Wednesday, 28 March 2007

Ο Dieu-mercy...

(Τα παρακάτω περιστατικά αποτελούν αποκύημα της φαντασιόπληκτης πλευράς του εαυτού μου. Τα πρόσωπα της ιστορίας είναι φανταστικά. Ο Dieumerci υπάρχει, αλλά εκτός από το όνομά του δεν γνωρίζω κάτι άλλο για τη ζωή του. Αφορμή για αυτό το ταξίδι στάθηκε η εκπομπή "Εμπόλεμη Ζώνη" που προβλήθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό Mega την Τρίτη 27 Μαρτίου.)

O Dieumerci κοντοστάθηκε για μια στιγμή στην είσοδο της καλύβας, άφησε έξω από την είσοδο το σακί του, έσβησε το τσιγάρο του με την λαστιχένια σόλα του πάνω στο χώμα και έχωσε τα χέρια στις τσέπες τού νάυλον σορτς του. Μπήκε μέσα ψάχνοντάς τη με το βλέμμα του μέχρι που τη συνάντησε στη συνηθισμένη της γωνία, να κάθεται στην ξεφτισμένη πλαστική καρέκλα της (λεία από ένα στρατόπεδο που είχε επισκεφτεί πρόσφατα) και να βάφει τα νύχια της φυσώντας τα τόσο έντονα που αν αυτά ήταν φύλλα θα είχαν πέσει από τα δάχτυλά της.

"Πάλι εσύ εδώ;" είπε ρίχνοντάς του ένα βαριεστημένο βλέμμα και επιστρέφοντας στο φύσημα.
" Ήρθα μήπως άλλαξες γνώμη... Το σκέφτηκες;"
"Δίνε του μόμολο! Τράβα να παίξεις με καμιά της ηλικίας σου καλύτερα και να την πληρώσεις με καραμέλες. Άντε, γιατί σε βλέπουν να μπαινοβγαίνεις εδωμέσα οι στρατιώτες και νομίζουν ότι είμαι καμιά χθεσινή... Α! Και που' σαι, άμα ξαναπατήσεις το πόδι σου εδω φρόντισε να έχεις τινάξει τα χώματα από πάνω σου γιατί τα κάνεις μπουρδέλο κάθε φορά!"
"Μα είναι μπουρδέλο...", ψιθύρισε ο Dieumerci σκύβοντας το κεφάλι του και κίνησε να φύγει.

Ζώστηκε πάλι το σακί του και πήρε το δρόμο για τα ορυχεία... Περιτυλιγμένος από ένα σύννεφο χρυσό-σκονης, έφτασε στους υπόλοιπους καμιά ώρα αργότερα. Έπεσε η πρώτη καρπαζιά, "Άντε ρε Dieumerci, κοντέψαμε να πεθάνουμε εδωμέσα μέχρι να έρθεις! Που είναι το νερό;", πλακώσανε και οι υπόλοιποι, πάει το νερό κι αυτός πάλι δεν είχε προλάβει ούτε τα χείλη του να βρέξει -ούτε με το νερό ούτε με τα υγρά της Gabe που μήνες τώρα ονειρευόταν... Ανάβει το φακό του, μαζεύει τα κουράγια του, ξεκινάει να κοπανάει με λύσσα την πέτρα κι αυτή να καταρρέει εμπρός του, όπως είδε μια μέρα τη μάνα του να κομματιάζεται από τους στρατιώτες, όπως ήθελε μια μέρα να δει την Gabe να γίνεται χίλια κομμάτια στα πόδια του παρακαλώντας τον να την πάρει.

"Η Gabe αξίζει ένα δολάριο", έλεγε και ξανάλεγε μέσα του. "Πρέπει να βγάλω τουλάχιστον ένα δολάριο, σήμερα." Και κοπάναγε με λύσσα. Μαζεύει τα κομμάτια του, τα τυλίγει στο πανί και βγαίνει στο φως -λαμπυρίζων, με δυο μάτια μαύρα διαμάντια, πετράδια που δένουν με το σώμα του... Πιάνει τη λεκάνη του κι αρχίζει τα γνωστά -" Όχι, δεν θα κάνω τσιγάρο τώρα, σκέφτεται, πρέπει οπωσδήποτε να βγάλω ένα δολάριο σήμερα!"- κάνει σκόνη τις πέτρες, βάζει τον υδράργυρο μέσα και ανακατεύει... Ελπίζει πως εκεί, μέσα σε αυτήν την πλαστική λεκάνη των πέντε σεντς κρίνεται η ευτυχία του, πως αυτός ο υδράργυρος θα αποκαλύψει το χρυσάφι που του χρειάζεται για να έχει αυτό που θέλει...

