Sunday, 13 July 2008

Ο Θεός είναι μετανάστης (συνέντευξη με τον Yotuel Romero των Orishas)

Νοέμβριος του 2004. Ασφυκτιώ μέσα στο μάλλινο ζιβάγκο μου και τα 20 τετραγωνικά του αγγλικού apartment. Οι αποδράσεις μου έχουν τετράγωνο σχήμα και διπλά τζάμια. Έτσι μόνο αποδράς στην Βρετανία, μέσα από παράθυρα φτιαγμένα να σε κρατάνε εντός αλλά να σε κάνουν να ονειρεύεσαι εκτός. Στο Coundon βρέχει στάλες απελπισίας. Στην Gosford Street η ιτιά τινάζει τις σταγόνες από πάνω της, μία κάμερα καταγράφει έναν σκίουρο που διασχίζει τον δρόμο τρέχοντας και μία Jaguar παρκάρει στη συνηθισμένη της θέση. Στο κλειστοφοβικό apartment μονομιάς βγαίνει ήλιος. Βρίσκομαι στο καταφύγιό μου στην Κέρκυρα, στην παραλία των τριών χιλιομέτρων και του κανενός ανθρώπου, φυσάει μαΐστρος κι εγώ ακούω το «Mujer» των Orishas. God save BBC2. Η συνέχεια της απόδρασης εξαρτάται από το bandwidth. «Download complete in 1' και 40”». Ο Βραζιλιάνος Menezes δολοφονείται εν ψυχρώ από τις βρετανικές αρχές γιατί μοιάζει με βομβιστή, ο Tony υπερασπίζεται το δικαίωμα των Βρετανών να διατηρούν την βρετανική σημαία ψηλά, αμόλυντη από προσμίξεις ανεπιθύμητων μεταναστών, και στο σκληρό μου δίσκο το «Emigrante» φορτώνει ξανά και ξανά, διαχέεται από το τύμπανο στις φλέβες μου. No te preocupes, αδελφέ, είμαστε όλοι emigrantes στον κόσμο τούτο...

9 Ιουλίου του 2008. Ιδρώνω κάτω από ένα άρρωστο πεύκο, ανοίγω το χαρτιά μου, δοκιμάζω αν το στυλό μου γράφει και τσεκάρω για έβδομη φορά ότι το κινητό μου έχει φουλ σήμα. Δεν θέλω να την κάνω αυτήν την συνέντευξη. Όχι έτσι. Στο μυαλό μου ο Yotuel κι εγώ καθόμαστε στην παραλία στην Κέρκυρα, του δείχνω τους πελαργούς που βουτάνε νωχελικά τα κεφάλια τους στα νερά της λίμνης πίσω μας, κατεβάζουμε λαίμαργα γουλιές παγωμένης τσιτσιμπύρας και συζητάμε μέχρι ο ήλιος να βουτήξει μπροστά στα μάτια μας. «Ms I.D.? Are you ready for the interview?» Απαντάω ναι, βγάζω το καπάκι από το στυλό και νιώθω το στομάχι μου να γίνεται χίλια κομμάτια στο σώμα μου. «You have got twenty minutes.» «Twenty να είναι οι ώρες σου», ανταποδίδω εσωτερικά.

«Hola! Soy Industrial Daisies pero no hablo espanol», δηλώνω αντιφατικά στον Yotuel. «No problem, how are you?», μου απαντάει σε μια γλώσσα που μοιάζει με αγγλικά αλλά δεν παίρνω και όρκο. Ξοδεύουμε τα πρώτα λεπτά απολογούμενοι για την γλωσσική μας ανεπάρκεια, προσαρμοζόμαστε ο ένας στην προφορά του άλλου. Ο Yotuel είναι στην Μαδρίτη κι εγώ στην Αθήνα. Μας χωρίζουν 2.500 χιλιόμετρα και μας ενώνει η μουσική. Σε λίγες ημέρες οι Orishas θα παίζουν την μουσική τους λίγα χιλιόμετρα από το σπίτι μου κι από κάτω ο κόσμος θα ραπάρει, θα χορεύει salsa, θα τραγουδά, θα υψώνει γροθιές... Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια από τον προηγούμενο δίσκο των Orishas, «El kilo». «Στον δρόμο τα περάσαμε αυτά τα χρόνια. Παίξαμε σε όλη την Λατινική Αμερική, την Ευρώπη, την Αυστραλία...» Ψάχνει να θυμηθεί συγκεκριμένους τόπους, συγκεκριμένα πρόσωπα, σαν να προσπαθεί να ξετυλίξει τον μίτο που θα τον ταξιδέψει σε αυτά τα τρία τελευταία χρόνια και θα τον φέρει στο σήμερα ακέραιο. Πάνε σχεδόν δέκα χρόνια από τότε που οι Orishas μετακόμισαν στην Ευρώπη. Πρώτα στο Παρίσι, ύστερα ο Yotuel στην Μαδρίτη, ο Ruzzo στο Μιλάνο, ο Roldan στο Παρίσι. Θα είναι σίγουρα από αυτά τα συγκροτήματα που στέλνουν samples ο ένας στον άλλο και γράφουν τη μουσική τους στο internet, σκέφτομαι. «Πάντα ανυπομονούμε να βρεθούμε όλοι μαζί και να αυτοσχεδιάσουμε, να γράψουμε καινούρια κομμάτια. Μαζευόμαστε στο σπίτι μου στην Μαδρίτη που είναι και στούντιο, και γράφουμε. Ο τελευταίος μας δίσκος, το Cosita Buena, γράφτηκε σε αυτό το στούντιο.» Τον ρωτάω αν η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ένας δρόμος που περπατάς μόνος σου. Μου απαντάει, με τον αυθορμητισμό μικρού παιδιού, πως για τους Orishas δεν είναι έτσι, πως ο καθένας μπορεί να γράφει τη μουσική του στο σπίτι του αλλά όλοι ζουν για τη στιγμή που θα πιάσουν τις καρέκλες τους στο στούντιο και θα αρχίσουν να χτίζουν τα κομμάτια τους. «Γράφουμε μουσική πρώτα για τους εαυτούς μας. Θέλουμε τα κομμάτια να ευχαριστούν εμάς, να μας κάνουν να νιώθουμε ότι κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε. Μετά μπορούμε να τα μοιραστούμε με τον κόσμο στις συναυλίες, είναι το ωραιότερο συναίσθημα.» Μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου το 1999 πέρασαν δύο χρόνια σε αεροδρόμια, αυτοκίνητα και λεωφορεία. Στο μυαλό μου έρχεται το Buena Vista Social Club, βραδιές βουτηγμένες στον καπνό και το ρούμι στην Marianao, ιδρωμένα κορμιά να χορεύουν salsa και μουσικοί που κατέρριπταν κάθε έννοια εμπάργκο στέλνοντας την κουβανική μουσική στα μήκη και πλάτη της υφηλίου. Μόνο που οι Orishas το κάνουν αυτό παρέα με μουσικούς από όλον τον κόσμο, παίζουν μαζί με τους Deftones ή τους Tool, ξεσηκώνουν πλήθη που λίγο πριν χτυπιόνταν με τα ηλεκτρικά κύματα που έστελνε ο Iggy από σκηνής.

7 Ιουλίου 2008. Στα χέρια μου φτάνει το καινούριο cd τους, «Cosita Buena». Το ακούω ολόκληρο για πρώτη φορά ανεβοκατεβαίνοντας την Αττική Οδό. Η άμμος κολλάει στις πατούσες μου, ένα μπαρ από καλάμια σερβίρει ρούμι και μπανάνες. Αυτό είναι οι Orishas για εμένα, η πιο μελωδική μέθοδος διακτινισμού. Από την αρχή έτσι επιδρούσαν πάνω μου. Η μουσική τους κουβαλά πάντα την Κούβα, τα λικνίσματα και τον ιδρώτα των latinos. Και ξαφνικά όλα αυτά μπλέκονται με το hip hop, σπάνε τα εμπάργκο των αποστειρωμένων πολιτικών χειρουργείων και θριαμβεύουν. Όχι το φτηνό hip hop που ξεπηδά από studios με κόκκινα χαλιά στο L.A.· ούτε αυτό που βασίζεται στην εικόνα γυμνών οπισθίων μαύρων καλλονών και χρυσών αλυσίδων στον λαιμό απόκληρων παιδιών των γκέτο που πιάσαν την καλή. Ένα hip hop ξεσηκωτικό, συνδεδεμένο ακόμα με τις ρίζες του στον κοινωνικό αποκλεισμό και την βροντερή διαμαρτυρία. Ο Fellini κάποτε έγραψε πως ο καλλιτέχνης είναι σαν το δέντρο· μπορεί να μεγαλώσει και να ανθίσει μόνο εκεί που είναι οι ρίζες του. Με όλον τον σεβασμό, Federico, οι Orishas σου έβαλαν τα γυαλιά. Το πρώτο τους single από τον καινούριο τους δίσκο, «Bruja», μεταφράζεται σε ένα videoclip παρωδία των spaghetti westerns και των «σκονισμένων» ταινιών του Ταραντίνο. Πρωταγωνίστρια η Rossy de Palma, αυτή η «γκουερνική» φυσιογνωμία που έδωσε μορφή στις οπτασίες του Αλμοδόβαρ. «Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με την Rossy;», ρωτάω δηλώνοντας ταυτόχρονα τον θαυμασμό μου για αυτήν. «Α, είναι καταπληκτική ιστορία! Δεν την γνωρίζαμε την Rossy μέχρι που ο σκηνοθέτης πρότεινε να συνεργαστούμε μαζί της για το videoclip. Της τηλεφωνήσαμε, λοιπόν, και η απάντησή της ήταν «Yes, yes, yes!!! I love you guys!». Ήταν φαν της μουσικής μας εδώ και χρόνια! Περάσαμε καταπληκτικά στα γυρίσματα, η Rossy είναι υπέροχη.»



