκεί που θέλω. Γιατί δεν μου λέει μία το δράμα της General Electrics και της BMW μπροστά στο δράμα της γιαγιάς του διπλανού διαμερίσματος. Γιατί δεν μου λέει απολύτως τίποτα η τρομοκρατία που μεθοδεύεται μέσω των media και ασκείται μέσω εκβιαστικών πολιτικών μπροστά στην προοπτική της ολοκληρωτικής κατάρρευσής ενός σάπιου συστήματος (ακόμη κι αν για να συμβεί αυτό θα πρέπει να πάρει κι εμάς η μπάλα, το αντίτιμο αξίζει). Αν θα το βρει από το χέρι του πεινασμένου Ινδού ή από τον άυπνο εργάτη του εξηνταπεντάωρου που ονειρεύεται ότι θα κατασκευάσει, δεν το γνωρίζω. Τρία τα κρατούμενα.

Και τώρα, η ώρα της σούμας.
α) Απέναντι στις “πολιτικές των ίσων αποστάσεων” προβάλλει ολοένα και πιο έντονα η ανάγκη της “ηθικής των άνισων αποστάσεων”. Δεν είναι απλά ζήτημα τιμής και εντιμότητας. Είναι ζήτημα διατήρησης της ανθρωπιάς μας.
β) Το δίκαιο και το άδικο δεν γίνεται να μοιράζεται εξίσου ανάμεσα σε αυτούς που (κατα)δυναστεύουν και αυτούς που δυναστεύονται. Γιατί οι πρώτοι είναι αυτοί που καθορίζουν, σχεδιάζουν, επιβλέπουν και επιβάλλουν το δικό τους δίκαιο (αν η πουτάνα η Αναγέννηση δεν μας είχε κληροδοτήσει την άκριτη λατρεία για τον Πλάτωνα αυτά θα θεωρούνταν στοιχειώδεις διαπιστώσεις).
γ) Οι πολιτικές των ίσων αποστάσεων είναι αυτές που έχουν εδραιώσει την παγκόσμια αδικία. Μόνο που οι διεκπεραιωτές τους δεν έχουν καταλάβει ότι στον πραγματικό κόσμο, που συνεχίζει να κινείται στη σκιά τους, αυτό μπορεί να μεταφραστεί μόνο σε παγκόσμια αναρχία. Με ό,τι αποτελέσματα θα έχει και αυτή.

Monday, 8 December 2008

Πρόοδος



Ποτέ στο παρελθόν μία τόσο συντηρητική κυβέρνηση δεν κατάφερε να εδραιώσει την αναρχία τόσο σύντομα και τόσο επιτυχημένα.




Sunday, 13 July 2008

Ο Θεός είναι μετανάστης (συνέντευξη με τον Yotuel Romero των Orishas)

Νοέμβριος του 2004. Ασφυκτιώ μέσα στο μάλλινο ζιβάγκο μου και τα 20 τετραγωνικά του αγγλικού apartment. Οι αποδράσεις μου έχουν τετράγωνο σχήμα και διπλά τζάμια. Έτσι μόνο αποδράς στην Βρετανία, μέσα από παράθυρα φτιαγμένα να σε κρατάνε εντός αλλά να σε κάνουν να ονειρεύεσαι εκτός. Στο Coundon βρέχει στάλες απελπισίας. Στην Gosford Street η ιτιά τινάζει τις σταγόνες από πάνω της, μία κάμερα καταγράφει έναν σκίουρο που διασχίζει τον δρόμο τρέχοντας και μία Jaguar παρκάρει στη συνηθισμένη της θέση. Στο κλειστοφοβικό apartment μονομιάς βγαίνει ήλιος. Βρίσκομαι στο καταφύγιό μου στην Κέρκυρα, στην παραλία των τριών χιλιομέτρων και του κανενός ανθρώπου, φυσάει μαΐστρος κι εγώ ακούω το «Mujer» των Orishas. God save BBC2. Η συνέχεια της απόδρασης εξαρτάται από το bandwidth. «Download complete in 1' και 40”». Ο Βραζιλιάνος Menezes δολοφονείται εν ψυχρώ από τις βρετανικές αρχές γιατί μοιάζει με βομβιστή, ο Tony υπερασπίζεται το δικαίωμα των Βρετανών να διατηρούν την βρετανική σημαία ψηλά, αμόλυντη από προσμίξεις ανεπιθύμητων μεταναστών, και στο σκληρό μου δίσκο το «Emigrante» φορτώνει ξανά και ξανά, διαχέεται από το τύμπανο στις φλέβες μου. No te preocupes, αδελφέ, είμαστε όλοι emigrantes στον κόσμο τούτο...