"Οι λευκοί είναι πολύ ηλίθιοι... Στολίζονται με μαλακίες που βρίσκουν στην πέτρα αντί να χαίρονται το σώμα τους όπως είναι... Κι αυτή την ηλιθιότητα την πληρώνω τώρα εγώ! Γαμώ την τύχη μου γαμώ, μια μέρα θα πάω σχολείο, θα μάθω γράμματα και θα τους πω κατάφατσα πόσο μαλάκες είναι!" σκέφτεται κι όσο πάει και θυμώνει. Δεν πάνε καλά τα πράγματα, λάσπη. Λάσπη τα χέρια του, λάσπη κι αυτός που νιώθει πως αν τον ακούμπαγε τώρα κανείς απλά θα έλιωνε και θα σχημάτιζε μια λακκούβα από λάσπη στο δρόμο.

Απογοητευμένος αναποδογυρίζει τη λεκανίτσα του, στρίβει ένα τσιγάρο και παίρνει το δρόμο του γυρισμού.
"Νεαρέ!"
"Ναι...", γυρίζει το κεφάλι προς τα εκεί από όπου ήρθε η φωνή.
"Στάσου, περίμενε ένα λεπτό.", ένας λευκός άνδρας τον πλησιάζει από την άλλη πλευρά του δρόμου. "Σε είδα που δεν έβγαλες τίποτα σήμερα..."
"Σκατά. Ούτε γραμμάριο..."
"Πώς σε λένε νεαρέ;"
"Dieumerci."
"Dieumerci... Παράξενο όνομα. Ξέρεις τι σημαίνει;"
"Κάποτε νομίζω μου είχε πει ένας παπάς ότι έχει να κάνει με το Θεό, αλλά δεν θυμάμαι. Ούτε κι Αυτός νομίζω με θυμάται..."
" "Ευχαριστώ το Θεό". Και δεν έχεις δίκιο σ' αυτό που λες. Σε θυμάται και τώρα είναι η ώρα να σου το αποδείξει."
"...
"(βλέμμα απορίας από τον Dieumerci)
"Βλέπω είσαι σκονισμένος... Αλλά λεφτά δεν έχεις κι ούτε πρόκειται να βγάλεις από αυτό σήμερα. Σου έχω πρόταση για δουλειά. Που πληρώνει καλά. Πολύ καλά...", είπε ο λευκός άνδρας με το χρυσό σκελετό γυαλιών και τον κοίταξε συνωμοτικά.
"Μέσα είμαι."
"Στάσου, περίμενε. Για ποιόν δουλεύεις; Για να συντηρείς μάνα, αδέρφια ή γυναίκα και παιδί, αν και για το τελευταίο είσαι λίγο μικρός..."
"Δουλεύω για μένα. Και για να έχω την Gabe. Κάνει ένα δολάριο. Αν εγώ βγάλω δέκα, αυτή θα σταματήσει να είναι πουτάνα και θα έρθει μαζί μου."
(Γελάει ο λευκός άνδρας, ξεκαρδίζεται στα γέλια και οι φακοί των χρυσών γυαλιών του γεμίζουν με πιτσιλιές από τα δάκρυα που τρέχουν από τα μάτια του. Τα σκουπίζει με τα αφράτα του δάχτυλα, αυτά με τα τέσσερα χρυσά δαχτυλίδια με μαύρες πέτρες.) " Λοιπόν, άκου Dieumerci, πάρε προς το παρόν ένα δολάριο να πας να κάνεις ό,τι θες με την πως-την-λένε και άμα θες να της πας κι άλλα να έρθεις αύριο για δουλειά σε εμένα. Το κτίριο είναι το παλιό εργοστάσιο βγαίνοντας από το συνοικισμό."

Ο Dieumerci δεν μπορεί να το πιστέψει, αρπάζει το ένα δολάριο, σκύβει, φιλάει χωρίς σάλιο τα παπούτσια του ανώνυμου αφεντικού, σηκώνεται κι αρχίζει και τρέχει... Τρέχει σε αυτήν, να της τα πει όλα, να της πει ότι σύντομα, αν θελήσει να είναι μαζί του θα σταματήσει να αξίζει ένα δολάριο και θα αξίζει δέκα ή και παραπάνω -σίγουρα λιγότερο από κάτι μηχανήματα που λένε ότι θα τους φέρουνε, οι λευκοί, που τα φτιάξανε ειδικά για αυτούς, τους μαύρους, και κάνουνε λέει μόνο (άκου μόνο!) εκατό δολάρια-, αλλά σίγουρα όχι ένα πια... Τρέχει και σε κάθε τράνταγμα αφήνει πίσω του μια ουρά χρυσόσκονη να του θυμίζει το δρόμο για πίσω.

Από την επόμενη μέρα δεν τον ξαναείδε κανείς. Η Gabe έλαβε δύο δολάρια από άγνωστο αποστολέα, ένα σακουλάκι με το σχοινένιο βραχιολάκι του Dieumerci και ένα άλλο με δέκα νύχια, κλεισμένα σε ένα φάκελο σφραγισμένο από ένα αφράτο χέρι με πέντε χρυσά δαχτυλίδια με μαύρες πέτρες πάνω τους... Κι εκείνος, αναλυμένος και κατακάθι πια σε ένα μείγμα υδραργύρου, καθάρισε από πάνω του δια παντός τα χώματα που πάντα την ενοχλούσαν...


11 comments:

ladybug said...