Του εξομολογούμαι πώς έτυχε και τους πρωτοάκουσα, emigrante στην Αγγλία, εκείνο τον βροχερό Νοέμβριο του 2004, νωτισμένη από βροχή και νοσταλγία, πως η μουσική τους με έκανε να νιώθω αισιόδοξη μέσα από τα κύματα οργής και μελαγχολίας που έστελνε κι ας μην καταλάβαινα γρι. Η συνομιλία μας αποκτά άλλον βαθμό οικειότητας. «Και για εμάς τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα στην αρχή. Βρεθήκαμε στο Παρίσι, έναν τελείως διαφορετικό κόσμο από αυτό που ξέραμε έως τότε, να μην ξέρουμε λέξη γαλλικά, αβέβαιοι για το μέλλον. Νιώθαμε ακριβώς όπως κι εσύ. Κι όλα αυτά βγήκαν στο Emigrante.» Τώρα πια πώς νιώθουν οι Orishas; «Μόνο χαρούμενοι θα μπορούσαμε να νιώθουμε. Κάνουμε τη μουσική που μας αρέσει, καταφέραμε να φτάσει αυτή στο κοινό και αλωνίζουμε τον κόσμο κάνοντας live εμφανίσεις όπου όλοι περνάμε καταπληκτικά. Δεν έχει σημασία αν μιλούν όλοι την ίδια γλώσσα ή αν οι καλλιτέχνες με τους οποίους εμφανίζεσαι παίζουν το ίδιο στυλ μουσικής με εσένα. Η μουσική είναι παγκόσμια γλώσσα. Γιατί ο κόσμος, τελικά, πάει στις συναυλίες για να περάσει καλά. Να πιει τις μπύρες με τους φίλους του ακούγοντας την μουσική που γουστάρει, να χορέψει, να ξεχάσει όσα τον στενοχωρούν και απλά να περάσει καλά.» Κι έτσι οι Orishas, δέκα χρόνια τώρα, γυρίζουν, ξυπνούν σε διαφορετικά δωμάτια, δοκιμάζουν πιάτα του «δυτικού κόσμου» που ως πιτσιρίκια στην Κούβα του Κάστρο δεν φαντάζονταν ποτέ, χορεύουν και τραγουδάνε μπροστά στους ενοίκους πύργων της Βαβέλ που καταλήγουν να μιλούν την ίδια γλώσσα.

Πώς είναι άραγε να είσαι νομάδας του «πολιτισμένου» κόσμου, να αφήνεις τους χωματόδρομους της Αβάνας για τις αχανείς calles της Μαδρίτης; Δεν σου λείπει ποτέ η αλάνα που μεγάλωσες, οι δικοί σου που συνεχίζουν στις τροχιές τους μακριά από εσένα, το σπίτι που έχει ακόμα το άρωμα της εφηβείας σου; «Προσπαθώ να επιστρέφω τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, μου λείπουν οι δικοί μου άνθρωποι...» Δεν ξέρω πώς λέγεται ο «νόστος» στα ισπανικά, Yotuel, ξέρω όμως πώς είναι να γυρίζεις σε μία χώρα-μάνα τώρα ξένη, αλλαγμένη όπως η Πηνελόπη όταν την πρωτοαντίκρυσε ο Οδυσσέας ανάμεσα στους μνηστήρες -όχι δικιά σου πια. «Δεν ξέρω αν έχουν αλλάξει πολλά στην Κούβα από τότε που έφυγα», μου απαντάει διστακτικά. «Ναι, αλλά ο Fidel αποσύρθηκε μετά από μισό αιώνα! Αυτό δεν είναι μία τεράστια αλλαγή από μόνο του;» «Ξέρεις, ο κόσμος νομίζει ότι Κούβα είναι ο Fidel. Όμως, οι Κουβανοί είναι αυτοί που είναι ανεξάρτητα από αυτόν. Ευγενικοί, ευαισθητοποιημένοι και ανήσυχοι... ξέρεις... Communistas... Κι αυτό δεν αλλάζει επειδή ο Fidel έφυγε.» Εγώ επιμένω. Θέλω να ακούσω ότι κάτι αλλάζει στην Λατινική Αμερική, ότι αυτή η υπόσχεση που κρύβεται στο αιώνιο βλέμμα του Τσε αρχίζει να εξαργυρώνεται. Ρίχνω στην συζήτηση τα βαριά χαρτιά μου. Τον Τσάβες, τον Μοράλες, τον Κορέα... «Εγώ συνεχίζω να βλέπω ότι καταφτάνουν στην Ισπανία μιλούνια πρόσφυγες από το Εκουαδόρ, την Χιλή, την Βενεζουέλα, την Κούβα... Γιατί στην χώρα τους πεινάνε, δεν έχουν δουλειές, δεν έχουν να πληρώσουν το νοίκι, δεν έχουν ιατρική περίθαλψη... Μέχρι να αλλάξει αυτό τίποτε δεν αλλάζει ουσιαστικά. Οι αλλαγές θέλουν χρόνο. Αλλά για να είναι αλλαγές πρέπει κυρίως να απεικονίζονται στο βιοτικό επίπεδο των λαών, όχι στα ονόματα των προέδρων μόνο.» Κατάλαβα, Yotuel, ο Τσάβες είναι ό,τι πρέπει για χολιγουντιανό σενάριο με πλοκή που κόβει την ανάσα και γκάνγκστερ που κινούνται υπογείως, αλλά το καθημερινό σενάριο της Λατινικής Αμερικής είναι το ίδιο δεκαετίες τώρα.

Orishas, κατά την αφρικανική παράδοση, είναι τα πνεύματα που απεικονίζουν τα διαφορετικά πρόσωπα του Olodumare (Θεός). Δραπέτευσαν από την Αφρική μαζί με τους σκλάβους στα αμπάρια των πλοίων που έφταναν στην Αμερική αιώνες πριν. Για τον δυτικό, προσκολλημένο στην επιστήμη, άθεο άνθρωπο είναι άλλος ένας μαγευτικός θρύλος. «Τι είναι Θεός για εσένα, Yotuel;» Περίμενα να μου πει ότι μπορεί να είναι τα πάντα, ότι είναι οι ρίζες μας, ότι είναι ό,τι μας κάνει να ελπίζουμε· όλα αυτά, δηλαδή, που εφευρίσκει ο δυτικός άθεος επιστήμονας για να αιτιολογήσει κοινωνικά την πίστη του. Παίρνει βαθιά ανάσα, αρχίζει να μιλάει ασταμάτητα, χάνω τα μισά όπου μιλά γρήγορα ή το τηλέφωνο κάνει διακοπές. Αλλά μου τα λέει έτσι όλα αυτά, μπουρδουκλωμένα, αφημένος στον ρυθμό του συνειρμού που δεν θέλω να τα σιάξω για να διαβάζονται λογικά και εύκολα. «Οι άνθρωποι δίνουν διαφορετικά ονόματα στον Θεό. Για κάποιους είναι Orishas, για εσάς Jesus, για κάποιους άλλους Βούδας. Και ολοένα και περισσότερος κόσμος νιώθει πιεσμένος, απογοητεύεται, περικυκλώνεται από δυσάρεστες καταστάσεις. Και τότε στρεφόμαστε στο Θεό, αναρωτιόμαστε πού είναι, γιατί δεν κάνει κάτι, τι έχει να απαντήσει σε όλη αυτήν τη δυστυχία που βλέπουμε γύρω μας... Είδες τι γίνεται με το Νταρφούρ, το Θιβέτ, σε κάθε μήκος και πλάτος της γης παράλληλες ιστορίες δυστυχίας και εκμετάλλευσης... Νιώθουμε ότι τον χρειαζόμαστε, ότι μπορεί να μας λύσει όλα τα προβλήματα... Δεν ξέρω να σου πω αν υπάρχει όπως εμείς τον φανταζόμαστε, ή αν λέγεται έτσι. Ξέρω, όμως, σίγουρα ένα πράγμα. Ότι οι κυβερνήσεις που παρουσιάζονται ως Θεοί δεν είναι. Η κυβέρνηση δεν είναι ο θεός. Γιατί ο Θεός, αν υπάρχει -κι ό,τι κι αν είναι, πάνω από όλα αγαπάει τα δημιουργήματά του. Αγαπάει τους ανθρώπους. Βλέπεις, λοιπόν, ότι οι κυβερνήσεις, όλοι αυτοί με την εξουσία στα χέρια τους, δεν είναι θεοί. Δεν είναι καν άνθρωποι. Όπως με αυτόν τον καινούριο, γαμημένο, νόμο για την μετανάστευση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ε, όχι, δεν είναι άνθρωποι αυτοί!».

14 Ιουλίου 2008. Κάτω από τον αθηναϊκό ουρανό οι Orishas, για άλλη μία φορά, θα ενωθούν με το κοινό τους. Που θα λικνίζεται όπως όπως στους κουβανικούς ρυθμούς τους, που θα πίνει την μπύρα του ζητώντας το αγαπημένο του κομμάτι, που θα καταλαβαίνει τα πάντα κι ας μην μιλάει ισπανικά, που δεν θα νοιάζεται να καταλάβει τίποτα γιατί απλά θα περνάει καλά. Την ίδια στιγμή στα σύνορα ξυπόλητοι λαθρομετανάστες θα γδέρνουν τα πόδια τους και δεν θα βγάζουν κιχ για να μην τους αντιληφθούν οι συνοριοφύλακες, σάπιες μαούνες θα αναποδογυρίζουν στα νερά του Αιγαίου, ορφανά θα καταλήγουν σε καταυλισμούς χωρίς νερό μέχρι να απελαθούν από ένστολους. Emigrante, αδερφέ, θα πει θύμα του πολιτισμένου κόσμου. Δηλαδή δικό μου θύμα, δικό σου, δικό μας.



Οι Orishas θα εμφανιστούν μαζί με τον Αργεντίνο Federico Aubele στο θέατρο Λυκαβηττού στις 14 Ιουλίου.

Monday, 7 July 2008

Μπουγάδα

Το γράψιμο δεν απαιτεί ηρεμία. Ούτε σύστημα. Θέλει τρικυμία και ταραχή. Να σείεται εντός σου συθέμελα όλο το οικοδόμημα, να βγαίνουν σπίθες από τα ακροδάχτυλα, να τρέμει το πόδι. Όλα αυτά προϋποθέτουν μία εσωτερική γαλήνη, άσχετη με αυτό που ο κόσμος αναγνωρίζει ως “ηρεμία” εξωτερικά. Μία βαθύτερη αίσθηση αρμονίας με τον χρόνο, την ικανότητα να ξαπλώνεις στην αιώρα του και να ταλανίζεσαι σε αυτήν. Αναγνωρίζω ότι αυτό είναι πολυτέλεια. Για μία κοινωνία, τουλάχιστον, που τον χρόνο τον αντιμετωπίζει κτητικά, απαξιωτικά. “Ο χρόνος είναι χρήμα” λέμε κι εκεί τελειώνει κάθε διαφορετική προσέγγιση. Κάθε λεπτό που δεν είναι χρήμα είναι χαμένο. Και όσα προλάβουμε να αφιερώσουμε στους εαυτούς μας έρχονται σαν ανταμοιβή σε αυτά που “ξοδέψαμε” μεταφράζοντάς τα σε χρήμα.

Μόνο που το γράψιμο δεν έχει καμία πρωτογενή σχέση με λεφτά. Έχει πρωτίστως να κάνει με την ανάγκη του γράφοντος να προσεγγίσει τον πυρήνα του. Μην ξέροντας πάντα τι θα βρει εκεί. Μία βυθοσκόπηση υψηλού ρίσκου και αμφίβολου αποτελέσματος. Έχει να κάνει με την ανάγκη επικοινωνίας. Μεταξύ των “Άλλων”. Πολλές φορές έχει να κάνει με την απαραίτητη αίσθηση αυτοεπιβεβαίωσης του γράφοντος. Βαθιά ανθρώπινο συναίσθημα. Όχι, όμως, με τα χρήματα. Σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον. Για αυτό και δεν υπάρχουν επαγγελματίες συγγραφείς. Συγγραφείς που να επικαλούνται την αυθεντία τους για όσα υποστηρίζουν. Κι αν υπάρχουν, μόνο επαγγελματίες δεν είναι.