9 Ιουλίου του 2008. Ιδρώνω κάτω από ένα άρρωστο πεύκο, ανοίγω το χαρτιά μου, δοκιμάζω αν το στυλό μου γράφει και τσεκάρω για έβδομη φορά ότι το κινητό μου έχει φουλ σήμα. Δεν θέλω να την κάνω αυτήν την συνέντευξη. Όχι έτσι. Στο μυαλό μου ο Yotuel κι εγώ καθόμαστε στην παραλία στην Κέρκυρα, του δείχνω τους πελαργούς που βουτάνε νωχελικά τα κεφάλια τους στα νερά της λίμνης πίσω μας, κατεβάζουμε λαίμαργα γουλιές παγωμένης τσιτσιμπύρας και συζητάμε μέχρι ο ήλιος να βουτήξει μπροστά στα μάτια μας. «Ms I.D.? Are you ready for the interview?» Απαντάω ναι, βγάζω το καπάκι από το στυλό και νιώθω το στομάχι μου να γίνεται χίλια κομμάτια στο σώμα μου. «You have got twenty minutes.» «Twenty να είναι οι ώρες σου», ανταποδίδω εσωτερικά.

«Hola! Soy Industrial Daisies pero no hablo espanol», δηλώνω αντιφατικά στον Yotuel. «No problem, how are you?», μου απαντάει σε μια γλώσσα που μοιάζει με αγγλικά αλλά δεν παίρνω και όρκο. Ξοδεύουμε τα πρώτα λεπτά απολογούμενοι για την γλωσσική μας ανεπάρκεια, προσαρμοζόμαστε ο ένας στην προφορά του άλλου. Ο Yotuel είναι στην Μαδρίτη κι εγώ στην Αθήνα. Μας χωρίζουν 2.500 χιλιόμετρα και μας ενώνει η μουσική. Σε λίγες ημέρες οι Orishas θα παίζουν την μουσική τους λίγα χιλιόμετρα από το σπίτι μου κι από κάτω ο κόσμος θα ραπάρει, θα χορεύει salsa, θα τραγουδά, θα υψώνει γροθιές... Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια από τον προηγούμενο δίσκο των Orishas, «El kilo». «Στον δρόμο τα περάσαμε αυτά τα χρόνια. Παίξαμε σε όλη την Λατινική Αμερική, την Ευρώπη, την Αυστραλία...» Ψάχνει να θυμηθεί συγκεκριμένους τόπους, συγκεκριμένα πρόσωπα, σαν να προσπαθεί να ξετυλίξει τον μίτο που θα τον ταξιδέψει σε αυτά τα τρία τελευταία χρόνια και θα τον φέρει στο σήμερα ακέραιο. Πάνε σχεδόν δέκα χρόνια από τότε που οι Orishas μετακόμισαν στην Ευρώπη. Πρώτα στο Παρίσι, ύστερα ο Yotuel στην Μαδρίτη, ο Ruzzo στο Μιλάνο, ο Roldan στο Παρίσι. Θα είναι σίγουρα από αυτά τα συγκροτήματα που στέλνουν samples ο ένας στον άλλο και γράφουν τη μουσική τους στο internet, σκέφτομαι. «Πάντα ανυπομονούμε να βρεθούμε όλοι μαζί και να αυτοσχεδιάσουμε, να γράψουμε καινούρια κομμάτια. Μαζευόμαστε στο σπίτι μου στην Μαδρίτη που είναι και στούντιο, και γράφουμε. Ο τελευταίος μας δίσκος, το Cosita Buena, γράφτηκε σε αυτό το στούντιο.» Τον ρωτάω αν η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ένας δρόμος που περπατάς μόνος σου. Μου απαντάει, με τον αυθορμητισμό μικρού παιδιού, πως για τους Orishas δεν είναι έτσι, πως ο καθένας μπορεί να γράφει τη μουσική του στο σπίτι του αλλά όλοι ζουν για τη στιγμή που θα πιάσουν τις καρέκλες τους στο στούντιο και θα αρχίσουν να χτίζουν τα κομμάτια τους. «Γράφουμε μουσική πρώτα για τους εαυτούς μας. Θέλουμε τα κομμάτια να ευχαριστούν εμάς, να μας κάνουν να νιώθουμε ότι κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε. Μετά μπορούμε να τα μοιραστούμε με τον κόσμο στις συναυλίες, είναι το ωραιότερο συναίσθημα.» Μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου το 1999 πέρασαν δύο χρόνια σε αεροδρόμια, αυτοκίνητα και λεωφορεία. Στο μυαλό μου έρχεται το Buena Vista Social Club, βραδιές βουτηγμένες στον καπνό και το ρούμι στην Marianao, ιδρωμένα κορμιά να χορεύουν salsa και μουσικοί που κατέρριπταν κάθε έννοια εμπάργκο στέλνοντας την κουβανική μουσική στα μήκη και πλάτη της υφηλίου. Μόνο που οι Orishas το κάνουν αυτό παρέα με μουσικούς από όλον τον κόσμο, παίζουν μαζί με τους Deftones ή τους Tool, ξεσηκώνουν πλήθη που λίγο πριν χτυπιόνταν με τα ηλεκτρικά κύματα που έστελνε ο Iggy από σκηνής.