Με στενοχώρησες αλλά σε συγχωρώ γιατί γράφεις ωραία :)

ΣεΞπΥρ said...

Το βράδυ στήθηκα στη τηλεόραση για να δω την εμπόλεμη ζώνη. Φίλοι μου που παρακολούθησαν το φεστιβάλ ντοκιμαντέρ στη Θεσσαλονίκη όπου προβλήθηκε μου είπαν τα καλύτερα. Φυσικά δεν μετάνιωσα που το είδα, ούτε βέβαια που διάβασα αυτό το υπέροχο κείμενο σου.

industrialdaisies said...

@ ladybug: Κι εγώ στενοχωρήθηκα πασχαλίτσα, και στενοχωριέμαι κάθε φορά... Αλλά πιο πολύ με στενοχωρεί που δεν μπορούμε να κάνουμε και τίποτα σπουδαίο. Ευχαριστώ πολύ για το compliment.

@ σεξπυρ: Κι εγώ στήνομαι κάθε φορά που έχει Εμπόλεμη Ζώνη και κάποιες άλλες που μου αρέσουν (μακράν, όμως, φανατική της εμπόλεμης). Για τη γνώση που αποκτούμε όντως δεν πρέπει να μετανιώνουμε, για τη χρήση της πολλές φορές όμως ναι. Ευχαριστώ πάρα πολύ και για το καλό σου σχόλιο εδώ και για τη στήριξη από όταν αρχίσαμε να γνωριζόμαστε... Α! Και πότε θα γράψεις επιτέλους; Το κοινό σου αδημονεί!

2Σx2 said...

Το πρώτο ποστ σου που έτυχε να διαβάσω και έμεινα χαζός...Υποκλίνομαι!

industrialdaisies said...

@ 2σχ2: Καλωσβρεθήκαμε και ευχαριστώ πολύ. Δεν είναι καλό το ποστ όμως (δεν είναι θέμα μετριοφροσύνης ούτε αυτογνωσίας αυτό που λέω). Αρρωστημένη φαντασία που υπολείπεται κατά πολύ της αρρωστημένης πραγματικότητας φοβάμαι...

o kairos said...

Παρα πολυ καλο.Bienmerci.

Λεία Βιτάλη said...

Σ' ευχαριστώ που με επισκέπτεσαι. Μ' άρεσε που με... μάλλωσες. Έχεις δίκιο. Από μια πρώτη άποψη. Βέβαια το "ρητό" έχει έναν, ας τον πόυμε, συμβολισμό. Τελικά αυτοί που είναι στο... απυρόβλητο, όπς λες, έχουν στ' αλήθεια φτάσει κάπους Εμείς που ψάχνουμε την ουσία καταλαβαίνουμε. Και για μας το "απυρόβλητο" ίσως είναι το "τίποτα".
Μεστό το κείμενό σου.

Paneris said...

Πολλοί θέλουν να πιστεύουν ότι οι τηλεθεατές, είναι παθητικά άβουλα όντα. Το κείμενο σου αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο.

φεγγαροαγκαλιασμενη said...

την εκπομπη δεν την εχω δει(αν πω ποτέ θα το πιστεψεις??)αλλα το κειμενο σου με καθηλωσε..χαιρομαι που σε βρηκα..

industrialdaisies said...

@ ο καιρός: De rien καιρέ... Εγώ ευχαριστώ που συνεχίζεις και επισκέπτεσαι μετά από τόση διαστροφή!
@ Λεία Βιτάλη: Μα ουσιαστικά εγώ συμφώνησα! Αυτοί που -για τα δικά μου δεομένα- φτάνουν στο πουθενά και στο τίποτα δεν με αφορούν, θέλω να βρίσκομαι εκτός αυτών των διαστάσεων. Απλά διεπίστωσα ότι η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι αυτό το ρητό ισχύει και αντιστρόφως χωρίς να σημαίνει ότι αυτό δίνει αξία σε αυτούς που το κατάφεραν. Ευχαριστώ για το καλό σας σχόλιο και θα τα ξαναπούμε...
@ paneris: Δικαιολογίες... Ξέρεις πόση ενέργεια χρειάζεται για να πατήσεις το off; Πολλή, και πίστεψέ με την έχουν πάρα πολλοί αυτή -βγες ένα βράδυ και θα δεις cinema και θέατρα γεμάτα, παρέες να μαζεύονται και να ακούνε μουσικές και τόσα άλλα... Παθητικοί άβουλοι δεν είμαστε -την κούρασή μας εκμεταλλεύεται η τηλεόραση που και που, αλλά δεν πειράζει. Όταν το παρατραβάει της τραβάμε κι εμείς άλλη μία και ησυχάζουμε!

industrialdaisies said...

@ φεγγαροαγκαλιασμένη: Κι εγώ χαίρομαι που βρεθήκαμε. Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, αλλά αν καταφέρεις να δεις αυτή την εκπομπή (όπως και μερικές παρόμοιου ύφους και στίγματος) θα δεις ότι η πραγματικότητα θα σε καθηλώσει απείρως πιο έντονα!