Όπως δεν υπάρχουν επαγγελματίες αναγνώστες. Όχι γιατί κανείς δεν πληρώνεται για να διαβάζει -αλλά γιατί καμία συλλογική παραγωγική διαδικασία της κοινωνίας μας δεν απαιτεί επαγγελματίες αναγνώστες. Το αντίθετο. Ζούμε σε μία κοινωνία που δεν θέλει το άτομο σε ισορροπία με τον χρόνο. Μία κοινωνία που βάζει τις ζωές μας στον επιταχυντή -ρισκάροντας, υπερβολικά πλέον, την έκρηξη. Έτσι ο χρόνος έχει κλαπεί από τους κοινωνούς. "Ανήκει" σε άλλους -που νομίζουν ότι τους ανήκει, που έχουν την εξουσία να δημιουργούν ή να εξαφανίζουν ανάγκες στον ευρύ πληθυσμό ανάλογα με τους σκοπούς τους. Για αυτό πια δεν μπορούμε να περιμένουμε το μετρό πέντε λεπτά χωρίς να βαρυγκομήσουμε. Γιατί μάθαμε να το έχουμε σε τρία. Για αυτό η εξυπνάδα των σχολίων μας στα blogs αναλώνεται στο να επισημάνουμε ότι ο συγγραφέας έχει γράψει “σεντόνι”. Γιατί μάθαμε να διαβάζουμε τηλεγραφικά.

Αυτό το κείμενο δεν έχει κανέναν ιδιαίτερο λόγο που γράφεται σήμερα. Ήταν η δική μου πρωινή άσκηση. Η δική μου προσπάθεια να ανακτήσω ένα μικρό κομμάτι του χρόνου. Όχι για να τον “κατέχω” -οξύμωρο ε; Αλλά για να τον αφήσω να με παρασύρει στον πυρήνα. Αυτό το blog δεν βρίσκεται σε διακοπές. Βρίσκεται απλά σε αναζήτηση του (χαμένου;) χρόνου.

Monday, 9 June 2008

Στραβοφορίες

Σήμερα είναι μία μέρα αλλιώτικη. Απόδειξη ότι ο μόνιμος βραχνάς μου (=φιλότιμο) έχει εξανεμιστεί κι οδεύω, αισίως, στο κλείσιμο εργατικού οχταώρου χωρίς ίχνος εργασίας. Απόδειξη κι αυτό το κείμενο.

Μπορεί να φταίει η μεταφυσική αγανάκτηση για τη νέα συμπαντική γκαντεμιά και τα νέα βάσανα των Ηλείων και των Αχαιών. Που δίπλα στην ιδιότητά τους ως “πυρόπληκτοι” προσέθεσαν από χθες αυτή του “σεισμόπληκτου”. Αν αναλογιστεί κανείς ότι, by default, κάθε Έλληνας έχει και την ιδιότητα του “ελληνόπληκτου”, με την έννοια του έρμαιου της ελληνικής λαμογιάς/αυθαιρεσίας/προχειρότητας/ό,τι-κακό-και-να-βάλεις-κολλάει, καταλαβαίνει ότι λίγοι πολίτες στον κόσμο αυτό βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μία τόσο σαρδόνια φάρσα. Γιατί το θέμα δεν είναι το πλάκωμα από συνεχιζόμενες φυσικές (όσο και α-φύσικες αν αναλογιστεί κανείς το μερίδιο ευθύνης που έχουν οι άνθρωποι) καταστροφές. Το θέμα είναι ότι ο σεισμός, ο καταποντισμός ή η πυρκαγιά φαντάζουν ανέκδοτο μπροστά στην αναλγησία που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι αυτοί στο εξής. Απόδειξη και η αποζημίωση των 3.000 ευρώ που έσπευσε να τους πετάξει ως κόκκαλα η κυβέρνηση -κι αυτά, υπό προϋποθέσεις. Η εύλογη πρόσθεση αποκαλύπτει ότι στο ελληνικό κράτος οικογενειάρχης, ο οποίος έχει υποστεί ολοκληρωτική καταστροφή των καλλιεργειών και των κοπαδιών του και οριστική ισοπέδωση της κατοικίας του μέσα σε ένα χρόνο, μπορεί να επιβιώσει με 6.000 ευρώ και τις ευχές όλων μας για γρήγορη ανάκαμψη. Α, ναι, στις ευχές ο Έλληνας είναι μανούλα. Απόδειξη ότι τους παπάδες και στο μετρό να τους πετύχει ζητά την ευχή τους. Μου προκαλούν αποστροφή οι όροι “πυρόπληκτος”, “σεισμόπληκτος” και τα λοιπά εις -πληκτος. Γιατί θυμίζουν το κράτος το οποίο έχουμε διαμορφώσει. Ένα κράτος αναλγησίας, αδιαφορίας και γρήγορων αντανακλαστικών -ως προς το να σπρώχνει κάτω από το χαλάκι ό,τι δεν το βολεύει για να ξεχαστεί. Θυμίζουν μία κοινωνία ντεμέκ αυτο-λύπησης και στρυφνού μορφασμού όταν κάτι διαλύει την ευδαιμονία της και την αποδοχή της στα ευρωπαϊκά σαλόνια. Θυμίζουν μία μερίδα της κοινωνίας, αποκλεισμένη από την πίτα, που βασίζεται στην “ευγενή καλοσύνη των ξένων” και σταυρό φέροντες.

Ίσως να φταίνε όλα αυτά σήμερα, αλλά το ρημάδι το κεφάλι μου μόνο επαγγελματικές ιδέες και προτάσεις δεν μπορεί να κατεβάσει σε έναν εργασιακό χώρο που οι printers συνεχίζουν ακάματοι την δουλειά τους και οι άνθρωποι συνεχίζουν διαστροφικά την παραγωγική διαδικασία. Ίσως να φταίνε κι άλλα πολλά. Φαινομενικά αστεία, φαινομενικά στερημένα από βαθύτερη ουσία, φαινομενικά μικρά μπροστά στο γεγονός ενός μεγάλου σεισμού.

Όπως, ας πούμε, η τραγική εμφάνιση του Φέντερερ στον τελικό του Ρολάν Γκαρός. Το οποίο, ως γεγονός-αφορμή για την κατακόρυφη πτώση της απόδοσής μου, φαντάζει αστείο -ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως δεν έχω κρατήσει ούτε ένα δευτερόλεπτο στη ζωή μου ρακέτα. Καθόλου αστείο, όμως, αν αναλογιστεί, ο ίδιος του προηγούμενου παραδείγματος, ότι μία ανείπωτη ικανοποίηση έπαιρνα τόσα χρόνια από αυτήν την μοιραία κόντρα στο τέλος κάθε τουρνουά μεταξύ του Φέντερερ και του Ναδάλ. Στων οποίων τα πρόσωπα αναγνώριζα, αντίστοιχα, την επιβλητική οξυδέρκεια και υποβολή της εμπειρίας και την σαρωτική επέλαση του νέου. Από μία διεστραμμένη εντός μου ανάγκη(;) ήμουν πάντα με τον Φέντερερ. Περιμένοντας την ήρεμη δύναμή του να σπάσει την καθιερωμένη γκαντεμιά που τον έπληττε στα Παρισινά γήπεδα. Λέω διεστραμμένη γιατί το λογικό θα ήταν, και λόγω ίδιων χαρακτηριστικών, να συμπάσχω με τον νεόκοπο Ναδάλ, ανάγοντάς τον στον ενσαρκωτή των βλέψεων κάθε νέου, ενίοτε επιπόλαιου, ανθρώπου. Εις μάτην. Δεν ξέρω ποιοι στάθηκαν μαυρόγατες για τον Ελβετό, πάντως η χθεσινή του παρουσία το μόνο θετικό που πρόσφερε είναι μία αμυδρή ελπίδα ότι μπορώ κι εγώ κάποτε να σταθώ σε τελικό του Ρολάν Γκαρός -κι ας μην ξέρω ούτε την ορολογία στο τένις.

Μπορεί να φταίει, λοιπόν, ένα κράτος -πληκτο γενικώς, μπορεί να φταίει ένας κάποιος Φέντερερ, σίγουρα, όμως, φταίνε όσα διαβάζω τις τελευταίες ημέρες για την Odeon. Το πρωτοείδα στον Άκη, το επιβεβαίωσα με μερικά ευφάνταστα, και μη, search κι έκτοτε βράζω στο ζουμί μου το ξενέρωτο. Ταυτόχρονα, μετά την από Λυκαβηττού σαββατιάτικη κατάβαση, δίνω και τα 10 ευρώ μου στον μουστακαλή περιπτερά, αγοράζω τον όγκο εφημερίδων που μου αναλογούν για το Κυριακάτικο ξύπνημα κι ένα παγωτό για να πάνε κάτω τα φαρμάκια. Το παγωτό πάει εύκολα κάτω, μέχρι να το φάω έχει λιώσει και η καταπιόνα, ως γνωστόν, τα υγρά τα κατεβάζει με τη μία. Οι μελανές (sic) σελίδες, όμως, μου πέφτουν βαριές. Τις γυρίζω ανάλαφρα, σε μία αναλαμπή του ενστίκτου αυτοσυντήρησης, το μάτι μου πέφτει σε μερικά άρθρα, σε κάποιες απόψεις, τις οικονομικές σελίδες δεν τις διάβαζα ποτέ -η σχέση τους με την τσέπη μου είναι αντιστρόφως ανάλογη, όσο πιο ελαφριά η τσέπη τόσο πιο βαριές αυτές- σε μερικά ρεπορτάζ. Από εδώ δεν έχω εκφράσει ποτέ την συμπάθεια, ή αντιπάθεια, προς συγκεκριμένους επαγγελματίες δημοσιογράφους για τα όσα γράφουν στα έντυπα που εργάζονται. Χάριν όσων θέλω να πω, αναγκαστικά, οφείλω να ομολογήσω την συμπαθειά μου προς τον κύριο Βίδο του Βήμαgazino, ως συντάκτη ο οποίος με λόγο σοβαρό, κι όχι σοβαροφανή, στηλιτεύει κακώς κείμενα της πραγματικότητάς μας.