7 Ιουλίου 2008. Στα χέρια μου φτάνει το καινούριο cd τους, «Cosita Buena». Το ακούω ολόκληρο για πρώτη φορά ανεβοκατεβαίνοντας την Αττική Οδό. Η άμμος κολλάει στις πατούσες μου, ένα μπαρ από καλάμια σερβίρει ρούμι και μπανάνες. Αυτό είναι οι Orishas για εμένα, η πιο μελωδική μέθοδος διακτινισμού. Από την αρχή έτσι επιδρούσαν πάνω μου. Η μουσική τους κουβαλά πάντα την Κούβα, τα λικνίσματα και τον ιδρώτα των latinos. Και ξαφνικά όλα αυτά μπλέκονται με το hip hop, σπάνε τα εμπάργκο των αποστειρωμένων πολιτικών χειρουργείων και θριαμβεύουν. Όχι το φτηνό hip hop που ξεπηδά από studios με κόκκινα χαλιά στο L.A.· ούτε αυτό που βασίζεται στην εικόνα γυμνών οπισθίων μαύρων καλλονών και χρυσών αλυσίδων στον λαιμό απόκληρων παιδιών των γκέτο που πιάσαν την καλή. Ένα hip hop ξεσηκωτικό, συνδεδεμένο ακόμα με τις ρίζες του στον κοινωνικό αποκλεισμό και την βροντερή διαμαρτυρία. Ο Fellini κάποτε έγραψε πως ο καλλιτέχνης είναι σαν το δέντρο· μπορεί να μεγαλώσει και να ανθίσει μόνο εκεί που είναι οι ρίζες του. Με όλον τον σεβασμό, Federico, οι Orishas σου έβαλαν τα γυαλιά. Το πρώτο τους single από τον καινούριο τους δίσκο, «Bruja», μεταφράζεται σε ένα videoclip παρωδία των spaghetti westerns και των «σκονισμένων» ταινιών του Ταραντίνο. Πρωταγωνίστρια η Rossy de Palma, αυτή η «γκουερνική» φυσιογνωμία που έδωσε μορφή στις οπτασίες του Αλμοδόβαρ. «Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με την Rossy;», ρωτάω δηλώνοντας ταυτόχρονα τον θαυμασμό μου για αυτήν. «Α, είναι καταπληκτική ιστορία! Δεν την γνωρίζαμε την Rossy μέχρι που ο σκηνοθέτης πρότεινε να συνεργαστούμε μαζί της για το videoclip. Της τηλεφωνήσαμε, λοιπόν, και η απάντησή της ήταν «Yes, yes, yes!!! I love you guys!». Ήταν φαν της μουσικής μας εδώ και χρόνια! Περάσαμε καταπληκτικά στα γυρίσματα, η Rossy είναι υπέροχη.»