Διάβαζα, λοιπόν, το τελευταίο κείμενο του κυρίου Βίδου στο περιοδικό, όλα καλά, όλα ωραία, τι ευφάνταστο βρήκε πάλι ο άτιμος για να πει ετούτο κι εκείνο, το θέμα ήταν -ασφαλώς- η ακρίβεια. Και για τα δικά μου δεδομένα και απόψεις, η αντιμετώπισή του σωστή, συμφωνώ λέξη προς λέξη με ό,τι έχει γράψει -παρεκτός από τα ευφάνταστα χιουμοριστικά του με τα οποία αν συμφωνούσα θα σήμαινε ότι τα είχα σκεφτεί κι εγώ, πράγμα που δεεεεεν... . Καταλήγει, λοιπόν, ο κύριος Βίδος να τα χώνει στον Έλληνα (αμφιβάλλω ότι είναι μόνο ο Νεο- που παρουσιάζει τέτοια χαρακτηριστικά) ο οποίος παρά την ακρίβεια και την γκρίνια γύρω από αυτή αδυνατεί να μποϋκοτάρει στα σοβαρά, αδυνατεί να συνασπιστεί με τους υπόλοιπους για καλύτερα αποτελέσματα παρά προτιμά την γκρίνια -και δη την γκρίνια μετά ακριβότατου (στην τιμή, όχι στη γεύση) καφέ. Καταλήγει, δε, αστειευόμενος και διερωτώμενος ποιος διεστραμμένος σκέφτηκε τον φραπουτσίνο με γεύση φράουλα και φρούτα του δάσους (έλα ντε); Μέχρι εδώ, όλα καλά. Στην ακριβώς διπλανή σελίδα, η διαφήμιση μεγάλης αλυσίδας παγωτοσκευασμάτων περιοπής, και λουξ καταβολής -και πολυεθνικής. Δηλαδή, παγωτών-έμβλημα της ακρίβειας (τόσο έμβλημα που για να φας μία μπάλα, χωρίς σιρόπι, πρέπει να δουλεύεις ακατάπαυστα μία ώρα. Άμα θες σιρόπι πρέπει να σε πληρώνουν τις υπερωρίες που κάνεις).

Θα μου πείτε, τι σχέση έχει το ένα με το άλλο. Έχει, θα σας απαντήσω. Όλα έχουν σχέση σε μία περίοδο που η σημειολογία από την σημασία δεν απέχουν και πολύ, στην περίοδο που η παραμικρή κίνηση μπορεί να έχει νόημα και οι μεγάλες κινητοποιήσεις κανένα απολύτως. Διότι, κύριε εφημεριδοκράτορα, και τα πάντα ποιών, τον ακυρώνεις τον συντάκτη σου. Τον έχεις εκεί, το μυαλό του να ενημερώνεται, να σκέφτεται και να παράγει ακατάπαυστα, συσκέψεις επί συσκέψεων, τα καταφέρνει ο βαριόμοιρος μετά από χρόνιους κόπους να γράφει την άποψή του (το πόσο συνεπώς ή όχι σε σχέση με αυτά που θα ήθελε να γράψει ένας Θεός ξέρει) και του πετάς δίπλα το τσουτσέκι της διαφημιστικής να τον ακυρώσει. 3 σελίδες ολάκερες του δίνεις του καημένου για να αφυπνίσει, να αστειευτεί, να εφιστήσει την προσοχή και του τις παίρνεις μέσα από το στόμα κοτσάροντας δίπλα στο συμπέρασμά του διαφήμιση ακριβών προϊόντων. 100, 100 συν κάτι ψιλά, σελίδες έχουν πάνω κάτω τα κυριακάτικα περιοδικά, ε, το 40% -τουλάχιστον- είναι διαφημίσεις. Τα έχω μετρήσει, δηλαδή, μην νομίζετε -αγόγγυστα, κάθε Σαββατοκύριακο, μία μία τις σελίδες, προς επίρρωσιν του πόσο ψείρας και μίζερη είμαι. Θα μου πείτε, ακόμη, σιγά, το ξέρουμε ότι έχουν καταντήσει αηδία τα περιοδικά με τις διαφημίσεις, και τι κάθεσαι και σκας, κι όλα αυτά τα ευκόλως απαξιωτικά σχόλια που μας γλιτώνουν πάντα από το να ασχοληθούμε με κάτι που δεν μας αρέσει. Όμως, εγώ θέλω να ασχοληθώ. Γιατί και σε αυτόν τον χώρο υπάρχουν άνθρωποι που κοπιάζουν, που μπορούν και μας δείχνουν άλλοτε την αθέατη, εως τότε, πλευρά των πραγμάτων κι άλλοτε δίνουν χώρο σε απόψεις που αλλού δεν θα τις βρεις. Κι όσο και να έχουμε απαξιώσει, σε τελική ανάλυση, τους δημοσιογράφους εγώ ένα έχω να αντιτείνω. Φανταστείτε την ζωή μας, την καθημερινότητά μας χωρίς αυτούς. Χωρίς να ψάχνουν, να ενημερώνονται και να ενημερώνουν. Κι αν τη φανταστείτε ελάτε μετά να μου πείτε ότι δεν αξίζει να ασχολείται κανείς.

Έτσι, λοιπόν, μελαγχολικά, εξαιτίας μίας ιλουστρασιόν διαφήμισης για μία μπάλα παγωτό, κύλησε το χθεσινό πρωινό. Βάλτε σ' αυτό και την οργή για τον κριτικό κινηματογράφου εις βάρος του οποίου, και του εκδότη του, η Odeon άσκησε μήνυση ε, δεν θέλει και πολύ για να σε πάρει η κάτω βόλτα. Βάλτε σ' αυτά και την πρόσφατη “αποδέσμευση” του Στέλιου Κούλογλου, ε, δεν θέλει και πολύ για να αρχίσει το μυαλό σου να παίρνει ανάποδες. Θα μου πείτε, από Ντ'Αρτανιάν ο κόσμος, και δη η μπλογκόσφαιρα, άλλο τίποτα. Ένα χρόνο και κάτι ψιλά έχω που τριγυρίζω στα blogs κι έχω ήδη βαρεθεί τις εξεγέρσεις του πληκτρολογίου, τις εξαγγελίες των chain mails και κάθε άλλο σημείο των ηλεκτρονικών καιρών. Όμως, τα αποπάνω, μετά την ισοπεδωτική τους επίδραση στην ψυχολογία μου με οδήγησαν σε ένα σημείο που δεν είχα φτάσει πριν. Την πρόταση. Σιγά τα μεγαλεία, θα μου πείτε και πάλι σε αυτό το φαντασιακό διαλογικό αλισβερίσι που συμβαίνει τόση ώρα. Εγώ θα την κάνω κι όποιος θέλει ας συνεισφέρει. Χωρίς μεγαλοστομίες, χωρίς κινητοποιήσεις, χωρίς chain(s) και strings attached. Και θα την κάνω προς όλους όσοι μπορεί να διαβάζουν, “επαγγελματίες” ή μη, δημοσιογράφους ή εκ ψώνιου ορμώμενους, μπλογκεράδες ή μη. Κυρίως, όμως, θα την απευθύνω σε αυτούς που εργάζονται ήδη σε έντυπα ή στην τηλεόραση, σε ανθρώπους, δηλαδή, που γνωρίζουν να διαχειρίζονται (ή να δημιουργούν, εξίσου) την είδηση.

Αφού, λοιπόν, κύριοι το σύστημα δεν σας παίζει (για εμάς δεν το συζητώ), αφού σας απαξιώνει τόσο ώστε να μην τολμάτε να πείτε ότι είστε δημοσιογράφοι χωρίς να φοβάστε ότι ντομάτες και αυγά θα προσγειωθούν στο κεφάλι σας, αφού ένα επάγγελμα είναι, όπως και να το κάνουμε, το οποίο σας θρέφει, γιατί δεν τολμάτε; Να χαρίσετε στο αφεντικό σας μία ροχάλα περιοπής, να γράψετε για αυτά που θέλετε, όπως θέλετε, να χρησιμοποιήσετε τους συνδέσμους, τις γνωριμίες και τις γνώσεις σας με όποιον τρόπο θεωρείτε αποτελεσματικό για την κοινωνία κι όχι για τον εργοδότη/διαφημιστή, να διεκδικήσετε τέλος πάντων τον σεβασμό που θα έπρεπε να σας ανήκει και σας έχει αφαιρεθεί από μπάλες παγωτού, διαστημικά βότανα διαίτης και λοιπά διαφημιζόμενα προϊόντα; Πόσο δύσκολο είναι να φτιάξετε μία κοινωνία δημοσιογράφων ηλεκτρονική, να δημοσιεύετε τα κείμενά σας, τα βίντεό σας και να δέχεστε τις απόψεις και τα σχόλια των αναγνωστών; Και μην με ρωτήσετε πώς θα ζείτε. Όπως ζείτε και τώρα. Από τις διαφημίσεις. Διαφημίσεις όχι ηθικότερες ή λιγότερο ακυρωτικές προς όσα γράφετε αλλά διαχειρίσιμες από εσάς, διαφημίσεις που δεν θα διακόπτουν την ροή ενός κειμένου ή μίας εκπομπής για να μας υπνωτίσουν να ανοίξουμε τα πορτοφόλια μας. Πρόταση, λοιπόν, κι όποιος τσιμπήσει. Ας ενωθούν άνθρωποι που γνωρίζουν το διαδίκτυο, άνθρωποι που γνωρίζουν από τεχνολογίες και παραγωγή, άνθρωποι που γνωρίζουν από γραφή, άνθρωποι που γνωρίζουν από ρεπορτάζ και κάθε άλλης καρυδιάς καρύδι κι ας επιδιώξουν μία ηλεκτρονική δημοσιογραφική σύμπραξη. Είναι εύκολο. Όσο εύκολο είναι κάθε πρωί να κάθεστε στην ίδια καρέκλα, στο τέλος του μήνα να πηγαίνετε στο ίδιο ΑΤΜ για την είσπραξη και στο τέλος της σύσκεψης να ακούτε “το θέλω έτσι, 1.500 λέξεις, μην αναφερθείς στον τάδε, είναι χορηγός”. Ίσως πιο εύκολο από όλα αυτά, αν αγαπάτε πιο πολύ αυτό που κάνετε από ό,τι τον τραπεζικό λογαριασμό που σάς έχει ανοίξει ο όμιλος.

Μέχρι να συμβούν όλα αυτά, μπορεί να στενοχωριέμαι για το σφάξιμο της “Θεματικής Βραδιάς” και του “Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα”, αλλά όχι και να συμμετέχω σε μπλογκική σταυροφορία διάσωσης του εξαίρετου Κούλογλου. Μπορεί να εξοργίζομαι με την Odeon, και κάθε άλλο πολυεθνικοδερβέναγα, αλλά όχι και να κρέμομαι κάθε εβδομάδα από τις σινεκριτικές μισθωτών κριτικών, συνδαιτημόνων μετά των PR, και λοιπών ακρωνύμων δηλωτικών ιδιοτήτων marketing. Μπορεί να συμφωνώ με τις απόψεις του κυρίου Βίδου, και διαφόρων άλλων δημοσιογράφων, αλλά όχι και να θεωρώ ότι στα γραπτά τους παίρνει μορφή η σύγχρονη ανάγκη για ξεσηκωμό -όσο επαναστατικά κι αν είναι.

Γιατί η επανάσταση θέλει και πράξεις. Καλός κι ο Σολωμός, αλλά χωρίς τους Μεσολογγίτες μάλλον σήμερα εθνικός ποιητής θα ήταν ο Ναζίμ Χικμέτ (τον οποίον λατρεύω, προς αποφυγή εθνικιστικών παρεξηγήσεων). Και ναι, μπορεί το όνομα του Σολωμού να το ξέρουν όλοι ενώ του Αθανάσιου Ραζηκότσικα ούτε ο Μεσολογγίτης φούρναρης. Αλλά, εννοείται, στα μελλοντικά Μεσολόγγια Ραζηκότσικες θα πέσουν για να δώσουν την πολυτέλεια στους Σολωμούς να γίνουν αλκοόλες εθνικού -ή διεθνούς μιας και παγκοσμιοποιηθήκαμε- διαμετρήματος.

Wednesday, 4 June 2008

Όταν η σαρξ νοσεί παίρνει αντιβίωση. Όταν ο νους νοσεί γίνεται παπάς (ή πολιτικός)

Σκέφτομαι και γράφω: Ήρθε το καλοκαιράκι. Γράφω κι εγώ τις σκέψεις μου τώρα που τα μπάνια αρχίζουν και οι καλοκαιρινές διακοπές έρχονται.

Ήρθε το καλοκαιράκι! Πριν από λίγες μέρες κατέβασα όλα μου τα καλοκαιρινά ρούχα από το πατάρι στην ντουλάπα για να μπορώ να τα φτάνω. Με βοήθησε και η μαμά που όλη την ώρα μουρμούριζε γιατί λέει ότι τα ρούχα μου δεν είναι σοβαρά για την ηλικία μου. Εγώ νομίζω ότι δεν έχει δίκιο. Έχει δει πώς ντύνεται αυτή η ξανθιά κυρία στην τηλεόραση; Εγώ την έχω δει κι ας μην μου αρέσει η τηλεόραση. Κάθε φορά που την ανοίγω μου 'ρχεται να βάλω τα κλάματα. Άλλες φορές να την σπάσω με το σφυρί που έχει ο μπαμπάς μου στα εργαλεία του. Και άλλες να γελάω συνέχεια. Αλλά μετά, πάλι μου 'ρχεται να βάλω τα κλάματα.

Το καλοκαίρι ήρθε και στην τηλεόραση. Μου φαίνεται ότι τα νεύρα όλων τους είναι πιο τσιτωμένα τώρα παρά τον χειμώνα. Ο μπαμπάς μου λέει ότι φταίει που έχουν “κάψει λάδια” -αλλά εγώ δεν καταλαβαίνω τι εννοεί. Το πρωί βλέπω κάτι εκπομπές με κάτι κυρίους, “μεσήλικες” τους λέει η μαμά, που όλο στέλνουν τους νέους με ένα ματσούκι στην λαϊκή και φωνάζουν για την ακρίβεια. Εγώ ήξερα αυτό που λέει η μαμά μου κάθε φορά που με ρωτάει αν έχω κάνει σκανταλιά και μετα συμπληρώνει “για την ακρίβεια, μήπως είσαι το παιδάκι που εξαφάνισε την μερέντα από το βάζο;”. Την άλλη την ακρίβεια δεν την ξέρω αλλά μου φαίνεται λίγο δύσκολο να είναι όλοι τόσο τσαντισμένοι. Εκτός αν κάποιος έκανε πολύ μεγάλη ζημιά και τον ρωτάνε όπως η μαμά μου, “για την ακρίβεια”.

Βλέπω και κάτι παπάδες που κοκκινίζουν και μιλάνε μία γλώσσα που μερικές φορές δεν την καταλαβαίνω γιατί λένε ότι οι ομόφιλοι, ή κάπως έτσι, δεν μπορούν να παντρεύονται. Εγώ, από ό,τι καταλαβαίνω, οι άνθρωποι αυτοί είναι πολύ άρρωστοι γιατί οι παπάδες λένε ότι είναι “αρρώστια” η ομοφιλία. Εγώ δεν καταλαβαίνω τίποτα. Κάνοντας όμως ανάλυση της λέξης στα μέρη της, όπως μας μάθατε εσείς κυρία, φαντάζομαι ότι είναι οι άνθρωποι που αγαπάνε το Όμο το καθαριστικό. Εγώ μια φορά ήπια Soflan όταν ήμουν πιο μικρή και δεν ήξερα τι έκανα και με είχανε πάει στο νοσοκομείο. Αυτοί, αφού είναι τόσο άρρωστοι και τους αρέσει το Όμο γιατί δεν τους πάνε στα νοσοκομεία παρά τους μαλώνουν συνέχεια; Εγώ ρώτησα τον θείο μου την Κυριακή τι αρρώστια είναι αυτή η “ομοφιλία” και μου είπε ότι είναι αρρώστια των παπάδων και των συντηρητικών. Εγώ ούτε τα συντηρητικά ξέρω τι είναι και μπερδεύτηκα περισσότερο. Οι παπάδες είναι άρρωστοι ή αυτοί οι ομόφιλοι; Πάντως μετά από όλα αυτά εγώ το φιλοσόφησα. Δεν θέλω ποτέ να αρρωστήσω στην Ελλάδα γιατί όλοι σου φωνάζουνε και μετά, αν είσαι τυχερός, κάποιος σε πάει στο νοσοκομείο και περιμένεις κάτι ουρές για ώρες και πολλές φορές όρθιος. Πριν από μήνες ο αδερφός μου είχε κάτι στο μάτι του και τρέχαμε αργά τη νύχτα σε ένα εφημεριδοκάτι και τελειώσαμε όταν ξημέρωνε. Και τελικά του είπαν να πάει σε έναν άλλο γιατρό, όχι από αυτούς που είναι στα νοσοκομεία, τους άλλους που είναι στα ιατρεία, για να του πει σίγουρα. Δηλαδή, κυρία εμείς τσάμπα περιμέναμε; Να τώρα εκνευρίστηκα κι εγώ.

Και γενικά, δηλαδή, έχω πολλά νεύρα κι ας είμαι μικρή. Η γιαγιά μου λέει ότι έτσι πρέπει να είναι τα παιδιά, ζωηρά. Η μαμά μου όμως λέει ότι είμαι “υπερκινητικό” και ότι δεν την αφήνω σε ησυχία. Εγώ δεν λέω τίποτα. Αρχίζω να πιστεύω, όμως, ότι για την περίπτωσή μου δεν φταίει το καλοκαίρι. Εμένα το καλοκαίρι μου αρέσει κι ας κάνει καύσωνα. Μου αρέσει γιατί πάμε για μπάνια στη θάλασσα. Όχι όμως στην Αθήνα γιατί ο μπαμπάς μου πήρε ένα μέιλ λέει στον υπολογιστή του που γράφει ποιες θάλασσες στην Αττική είναι μολυσμένες. Όταν το διάβασε και τελείωσε το έκανε forward στους φίλους του και είπε στη μαμά ότι από εδώ και πέρα τέλος τα μπάνια στην Αττική αν δεν θέλουμε να καταλήξουμε κωλοβακτηρίδια (συγνώμη για την βρισιά κυρία, ο μπαμπάς το είπε). Εμένα μου αρέσει το καλοκαίρι και για έναν ακόμη λόγο. Γιατί τα σχολεία κλείνουν και όλη μέρα παίζουμε με τους φίλους μου. Βέβαια, τώρα θυμήθηκα ότι φέτος μπορεί να μην έχουμε που να παίξουμε γιατί εκεί που παίζαμε τώρα έχουν φτιάξει πολυκατοικίες και δεν μας αφήνουν να μπούμε μέσα. Και να μας αφήνανε, όμως, εμείς δεν θέλουμε να μπούμε γιατί όταν παίζουμε θέλουμε η μπάλα να πηγαίνει ψηλά κι όχι να χτυπάει σε τοίχους και ταβάνια. Αφήστε το άλλο. Είναι πολύ σκοτεινά κάτω στις πιλοτές ενώ εκεί που παίζαμε μέχρι πέρυσι έβλεπες πάντα ουρανό.

Βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι κι άλλο, εμένα δεν μου αρέσει αυτός ο ουρανός που έχουμε κυρία γιατί είναι συνέχεια γκρι και βρώμικος. Εγώ είπα στην μαμά μου να βάλουμε τη σκούπα και να ρουφήξουμε την βρώμα όπως κάνουμε και με το πάτωμα αλλά εκείνη μου είπε πως αυτό δεν γίνεται και πως αν θέλω να βοηθήσω στην καθαριότητα να πετάω τις πορτοκαλάδες μου στην ανακύκλωση. Στο σπίτι έχουμε πάντα δύο σακούλες, αυτή που πετάμε στα πράσινα σκουπίδια κι αυτή που πετάμε στα μπλε. Η μαμά μου λέει πως αν θέλουμε να σώσουμε τον πλανήτη πρέπει όλοι να πετάμε τα σκουπίδια μας στα μπλε δοχεία και να μην παίρνουμε τα αυτοκίνητα για να πάμε στη δουλειά. Κι εσείς κυρία μας είπατε ότι αύριο που είναι η παγκόσμια ημέρα για το περιβάλλον θα πάμε όλοι να κάνουμε αναδάσωση. Εγώ όμως έχω πολλές απορίες. Αν, δηλαδή, εγώ πετάω κάθε μέρα τα κουτάκια στα μπλε σκουπίδια θα σώσω τον πλανήτη; Και τότε αυτοί οι κύριοι που έχουν εργοστάσια και ξενοδοχεία και άλλα τέτοια, πού πετάνε τα σκουπίδια τους; Υπάρχουν τόσο μεγάλοι μπλε κάδοι; Αν υπάρχουν να μας πάτε εκδρομή εκεί, νομίζω ότι θα είναι πολύ εντυπωσιακό. Επίσης, η μαμά μου όπως σας έγραψα λέει να μην παίρνουμε αυτοκίνητα. Εγώ, όμως, επειδή δεν ξέρω και να οδηγώ αλλά μου αρέσει και το ποδήλατο, μία φορά δοκίμασα να πάω μακριά με το ποδήλατό μου και δεν τα κατάφερα. Όλα τα αυτοκίνητα έρχονταν κατά πάνω μου, κι ο δρόμος ήταν γεμάτος λακούβες και δεν με άφηναν να το βάλω στο μετρό.