Του εξομολογούμαι πώς έτυχε και τους πρωτοάκουσα, emigrante στην Αγγλία, εκείνο τον βροχερό Νοέμβριο του 2004, νωτισμένη από βροχή και νοσταλγία, πως η μουσική τους με έκανε να νιώθω αισιόδοξη μέσα από τα κύματα οργής και μελαγχολίας που έστελνε κι ας μην καταλάβαινα γρι. Η συνομιλία μας αποκτά άλλον βαθμό οικειότητας. «Και για εμάς τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα στην αρχή. Βρεθήκαμε στο Παρίσι, έναν τελείως διαφορετικό κόσμο από αυτό που ξέραμε έως τότε, να μην ξέρουμε λέξη γαλλικά, αβέβαιοι για το μέλλον. Νιώθαμε ακριβώς όπως κι εσύ. Κι όλα αυτά βγήκαν στο Emigrante.» Τώρα πια πώς νιώθουν οι Orishas; «Μόνο χαρούμενοι θα μπορούσαμε να νιώθουμε. Κάνουμε τη μουσική που μας αρέσει, καταφέραμε να φτάσει αυτή στο κοινό και αλωνίζουμε τον κόσμο κάνοντας live εμφανίσεις όπου όλοι περνάμε καταπληκτικά. Δεν έχει σημασία αν μιλούν όλοι την ίδια γλώσσα ή αν οι καλλιτέχνες με τους οποίους εμφανίζεσαι παίζουν το ίδιο στυλ μουσικής με εσένα. Η μουσική είναι παγκόσμια γλώσσα. Γιατί ο κόσμος, τελικά, πάει στις συναυλίες για να περάσει καλά. Να πιει τις μπύρες με τους φίλους του ακούγοντας την μουσική που γουστάρει, να χορέψει, να ξεχάσει όσα τον στενοχωρούν και απλά να περάσει καλά.» Κι έτσι οι Orishas, δέκα χρόνια τώρα, γυρίζουν, ξυπνούν σε διαφορετικά δωμάτια, δοκιμάζουν πιάτα του «δυτικού κόσμου» που ως πιτσιρίκια στην Κούβα του Κάστρο δεν φαντάζονταν ποτέ, χορεύουν και τραγουδάνε μπροστά στους ενοίκους πύργων της Βαβέλ που καταλήγουν να μιλούν την ίδια γλώσσα.

Πώς είναι άραγε να είσαι νομάδας του «πολιτισμένου» κόσμου, να αφήνεις τους χωματόδρομους της Αβάνας για τις αχανείς calles της Μαδρίτης; Δεν σου λείπει ποτέ η αλάνα που μεγάλωσες, οι δικοί σου που συνεχίζουν στις τροχιές τους μακριά από εσένα, το σπίτι που έχει ακόμα το άρωμα της εφηβείας σου; «Προσπαθώ να επιστρέφω τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, μου λείπουν οι δικοί μου άνθρωποι...» Δεν ξέρω πώς λέγεται ο «νόστος» στα ισπανικά, Yotuel, ξέρω όμως πώς είναι να γυρίζεις σε μία χώρα-μάνα τώρα ξένη, αλλαγμένη όπως η Πηνελόπη όταν την πρωτοαντίκρυσε ο Οδυσσέας ανάμεσα στους μνηστήρες -όχι δικιά σου πια. «Δεν ξέρω αν έχουν αλλάξει πολλά στην Κούβα από τότε που έφυγα», μου απαντάει διστακτικά. «Ναι, αλλά ο Fidel αποσύρθηκε μετά από μισό αιώνα! Αυτό δεν είναι μία τεράστια αλλαγή από μόνο του;» «Ξέρεις, ο κόσμος νομίζει ότι Κούβα είναι ο Fidel. Όμως, οι Κουβανοί είναι αυτοί που είναι ανεξάρτητα από αυτόν. Ευγενικοί, ευαισθητοποιημένοι και ανήσυχοι... ξέρεις... Communistas... Κι αυτό δεν αλλάζει επειδή ο Fidel έφυγε.» Εγώ επιμένω. Θέλω να ακούσω ότι κάτι αλλάζει στην Λατινική Αμερική, ότι αυτή η υπόσχεση που κρύβεται στο αιώνιο βλέμμα του Τσε αρχίζει να εξαργυρώνεται. Ρίχνω στην συζήτηση τα βαριά χαρτιά μου. Τον Τσάβες, τον Μοράλες, τον Κορέα... «Εγώ συνεχίζω να βλέπω ότι καταφτάνουν στην Ισπανία μιλούνια πρόσφυγες από το Εκουαδόρ, την Χιλή, την Βενεζουέλα, την Κούβα... Γιατί στην χώρα τους πεινάνε, δεν έχουν δουλειές, δεν έχουν να πληρώσουν το νοίκι, δεν έχουν ιατρική περίθαλψη... Μέχρι να αλλάξει αυτό τίποτε δεν αλλάζει ουσιαστικά. Οι αλλαγές θέλουν χρόνο. Αλλά για να είναι αλλαγές πρέπει κυρίως να απεικονίζονται στο βιοτικό επίπεδο των λαών, όχι στα ονόματα των προέδρων μόνο.» Κατάλαβα, Yotuel, ο Τσάβες είναι ό,τι πρέπει για χολιγουντιανό σενάριο με πλοκή που κόβει την ανάσα και γκάνγκστερ που κινούνται υπογείως, αλλά το καθημερινό σενάριο της Λατινικής Αμερικής είναι το ίδιο δεκαετίες τώρα.