Και το άλλο; Κάθε πρωί διαβάζω εφημερίδα γιατί μου αρέσει, κι ας νομίζετε εσείς ότι είμαστε πολύ μικροί για να διαβάζουμε τέτοια πράγματα. Σήμερα μία εφημερίδα είχε αφιέρωμα στο περιβάλλον. Και την Κυριακή που μας πέρασε είχαν κι άλλες τέτοιο αφιέρωμα. Όμως όλοι ήταν πολύ χαρούμενοι και έλεγαν για την ανακύκλωση και για κάτι ειδικές σακούλες και κάτι άλλα. Μα κυρία, πώς γίνεται να είναι χαρούμενοι όταν η Γη κινδυνεύει; Και γιατί κανένας δεν έγραψε για αυτά που λέει ο μπαμπάς μου; Ο μπαμπάς μου λέει ότι μας ρίχνουν στάχτη στα μάτια, μην με ρωτήσετε τι σημαίνει, κι ότι αντί να έχουν “ολική οικολογική πολιτική” όλο μας κάνουν να πιστεύουμε ότι μόνο από εμάς εξαρτάται και πως είναι λάιφ στάιλ θέμα. Εγώ δεν καταλαβαίνω τίποτα από αυτά, αλλά επειδή ο μπαμπάς μου είναι ο πιο έξυπνος άνθρωπος στον κόσμο συμφωνώ μαζί του. Θέλω να συμπληρώσω μόνο ότι κανείς δεν γράφει για τη φίλη μου την Πετρούλα που μένει στα Ιλίσια αλλά δεν έχει μπλε σκουπίδια να πετάξει τις πορτοκαλάδες της. Και πίνει πολλές!

Κι εγώ πίνω πολλές πορτοκαλάδες, ειδικά τώρα που ήρθε το καλοκαιράκι! Επίσης αυτήν την εποχή την περιμένω πώς και πώς γιατί η μαμά μαγειρεύει πιο συχνά τα αγαπημένα μου φαγητά, δηλαδή τις τηγανητές πατάτες. Φέτος, όμως, μου είπε ότι τηγανητές πατάτες γιοκ. Εγώ έκλαψα, τσίριξα, χτύπαγα με την κουτάλα τις κατσαρόλες αλλά η μαμά είπε ότι ό,τι κι αν κάνω δεν αλλάζει τίποτα. Μετά μου έλεγε ότι το λάδι που βάζαμε στις πατάτες κάτι κακοί άνθρωποι το χαλάσαν και βάλανε μέσα κάτι λάδια που βάζουμε στα αυτοκίνητα. Εγώ, όμως, στην εφημερίδα διάβασα ότι αν τα λάδια αυτά τα βάζουμε σε συγκεκριμένες ποσότητες μέσα στο άλλο λάδι δεν υπάρχει κίνδυνος. Εμένα λίγο περίεργο μου φαίνεται αυτό, αλλά πάλι, για να το λένε οι επιστήμονες κάτι θα ξέρουν. Σκέφτομαι ότι αν τα λάδια που τρώμε είναι από αυτοκίνητα, άρα κι εμείς μολύνουμε το περιβάλλον; Να, είδατε, πάλι για το περιβάλλον σας λέω. Μας έχουν κολλήσει κυρία και μιλάμε όλο για αυτό αλλά εγώ δεν βλέπω τίποτα να πηγαίνει καλύτερα.

Είδα, όμως, τον ξάδερφό μου τον Σπύρο προχθές και μου είπε ότι στο σχολείο που πάει γίνεται χαμός. Δεν θυμάμαι πως το λένε ολόκληρο, θυμάμαι σίγουρα ότι το λένε Πανεπιστήμιο. Ο ξάδερφός μου είχε χαρεί πάρα πολύ όταν πέρασε εκεί αλλά τώρα χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο. Πάει καλά κυρία που στο σχολείο μας δεν γίνονται τέτοια πράγματα γιατί τον κύριο Διευθυντή δεν τον βλέπω και πολύ καλά. Ο ξάδερφός μου με είχε βάλει στο τραπέζι και μιλούσε συνέχεια και έλεγε πως είναι όλοι τους ξεφτίλες (συγγνώμη κυρία για την βρισιά, ο ξάδερφός μου το είπε). Και οι καθηγητές, και η κυβέρνηση και οι φοιτητές. Και μετά έλεγε πως δεν πρόκειται ποτέ να δούμε χαϊρι σαν λαός γιατί είμαστε μαλάκες (συγγνώμη και πάλι, αλλά όλοι την λένε αυτήν την λέξη, δεν μπορούμε να την βάζουμε στα σκέφτομαι και γράφω;). Εγώ πάντως είδα αυτόν τον κύριο που είναι σαν να τον έγλειψε βόδι που βγήκε και είπε ότι η παιδεία χρειάζεται ένα σοκ. Κυρία, θα μας περάσουν όλους από ηλεκτρική καρέκλα, τι σοκ είναι αυτό που λένε; Εγώ ξέρω μόνο για τη θεία μου την Ιουστίνη που πριν από μερικά χρόνια ο ξαδερφός μου ο μεγάλος, άλλος ξάδερφος αυτός, ήθελε να την “σοκάρει” και βγήκε με το πουλάκι του έξω την ώρα που η θεία σέρβιρε τσάι στις φίλες της. Αλλά μετά έφαγε της χρονιάς του και τον βάλανε τιμωρία ένα μήνα!! Εμείς αυτόν τον κύριο δεν θα τον βάλουμε τιμωρία που λέει ότι θα μας κάνει σοκ; Όμως, αν γίνεται να μου το πείτε γιατί θέλω να κανονίσω καλοκαιρινές διακοπές.

Ο μπαμπάς μου είπε “αρχίδια διακοπές θα κάνουμε με τέτοιο μισθό” (συγνώμη κυρία, ο μπαμπάς το είπε) και η μαμά έχει πάρει ένα χαρτί και όλο προσθέτει, αφαιρεί και διαιρεί. Κυρία, κανείς δεν έμαθε στους μεγάλους τον πολλαπλασιασμό;

Τέλος πάντων, τελειώνω τώρα με το συμπέρασμα. Το καλοκαιράκι ήρθε! Και φέτος κατάλαβα για πρώτη φορά τι εννοεί η μαμά μου όταν λέει “και πού να σφίξουν οι ζέστες”.

Wednesday, 21 May 2008

Οι πύργοι που στοιχειώσαμε

Υποθέτω πως ένα κομμάτι του ανθρώπου είναι τα σχοινιά που δεν κόβει ποτέ αναχωρώντας από λιμάνια της λήθης. Κατακτώντας έτσι μέρος της α-λήθειας του. Κι είναι οι αλήθειες μας που μας πληγώνουν, μας μελαγχολούν, μας κάνουν να νοσταλγούμε, μας δείχνουν το μέλλον, μας κρατάνε καλοστεριωμένους στο παρόν. Με λίγα λόγια μας κάνουν αυτό που είμαστε. Μία από τις α-λήθειες μου λέει πως ένα από τα σκοινιά που θα με φέρνει πάντα πίσω σαν πυξίδα ακριβείας είναι τα ανοιξιάτικα και καλοκαιρινά απογεύματα στη γειτονιά όταν ήμουν μικρή. Τι μικρή, δηλαδή, τελείωνα το Λύκειο όταν ακόμη καβάλαγα το ασημένιο μου ποδήλατο και χανόμουν στους δρόμους, τους παραδρόμους και τους πεζοδρόμους της περιοχής μου. Δεν πάνε και πολλά χρόνια που το Πολύδροσο πλησίαζε την μαγική εικόνα που πλάθει κάποιος στο μυαλό του όταν ακούει την ονομασία αυτή. Νεοκλασικά και διώροφα κτήρια, καλαμιές, πλατάνια, λεύκες, πικροδάφνες, τριανταφυλλιές πολύχρωμες· οι κήποι της Εδέμ, εν ολίγοις, είχαν δανείσει λίγο από τη λάμψη τους σε ένα προάστιο της Αθήνας.

Το σπίτι που μέναμε ήταν στον πεζόδρομο της ρεματιάς, πάνω ακριβώς από το θεατράκι. Το πανηγύρι ξεκινούσε δειλά δειλά Μάρτιο μήνα. Οι πιο τολμηροί αρχίζαμε να κατεβαίνουμε στον πεζόδρομο (που τότε ήταν ακόμη δρόμος κυκλοφορίας το πολύ τριών αυτοκινήτων ημερησίως -το ένα ήταν του ψιλικατζή στην γωνία) με τις μπάλες και τα ποδήλατά μας. Τέτοιες μέρες σαν τώρα ήταν η καλύτερή μας. Καιρός αίθριος (ακόμη τότε το θερμοκήπιο μας άφηνε να ανασάνουμε κάτω από τον ήλιο), το σχολείο άρχιζε να κινείται σε καλοκαιρινούς ρυθμούς και η μέρα παρείχε απλόχερα στις ώρες της φως. Οι μαμάδες ησύχαζαν όσες ώρες οι φωνές μας μπορούσαν να σπάσουν τύμπανο δύο προάστια παρακάτω κι εμείς ξεχυνόμασταν με την ορμή που συσσωρευόταν τους χειμερινούς μήνες μέσα σε βαρετά διαμερίσματα και πίσω από κλειστές μπαλκονόπορτες.

Όπως κάθε αξιοπρεπής παρέα, έτσι κι εμείς είχαμε το δικό μας άλυτο μυστήριο. Το τρομακτικό κουφάρι ενός παλιού διώροφου αρχοντικού στη γωνία στοίχειωνε κάθε σκέψη που περνούσε από το παιδικό μας μυαλό. Τότε το λέγαμε “πύργο” και στήναμε επικά κρυφτά και εξερευνήσεις για θαρραλέους στα εγκαταλελειμμένα του δωμάτια. Μπορώ να γεμίσω δεκαπέντε οθόνες (γαμώ τους νεωτερισμούς μου) με ιστορίες από τα τραγελαφικά γεγονότα που εκτυλίσσονταν κάθε καλοκαίρι στον “πύργο”. Δεν θέλω, όμως, σήμερα να μιλήσω για αυτό. Άλλος είναι ο λόγος που γράφω.

Μεγαλώνοντας μάθαμε πως ο “πύργος” έχει όνομα. Ένα καθωσπρέπει όνομα, όπως κάθε νεοκλασικό εντός μεγάλου κτήματος που σέβεται την ιστορία του. Και δεν έχει ιδιοκτήτη. Όπως κάθε
εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό εντός μεγάλου κτήματος που σέβεται την ιστορία του. Για να μην τα πολυλογώ από εδώ να σας πω μόνο τα απαραίτητα. Ότι, δηλαδή, ο “πύργος” μας λέγεται “κτήμα Πραποπούλου”. Ότι μνηστήρες πολλοί ευρέθησαν αλλά τελικώς το κτήμα έμεινε στο ράφι. Και σαν κάθε νεοκλασικό εντός μεγάλου-μην-τα-ξαναλέμε-τα 'παμε που μένει στο ράφι έτσι και το κτήμα Πραποπούλου προσέλκυσε ΤΟΝ μνηστήρα. Τουτ' έστιν το ελληνικό δημόσιο, τις ελληνικές τράπεζες, μεγαλοεργολάβους, μεγαλολαμόγια κλπ κλπ. Εδώ και περίπου ένα χρόνο μία παρέα ατόμων από την περιοχή αποφάσισε να ξεκινήσει την δική της περιπέτεια στο κτήμα. Μία περιπέτεια για “μεγάλους”. Ξεκίνησε την κατάληψή της στο εγκαταλελειμμένο κτήριο, άρχισε να καλλιεργεί βιολογικές μελιτζάνες και ντομάτες στο χορταριασμένο από χρόνια κήπο, έστησε αίθουσα προβολών και βιβλιοθήκη και, γενικότερα, ξεκαθάρισε με την στάση της ότι το κτήμα δεν είναι προς αποκατάσταση από ΤΟΝ μνηστήρα. Το τι έχουν περάσει τα παιδιά καλύτερα να το διαβάσετε, όσοι θέλετε, στο blog τους. Εκεί θα βρείτε και φωτογραφίες, και πληροφορίες για ανάλογες κινήσεις πολιτών σε άλλα σημεία της Αθήνας, και για άλλες εκφράσεις αντίστασης στους “οδοστρωτήρες” τις εποχής μας και άλλα πολλά. Εκεί, τελικά, ίσως βρείτε ένα κομμάτι της δικής σας αλήθειας. Μπας και αρχίσουμε να ξεδιπλώνουμε σιγά σιγά όλοι τους μίτους μας και ξαναβρούμε αγαπημένα λιμάνια που χάσαμε.

http://www.protovouliaxalandriou.blogspot.com

Monday, 12 May 2008

Το χρονικό του κλεμμένου χρόνου

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Το πείραμα διεκπεραιώθηκε με ταχύτητα road runner. Μόνο που στο τέλος του ο Αλέξης αισθανόταν σαν το koyote που έφαγε τα μούτρα του στο φαράγγι. Το μόριό του είχε αποτύχει να αντεπεξέλθει στο ερωτικό κάλεσμα του διαδικτυακού πορνό που τώρα τελευταία γέμιζε τις ώρες βαριεστημάρας στο γραφείο. Ούτε ένα ίχνος υγρού, ούτε μία ένδειξη ανόρθωσης. Το κρατούσε εκεί, ανάμεσα στο κατεβασμένο φερμουάρ και το ξεχυμένο πουκάμισο, ξέψυχο και ρυτιδιασμένο παρά την μανιώδη κίνηση της παλάμης του. Ξεφύσηξε βουτηγμένος στην απόγνωση. Κοιτούσε το διάστημα ανάμεσα στα μπούτια του σαν μονοκυτταρικό οργανισμό στο μικροσκόπιο. «Δεν είναι δυνατόν, τι διάολο...» ήταν η πρώτη ημιτελής σκέψη που πρόλαβε να διασχίσει το μυαλό του μετά το σοκ.

Μία τεράστια άσπρη τρίχα πρωταγωνιστούσε ανάμεσα στις υπόλοιπες που περνούσαν πλέον στη θέση του κομπάρσου σε κακόγουστη παράσταση. Πρώτη φορά ο Αλέξης έβρισκε άσπρη τρίχα στο δέρμα του –μία αληθινή άσπρη τρίχα. Άνοιξε το πρώτο αριστερό συρτάρι και έβγαλε το οινόπνευμα, άπλωσε χαρτί κουζίνας και αποστείρωσε τα χέρια του. Αυτό είχαν να το λένε όλοι· ο Αλέξης πάντα έδινε μεγάλη προσοχή στην ατομική υγιεινή. Πολλές φορές σε σημείο υστερίας. Μόνο κατά τη διάρκεια του σεξ ξεπερνούσε κάτι τέτοια θέματα ο Αλέξης δίχως περίσσια περισυλλογή. Η ανταλλαγή βιολογικών υγρών ήταν η αδυναμία του -και η ψύχωσή του γύρω από την καθαριότητα αποδυναμωνόταν εντελώς στη θέα ενός υγρού αιδοίου. Μετά, βέβαια, φρόντιζε πάντα να απολυμάνει κάθε χιλιοστό του εξαντλημένου εργαλείου του με Betadine.

Αυτή τη φορά ο Αλέξης ξέπλυνε τα χέρια του, μάλλον, λόγω νευρικότητας παρά ανησυχίας. Αφού ένιωσε κάθε τρίχα του χεριού του να δροσίζεται από το πέρασμα του οινοπνεύματος, τύλιξε την άσπρη τρίχα στο δείκτη του, πήρε μία βαθιά ανάσα και τράβηξε. Στα κλάσματα δευτερολέπτου που ακολούθησαν πρόλαβε να σκεφτεί ότι ο κλασσικός κινηματογραφικός οπλισμός με θάρρος μέσα από ένα μπουκάλι ρούμι θα ήταν σοφότερη κίνηση. Κοιτάζοντας κάτω την είδε ακόμα εκεί. Λίγο κατσαρωμένη εξαιτίας του τραβήγματος αλλά ανέπαφη. Τα έκλεισε όλα και βγήκε από το γραφείο φουριόζος. «Δημητρούλα, φεύγω. Δεν είμαι καλά. Ακύρωσε τα ραντεβού, βάλτα όποτε νομίζεις, δεν ξέρω...» Δεν πρόλαβε ούτε περαστικά να του ευχηθεί η Δημητρούλα που θα απέμενε τις υπόλοιπες ώρες να βράζει στο κουτσομπόλικο ζουμί της διερωτώμενη τι είχε συμβεί στο αφεντικό της.

Τα ένιωθε να θρυμματίζονται ανάμεσα στο πόδι του και το κάθισμα του αυτοκινήτου κάθε φορά που πατούσε γκάζι. «Πάει, έχω σίγουρα καρκίνο. Θα γίνω ευνούχος, ρε πούστη, από τα τριάντα μου...», μονολογούσε ανεβαίνοντας τη Συγγρού. Σαράντα λεπτά αργότερα κατέβαζε τα βρακιά του στο μπάνιο για να ανακαλύψει ότι οι άσπρες τρίχες ήταν πλέον δύο. Και σαν να μην έφτανε αυτό τα αρχίδια του τού φάνηκαν ζαρωμένα, κρεμασμένα θαρρείς από σκοινί σε κεντρική πλατεία. «Ιδέα μου θα είναι» είπε στον καθρέφτη του σε μία προσπάθεια να ανεβάσει το πεσμένο του ηθικό. Και σε ποιον να μιλήσει, τι να πει; Ότι έβγαλε δυο άσπρες τρίχες και δεν νιώθει καλά; Σίγουρα ο γιατρός του θα του συνιστούσε ψυχίατρο. Κάτι ανάμεσα σε υπερκόπωση, μελαγχολία και ναρκισσισμό θα διαπίστωνε ο άλλος. Σίγουρα. Γείωσε την Πόλυ, «δεν είμαι για έξοδο σήμερα, θα σε πάρω εγώ αύριο», μίλησε με την μαμά του λέγοντάς της πως πνίγεται στη δουλειά και μην τον ενοχλήσει μέχρι να την ξαναπάρει αυτός και αποφάσισε να συγκεντρωθεί.

Φαντασιώθηκε όλες τις γυναίκες που είχαν περάσει από το κρεβάτι του, όλες τις διάσημες που ονειρευόταν να ρίξει από την ηλικία των εφτά, όλες τις πορνοστάρ που είχε παρακολουθήσει να παραδίδουν μαθήματα στο dvd του, όλες τις τσόντες που θυμόταν να τον έχουν διεγείρει. Τζίφος. Ο Αλέξης απέμενε λεπτό το λεπτό όλο και πιο γυμνός, όλο και πιο ζαρωμένος, όλο και πιο ιδρωμένος πάνω στα βαμβακερά του σεντόνια. Ξέβαψε τις τούφες από το κεφάλι του, έβγαλε το μακιγιάζ. Ήταν ο ίδιος Αλέξης που είχε αντικρύσει εκείνο το πρωί στον καθρέφτη του. Αρυτίδιαστος, λίγο αποκαμωμένος από την προσπάθεια και, προπαντός, καλυμμένος με μαύρες τρίχες. Μέχρι τα μεσάνυχτα την έβγαλε γυμνός πάνω στην μπερζέρα. Μετρώντας τις άσπρες τρίχες που ξεφύτρωναν γύρω από το μόριό του σαν τα αυθαίρετα της παραλιακής. «Έχω παραισθήσεις. Σίγουρα. Και ο φωτισμός δεν είναι σωστός.» Γιατί δεν είναι δυνατόν, όπως κάθε λογικός άνθρωπος γνωρίζει, μία τρίχα να μεγαλώνει μέσα σε δευτερόλεπτα. Ούτε είναι δυνατόν να ασπρίζουν τα αρχίδια σου μόνο. Γνωστόν.

Μία τη νύχτα οι άσπρες τρίχες δεν μετρούνταν πλέον. Ο Αλέξης βρισκόταν στο έκτο ουίσκι και, από το φόβο του ότι τις βλέπει διπλάσιες από όσες ήταν στ’ αλήθεια, αποφάσισε να αναπαυθεί. Την επόμενη μέρα δεν πήρε στο τμήμα προσωπικού να δηλώσει ασθένεια. Ούτε η Πόλυ έλαβε τηλεφώνημα για να κανονίσουν να βρεθούν. Το τάπερ με τα γιουβαρλάκια που του είχε φυλάξει η μαμά του ξεχάστηκε για μέρες στο ψυγείο της. Τρεις μέρες μετά η αστυνομία έσπασε την πόρτα του διαμερίσματός του μετά από δήλωση εξαφάνισης που υπέβαλε η μητέρα του. Τον βρήκαν ξεσκέπαστο, ανάσκελα πάνω στο κρεβάτι του, με το χέρι του να κρατάει τα αρχίδια του. Τα δάχτυλά του είχαν πνιγεί στις άσπρες τρίχες.

Friday, 11 April 2008

Το χρονικό του κλεμμένου χρόνου

Η πρωινή ιεροτελεστία ξεκινούσε στις εξίμιση. Μπροστά στον καθρέφτη του ο αρυτίδιαστος Αλέξης μεταμορφωνόταν σε μεσήλικα επικινδύνως γκριζάροντα στους κροτάφους και ελαφρώς υποταγμένο στην πρεσβυωπία. Κόλπο παλιό, δοκιμασμένο στα καλύτερα μαγαζιά. Το ‘χε δει, δηλαδή, από τη Στυλιανοπούλου και την Κοντού μέχρι τον Dustin Hoffman και τον Robin Williams. Κανένας δεν καταλάβαινε την μυστική ταυτότητα κάτω από το make up. Στο κάτω κάτω της γραφής δεν ντυνόταν και σαν τραβεστί. Τον χρόνο υιοθετούσε για λίγο και τον έκανε σκλαβάκι του, τον έτρεχε λίγο πιο γρήγορα και ύστερα τον διαμόρφωνε.