Orishas, κατά την αφρικανική παράδοση, είναι τα πνεύματα που απεικονίζουν τα διαφορετικά πρόσωπα του Olodumare (Θεός). Δραπέτευσαν από την Αφρική μαζί με τους σκλάβους στα αμπάρια των πλοίων που έφταναν στην Αμερική αιώνες πριν. Για τον δυτικό, προσκολλημένο στην επιστήμη, άθεο άνθρωπο είναι άλλος ένας μαγευτικός θρύλος. «Τι είναι Θεός για εσένα, Yotuel;» Περίμενα να μου πει ότι μπορεί να είναι τα πάντα, ότι είναι οι ρίζες μας, ότι είναι ό,τι μας κάνει να ελπίζουμε· όλα αυτά, δηλαδή, που εφευρίσκει ο δυτικός άθεος επιστήμονας για να αιτιολογήσει κοινωνικά την πίστη του. Παίρνει βαθιά ανάσα, αρχίζει να μιλάει ασταμάτητα, χάνω τα μισά όπου μιλά γρήγορα ή το τηλέφωνο κάνει διακοπές. Αλλά μου τα λέει έτσι όλα αυτά, μπουρδουκλωμένα, αφημένος στον ρυθμό του συνειρμού που δεν θέλω να τα σιάξω για να διαβάζονται λογικά και εύκολα. «Οι άνθρωποι δίνουν διαφορετικά ονόματα στον Θεό. Για κάποιους είναι Orishas, για εσάς Jesus, για κάποιους άλλους Βούδας. Και ολοένα και περισσότερος κόσμος νιώθει πιεσμένος, απογοητεύεται, περικυκλώνεται από δυσάρεστες καταστάσεις. Και τότε στρεφόμαστε στο Θεό, αναρωτιόμαστε πού είναι, γιατί δεν κάνει κάτι, τι έχει να απαντήσει σε όλη αυτήν τη δυστυχία που βλέπουμε γύρω μας... Είδες τι γίνεται με το Νταρφούρ, το Θιβέτ, σε κάθε μήκος και πλάτος της γης παράλληλες ιστορίες δυστυχίας και εκμετάλλευσης... Νιώθουμε ότι τον χρειαζόμαστε, ότι μπορεί να μας λύσει όλα τα προβλήματα... Δεν ξέρω να σου πω αν υπάρχει όπως εμείς τον φανταζόμαστε, ή αν λέγεται έτσι. Ξέρω, όμως, σίγουρα ένα πράγμα. Ότι οι κυβερνήσεις που παρουσιάζονται ως Θεοί δεν είναι. Η κυβέρνηση δεν είναι ο θεός. Γιατί ο Θεός, αν υπάρχει -κι ό,τι κι αν είναι, πάνω από όλα αγαπάει τα δημιουργήματά του. Αγαπάει τους ανθρώπους. Βλέπεις, λοιπόν, ότι οι κυβερνήσεις, όλοι αυτοί με την εξουσία στα χέρια τους, δεν είναι θεοί. Δεν είναι καν άνθρωποι. Όπως με αυτόν τον καινούριο, γαμημένο, νόμο για την μετανάστευση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ε, όχι, δεν είναι άνθρωποι αυτοί!».

14 Ιουλίου 2008. Κάτω από τον αθηναϊκό ουρανό οι Orishas, για άλλη μία φορά, θα ενωθούν με το κοινό τους. Που θα λικνίζεται όπως όπως στους κουβανικούς ρυθμούς τους, που θα πίνει την μπύρα του ζητώντας το αγαπημένο του κομμάτι, που θα καταλαβαίνει τα πάντα κι ας μην μιλάει ισπανικά, που δεν θα νοιάζεται να καταλάβει τίποτα γιατί απλά θα περνάει καλά. Την ίδια στιγμή στα σύνορα ξυπόλητοι λαθρομετανάστες θα γδέρνουν τα πόδια τους και δεν θα βγάζουν κιχ για να μην τους αντιληφθούν οι συνοριοφύλακες, σάπιες μαούνες θα αναποδογυρίζουν στα νερά του Αιγαίου, ορφανά θα καταλήγουν σε καταυλισμούς χωρίς νερό μέχρι να απελαθούν από ένστολους. Emigrante, αδερφέ, θα πει θύμα του πολιτισμένου κόσμου. Δηλαδή δικό μου θύμα, δικό σου, δικό μας.



Οι Orishas θα εμφανιστούν μαζί με τον Αργεντίνο Federico Aubele στο θέατρο Λυκαβηττού στις 14 Ιουλίου.