Έβαζε μηχανικά καφέ στην καφετιέρα, τα δημητριακά του και τον χυμό των πρωταθλητών πάνω στο σουπλά με τις τουλίπες και τους ήλιους και τρώγοντας σιγά σιγά το κεφάλι του σηκωνόταν από τον λήθαργο σαν ανυψωτικό μηχάνημα. Μισή ώρα αργότερα, λίγο από το make up και τα μολύβια της μακαρίτισσας της μάνας του, που τού ‘μειναν αμανάτι πέρυσι όταν εκείνη δρασκέλισε τον χρόνο προβοκατόρικα και χάθηκε στο άχρονο, λίγο μάσκαρα μαλλιών από την αενάως «εφηβίζουσα» Πόλυ του, τα γυαλιά των 10 ευρώ από το φαρμακείο της γειτονιάς για πρεσβυωπική μόστρα και ήταν έτοιμος. Η Δήμητρα θα του είχε έτοιμο τον ντικάφ του δύο λεπτά πριν πατήσει το πόδι του στην εταιρία, ο καινούριος πιτσιρικάς –άκου «πιτσιρικάς», κανονικά ο Αλέξης ήταν νεότερος σε ηλικία- θα τον χαιρετούσε μόλις τον έβλεπε να μπαίνει φουριόζος, δήθεν, από την πόρτα εκτοξεύοντας προς το μέρος του το πιο αστραφτερό χαμόγελο (τους σιχαινόταν τους γλείφτες μα ξέρουν να κάνουν καλά την δουλειά τους) και μετά θα χωνόταν στην Βαβέλ του γραφείου για το επόμενο δεκάωρο. Χαρτιά, μελέτες, υπογραφές, τηλέφωνα από Γενικούς, τηλέφωνα από ιδιαιτέρες των «ιδιαίτερων», παραστατικά, όλα αυτά κάθε μέρα έστηναν τον δικό τους χορό γύρω του. Κι εκείνος ένας γερασμένος νεαρός, ή νεανίζων γέρος εκ των καταστάσεων;, θα τα έβαζε όλα σε τάξη, θα υπέγραφε ό,τι άγχωνε την Δημητρούλα μέχρι τις δύο που σχόλαγε εκείνη, θα έδειχνε την απαραίτητη ευγένεια και υποταγή στους «ιδιαίτερους» και τους Γενικούς.

«Μην τα συζητάς, έλεγε στον εαυτό του κάθε που τον έπιανε κρίση, μια χαρά σου στρώθηκαν τα πράγματα.» Ευρισκόμενος έτσι μονίμως σε εσωτερικές διαπραγματεύσεις, καταστρώνοντας ατράνταχτες αλληλουχίες επιχειρημάτων υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς και καταλήγοντας να σκέφτεται εξουθενωμένος ότι τα τέσσερα χιλιάρικα που καθάριζε κάθε μήνα ήταν, προς το παρόν, αδιαπραγμάτευτα. Όχι, ας τα πάρουμε και λογικά τα πράγματα. Πεντέμιση χρόνια για το πτυχίο του από το Πολυτεχνείο. Και ένα το μεταπτυχιακό με αέρα εξωτερικού, εξίμιση. Κι άλλον έναν η εκπαίδευση στο Τόκιο, εφτάμιση. Και δύο στην γύρα για δουλειές, εννιάμιση. Το ξεχνάς έτσι εύκολα όταν στα γενέθλια για τα εικοσιοχτώ σου χρόνια δεν έχεις να πληρώσεις ούτε τα κεράκια της τούρτας; Όχι. Το ξεχνάς έτσι εύκολα όταν θες να πιεις έναν καφέ και ζητάς χαρτζιλίκι από τον πατέρα σου; Όχι. Το προσπερνάς ασχολίαστο όταν δεν μπορείς να γαμήσεις την γυναίκα των ονείρων σου γιατί οι γονείς σου κοιμούνται δίπλα; Όχι. Εκ των πραγμάτων, τραβάς μια μαλακία και μετά μουτζώνεσαι με τα γυαλιστερά σου δάχτυλα. Και αυτή η «μία κάποια λύσις» ήρθε από το ευτελές, γυναικείο make up. Ε, δεν συγκρίνεται τώρα το make up και τα εργατικά faux γηρατειά με τα τέσσερα χιλιάρικα τον μήνα. Δεν του ζητήθηκε δα να πηδήξει τον Γενικό. Είδες μωρέ αδερφάκι μου τι σου είναι τρεις ρυτίδες και δυο γκρίζοι κρόταφοι;

Παπάρια που κοίταξαν την προϋπηρεσία του. Σαραντατρία γραφεία και πέντε πολυεθνικές είχε γυρίσει πριν. Έδινε το δισέλιδό του, στο πεδίο των σπουδών τα πτυχία του και τα «άριστα» τριβέλιζαν το μάτι με bold αιχμές στην πρώτη σελίδα, ίσιωνε την γραβάτα του και ξεκινούσε την χειραψία. Αυτήν την ρημάδα την ερώτηση, όμως, μα τον Τουτατίς, άμα την ξανάκουγε θα έκανε φόνο. «Προϋπηρεσία έχετε;» Τις πρώτες πέντε φορές απάντησε αμήχανα «όχι» και πως ελπίζει να ξεκινήσει από ένα τόσο σημαντικό γραφείο για να αναπτύξει τα όσα έμαθε στις σπουδές του και την Ιαπωνία. Τον πούλο. Τις επόμενες δέκα απαντούσε το ίδιο αλλά στο κεφάλι του άκουγε τον «άλλον» να απαντάει «Ναι, έχω καριόλη, σε συνεντεύξεις για τις ψωνάρες του συναφιού σου. Σου κάνει;». Και ξανά τον πούλο. Στις τελευταίες, όμως, είχε σταματήσει να ακούει απαντήσεις που διασκέδαζαν την πίκρα μέσα στο κεφάλι του. Τον έβλεπε να πατάει το δεξί του Ferragamo στο γραφείο και με το αριστερό του να σκορπίζει μύτες, γυαλιά και αίματα στον τοίχο. Μέχρι που στην έκτη πολυεθνική έσκασε μύτη ένας διαφορετικός Αλέξης. Ο Αλέξης από το μέλλον. Γοητευτικός, καλοστεκούμενος για την ηλικία του και τους γκρίζους κροτάφους, που ξεφύτρωσαν βιαστικά εκείνο το πρωί μέσα στα σπασμένα πλακάκια του μπάνιου στο πατρικό του, και με προϋπηρεσία στο εξωτερικό. Τον προσέλαβαν την ίδια στιγμή. Ούτε που ζήτησαν συστάσεις, ούτε που διανοήθηκαν να πάρουν τηλέφωνο σε κάποια από τις εταιρίες που κατονόμαζε. Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί αν το έκαναν θα έπρεπε να συνεννοηθούν με τον Γιαπωνέζο φούρναρη και την πόρνη από την Σαγκάη. Για αυτό σου λέω. Πόσο να αντέξεις τον εξευτελισμό και την απραξία; Πόση προϋπηρεσία σε συνεντεύξεις χρειάζεται μέχρι να μπορούν να σε προσλάβουν για βοηθό; Ο Αλέξης έκρινε ότι δύο χρόνια ήταν αρκετά. Και βρισκόταν, όντως, σε σημείο καμπή ο Αλέξης. Η Πόλυ σύντομα θα του κουνούσε το μαντήλι αν δεν έβρισκε μία κάποια λύση στο «θέμα» τους, οι άλλες από καιρό τον είχαν πάρει χαμπάρι τι μπατίρης ήτανε και τον έπαιρναν μόνο αν είχαν τρελές καύλες και κανέναν άλλον διαθέσιμο και ο πατέρας του είχε αρχίσει να του τα κάνει τσουρέκια με τα άχρηστα πτυχία και τους κόπους και την δυνατότητα να αναλάβει το μαραγκάδικο τώρα που ο ίδιος είχε γεράσει.

Τέλος πάντων, δεν συνεχίζω άλλο την αδιακρισία σχετικά με το παρελθόν του Αλέξη, μετά από όλα αυτά νάτος στην γραφειάρα του, με δέκα υφισταμένους και μία ιδιαιτέρα παρακαλώ, όλοι τους μεγαλύτεροί του, και με εταιρικό αυτοκίνητο και smartphone. Να και τα χαμόγελα από την Πόλυ, να και το διαμέρισμα στον Λυκαβηττό, να και τα Σαββατοκύριακα στην Κύπρο, παραδίπλα και τα χαμόγελα πορσελάνινων υπάρξεων στους διαδρόμους, και τα υπονοούμενα της Δημητρούλας· ανεκτίμητα όλα αυτά όταν δύο χρόνια πριν δεν είχες να πληρώσεις μία τούρτα και ένα κέρασμα...

Εκείνο το πρωί ο καφές του τού φάνηκε πιο πικρός από ό,τι συνήθως, «πούστη Σοφιανέ, καφετζής είσαι ή νεκροθάφτης;» σκέφτηκε μορφάζοντας, και ένιωθε ένα περίεργο βάρος. Ένα απερίγραπτο, αδύνατο να εντοπιστεί χωροταξικά στο σώμα βάρος. Δεν ήταν ούτε στην καρδιά, ούτε στο στομάχι, ούτε στο κεφάλι. Τέτοια βάρη φεύγουν συνήθως. Με ένα ντεπόν, με έναν αναστεναγμό, με ένα καλό γαμήσι; Πάντως φεύγουν. Αυτό δεν έλεγε να φύγει. Και το ένιωθε χαμηλά, εκεί που ήταν στημένο το δικό του περήφανο βασίλειο, ανέγγιχτο από τις ψεύτικες ρυτίδες και τις γκρίζες τρίχες. Εκεί που τα νιάτα του ακόμη χτυπούσαν σε ρυθμούς ταμπούρλου σε εθνική γιορτή και σχεδόν κάθε βράδυ λάμβανε χώρα μία, διόλου σεμνή, ιεροτελεστία. Μία η Πόλυ, μία η Ελμίνα, μία η γνωστή του Γενικού, την άλλη η ανηψιά του «ιδιαίτερου»... Πάντως το πρόγραμμα ήταν φορτωμένο τα τελευταία δύο χρόνια. Και καθόλου δεν παραπονιόταν δηλαδή, να εξηγούμαστε.

Σήμερα, όμως, ένιωθε ένα βάρος. Σαν να είχαν γίνει τα αρχίδια του βαρίδια και να τον τραβούσαν στο κέντρο της γης με λύσσα. Κοιτούσε έξω